Σελίδες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Καθαρά Δευτέρα: Η Σαχτοδευτέρα των Ποντίων και ο Κουκαράς

(Σκίτσο του Χρήστου Γ. Δημάρχου από την έκδοση «Ο ελληνικός Πόντος – Μορφές και εικόνες ζωής», Αθήνα 1947)
Η Καθαρά Δευτέρα ή «Σαχτοδευτέρα» στον Πόντο δεν θύμιζε σε τίποτα την ημέρα χαράς και χαλάρωσης με το πέταγμα του χαρταετού που βιώνουμε σήμερα. Ήταν μια μέρα γενικής και αυστηρής καθαριότητας, και εντατικής προετοιμασίας για την περίοδο της Σαρακοστής. Σήμαινε συμβολικά και την αρχή της νηστείας.
Οι Πόντιες νοικοκυρές τη μέρα αυτή έπρεπε, σύμφωνα με την παράδοση, να καθαρίσουν σχολαστικά όλα τα κουζινικά σκεύη για να μην μείνει ούτε ίχνος από λίπη και «μαντζιριγμένες»1 τροφές.
Η Καθαρά Δευτέρα ονομάστηκε από τους Ποντίους Σαχτοδευτέρα γιατί οι νοικοκυρές έβραζαν σε ένα καζάνι νερό με στάχτη (αλισίβα) για να πλύνουν καλά και να γυαλίσουν όλα τα μεταλλικά και ξύλινα αντικείμενα. Ύστερα τα έξυναν με αιχμηρά εργαλεία για να εξαφανιστεί κάθε ίχνος λίπους που ενδεχομένως είχε εισχωρήσει στο ξύλο. Αυτό γινόταν για να μην αναμιχθούν τα φαγητά της νηστείας με τα υπολείμματα προηγούμενων ζωικών τροφών.

Κουκαράς – Ο συμβολικός φρουρός και χρονοδείκτης της Σαρακοστής
Ένα άλλο ποντιακό έθιμο για τη διαφύλαξη της νηστείας ήταν ο «κουκαράς». Ήταν μια επινόηση των ευρηματικών Πόντιων μανάδων, για να μπορούν να φοβίζουν τα παιδιά τους ώστε να μην υποκύπτουν σε γευστικές ατασθαλίες και να συνεχίζουν να κρατούν τη νηστεία μέχρι το Πάσχα.

Ο κουκαράς αποτελούνταν από ένα μεγάλο κρεμμύδι (ή πατάτα), πάνω στο οποίο κάρφωναν εφτά φτερά κότας ή κόκορα. Εφτά φτερά, όσες και οι εβδομάδες της νηστείας. Αυτό το ιδιαίτερο «σκιάχτρο» το κρεμούσαν στο ταβάνι τα ξημερώματα της Καθαράς Δευτέρας, και το πρωί, όταν τα παιδιά ξυπνούσαν, το αντίκριζαν με δέος και φόβο να κρέμεται και να κουνιέται στο ταβάνι!
Η απειλή ήταν ότι αν τα παιδιά δεν συμμορφώνονταν με την τήρηση της νηστείας, θα τα έτρωγε ο κουκαράς!
Κουνιόταν και περιστρεφόταν καθώς τον φυσούσαν με τρόπο οι μητέρες, και αποτελούσε μεγάλο φόβητρο για τα μικρά παιδιά.
Για το έθιμο αυτό υπήρχε το ρητό «Ρίζα μ’, ωρία παίρετεν τυρίν για βούτερον και τρώτεν, αμάν θα χολιάσκεται και θα σείεται ο κουκαράς!».
Μετά το τέλος κάθε εβδομάδας αφαιρούσαν από τον κουκαρά ένα φτερό, κι έτσι ήξεραν πόσες εβδομάδες απομένουν μέχρι το Πάσχα. Το Μεγάλο Σάββατο, «ξεπουπουλιασμένος» πια, ο κουκαράς αποχωρούσε για να επιστρέψει ένα χρόνο αργότερα...

Κείμενο: Κώστας Τσενκελίδης

 1. Τροφές που καταλύουν τη νηστεία.
  • Τα σκίτσα του Χρήστου Γ. Δημάρχου προέρχονται από την έκδοση Ο ελληνικός Πόντος – Μορφές και εικόνες ζωής, Αθήνα 1947.

πηγή

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Παραδοσιακά κυπριακά τραγούδια για την ετοιμασία της μανάσσας (παστού)

Ένα από τα έθιμα του κυπριακού γάμου είναι «η μανάσσα», το οποίο δεν γίνεται πλέον. Η μανάσσα στηνόταν μια μέρα πριν από το γάμο, δηλ. το Σάββατο, που συνίστατο στη διαμόρφωση του νυφικού δωματίου σε βασιλικό διαμέρισμα με βήλα και παραπετάσματα. Στολίζανε το ταβάνι και τους τοίχους με απλωμένα και κρεμαστά σεντόνια και με μαντηλίες, κρατημένες στη μέση, ώστε να σχηματίζουν χιαστί σταυρό. Στις άκρες των μαντηλιών στερέωναν σταυροκούλουρα και ανθρωπόμορφα ψωμιά. Στην Πάφο η μανάσσα ονομαζόταν «παστός» και στην επαρχία αυτή κολλούσαν στον τοίχο από ζυμάρι πουλάκια, φίδια και ακτινωτούς σταυρούς ως σύμβολα του γάμου. Όλα αυτά γίνονταν με τη συνοδεία οργάνων και τραγουδιών. Συγχρόνως οι γυναίκες έφερναν μέσα σε πανέρια και την άλλη προίκα χορεύοντας και την εξέθεταν. Πιο κάτω παραθέτω δυο σήμερα άγνωστα τραγούδια για την ετοιμασία της μανάσσας:

Φωνάξετε τις νόστιμες, πέτε τους να βουρίσουν*
Μανάσσαν εν' που στήνουμεν, για να μας βοηθήσουν.
Φωνάξετε της μάνας της να φέρει τ' ανοιχτάριν*,
να ΄βρετε τα σεντόνια της τα διπλοτριπλωμένα
που τα ετριπλοδίπλωσε με τα χρυσά της χέρια.
Άγια Μαρίνα, σύντρεξε, τζι' άγια* Φανερωμένη,
βοηθάτε τούτην την δουλειάν να είν' ευλοημένη.
Σύντρεξε τζιαι βοήθα τους τζιαι στείλε τους την χάριν,
τζι' άγια Χρυσορρογιάτισσα* με το γρουσόν ζωνάριν.
Σύντρεξε τζιαι βοήθησε να ΄ρτουν οι καλεσμένοι,
να ΄ρτουν οι καλεσμένοι τους κανίσσια* φορτωμένοι.
Τζυρά του Τζύκκου*, μια είσαι, υπερδεδοξασμένη,
οπούρκονται στην χάριν σου 'π' ούλην την οικομένην 
τζιαι λουτουρκούν την μέραν σου πισκόποι τζιαι γουμένοι.
Τζυρά του Τζύκκου, μια είσα τζι' άλλη του Τροόδου*
τζι' ένας ο Τίμιος Σταυρός*, ο Κάνναβος* τ' Ομόδου.
Συντρέξετε, βοηθάτε τους, να 'ρτουν ευλογημένοι,
να 'ρτουν κ' οι καλεσμένοι τους κανίσσια φορτωμένοι.

