Σελίδες


Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Μουσείο Ελληνικού Παραδοσιακού Παιχνιδιού: Ιστορία παιχνιδιού 3.500 χρόνων


 

Η παλαιότερη αναφορά στη γνωστή μας ξύλινη σβούρα υπάρχει στην 
Ιλιάδα. Εκεί ο Ομηρος συγκρίνει την περιστροφή μιας πέτρας που 
εκσφενδόνισε ο Αίας ο Τελαμώνιος με τη χαρακτηριστική κίνηση της σβούρας
 π   Δεκάδες παιχνίδια από το 1600 π.Χ. μέχρι το 1970 φιλοξενούνται στο Μουσείο Παραδοσιακού Παιχνιδιού. Στην αυλή του τα παιδιά θα παίξουν με αντικείμενα που ψυχαγωγούσαν προηγούμενες γενιές, ενώ θα μάθουν και να τα κατασκευάζουν
Η παλαιότερη αναφορά στη γνωστή μας ξύλινη σβούρα υπάρχει στην Ιλιάδα. 
Εκεί ο Ομηρος συγκρίνει την περιστροφή μιας πέτρας που εκσφενδόνισε 
ο Αίας ο Τελαμώνιος με τη χαρακτηριστική κίνηση 
της σβούρας πριν σταματήσει να περιστρέφεται

Τουλάχιστον 770 παιχνίδια έχει καταγράψει ο 50χρονος εκπαιδευτικός
 Γ. Τσιώνας. Πολλά από αυτά φιλοξενούνται στην έκθεση λίγο έξω από το 
Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, σε τέσσερις θεματικές ενότητες
Τουλάχιστον 770 παιχνίδια έχει καταγράψει ο 
50χρονος εκπαιδευτικός Γ. Τσιώνας. Πολλά 
από αυτά φιλοξενούνται στην έκθεση λίγο 
έξω από το Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, 
σε τέσσερις θεματικές ενότητες
«Ψυχή» του Μουσείου είναι ένας 50χρονος εκπαιδευτικός, ο Γιώργος Τσιώνας, δάσκαλος σε σχολείο της Τούμπας, ο οποίος προβληματίστηκε πριν από 7 χρόνια όταν έβλεπε τα παιδιά να κυνηγιούνται στην αυλή του σχολείου, αφού στα διαλείμματα δεν ήξεραν κανένα ομαδικό παιχνίδι να παίξουν. «Τότε συνέλαβα την ιδέα να μάθω στους μαθητές μου παιχνίδια που παίζαμε εμείς μικροί, στο χωριό μου, το Λιβαδερό Κοζάνης. Αλλωστε, 25 χρόνια ασχολούμαι με την παράδοση και τη λαογραφία, δεν ήταν δύσκολο. Ετσι τους μάζευα στα διαλείμματα και τους έδειχνα πώς παίζονταν τα κότσια, οι σβούρες, οι βόλοι, η χελιδόνα», λέει ο κ. Τσιώνας στο «Εθνος».
Στη συνέχεια, αποφάσισε να αντιγράψει τα παλιά εκείνα παιχνίδια και ξεκίνησε από τα προϊστορικά. Από αγγεία και αμφορείς που βρέθηκαν σε αρχαϊκούς οικισμούς, αντέγραψε τους βόλους, σφαιρίδια δηλαδή από πηλό ή γυαλί, αλλά και τα κότσια, που μοιάζουν πολύ με τα σημερινά πεντάβολα. Ψάχνοντας στις πηγές έφτασε μέχρι τον Ηρόδοτο, ο οποίος αναφέρει πως τα επιτραπέζια παιχνίδια εντοπίζονται για πρώτη φορά στη Λυδία της Μικράς Ασίας, ενώ σε αναπαραστάσεις ο Αχιλλέας και ο Αίας εμφανίζονται να παίζουν ένα είδος σκακιού.
Ο Γ. Τσιώνας υπερηφανεύεται ότι έχει καταγράψει πάνω από 770 παιχνίδια από το 1600 π.Χ. μέχρι το 1970, πολλά από τα οποία φιλοξενούνται στην έκθεση, σε τέσσερις θεματικές ενότητες:
 α) της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής εποχής,
 β) της νεότερης Ελλάδας,
 γ) των λαϊκών πανηγυριών και
 δ) των παιχνιδιών που προετοίμαζαν τα παιδιά για την ενήλικη ζωή.
«Δούλεψα πολύ όλα αυτά τα χρόνια πάνω στα παιδικά παιχνίδια και σύντομα θα κυκλοφορήσει ένα βιβλίο με πλούσιο φωτογραφικό υλικό για τα παιχνίδια αυτά και την ιστορία τους», λέει, ενώ προσθέτει πως οι επισκέπτες της έκθεσης θα μπορούν σε έναν ειδικό χώρο-εργαστήριο με απλά, ανακυκλώσιμα υλικά να κατασκευάζουν τα δικά τους παιχνίδια και μετά να τα παίρνουν μαζί τους στο σπίτι ή στο σχολείο.
Τα παιχνίδια και το πρόγραμμα
 