βουρίσουν = τρέχουν, ανοιχτάριν = κλειδί, άγια = άντε εμπρός, Χρυσορρογιάτισσα = Παναγία η Χρυσορρογιάτισσα μοναστήρι στην Πάφο, κανίσσια = δώρα, Παναγία του Κύκκου = μεγάλο μοναστήρι της Παναγίας στην Κύπρο, Παναγία του Τροόδου = μοναστήρι της Παναγίας Τροοδίτισσας, Τίμιος Σταυρός = μοναστήρι Τιμίου Σταυρού στο χωριό Όμοδος, Κάνναβος = κομμάτι σχοινί που έδεσαν τον Χριστό στο Σταυρό,


και το άλλο είναι το ακόλουθο:


Ώρα καλή τζι' ώρ' αγαθή τζι' ώρα ευλοημένη
τούτ' η δουλειά π' αρκέψαμεν, να βκει στερεωμένη
τζιαι που το στόμαν του Γριστού νά' νι ευλοημένη.
Η Παναΐα τζι' ο Γριστός 'ννα βκουν να σιριανίσουν
τζι έννα περάσουν που δαμέ τζι έννα μας ευλοήσουν.
Φωνάξετε τες νόστιμες, πέτε τους να βουρήσουν,
μανάσσαν εν' που στήννουμεν, για να μας βοηθήσουν.
Φωνάξετε της μάνας της, να φέρει τ' αννοικτάριν,
φέρτε τζιαι ποκλειδώστέ το το κάρενον αρμάριν,
νά ' βρετε τα σεντόνια της, τα διπλοτριπλωμένα,
που τα εδιπλοτρίπλοσεν 'που τα μικρά της χρόνια.
Μέσ' στην αυλήν της νιόνυφφης εστήσασιν αμάξιν
στήσετε την μανάσσαν της με την πολλήν την τάξιν.
Ο άνεμος εφύσησεν τζι' η θάλασσα 'ν πουνάτσα
βοήθα τζιαι των νόστιμων να στήσουν την μανάσσαν.
Η Παναΐα τζι' ο Γριστός 'ννα βκουν εις το σιριάνιν
τζι' εννά 'ρωτουν 'που την νιόνυφφην, να δούσιν ίντα κάμνει.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Σέρρες :Λαζαρίνες ή Λαζαρικά κάλαντα

'' Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα βάγια
ήρθε η Κυριακή που τρων τα ψάρια...."

Με στεφάνια από λουλούδια στα μαλλιά και πολύχρωμες κορδέλες, οι Λαζαρίνες προαναγγέλλουν , τραγουδώντας, την ανάσταση του Λαζάρου. Είναι τα κάλαντα του Λαζάρου. 

Για μια ακόμη χρονιά το λύκειο Ελληνίδων, πιστό στις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα, αναβιώνει το πανάρχαιο έθιμο «Λαζαρίνες».Κορίτσια μέχρι 12 ετών ντύνονται Λαζαρίνες με τοπικές ενδυμασίες και τραγουδουν τα κάλαντα του Λαζάρου σε φορείς της πόλης αλλά και στους κατοίκους της.  Το χρηματικό ποσό που θα συγκεντρώσουν θα το διαθέσουν σε φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Στην Τερπνή Σερρών την παραμονή του Λαζάρου, κορίτσια, που ονομάζονται Λαζαρίνες, μαζεύουν λουλούδια με τα οποία...
 στολίζουν ένα καλαθάκι. Την ημέρα της εορτής, φορώντας τοπικές ενδυμασίες και κρατώντας το καλαθάκι τους, πηγαίνουν σε όλα τα σπίτια του χωριού, τραγουδώντας τα κάλαντα του Λαζάρου ...;

'' Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα βάγια
ήρθε η Κυριακή που τρων τα ψάρια.


Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι 
ήρθε η μάνα σου από την Πόλη
σου 'φερε χαρτί και κομπολόι (καλαμάρι)
γράψε Θόδωρε γράψε Δημήτρη
γράψε Λεμόνα και κυπαρίσσι 
οι κοτούλες σας αυγά γεννούνε 
δώστε μας και μας κανα αυγουλάκι 
να χαρούμε κι εμείς λιγάκι. 


Το Λάζαρο-το Λάζαρο
τ' αυγό το καλαθάκι 
το καλαθάκι θέλει αυγό
κι τσέπες μας κακόσες.


Εμείς εδώ δεν ήρθαμε 
να φάμε και να πιούμε
αλλά σας αγαπήσαμε 
κι ήρθαμε να σας δούμε.
Και του χρόνου."

Σύμφωνα με τον Τερπνιώτη συγγραφέα Νίκο Πασχαλούδη το έθιμο της Λαζαρίνας ήταν συνέχεια αρχαίων εθίμων, αφού όπως υποστηρίζει σε άρθρο του για τα κάλαντα της περιοχής, υπάρχει άμεση σχέση με τα σημερινά κάλαντα και τα έθιμα της αρχαίας Ελλάδας. Η σχέση αφορούσε σε όλα τα κάλαντα, τα κάλαντα του Δωδεκαήμερου, της πρώτης Μαρτίου, του Λαζάρου, και άλλα κάλαντα. Όπως υποστηρίζει σε συγγράμματα του ο κ. Πασχαλούδης στην αρχαιότητα, εκείνοι που ασχολούνταν με το ημερολόγιο, ανακοίνωναν την αλλαγή του χρόνου, ή του μήνα, με τα κάλαντα των παιδιών. Τα παιδιά μετέφεραν το μήνυμα της χρονικής αλλαγής με τραγούδια, που εκτός από τα μηνύματα είχαν κι ευχές. Κι ο κόσμος έδινε στους μικρούς αγγελιοφόρους διάφορα μικρά φιλοδωρήματα.

''Παλιότερα τα κάλαντα λέγονταν στην αρχή κάθε μήνα, ύστερα καθιερώθηκε να λέγονται κάθε πρωτοχρονιά, η οποία άλλαζε κάθε τόσο για διάφορους λόγους. Όμως επειδή οι συνήθειες του λαού δεν άλλαζαν εύκολα, σ' αυτές τις μετακινήσεις της πρωτοχρονιάς, που πήγαιναν μια το χειμώνα και μια την άνοιξη, είχαμε άλλους που τις ακολουθούσαν με τα κάλαντά τους κι άλλους που επέμεναν σ' αυτό που ήξεραν. Έτσι σκόρπισαν τα κάλαντα σε διάφορες χρονικές στιγμές. Με το Χριστιανισμό, το έθιμο με τα κάλαντα επιβίωσε μέσα στο κλίμα του, κι έχουμε μέχρι τις μέρες μας τα κάλαντα του δωδεκαήμερου, τα κάλαντα της 1ης Μαρτίου, τα κάλαντα του Λαζάρου. Τα κάλαντα στην αρχή ήταν χωρίς κανένα θρησκευτικό χαρακτήρα. Τα θρησκευτικά στοιχεία, πρώτα ειδωλολατρικά κι έπειτα χριστιανικά, έμπαιναν στα κάλαντα σιγά-σιγά, και τη θέση των αρχαίων θεών πήρε ο Χριστός και οι άγιοι της χριστιανικής θρησκείας. Έτσι και στα λαζαριανά κάλαντα του χωριού μας φαίνονται ομοιότητες με τα αρχαία κάλαντα'', επισημαίνει μεταξύ άλλων ο κ. Πασχαλούδης.

Γεγονός πάντως είναι πως στην Τερπνή το έθιμο αναβιώνει για περισσότερο από δυόμιση αιώνες

πηγή

"Οι Λαζαρίνες στην επαρχία Ελασσόνας"



γράφει ο Πολυποίτης

Ένα από τα έθιμα των ημερών του Πάσχα που διαδραματίζεται σε πολλές περιοχές του τόπου μας είναι «οι Λαζαρίνες».
Το έθιμο έχει διπλό χαρακτήρα, είναι αφιερωμένο στην ανάσταση του Λαζάρου και ταυτόχρονα στην Άνοιξη. Στον διπλό εορτασμό η συμμετοχή των νέων είναι καθολική και γι’ αυτό το λόγο ονομάζονται οι μεν νέοι Λάζαροι, οι δε νέες Λαζαρίνες.
Σε κάθε περιοχή το έθιμο διαφέρει………αλλού τραγουδούν μονάχα τα κορίτσια, αλλού οι κοπέλες που ετοιμάζονταν για παντρειά, σε άλλα μέρη ομάδες αγοριών. Όσο για το ομοίωμα του Λαζάρου που κρατούν τα παιδιά, αλλού είναι πάνινο κουκλάκι, αλλού έχει τη μορφή τσολιά (Κόρινθος), σε άλλες περιοχές αντιστοιχεί σε ένα σταυρό, ένα στεφάνι ή ακόμα και μια τρυπητή κουτάλα (Σκύρος) ή μια σκούπα (Ξάνθη) ντυμένη με λουλούδια. Σε χωριά της Ηπείρου, από την άλλη, τ’ αγόρια τραγουδούν μασκαρεμένα κρατώντας κουδούνια και γιαταγάνια, ενώ στην Κύπρο γίνεται κανονική αναπαράσταση με ένα από τα παιδιά της ομάδας να παριστάνει το Λάζαρο στολισμένο με κίτρινα άνθη. Πρόκειται λοιπόν για έθιμο που αναβιώνει σε όλη την ελληνική γη, με εντυπωσιακές ιδιαιτερότητες – παραλλαγές σε κάθε τόπο.
Στην παρούσα ανάρτηση θα αναφερθούμε στο έθιμο όπως αναβιώνει σήμερα στην επαρχία Ελασσόνας. Ενδεικτικά «Λαζαρίνες» αναβιώνουν σήμερα στο Μικρό Ελευθεροχώρι όπου καταγράφηκαν τα όσα ακολουθούν, αλλά και στην Κοκκινόγη, στα Γεράνεια, στην Δολίχη, στον Δρυμό, στα Γιαννωτά και αλλού.
Το έθιμο το βρήκαν οι γυναίκες που συναντήσαμε, συνεχίζοντας την παράδοση από τις μάνες και τις γιαγιάδες τους «πάππου προς πάππου» όπως χαρακτηριστικά λέγεται. Στην περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου σταμάτησε να γίνεται και ξανάρχισε μετά το ’50. Πρέπει να τονισθεί ότι τα τελευταία χρόνια πολλοί φορείς καταβάλλουν προσπάθεια προκειμένου να μην χαθεί, διατηρώντας ταυτόχρονα τις τοπικές ιδιαιτερότητες – παραλλαγές του εθίμου.
Οι ελεύθερες γυναίκες, λοιπόν, του χωριού, από την Παρασκευή παραμονή «του Λαζάρου», βράζουν το ρύζι το οποίο στην συνέχεια θα μοιράσουν στα σπίτια αντί κόλλυβα, για τον θάνατο του Λάζαρου. Στην συνέχεια όλες μαζί παντρεμένες και ελεύθερες βγαίνουν στους αγρούς για να μαζέψουν «τσάκνα» δηλαδή ψιλά κλαράκια με τα οποία το βράδυ θα ανάψουν φωτιά, να τις συντροφεύει που θα ξενυχτάνε τον νεκρό. Μέχρι αυτό το σημείο δεν ακούγονται τραγούδια, ούτε φυσικά γίνονται χαρές. Η ατμόσφαιρα είναι πένθιμη.
Το Σάββατο το πρωί και αφού προηγηθεί η ανάσταση του Λάζαρου, το σκηνικό αλλάζει, αρχίζουν τα τραγούδια και οι χοροί και κλίμα αισιοδοξίας καλύπτει τα διαδραματιζόμενα. Μετά την εκκλησία οι «Λαζαρίνες» γυρίζουν στα σπίτια του χωριού σε όσα έχουν ανύπαντρες κοπέλες και τραγουδούν για να είναι καλότυχες.

«ΗΡΘΕ Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΚΟΡΙΤΣΙΑ» 
Ήρθε ο Λάζαρος κορίτσια,
να τον παίξουμε,
μες τη χώρα μας κορίτσια
την τρανήτερη.
Την τρανήτερη κορίτσια
κι ως την πρώτη μας,
μας την βάρεσαν,
τα Λαζόπουλα, κορίτσια,
τα τσαμόπουλα.


Πηγαίνοντας στον δρόμο τραγουδούν
 

«ΚΙΝΗΣΑ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ»
Αι, κίνησα στον δρόμο-δρόμο,
στο στενό το μονοπάτι.
Στο στενό το μονοπάτι,
βρίσκω μια μηλιά στον δρόμο.
Αι βρίσκω μια μηλιά στον δρόμο,
Με τα μήλα φορτωμένη.
με τα μήλα φορτωμένη,
άπλωσα να πάρω ένα.
Αι, άπλωσα να πάρω ένα,
κι η μηλιά μ’ απολοήθκε.
Κι η μηλιά μ’ απολοήθκε,
μη μου παίρνεις, μη μ’ αφήνεις.
Αι μη μου παίρνεις, μη μ’ αφήνεις,
τα’ χει ο αφέντης μετρημένα.
τα’ χει ο αφέντης μετρημένα,
κι η κυρά λογαριασμένα.

Σε σπίτι που είχε ελεύθερη κόρη τραγουδούν

Σε τούτο σπίτι πούρ’θαμε
στο μαρμαροστρωμένο
Εδώ έχουν κόρη ανύπαντρη,
κόρη ν’αρραβωνιάσουν.
Προξενητάδες έρχονται
‘που μέσα απου την πόλη,
Εδώ ρωτούν ξαναρωτούν
Της λύιαρης την κόρη.
Που θα’βρω τέτοια λύιαρη(λυγερή).
ξανθή και μαυρομάτα,
Έχει το μάτι σαν ελιά,
Το φρύδι σαν γαϊτάνι,

Το δόλιο το ματόφρυδο
Σαν κρόσσι απ το μαντήλι. 

Παράλληλα περνούν κι από άλλα σπίτια κι ανάλογα με την κατάσταση του σπιτιού ή τη δουλειά του νοικοκύρη τραγουδούν και τα ανάλογα τραγούδια, ενώ καθ’ οδόν τραγουδούν διάφορα τραγούδια “παινέματα” όπως τα λένε.

Δω σε τούτη τη γειτονιά
φύτρωσε μια λεμονιά
απόλκει ρίζες κι κλαριά
κι σκέπασε τη γειτονιά.
Τούτες οι γειτόνισσες
βάζουν σαν τις μέλισσες
σαν τις ζεβρομέλισσες.
Βάζουν τα τσικρίκια τους
βάζουν τα λανάρια τους


Σε σπίτι που είχαν πρόβατα ή γίδια λένε το τραγούδι…..

Σ αυτό το σπίτι πού’ ρθαμε
το μαρμαροστρωμένο,
εδώ έχουν χίλια πρόβατα
και δυό  χιλιάδες γίδια.
Τα χίλιαζαν τα μίλιαζαν,
τα βγάζουν τρεις χιλιάδες.
Στον κάμπο τα κατέβαζαν,
να τα νεροποτίσουν,
και στο βουνό τ’ανέβαζαν
να τα γαλομετρήσουν. 


Αυτό γίνεται όλο το πρωινό και αφού μεσημεριάσει μαζεύονται όλες στην πλατεία κι εκεί χορεύουν και τραγουδούν. Ορισμένα από τα τραγούδια που λένε χωρίς φυσικά την συνοδεία μουσικών οργάνων είναι:

ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ
Τα περιστέρια πετουνται
Στους ουρανούς απάνω
Τα δυο πανούν παρά ψηλά
Κι τ άλλο χαμηλώνει
Κι αυτό που εχαμήλωνε
Τον Γιάννη παραγγέλνει
Τα ακούς Γιάννη μ καλό Γιάννη μ
Το τι σου παραγγέλνουν
Να πας να πεις στις όμορφες
κι αυτές τις μαυρομάτες
τον Μάη κρασί μην πίνουνε
κι όξω μην κοιμηθούνε
τρελάθηκαν τρία παιδιά
και γκυζηρνουν τις νύχτες
σέρνουν ψωμί για τα σκυλιά
κρέας για τα λιοντάρια
σέρνουν και υπνοβότανο
υπνώνουν τα κορίτσια
«ΗΡΘΕ  Η ΧΕΛΙΔΟΝΑ» 
Ήρθε η χελιδόνα,
έφερε χαμπέρι.
Πήραν τον καλό μου,
και τον αδελφό μας.
Πάνε να τον κρεμάσουν,
στο καρφί της πόρτας,
και τα παραθύρια.