Θεατρικό δρώμενο από ηθοποιούς
Το Μουσείο Ελληνικού Παραδοσιακού Παιχνιδιού, δεν θα είναι ένας απλός χώρος ξενάγησης. Στην αυλή θα υπάρχουν όλα τα παλιά παιχνίδια σε φυσικό μέγεθος για να μπορούν τα παιδιά να τα βλέπουν από κοντά και να παίζουν, ενώ στο εσωτερικό θα υπάρχουν δεκάδες παιχνίδια σε προθήκες με αναλυτικά στοιχεία της ιστορίας του καθενός. Σε μια διπλανή αίθουσα ερασιτέχνες ηθοποιοί από δραματικές σχολές της Θεσσαλονίκης θα συμμετέχουν σε ένα θεατρικό δρώμενο που έχει θέμα τα παιχνίδια, την ανακύκλωση, τον σεβασμό στα άτομα με ειδικές ανάγκες. Το Μουσείο Ελληνικού Παραδοσιακού Παιχνιδιού θα είναι ανοιχτό καθημερινά για τα σχολεία και τα Σαββατοκύριακα για μεμονωμένες επισκέψεις.
Πηγή: Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ



Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Καρσιλαμάς από την περιοχή του Κιουμούς Ματέν

Τερς - Ποντιακός χορός από την περιοχή του Κιουμους Ματέν

-[Ζουρνατζίδης 1988, 61] Πόντος: Η λέξη τερς σημαίνει ανάποδος. Είναι ματεντζίδικος χορός (των μεταλλωρύχων του Πόντου που είχαν μεταναστεύσει σε μεταλλεία της Μικρασίας), παραλλαγή του χορού Τρυγώνα

πηγή

Μαντήλια - Αντικρυστός ποντιακός χορός από την περιοχή του Κιουμούς Ματέν



-[Οικονομίδης 1923, 342] Πόντος: Είδος χορού συνήθους εν Αδίση (χωρίω προς δυσμάς της Αργυροπόλεως κειμένω εις δεκάωρον απ' αυτής απόστασιν) και αλλαχού είναι "τα μαντήλια". Τούτον χορεύουσι κρατούντες εις την χείρα μανδήλιον, ουχί όμως κυκλικώς.


-[Οικονομίδης 1928-1931, 161] Πόντος: Η γαμήλιος πομπή με άσματα και χορούς διευθυνομένη εις τον ναόν έπαυε ταύτα ότε επλησίαζεν εις αυτόν, αντ' αυτών δε έψαλλε το τροπάριον του αγίου επ' ονόματι του οποίου ετιμάτο ο ναός. Εν τοις χωρίοις του Ντορουλίου μέχρι του ναού αι παρανύφισσαι και όλαι αι γυναίκες του χωρίου έπαιζον τα μαντήλα, ήτοι εχόρευον τον χορόν των μανδηλίων ως και κατά το νυφέπαρμαν, ενίοτε δε μεταξύ αυτών και άνδρες χορεύοντες έπαιζον μαχαίρια (κάμες). Και εν Αμισώ καθ' όλον το διάστημα της μεταβάσεως εις τον ναόν και της επιστροφής γυναίκές τινες εχόρευον υψώνουσαι δια των χειρών μανδήλια εις ένδειξιν χαράς.