«ΣΤΙΣ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ» 

Στις εβδομήντα εκκλησιές στα εξήντα μοναστήρια
Γραμματικέ μ κι αφέντη μ
Μάνα –ν- γιον εστολιζε –ν- γιον και θυγατέρα-ν
γιος βανει τα κόκκινα κι η θυγατέρα τα άσπρα.
Κι αυτή στα καταγάλανα τα καταφρονημένα
Σαν κίνησαν κι επαηναν κοντά κατ τα Άγιο βήμα
Και σαν τους είδε η εκκλησιά τα κεραμιδιά ρίχνει

«Αγγελίνα» 
Όλες οι νύφες στο χορό, Αγγελίνα μου,
χορεύουν στα σαιάρια, Αγγελίνα μου,
μωρέ μαυρομάτα μου.
Και η Αγγελίνα ορφανή,
χορεύει στο γιλέκι, Αγγελίνα μου,
μωρέ μαυρομάτα μου.
Κι ο βασιλιάς αγνάντευε, Αγγελίνα μου
απ τον γυαλένιο πύργο, Αγγελίνα μου
μωρέ μαυρομάτα μου.
Να’μαν πουλί, να’ μαν πουλί, να πέταγα,
μπροστά στην Αγγελίνα, Αγγελίνα μου,
μωρέ μαυρομάτα μου.
Να πιάσω χε-λελε χέρια παχουλά,
γιομάτα μπιλιτζίκια, Αγγελίνα μου,
μωρέ μαυρομάτα μου.
Να τα’ βαζα-λε να τα’βαζα προσκέφαλα,
τρεις μέρες και τρεις νύχτες, Αγγελίνα μου,
μωρέ μαυρομάτα μου.


Στην συνέχεια όλες μαζί πηγαίνουν στο σπίτι του παπά του χωριού, τραγουδώντας καθ’ οδόν: 

«ΣΙΓΑΝΑ ΠΑΕΙ Η ΒΡΟΧΗ»
Σιγανά πάει η βροχή, σιγανά πάω κι εγώ
στον αφεντη  τον παπά, στην κυρά την παπαδιά.
Την έβρισκα που ζύμωνε και διπλοκοσκίνιζε,
Για να κάνει τις λειτουργιές,
Να τις πάει στην εκκλησιά, στον αφέντη τον παπά.
 


Φθάνοντας…..στην αυλή του σπιτιού, η παπαδιά, η οποία περιμένει, κερνάει τις Λαζαρίνες οι οποίες παραλαμβάνουν τα «βάγια», που έχει μαζέψει από τις δάφνες του χωριού, τα οποία στην συνέχεια μεταφέρουν στην εκκλησία για την επόμενη μέρα που είναι η Κυριακή των Βαΐων. Οι δε γυναίκες τραγουδούν και χορεύουν άλλα τραγούδια όπως: 

«ΑΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΜΟΣΧΟΜΗΛΙΑ»
Απάνω στην μοσχομηλιά
Κι απάνω σε άγριο κλίμα
Εκεί κοιμάται ο δέσποτας
Με το χαρτί στο χέρι
Με το χαρτί, με την Αγιά,
με τα’ Άγιο το Βαγγέλιο.
Σήκω ρε μαύρε δέσποτα
και μην βαριοκοιμάσαι.
Τα μοναστήρια σήμαναν
κι οι εκκλησιές διαβάζουν.
Και η δική μας εκκλησιά
δεν ψέλνει δεν διαβάζει.
Με τα χαρτιά της μάλωνε,
και τα κατηγορούσε.
Χαρτιά ιεροχάρτια μου,
χαρτιά της Παναγίας.
 


«ΛΑΖΑΡΙΑΤΙΚΟ» 
(για το μικρό παιδί στο σπίτι του παπά)
Χρυσιά  μανα  μ’, αργυριά  μανα  μ’
μάνα μ’ μαλαματένια,
χρυσόν υγιόν  από’ κάνες
χρυσόν μαλαματένιο.
Χρυσιά  ήταν η εικονίτσα  του,
κι αργυριά  η φασκιά του,
το γάλα που κατάπινε,
αγνί  μαργαριτάρι.


Στον δρόμο προς την εκκλησία ενώ μεταφέρουν τα βάγια τραγουδούν:

«ΒΑΓΙΑ ΚΙ ΤΙ ΜΑΣ ΕΦΕΡΕΣ»
Βάϊα κ ατι μας άργησες
Και άργησες να έρθεις
Βαια  κ’ατί  μας έφερες
τουν  Μάη του καλουκαίρι.
Σας έφερα την Πασχαλιά
και του Χριστός Ανέστη.

Ωρα  καλή σου πασχαλιά
Και πίσω μην γυρίσεις
Καλά να πας καλά να ρθεις
Καλά και να μας εβρεις.

Αφού πάρουν οι Λαζαρίνες τα βάγια από το σπίτι του παπά, πάλι τραγουδώντας  τα τραγούδια του δρόμου ξεκινάνε για την εκκλησία. Εκεί ο παπάς τις περιμένει στην πόρτα. Την ώρα που παραδίνουν στον παπά τα βάγια τραγουδάνε:
«ΚΑΤΩ ΣΤ ΑΡΓΥΡΟΣΤΟΛΙΣΜΑ»
ε- κάτω στ αργυροστόλισμα
και στων κεριών τον τόπο
λε- τρεις λυγερές ανέβαιναν
το χάρο προσκυνούσαν
λε- ανέβαιναν κατέβαιναν
και πάλι προσκυνούσαν
λε- δείξε μας χάρε δείξε μας
το πότε θα μας πάρεις
λε- την κυριακίτσα το πρωί
την άλλη παραπάνω.
 


Ο παπάς βάζει το καλάθι με τα βάγια στη μέση της αυλής της εκκλησίας και οι γυναίκες χορεύουν γύρω από αυτά τραγουδώντας:

«ΣΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟ ΠΛΑΙ» 
Εδώ στης εκκλησιάς το πλάιο
εδώ χορεύουν τα κορίτσια
κι έμορφες κι οι παντρεμένες.
τι όμορφο χορό που κάνουν
κύκλες κύκλες κάνουν καμάρες.
 


«ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΤΑ ΙΤΣΙΑ»
Βγαίνουν τα ίτσια από τη γη
λουλούδια από τους κάμπους.
Βγαίνει κι ένα τριαντάφυλλο
πολύ ήταν πεσμένο.
Βασιλικός σαν τα ‘κουσει
πολύ τον κακοφάν’κει.
Εγώ είμαι ένας βασιλικός
στον κόσμο δεν πενιούμαι.

Στην συνέχεια με τα βάγια στολίζουν την εκκλησία για να είναι έτοιμη για την άλλη μέρα Κυριακή των Βαΐων.
Ο χορός των γυναικών, ειδικά αυτή την εποχή που πλησιάζει το Πάσχα, δεν έχει μόνο διασκεδαστικό χαρακτήρα. Στον χορό, νέοι του χωριού θα δούνε τις κοπέλες θα τις καμαρώσουν και στην συνέχεια θα αρχίσουν τα προξενιά ώστε το Πάσχα να
έχουμε χαρμόσυνα νέα.

Την Κυριακή στολισμένες όλες με τα καλύτερα ρούχα τους πηγαίνουν στην εκκλησία όπου μετά την Θεία Λειτουργία στο προαύλιο ξαναστήνουν τον χορό. Εδώ τραγουδάνε τραγούδια ειδικά για την μέρα:

 «ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ» 
Λε σήμερα μέρα του Βαιού
που παίρνει ο κόσμος βάγια.
Λε πάνουν αρχόντοι στην εκκλησιά
να παν να πάρουν βάγια
λε και τα μικρά αρχοντόπουλα
πάνουν να μεταλάβουν.
 


«ΓΙΑ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ»
Σηκώνουμε πολύ πρωί
παίρνω νερό κι νίβουμε
κι πάω στην εκκλησία
στην κυρά την Παναγία.

Τα τραγούδια αυτά και πολλά άλλα ακόμη, τόσο για Το Πάσχα όσο και για άλλες γιορτές, τα καταγράψαμε από ηλικιωμένες γυναίκες του χωριού, οι οποίες αποτελούν και την πιο ουσιώδη πηγή για τα έθιμα του τόπου μας.

Περισσότερες λεπτομέρειες από την εγκυκλοπαίδεια του “Ηλίου” εδώ

πηγή:  http://chilonas.wordpress.com

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Γιατί γιορτάζουμε στις 25 Μαρτίου την Εορτή του Ευαγγελισμού;


Η θεομητορική Εορτή του Ευαγγελισμού που περιλαμβάνεται στο δωδεκάορτο είναι η μόνη από τις πέντε μεγάλες θεομητορικές εορτές που βασίζεται στην Καινή Διαθήκη. Οι υπόλοιπες βασίζονται στην απόκρυφη γραμματεία. Πότε άρχισε να εορτάζεται ο Ευαγγελισμός δεν γνωρίζουμε. Εμφανίζεται η εορτή στη Συρία, την Μ. Ασία και την Κωνσταντινούπολη πριν το 431. Το 560 ο Ιουστιανιανός ο Α΄ πρόβαλε την 25η Μαρτίου ως την κατάλληλη ημέρα για τον εορτασμό του Ευαγγελισμού.

Υπήρχαν οι έξης βασικοί λόγοι για την καθιέρωση της 25 Μαρτίου ως ημέρας εορτασμού του Ευαγγελισμού.

Η ήμερα της συλλήψεως του Ιωάννη του Προδρόμου (24 Σεπτεμβρίου) συνέπιπτε με τη φθινοπωρινή ισημερία, δεδομένου ότι την ήμερα αύτη, που οι Εβραίοι εόρταζαν την εορτή του Εξιλασμού, δέχθηκε ο Ζαχαρίας από τον αρχάγγελο Γαβριήλ το μήνυμα ότι θα αποκτήσει γιό. Επομένως, εφόσον κατά το Λκ. 1, 26 ο Ευαγγελισμός έγινε έξι μήνες αργότερα, η ημερομηνία αύτη συνέπιπτε με την εαρινή ισημερία, δηλαδή στις 25 Μαρτίου, και η Γέννηση του Χριστού καθορίστηκε εννέα μήνες μετά, δηλαδή στις 25 Δεκεμβρίου, στο χειμερινό ηλιοστάσιο. Επί πλέον είχε επικρατήσει η άποψη ότι ο θάνατος του Χριστού συνέβη στις 25 Μαρτίου και επειδή ο Κύριος, ως τέλειος κατά πάντα άνθρωπος, «έσχεν επίγειον βίον καθοριζόμενον από ακριβή αριθμόν ετών», έπρεπε να είχε συλληφθεί την ήμερα του σταυρικού θανάτου του. Τέλος η 25 Μαρτίου πίστευαν ότι ήταν η πρώτη ήμερα του κόσμου και ως εκ τούτου θα έπρεπε να είναι και η ήμερα της Γεννήσεώς του.

 Η χαρμόσυνη εορτή εορτάζεται μέσα στη Μ. Τεσσαρακοστή, περίοδο πένθους, κατά την οποία απαγορεύεται η τέλεση εορτών και πανηγύρεων. Με τον 52ο κανόνα της Πενθέκτης Οικ. Συνόδου επιτράπηκε ως εξαίρεση η εορτή του Ευαγγελισμού κατά την οποία τελείται η θεία λειτουργία του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου και όχι η λειτουργία των προηγιασμένων. Κατά την εορτή τρώνε ψάρι και στην περίπτωση ακόμη που ο Ευαγγελισμός πέσει μέσα στην Μ. Εβδομάδα ( 5ος Κανών Νικηφόρου του Ομολογητή).

Στην Κωνσταντινούπολη, κατά το έθιμο, την ήμερα του Ευαγγελισμού ο αυτοκράτορας με πομπή από την Αγία Σοφία πήγαινε στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου εν τω Φόρω και από εκεί κατέληγε στο ναό της Θεοτόκου των Χαλκοπρατείων, όπου γινόταν μεγαλοπρεπής εορτασμός.

Στην ελληνική λαογραφική παράδοση τα έθιμα που σχετίζονται με την εορτή του Ευαγγελισμού βασίζονται στην αντίληψη ότι με την εορτή αύτη αρχίζει η άνοιξη και επιστρέφουν τα χελιδόνια. Γι’ αυτό τα παιδιά βγάζουν από το χέρι τους τον «Μάρτη» και τον αφήνουν στα δέντρα να τον πάρουν τα χελιδόνια. Σε πολλά μέρη υποδέχονται την 25η  Μαρτίου με τραγούδια και με κωδωνισμούς επιδιώκουν να εκδιώξουν τα ερπετά, οι νοικοκυρές δεν κάνουν δουλειές στο σπίτι ή ζυμώνουν μικρές πίτες και βάζουν σε μια απ’ αυτές ένα νόμισμα, για να το βρει ο τυχερός, όπως στην Πρωτοχρονιά. Οι μελισσοτρόφοι πρωτοβγάζουν τις κυψέλες στο ύπαιθρο, οι κτηνοτρόφοι μετακινούν τα κοπάδια τους από τα χειμαδιά στα ορεινά μέρη, οι Σαρακατσάνοι «αρματώνουν» τα κοπάδια τους με τα κυπροκούδουνα κ.ά.»
( Από Δ. Τσάμη, Θεομητορικόν, τ. Β΄).

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Παραδοσιακές κυπριακές ενδυμασίες από την Καρπασία



Οι ενδυμασίες που παρουσιάζονται εδώ είναι εορταστικές φορεσιές από την απομακρυσμένη χερσόνησο της Καρπασίας. Ήταν πολύτιμες και είναι πιθανό ότι οι περισσότερες από αυτές αποτελούσαν αρχικά μέρος της προίκας.
Σε γενικές γραμμές, η γυναικείες ενδυμασίες στην Κύπρο μπορούν να διαιρεθούν σε αστικές και αγροτικές, καθημερινές και εορταστικές. Μέχρι τις αρχές του 19ού αιώνα, η συνήθης καθημερινή γυναικεία ενδυμασία τόσο τις πόλεις όσο και στα χωριά και ήταν ένα μακρύ ένδυμα, η σαγιά, η οποία φοριέται πάνω από πουκάμισο και μακρυά βρακιά. Μετά, οι αστές κυρίες άρχισαν να φορούν ένα κοντό εφαρμοστό σακάκι (σάρκα) μαζί με μακρυά πλατιά φούστα από μετάξι, και, στα μεγαλύτερα χωριά, αυτή η φορεσιά υιοθετήθηκε ως εορταστική ή νυφιάτικη ενδυμασία. Ωστόσο, σε απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές, όπως τη χερσόνησο της Καρπασίας, η πιο παραδοσιακή φορεσιά άντεξε, μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.
Οι Κυπριακές ανδρικές φορεσιές έτειναν να είναι πιο ομοιόμορφες, από τη μία άκρη του νησιού μέχρι την άλλη, και αποτελούνταν από βράκα, με γιλέκο ή ζιμπούνι. Τα περισσότερα είδη φορεσιάς είχαν και την εορταστική τους παραλλαγή.
Αν και ορισμένα είδη υφασμάτων και σχεδιασμοί από κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα και ενδυμασίες ήταν σχετικά ομοιόμορφα σε όλο το νησί, η κάθε περιοχή είχε τη δική της τοπική παραλλαγή σχετικά με τα χρώματα που χρησιμοποιούσαν, την διακόσμηση και αξεσουάρ. Η περιοχή της Καρπασίας ήταν γνωστή για τα φανταχτερά χρώματα των υφασμάτων της, με το κόκκινο χρώμα να κυριαρχεί. Η Καρπασία ήταν επίσης πασίγνωστη για το καλό της μετάξι που χρησιμοποιείτο για τα εσώρουχα, και για τις περίπλοκα κεντημένες με πετρού(δ)ες γιορτινές και νυφιάτικες ενδυμασίες.
Οι ενδυμασίες της Καρπασίας που παρουσιάζονται εδώ ήταν όλες «εορταστικές» φορεσιές, φτιαγμένες για γάμους και γιορτές και τις φορούσαν μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις. Σήμερα βρίσκονται στο Μουσείο Αρχαιολογίας και Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, στην Αγγλία . Ο Henry Bulwer, απέκτησε τις φορεσιές όταν διετέλεσε ύπατος αρμοστής της Αγγλίας στην Κύπρο από το 1886 μέχρι το 1892. Δεν είναι σαφές πώς ακριβώς ήρθαν στα χέρια του, όμως ένας επισκέπτης της τότε εποχής στην Κύπρο καταγράφει ότι «... μία πολύ μεγάλη ποσότητα από την καλύτερη χειροτεχνία από μετάξι εξαγοράστηκε το 1887, που ήταν ένα έτος εκπληκτικής ξηρασίας, ... έτσι οδηγήθηκαν στο να αποχωριστούν από αυτούς τους πανέμορφους θησαυρούς των νοικοκυριών, πολλά από τα οποία ήταν κειμήλια ...»
Νυφική ή εορταστική φορεσιά (σαγιά). Χερσονήσου της Καρπασίας, Κύπρος 19ος αιώνας