-[Καμπουρίδης 1983, 224] Νικόπολη Πόντου: Κατά την επιστροφή στο σπίτι του γαμπρού, μπροστά πήγαιναν τα μουσικά όργανα, ακολουθούσαν έφιππποι οι νεόνυμφοι, ο κουμπάρος, η παράνυφος (συνοδός της νύφης) κι όσοι είχαν άλογα και πίσω τους όλοι οι προσκαλεσμένοι κατευθύνονταν στο σπίτι του γαμπρού, εκτός από τους γονείς της νύφης, που επέστρεφαν στο σπίτι τους και περίμεναν να έρθουν να τους πάρουν από μέρους του γαμπρού. Κατά την διαδρομή μερικοί νιόπαντροι, άντρες και γυναίκες, κρατώντας μαντήλια έπιανε ο καθένας χωριστά τις δύο διαγώνιες άκρες και υψώνοντας τα χέρια με το μαντήλι πάνω από τα κεφάλια τους χορεύοντας και χτυπώντας τα πόδια τους στο έδαφος στρέφονταν άλλοτε δεξιά κι άλλοτε αριστερά μπροστά στος έφιππους νεόνυμφους.

-[Ζουρνατζίδης 1988, 59] Πόντος: Χορός μπροστά στους νιόπαντρους με μαντήλια στα χέρια. Χορεύεται και στην Καππαδοκία.

-[Σαμουηλίδης 1993, 134] Πόντος: Τα Μαντήλια θα πρέπει να είναι καππαδοκικός χορός που τον χόρεψαν οι Πόντιοι που μετανάστευσαν στα μαντένια (μεταλλεία) της Καππαδοκίας και της Πισιδίας (Μπερεκετλί και Μπουγλάρ μαντέν).

πηγή

Η μουσική της Καππαδοκίας



γράφει ο Γιώργος Λεκάκης,
Τι μουσική άκουγε ο Άη Βασίλης;

Αυτό είναι ένα πολύ δύσκολο, όσο και σύνθετο, πρόβλημα για να απαντηθεί.

Η γιορτή της Πρωτοχρονιάς που συνδέθηκε με έναν … άγιο Βασίλη που δεν είναι ο άγιος Βασίλης, με ένα έλκηθρο και χιόνια, που ουδεμία σχέση έχουν με τα μεταφορικά μέσα του αγίου στην Καππαδοκία, με τα έλατα, που δεν φύονται στο συγκεκριμένο μικρασιατικό οροπέδιο, και με ένα σωρό άλλες ανακρίβειες και διαφημιστικές φιοριτούρες, ευλογούν και επευφημούν οι παπάδες, οι ιερείς, οι πιστοί … Αυτός ο χονδράνθρωπος που σφηνώνει στις καμινάδες των σπιτιών – μόνο των πλουσιόσπιτων, διότι τα φτωχά σπίτια δεν έχουν τζάκια – ουδεμία σχέση έχει με τον ξερακιανό, ισχνό και αδύνατο, μαυριδερό Καππαδόκη άγιο Βασίλη «από την Καισαρεία». Είναι ο Σάντα Κλάους (< Νίκολάους) των Γερμανο-Σκανδιναβών, ο οποίος όμως και πάλι ουδεμία σχέση έχει με τον άγιο Νικόλαο, των Πατάρων και των Μύρων της Λυκίας!

Δεδομένου ότι ο άγιος αυτός «από την Καισαρεία» της Καππαδοκίας, θα πρέπει να άκουγε την παραδοσιακή καππαδοκική μουσική των συμπατριωτών του …

Αλλά ποια ήταν αυτή η μουσική;