Λόγω της σχετικής απομόνωσης της χερσονήσου της Καρπασίας, ορισμένα σπάνια είδη ενδυμασίας επέζησαν, όπως αυτή η βαριά διακοσμημένη γυναικεία λευκή σαγιά. Αυτή η γιορτινή σαγιά είναι από λευκό βαμβακερό ύφασμα και με κόκκινες ταινίες. Είναι πλούσια διακοσμημένη γύρω από το λαιμό και στους ώμους με πράσινα, κίτρινα, μπλε, μαύρα και κόκκινα βαμβακερά κορδόνια και χρυσοΰφαντο κεντήματα από επίχρυση ασημένια κλωστή με κόκκινη μεταξωτή σταυροβελονιά. Είναι επίσης κεντημένα τα μπροστινά άνοιγμα, στο πλάι και στα μανίκια. Είναι στολισμένη με ασορτί φόδρα στα μανίκια και με πετρού(δ)ες.
Μια φορεσιά, όπως αυτή θα ήταν ένα πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο και θα την έβγαζαν έξω μαζί άλλα πολύτιμα υφάσματα σε ημέρες γάμου ή εορτών για να διακοσμήσουν το σπίτι. 104 εκατοστά μήκος x 36 εκατοστά πλάτος στους ώμους.


Ένα εορταστικό γιλέκκι από την Καρπασία, που φοριέται από τους άνδρες. Είναι φτιαγμένο από το τοπικό ριγωτό βαμβακερό ύφασμα που ονομάζεται αλατζιά και είναι ιδιαίτερα διακοσμημένο με επίχρυση ασημένια κλωστή, και με σταυροβελονιά από μαύρο βαμβακερό νήμα και κόκκινη τσόχα. Οι γυναίκες της Καρπασίας ήταν φημισμένες για την ικανότητά τους να φτιάχουν γιορτινές φορεσιές και για την ποικιλία του κεντήματος και της διακόσμησης. 43 εκατοστά μήκος x 25 εκατοστά πλάτος στους ώμους.


Ζιμπούνι. Χερσονήσου της Καρπασίας, Κύπρος 19ος αιώνας


Ένα εορταστικό ανδρικό ζιμπούνι. Και πάλι διακριτικά καρπασίτικο, είναι κατασκευασμένο από πολύχρωμο ύφασμα βαμβακερής αλατζιάς. Οι ώμοι, τα μανίκια και η πλάτη είναι πλούσια κεντημένα με κόκκινα και μπλε βαμβακερά κορδόνια και μαύρο νήμα σε εξαιρετικά λεπτομερή σχέδια. Το μεταξωτό πουκάμισο που φοριέται μαζί του, όταν είναι μέρος της φορεσιάς του γαμπρού ήταν συνήθως δώρο από τη νύφη. 43 εκατοστά μήκος x 43 εκατοστά πλάτος στους ώμους.


Εορταστική φορεσιά (σαγιά). Χερσονήσου της Καρπασίας, Κύπρος 19ος αιώνας

Αυτό είναι ένα δείγμα μιας εορταστικής σαγιάς καμωμένης από το τοπικό βαμβακερό ριγωτό ύφασμα, γνωστό ως αλατζιά. Τη σκουρόχρωμη αλατζιά την χρησιμοποιούσαν για καθημερινή χρήση, ενώ τα φανταχτερά χρωματιστά ή λευκά υφάσματα τα χρησιμοποιούσαν για εορταστικές φορεσιές. Ένα ένδυμα, όπως αυτό θα μπορούσε να φορεθεί τόσο ως εορταστική, όσο και ως νυφική φορεσιά και είναι χαρακτηριστική του φανταχτερά διακοσμημένου ύφος της Καρπασίας. Είναι καμωμένη από άσπρο, καφέ και μπλε καρό ρίγες και με πολύχρωμες ταινίες. Γύρω από το λαιμό και στα πλαϊνά ανοίγματα είναι κεντημένη με επίχρυση ασημένια κλωστή, και κεντημένη με μαύρα κορδόνια και κόκκινη μεταξωτή σταυροβελονιά, ενώ τα μανίκια και η τσέπη είναι φοδραρισμένα με σταμπωτό βαμβακερό ύφασμα. 117 εκατοστά μήκος x 42 εκατοστά πλάτος στους ώμους.

Ζιμπούνι- Πέρικος. Χερσονήσου της Καρπασίας, Κύπρος 19ος αιώνας


                          


Ο πέρικος είναι ένα ανδρικό εορταστικό ζιμπούνι με πετρού(δ)ες και αντιπροσωπεύει το παλαιότερο ενδυματολογικό είδος ζιμπουνιού της Καρπασίας. Στην όψη μοιάζει πολύ με τις καρπασίτικες εορταστικές γυναικείες σάρκες. Πιο πάνω απεικονίζεται ένα σπάνιο δείγμα λευκού εορταστικού μεταξωτού πέρικου. Το ύφασμα είναι βαμβακερό ριγωτό στο στημόνι και ολόκληρο το ένδυμα είναι όμορφα κεντημένο με μεταξωτή κλωστή, διακοσμημένο με επίρραπτες κόκκινες, μπλε και κίτρινες χάντρες (πετρού(δ)ες. Είναι κεντημένο και διακοσμημένο με χάντρες στο μπροστινό μέρος και γύρω από όλες τις άκρες και ραφές, αλλά ιδιαίτερης σημασίας είναι το μοτίβο στην πλάτη το οποίο επικεντρώνεται στην χάντρα «ματόπετρα», με σκοπό την προστασία του χρήστη από το κακό.




Γυναικείο εξωτερικό ένδυμα (σάρκα). Χερσονήσου της Καρπασίας, Κύπρος 19ος αιώνας
Μια λεπτά κεντημένη με επίρραπτες χάντρες σαγία. Καταδεικνύει σαφώς το σχεδιασμό μιας χαρακτηριστικής σαγιάς με το κατακόρυφο άνοιγμα στο μπροστινό μέρος, με τα ανοίγματα στο πλάι για εύκολη διακίνηση, φαρδιά μανίκια με βαθύ άνοιγμα για να αναδείξουν την κεντημένη ή χρωματιστή επένδυση, καθώς και το βαθύ άνοιγμα στο στήθος που θα συμπληρωθεί από πουκάμισο με υψηλό λαιμό. Το λευκό βαμβακερό υλικό με καφέ ταινίες που χρησιμοποιήθηκαν για αυτή τη σαγιά είναι διακοσμημένο με λευκό βαμβακερό κορδόνι και κεντημένη με κόκκινες και μπλε επίρραπτες χάντρες γύρω από το άνοιγμα του λαιμού, στους ώμους και γύρω από τα μανίκια και ανοίγματα στις πλευρές. Μήκος 100 cm x 33 cm πλάτος στους ώμους.