Εκμηρύομαι τον μίτο της μυστικής καππαδοκικής μυήσεως δια μουσικής…

Η πλησιφαής ελληνισμό Καππαδοκία διατήρησε μια ιδιαίτερη ιδική της μουσική παράδοση. Και αυτή είναι εντελώς διαφορετική και απ’ αυτήν του Πόντου και των παραλίων της Μ. Ασίας. Τραγούδια στα οποία διακρίνονται και προσμείξεις τουρκικών στοιχείων, πρέπει να θεωρηθούν πολύ μεταγενέστερα – και δη μεταμεσαιωνικά. Στην Καππαδοκία υπήρχαν αμιγώς ελληνικές κοινότητες (περισσότερες από 25 – εκ των οποίων 13 αμιγώς ελληνόφωνες!) , που διατήρησαν την πατρογονική παράδοση, ακόμη κι όταν οι μητροπόλεις τους, στην κυρίως Ελλάδα, την είχαν σχεδόν απωλέσει. Η μουσική της Καππαδοκίας ομοιάζει περισσότερο στα τραγούδια των νησιωτών του Αιγαίου, και ολιγότερο στα μικρασιατικά ή ποντιακά τραγούδια. Σκοποί του Αιγαίου ήταν – και είναι – δημοφιλέστατοι στην Καππαδοκία. Αυτό, σε ένα βαθμό, δείχνει και την καταγωγή, και την συγκοινωνία, και την επικοινωνία, που είχαν και που ήθελαν να έχουν οι Καππαδόκες. Άλλωστε είναι γνωστή η μητροπολιτική σχέση της κυκλαδικής Νάξου με την καππαδοκική Αξό, της Δήλας με την Δήλο, της Λήμνας με την Λήμνο, του Άνδρουλου με την Άνδρο, κλπ.

Οι Καππαδόκες – όπως και οι υπόλοιποι Έλληνες – πάντα συνέδεαν την ζωή τους με την μουσική. Και ανάλογα είχαν «χορευτικά» και «καθιστικά» τραγούδια, που στην ντοπιολαλιά τους τα λεν «τραγώια», θυμίζοντάς μας την αρχέτυπη καταγωγή του τραγουδιού, από την τραγωδία και την ωδή του τράγου, όταν δέρματα τράγου και τραγοκεφαλές φορούσαν οι πρώτοι υποκριτές των μεγάλων αθάνατων έργων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, για να υποδυθούν και ερμηνεύσουν τους ήρωες των έργων.

Τα χορευτικά τραγούδια της Καππαδοκίας, λοιπόν, διακρίνονταν σε:

* τραγώια «χόροζιού» (χορού), ήταν τα τραγούδια των μεγάλων ανοικτών εορτών, ανοικτών χώρων, που χορεύονταν κυκλικά, ήρεμα και στρωτά. Δεν συνοδεύονταν από όργανα, αλλά μόνον από φωνή ή φωνές. Οι συμμετέχοντες ήσαν ταυτόχρονα και χορευτές και τραγουδιστάδες. Οι γυναικείοι κύκλιοι χοροί ήσαν σεμνοί και αργοί. Οι ανδρικοί στρωτοί μεν, με ζωηρά πηδήματα και κτυπήματα των ποδιών στο έδαφος δε. Και