Πουκάμισο. Χερσονήσου της Καρπασίας, Κύπρος 19ος αιώνα
Το ένδυμα αυτό είναι ένα δείγμα ενός εορταστικού μεταξωτού πουκαμίσου, που φοριέται κάτω από τη σαγία και, ενδεχομένως, προοριζόταν να φορεθεί με τη πρώτη σαγιά που παρουσιάσαμε πιο πάνω. Αυτό το πουκάμισο έχει διακόσμηση από βαμβακερή δαντέλα γύρο στο γιακά και τις ραφές των μανικιών, και είναι διακοσμημένο με πολύχρωμες χάντρες. Υπέροχα μεταξωτά υφάσματα, όπως αυτό, συνήθως προέρχονταν από τη Λευκωσία, αλλά και οι καλλιτέχνες της εικαστικής χειροτεχνίας της Καρπασίας μπορούσαν να ταιριάσουν με αυτούς της Λευκωσίας για την ποιότητα και τα προστιθέμενα κεντήματα από μετάξι και δαντέλα με χρωματιστές χάντρες για καλό λογαριασμό. Τα καθημερινά πουκάμισα ήταν βαμβακερά ή από μείγμα βαμβακιού και μεταξιού, ή από καθαρό μετάξι που προοριζόταν για την εορταστική ενδυμασία. 98 εκατοστά μήκος x 56 εκατοστά πλάτος στους ώμους.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Η Βυζαντινή προέλευση των εθίμων του Αγίου Δωδεκαημέρου


 

Το Χριστουγεννιάτικο δένδρο και μάλιστα ως μετεξέλιξη της αρχαίας Ελληνικής «Ειρεσιώνης», όχι μόνο δεν απαγορευόταν στο Βυζάντιο αλλά αντιθέτως κατά την εορτή των Χριστουγέννων «…κατά διαταγήν του επάρχου της (κάθε) πόλεως, ου μόνον καθαρισμός των οδών εγένετο, αλλά και στολισμός διαφόρων κατά διαστήματα στηνομένων στύλων με δενδρολίβανα, κλάδους μύρτου και άνθη εποχής…» (Φαίδωνος Κουκουλέ, Τακτικού Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ακαδημαϊκού «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός» τ. στ΄, σελ. 152).
Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα επίλεκτο Βασιλικό Καβαλλαρικό (Ιπποτικό) Τάγμα της βυζαντινής ανακτορικής φρουράς το οποίο – μεταξύ άλλων - συμμετείχε με τελετουργικό ρόλο σε επίσημες αυτοκρατορικές τελετές – μεταξύ των οποίων και της τελετής των Χριστουγέννων - ήταν εκείνο της «Εταιρείας», το οποίο διαιρείτο σε «Μικρή», «Μεσαία» και «Μεγάλη Εταιρεία». Την «Μικρή Εταιρεία» την αποτελούσαν αλλόθρησκοι!!!... (π.χ. εθνικοί, ειδωλολάτρες, μουσουλμάνοι κλπ).Την «Μεσαία Εταιρεία» την αποτελούσαν αλλόδοξοι ή/και αλλοεθνείς Χριστιανοί (π.χ. Σκανδιναυοί, Γερμανοί, Ρώσοι, Άγγλοι κλπ).Την «Μεγάλη Εταιρεία» την αποτελούσαν «Ρωμαίοι», δηλ. Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί (Ρωμιοί).Πιο πιθανό είναι επομένως να ήταν οι αλλοεθνείς/αλλογενείς Ιππότες της Μεσαίας Εταιρείας εκείνοι που μεταλαμπάδευσαν το έθιμο της «Ειρεσιώνης» (το οποίο μετεξελίχθηκε στους «Βυζαντινούς στηνόμενους στύλους με δενδρολίβανα, κλάδους μύρτου και ανθέων εποχής») στις αλλόδοξες Χριστιανικές χώρες από τις οποίες κατάγονταν.

Πάντως η ανάμνηση του βυζαντινού Χριστουγεννιάτικου στολισμού με στηνόμενους στύλους με δενδρολίβανα επιβίωσε στα Πρωτοχρονιάτικα κάλανδα: «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψηλή μου ΔΕΝΔΡΟΛΙΒΑΝΙΑ…»

Δεν γνωρίζω εάν π.χ. στις Σκανδιναυικές χώρες φύονται δενδρολίβανα, αλλά τα κλαδιά του ελάτου που μοιάζουν πολύ με εκείνα του δενδρολίβανου θα μπορούσαν ίσως να αποτελούν το πιο πρόσφορο υποκατάστατό του που διαδόθηκε ευρέως στη Δύση και παρέμεινε μέχρι τις ημέρες μας.  

Αξίζει να σημειωθεί ότι και η φάτνη η οποία τοποθετείται στην βάση του Χριστουγεννιάτικου δένδρου αποτελεί επίσης ελληνικό έθιμο από την εποχή του Βυζαντίου:
«Οι Βυζαντινοί κατά την ημέραν των Χριστουγέννων…εσχημάτιζον σπήλαιον και εν αυτώ ετοποθέτουν στρωμνήν εφ’ ής ετοποθέτουν παίδα, τον Ιησούν παριστάνοντα…» (Φαίδωνος Κουκουλέ, Τακτικού Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ακαδημαϊκού «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός» τ. στ΄, σελ. 151).

 
Ομοίως και τα κάλανδα:

«…Οι Βυζαντινόπαιδες, περιερχόμενοι τας οικίας, από βαθείας πρωίας μέχρι δείλης οψίας, μετά αυλών και συρίγγων έλεγον τα κάλανδα…» (Φαίδωνος Κουκουλέ, Τακτικού Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ακαδημαϊκού «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός» τ. στ΄, σελ. 152).

Περί των καλανδιστών κατά τα Χριστούγεννα κατά τον ΙΒ΄ αι. μαρτυρεί και ο Ι. Τζέτζης γράφων:

«…Και όσοι κατ’ αρχίμηνον την Ιανουαρίου και τη Χριστού γεννήσει δε και Φώτων ημέρα, οπόσοι περιτρέχουσι τας θύρας προσαιτούντες μετά ωδών και επωδών και λόγους εγκωμίων…».