* σε τραγώια «γάμουζιού» (γάμου), δηλ. τραγούδια του γάμου – όπως τα λέμε σε όλην την υπόλοιπη Ελλάδα – τα οποία χορεύονταν κυρίως με αντικρυστούς χορούς (καρσιλαμάδες), ζωηρούς και εύχαρεις. Συνοδεύονταν από κρουστά (κυρίως ντέφια – όταν αυτά δεν υπήρχαν κτύπαγαν ταψιά). Οι άνδρες χορευτές συνδράμουν κι αυτοί στον ρυθμό, με την παραγωγή κρουστών ήχων, με τα δάκτυλά τους ή με ανεστραμμένα ξύλινα κουτάλια ή με ζίλια ή με ποτηράκια. Οι γυναίκες χορεύτριες συνδράμουν στο θέαμα κουνώντας μανδήλια. Χαρακτηριστικός τέτοιος αντικρυστός χορός ο κιοτσέτς (από το Μιστι ). Αυτός, διέφερε από τους άλλους στην χάρι, γι’ αυτό και λεγόταν «παίξιμα» (δηλ. παίξιμο, παιχνίδισμα) , διότι ο κορυφαίος έπρεπε να ήταν τόσο τεχνίτης, που να έδειχνε όχι πως χόρευε, αλλά πως έπαιζε. Άλλος γνωστός χορός του γάμου είναι «Της αυγίτσας », τραγούδι άνευ συνοδείας οργάνων. Το τραγουδούσαν και το χόρευαν παλληκάρια-φίλοι του γαμβρού – και ίσως και κοπέλλες απ’ το σόι του – την αυγή της ημέρας του γάμου του, έξω απ’ την κάμαρή του, για να τον καλοξυπνήσουν. Γι’ αυτό στην αρχή ήταν αργός και συνέχιζε γρήγορος. Ήταν χορός των Φαράσων. Όπως γαμήλιος των Φαράσων ήταν και ο χορός «σεητάτα-σεητάτα». Αυτός ήταν γυναικείος και αντικρυστός. Χορευόταν μόνο από ένα ζευγάρι, και μάλιστα στο τέλος της γαμήλιας τελετής. Τον χόρευαν δύο υπανδρεμένες (και πάντως όχι χήρες) γυναίκες, κυρίως ηλικιωμένες, από το σόι της νύφης. Ήταν αργός ρυθμός, σαν πένθιμο αναφιλητό. Συγγενείς και φίλες της νύφης σε κύκλο τραγουδούν άνευ οργάνων. Οι χορεύτριες κινούνταν «μουγγές και θλιμμένες». Αργά και με μικρά συρτά βήματα. Σαν να ασπάζονται η μία την άλλη, αλλά από απόσταση, δίχως να έρχονται σε επαφή. Σαν να αποχαιρετιούνταν και ταυτόχρονα ν’ αποχαιρετούσαν την λεύτερη και ανέμελη ζωή … Αλλά και γιατί συνήθως από τον Βαρασό για να πάνε στα χωριά τους, έπρεπε να περάσουν το Μεγάλο Βουνό, ένα επικίνδυνο φαράγγι που τα χώριζε. Εκεί συνέβαιναν πολλά ατυχήματα. Ίσως ο Βαρασός να σήμαινε μεγάλο βάραθρο. Πάντως κατά την τοπική παράδοση, εκεί υπήρχε στόμιο του Άδου. Εκεί χάθηκαν πολλοί νεόνυμφοι κατά την γαμήλια πομπή. Και οι συγγενείς τους εφηύραν αυτόν τον χορό για να τους αποχαιρετήσουν, σε περίπτωση που σκοτωθούν και δεν προλάβουν να το κάμουν …

Οι σκοποί των τραγουδιών είναι συνήθως βαρείς (αργόσυρτα τραγούδια). Οι συνθέσεις βασίζονται κυρίως σε 7σύλλαβα, 8σύλλαβα και 11σύλλαβα μέτρα.

Ως προς τον μουσικό δρόμο, τα τραγούδια της Καππαδοκίας είναι κυρίως διατονικού γένους:

* α’ ήχου (ουσάκ),
* έξω α’ ήχου (χουσεϊνί),
* λεγέτου (σεγκιάχ) και
* πλάγιου τέταρτου (ραστ).

Συνθέτες και στιχουργοί είναι κατά βάσιν ανώνυμοι και άγνωστοι, χάνονται στα βάθη του χρόνου, όπως στα δημοτικά μας τραγούδια, κι έτσι μπορούμε να ειπούμε πως αυτά τα τραγούδια είναι παραδοσιακά.

Ως προς τον στίχο, υπήρχαν τα αφηγηματικά τραγούδια, που εξιστορούσαν αληθινές ιστορίες, για να μην ξεχασθούν. Τραγούδια που λειτουργούσαν δηλ. σαν βιβλία Ιστορίας. Και αυτά ήταν γραμμένα μάλιστα σε πρώτο πρόσωπο. Ας μην ξεχνάμε πως στην Καππαδοκία γεννήθηκε το ακριτικό τραγούδι! Άλλα τραγούδια μίλαγαν για την αγάπη, την θρησκεία, τον νόστο, την ξενητειά, την φιλία…

Οι Καππαδόκες χόρευαν, σεμνούς και ωραίους χορούς, χωρίς καταψηχές και υπονοούμενα. Οι γυναίκες όταν χόρευαν τ’ αργόσυρτα καππαδοκικά, είχαν ελαφρά κλίση της κεφαλής – ένδειξη σεβασμού:

γίσου (< ίσο). Ίσος αντικρυστός χορός. Σημαντικός χορός. Από την Σινασό. Με βήμα τα όπως του «χορού των μανδηλιών» και «των κουταλιών 7» από τα Φάρασα 8. Στα χέρια οι χορευτές βαστούσαν ζίλια ή κουτάλια. Προσέθεταν έτσι στον ρυθμό. Αλλά ταυτόχρονα δημιουργούσαν και μια μυστική επικοινωνία μεταξύ τους! Θα μπορούσαμε να τα πούμε «χορευτικά σήματα Μορς» … Πολλάκις τον ίσο τον απαντάμε με τον χορευτή να χορεύει με τα τρία δάκτυλα ενωμένα, που στα χριστιανικά χρόνια, έλεγαν πως συμβολίζουν μυστικά την Αγία Τριάδα – μυστική μαρτυρία θρησκείας εν μέσω οθωμανικών χρόνων. Τον χόρευαν μόνον άνδρες ή γυναίκες ανά ζεύγη.

* κάλε (= κάστρο): Κυκλικός χορός στα τρία, με δίσημη μελωδία. Από την Καισάρεια. Μεικτός χορός, από άνδρες και γυναίκες, οι οποίες ήταν πολύ προσεκτικές στην επιλογή της θέσεώς τους στον κύκλο. Τραγουδούσε ο πρώ τος μαζί με 3-4 άτομα αυτοσχε διάζοντας, και επαναλάμβαναν οι υπό λοιποι.

* ορτό (< ορθό): Ίσος χορός στα τρία. Χαρακτηριστικό του είναι ότι άλλοτε κτυπούν το δεξί και άλλοτε το αριστερό πόδι τους, δυνατά στο έδαφος, στο 1ο και 3ο βήμα.

* συρυντύνα (< συρτός): Οι άνδρες έχουν στην μέση της ομάδος τις γυναίκες, και είναι πιασμένοι «αλυσιδωτά». Ο πρώτος βαστά και μαντήλι, που κουνά ρυθμικά και προσπαθεί να συρυΐσ’ (σύρει) τους υπόλοιπους χορευτές, που γέρνουν το κορμί τους προς την κατεύθυνση στην οποία χορεύουν. Ο χορός αυτός, κυρίως από το Μιστί, έμεινε να λέγεται εκλαϊκευμένα σουρουντίνα.

* τσίκτημα: Χορός της Αξού, κατά τον οποίο πήγαιναν ’μπρός-πίσω. Χορευόταν συνοδεία κρουστού (ντεφιού) και τραγουδιού.

* τσιραμά (πηδηχτό < τσιραΐζω, τσιραντώ = πηδώ): Πηδηχτός χορός, στα τρία. Στο γύρισμα, στα μονά βήματα (1ο, 3ο, 5ο) κτυπούν το πόδι τους δυνατά στο έδαφος, ενώ στο 4ο και 6ο βήμα πηδούν.

* τσίρπημα (< τσιρπώ = κουνώ, τινάζω): Κλειστού κύκλου χορός, που ανοιγοκλείνει. Στα γυρίσματα οι χορευτές κουνούν δυνατά τα χέρια τους. Στο 4ο βήμα κτυπούν δυνατά το αριστερό τους πόδι στο έδαφος.

* τσιφτ: Ζευγαρωτός χορός από την Σίλη.

* χοπλαμά (πηδηχτό, από την έκφραση «χοπ»),

* κ.ά. που έπαιρναν όνομα από το κυρίως τραγούδι που τους συνόδευε.

Το σύνηθες κτύπημα των ποδιών στο έδαφος, είναι μια αρχαιοτάτη ελληνική κίνηση χορού και πρακτική, που έχει ως στόχο να ξυπνήσει ή να ειδοποιήσει τους νεκρούς, που κατοικούν κάτω απ’ την Γη, να αφυπνισθούν και συμμετέχουν στην γιορτή και τον χορό των ζωντανών φίλων τους. Η κίνηση αυτή, που ανιχνεύεται στην μινωική Κρήτη, δείχνει, σε έναν βαθμό, και την συγγένεια Κρητών και Καππαδοκών. Όπως την δείχνουν και οι ελικοειδείς χοροί, που παραπέμπουν στους μινωικούς χορούς αναπαραστάσεως της εισόδου του Θησέα στον λαβύρινθο, που χορεύονταν στις Κυκλάδες και στις ιωνικές και δωρικές πόλεις. Ο χορός με τα κουτάλια δείχνει την συνάφεια των Ελλήνων των Κυκλάδων με την Καππαδοκία, κ.ά. πολλά …

Τέλος, το χαρακτηριστικό καππαδοκικό-φαρασώτικο «Χυτάτε να πάμε σον Eζ-Βασίλη» είναι το χαρακτηριστικό αγιοβασιλιάτικο τραγούδι της Καππαδοκίας, που αφιέρωσαν και καθιέρωσαν οι Καππαδόκες του Βαρασού στον συντοπίτη τους άγιο Καισαρείας. Τραγουδιόταν και χορευόταν παραμονή Πρωτοχρονιάς. Το σούρουπο συνέχιζε συνοδεία τυφεκισμών και πιστολιών, που παραπέμπουν στις κρητικές μπαλλωθιές της χαράς. Όταν γινόταν όλη αυτή η χαρά, οι Τούρκοι των γύρω χωριών έλεγαν «κινέ Φαράσαλιλάρ κουτουρτού» (δηλ. «λύσσαξαν πάλι οι Βαρασιώτες!»…

Αυτά, λοιπόν, θα πρέπει να άκουγε ο άη Βασίλης και να έβλεπε να χορεύουν οι γύρω του, και όχι τα δυτικότροπα “Jingle bells”, «Άγια Νύχτα», κ.ά. πολλά παραπλανητικά της αληθινής ιστορίας της μουσικής κατασκευάσματα κι εμπορικά εφευρήματα … Αυτά μπορεί να είναι καλά, χρυσά (και χρυσοφόρα), αλλά ουδεμία σχέση έχουν με τον άγιο Βασίλη, τον Έλληνα άγιο της Καππαδοκίας

πηγή

Σπίτι στο Βόθωνα της Σαντορίνης

σε ένα μεσαιωνικό χωριό της Σαντορίνης
Κατεβαίνοντας την ποταμιά του Βόθωνα, του μεσαιωνικού χωριού στο κέντρο της Σαντορίνης, συναντάμε στα αριστερά ένα κάθετο πολύ ψηλό πρανές από ηφαιστειακή τέφρα που το έχει κόψει σαν μαχαίρι το πέρασμα του νερού εδώ και αιώνες. Μέσα στην άσπα (το ηφαιστεικό υλικό) έχουν σκαφτεί μερικά από τα πιό ενδιαφέροντα σπίτια του χωριού που γύρω στα 1800 παρήγε καλό κρασί, όπως και το υπόλοιπο νησί. Στον Βόθωνα υπήρχαν 4 μεγάλες κάναβες (βιοτεχνικοί μεγάλοι χώροι παραγωγής κρασιού) οι τρείς εκ των οποίων ανήκαν στην οικογένεια Μπελλώνια. Μιά τουλάχιστον από τις κάναβες διατηρείται ακόμα σε καλή κατάσταση και είναι στις προθέσεις της οικογένειας να την αποκαταστήσει.Δίπλα στον χώρο εργασίας υπήρχε η οικία των ιδιοκτητών και οι χώροι ενδιαιτησης και ανάπαυσης των 40 και πλέον εργατών που εργαζόντουσαν στην παραγωγή του κρασιού. Η εργοδοσία της εποχής είχε φροντίσει να έχει ένα μαγερειό με μια μόνιμη μαγέιρισσα η οποία κάθε μέρα έφτιαχνε φαγητό για 40 άτομα. Στον ίδιο χώρο υπήρχε και μια μακρόστενη -μοναστηριακού ύφους- τραπεζαρία. Σε παρακείμενο χώρο έιχε δημιουργηθεί ένας χώρος ανάπαυσης του προσωπικού. Σήμερα, 150 χρόνια μετά, οι χώροι αυτοί διατηρούνται ζωντανοί και σχεδόν αναλλοίωτοι.
Η οικογένεια Μπελλώνια συνεχίζει να τους έχει και οι σημερινοί τους ιδιοκτήτες, η κ. Ρούλα Μπελλώνια και ο γυιός της Λουκάς, αποφάσισαν να τους κρατήσουν σαν ένα κομμάτι της οικογενειακής και τοπικής ιστορίας, κάνοντάς τους ταυτόχρονα λειτουργικούς για τις σημερινές ανάγκες.
Το παλιό μαγερειό παραμένει και σήμερα σχεδόν ώς είχε. Μπαίνοντας στη μακρόστενη κάναβα από την πλευρά της αυλής ο επισκέπτης έρχεται αντιμέτωπος με το μακρύ τραπέζι (που είναι καινούργιο αλλά φτιάχτηκε σαν το παλιό) και τις πολλές πολυθρόνες (του σκηνοθέτη) κι απο τις δυό του πλευρές.
Η Ρούλα Μπελλώνια (η οποία ζωγραφίζει) έχει διακοσμήσει τον χώρο με πολύ χρώμα, και φυσικά με πολλούς δικούς της πίνακες. Δίπλα ακριβώς στο μαγερειό υπάρχει και μια δεύτερη κάναβα, πιό πλατειά που εχρησιμοποιείτο σαν χώρος ανάπαυσης. Την ίδια ακριβώς χρήση έχει και σήμερα. Στο βάθος μια κρεβατοκάμαρα χωρίζεται από τον υπόλοιπο χώρο με ένα χαμηλό τοιχείο. Στην πίσω πλευρά υπάρχει το μπάνιο, ενώ μπροστά από το τοιχείο και προς την είσοδο έχουν τοποθετηθέι δυό ντιβάνια σε γωνιακή διάταξη που χρησιμοποιούνται και σαν καθιστικό.
Απέναντί τους μια παλιά κασέλλα και δυό παλιές πολυθρόνες που έχουν συντηρηθεί. Δεξιά της εισόδου υπάρχει ένα πολύ παλιό τραπέζι με τις φινιρισμένες με δέρμα καρέκλες του που έχει επίσης συντηρηθεί. Η αυλή, που είναι λίγο πιό χαμηλά από την παλιά ρεματιά η οποία σήμερα είναι και δρόμος εκτείνεται σε αρκετά μέτρα και είναι καλυμμένη με τσιμεντοκονία. Μια κόκκινη μεγάλη πόρτα με τέσσερα κυκλικά σκαλοπάτια οδηγεί στον χώρο που είναι διακοσμημένος με παλιά πιθάρια και μέσα του βρίσκονται ακόμα το παλιό πηγάδι και οι φούρνοι που εχρησιμοποιούντο από πολύ παλιά για την παρασκευή ψωμιού και φαγητού. Τα ρόζ και κόκκινα χρώματα δεν προέκυψαν τυχαία, πρόκειται για συγκεκριμένα κόκκκινα και ρόζ που παράγουν τα σταφύλια, ο μούστος και το κρασί της Σαντορίνης. Χρώματα που υπάρχουν εδώ, εδώ κι αιώνες. Είτε στις μνήμες, είτε διαποτισμένα ακόμη και σήμερα στούς παλιούς τοίχους. 
Στην πηγή http://www.omorfipoli.com/vothonas-santorini.php  μπορείτε να θαυμάσετε εξαιρετικές φωτογραφίες μιας ιδαιίτερα προσεγμένης μετατροπής μιας παλαιάς κάναβας....
Αλήθεια πόσους άλλους θησαυρούς μπορούμε να διατηρήσουμε με αυτόν τον τρόπο στη Σαντορίνη; για σκεφτείτε ...

πηγή

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Αστικοί χοροί Κέρκυρας



Χορεύει η Ομάδα Ελληνικού Λαϊκού Χορού του Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου Καλλιθέας.
Παίζουν οι μουσικοί: Γιώργος Μαρινάκης βιολί, Κώστας Φιλιππίδης λαούτο, Βαγγέλης Δημούδης ούτι.
 Επιμέλεια - διδασκαλία: Βασίλης Καρφής