Ομοίως ο Άη Βασίλης για τον οποίο ο κα­θη­γη­τὴς τῆς λα­ο­γρα­φί­ας Δ. Λου­κά­τος, στὸ βι­βλί­ο του «Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα καὶ τῶν γι­ορ­τῶν» γρά­φει μεταξύ άλλων ὅ­τι:
«…Ο δι­κός μας Ἅ­γιος Βα­σί­λης ἦ­ταν ἕ­νας κα­θα­ρὰ πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κος Ἅ­γιος, κά­τι ἀ­νά­με­σα στὸν πραγ­μα­τι­κὸ Ἱ­ε­ράρ­χη τῆς Και­σα­ρείας καὶ σ' ἕ­να πρό­σω­πο συμ­βο­λι­κὸ τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἀ­σί­ας, κι ἔ­φτα­νε τὴν ἴ­δια μέ­ρα σ’ ὅ­λα τὰ πλά­τη, ἀ­πὸ τὸν Πό­ντο ὡς τὴν Ἑ­πτά­νη­σο κι ἀ­πὸ τὴν Ή­πει­ρο ὡς τὴν Κύ­προ... Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἔ­φερ­νε στοὺς ἀν­θρώ­πους ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο συμ­βο­λι­κό: ἡ κα­λὴ τύ­χη κι ἡ ἱ­ε­ρα­τι­κὴ εὐ­λο­γί­α του…
Ο Άη Βασίλης στην δι­κή μας (Βυζαντινή) πα­ρά­δο­ση, ήταν γε­λα­στός, ντυ­μέ­νος σαν βυ­ζαν­τι­νὸς πε­ζο­πό­ρος, μὲ σκου­φὶ …και στο χέ­ρι του κρα­το­ύ­σε ένα ρα­βδί.. Τὸ …μα­γι­κὸ ρα­βδί του, ἀ­π’ ὅ­που μὲ θαυ­μα­στὸν τρό­πο βλά­σται­ναν ἢ ζων­τά­νευ­αν κλα­διά καὶ πέρ­δι­κες, σύμ­βο­λα τῶν ἀν­τί­στοι­χων δώ­ρων, ποὺ θὰ μπο­ρο­ύ­σε νὰ μοι­ρά­σει στοὺς εὐ­νο­ου­μέ­νο­υς του (σ.σ. το ραβδί του Άη Βασίλη θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο άμεσος πρόγονος του Χριστουγεννιάτικου στολισμένου δένδρου… )..Οἱ ἄν­θρω­ποι λὲς καὶ ζη­τοῦ­σαν τὴν εὐ­λο­γί­α του, μὲ τὸ νὰ μοι­ρά­ζουν ἀ­πὸ δι­κὴ τους πρό­θε­ση δῶ­ρα καὶ λε­φτά…γο­νεῖς καὶ συγ­γε­νεῖς ἔ­δι­ναν στὰ παι­διὰ τους μπου­να­μά­δες ἢ καὶ με­τα­ξύ τους τὰ δῶ­ρα…».
Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε το 330 στη Νεοκαισάρεια του Πόντου (σ.σ. ήταν και παραμένει ένας …Πόντιος Πρωτοχρονιάτικος Άγιος!!!...) και διετέλεσε Επίσκοπος Καισαρείας, ο οποίος ανέλαβε στη συνέχεια την εξαρχία της Αρχιεπισκοπής του Πόντου, σπούδασε φιλοσοφία στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα, ενώ υπήρξε μαθητής και συνεχιστής των Ελλήνων φιλοσόφων Λιβανίου, Ιμερίου και Προαιρεσίου. Μαθητής του τελευταίου υπήρξε και ο συνομήλικος του Μεγάλου Βασιλείου Βυζαντινός Αυτοκράτωρ Ιουλιανός ο Παραβάτης.

Ο Μέγας Βασίλειος όχι μόνον δεν απέρριπτε την μελέτη των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων αλλά αντιθέτως προέτρεπε τη χρήση της, επειδή τη θεωρούσε ως ένδυμα της Χριστιανικής θρησκευτικής Διδασκαλίας!!!...

  
Aγιος Βασίλειος ο Μέγας. Ι.Μ. Διονυσίου Αγίου Όρους. 15ος αι.

Ήταν επίσης γνωστός μεταξύ άλλων και για τους αγώνες του υπέρ της αξιοκρατίας και κατά της σιμωνίας των Επισκόπων καθώς επίσης και για το σπουδαίο φιλανθρωπικό έργο που επιτελούσε μέσωι του ιδρύματός του, το οποίο στην πραγματικότητα ήταν μια ολόκληρη πόλη – Πτωχοκομείο κοντά στην Καισαρεία, την οποία ονόμαζαν προς τιμήν του «Βασιλειάδα».
Επίσης είναι γνωστό ότι το έθιμο της βασιλόπιτας συνδέεται με τον Μέγα Βασίλειο, ο οποίος ήθελε να επιστρέψει στους κατοίκους της Καισαρείας, τιμαλφή και χρυσά νομίσματα που του είχαν παραδώσει προκειμένου να δοθούν ως λύτρα στον έπαρχο Καππαδοκίας  που απειλούσε με δήωση την πόλη τους επειδή οι κάτοικοι αδυνατούσαν να καταβάλουν τους οφειλόμενους φόρους. Όταν όμως επείσθη από τον Μέγα Βασίλειο ότι η αδυναμία αυτή οφείλετο σε προηγηθείσα θεομηνία, απήλλαξε την Καισάρεια της δηώσεως και δεν εδέχθη τα προσφερθέντα λύτρα.Επειδή τα συγκεντρωθέντα πολύτιμα αντικείμενα δεν χρειάζονταν πλέον, έπρεπε να επιστραφούν στους κατόχους τους. Όμως για να μην μπουν στον πειρασμό να πάρουν κάτι που δεν τους ανήκε, ο Μέγας Βασίλειος έδωσε εντολή στην υπηρεσία της επισκοπής να ζυμωθούν πίτες και μέσα σε αυτές να τοποθετηθούν τα πολύτιμα αντικείμενα που έπρεπε να μοιραστούν στους κατοίκους. Όταν οι πίτες αυτές μοιράστηκαν μετά τη θεία λειτουργία της επομένης ημέρας που ήταν Πρωτοχρονιά, ο καθένας βρήκε μέσα στην πίτα που πήρε ό,τι ή θεία πρόνοια του έδωσε, ή - κατ’ άλλη εκδοχή σύμφωνη με την παράδοση – βρήκε, ως εκ θαύματος, ό,τι είχε προσφέρει.
Ο Μέγας Βασίλειος κοιμήθηκε την 1-1-379.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στην κηδεία του συμμετείχαν όχι μόνον Χριστιανοί αλλά επιπλέον πιστοί της εθνικής θρησκείας, ένα πλήθος ανομοιογενούς θρησκευτικής και εθνικής απόχρωσης, ακόμα και Ιουδαίοι!!!...Οπότε ας μην έχουμε ενοχές για τα Χριστουγεννιάτικα έθιμά μας, ότι δήθεν είναι δυτικότροπα, ούτε χρειάζεται να αντικαταστήσουμε το Χριστουγεννιάτικο δένδρο, τη φάτνη και τον Άη Βασίλη με άλλα υποκατάστατα έθιμα γιατί τα Χριστουγεννιάτικα και Πρωτοχρονιάτικα έθιμά μας ήταν, είναι και παραμένουν απολύτως Ελληνικά, ασχέτως εάν επανεισήχθησαν στη χώρα μας με επίσημη αφετηρία επανεισαγωγής τους το 1833 κατά τον στολισμό του Χριστουγεννιάτικου δένδρου στα ανάκτορα του Βασιλέως Όθωνος (και κατόπιν σε όλη την Αθήνα, ενώ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καθιερώθηκε ο στολισμός του με μπάλες)!!!...Και είναι κρίμα ως Έλληνες να αγνοούμε, να περιφρονούμε, να απαξιούμε και να απεμπολούμε μια και πλέον χιλιετία μεσαιωνικής μας ιστορίας ... !

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Έθιμα και παραδόσεις του Μάρτη

Μήπως ξεχάσατε να φορέσετε Μάρτη;

Από τη 1η ως τις 31 του Μάρτη, τα παιδιά φορούν στον καρπό του χεριού τους ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον «Μάρτη» ή «Μαρτιά». Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο «Μάρτης» προστατεύει τα πρόσωπα των παιδιών από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, για να μην καούν. Φτιάχνεται την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου και φοριέται είτε σαν δαχτυλίδι στα δάχτυλα, είτε στον καρπό του χεριού σαν βραχιόλι. Καμμιά φορά φοριέται ακόμα και στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, ώστε να μην σκοντάφτει ο κατοχός του.




"Μάρτη" δεν φορούσαν μόνο οι άνθρωποι. Σε σε κάποιες περιοχές της χώρας κρεμούσαν την κλωστή όλη τη νύχτα στα κλαδιά μιας τριανταφυλλιάς για να χαρίσουν ανθοφορία, ενώ σε άλλες περιοχές την έβαζαν γύρω από τις στάμνες για να προστατέψουν το νερό από τον ήλιο και να το διατηρήσουν κρύο. Σε άλλες περιοχές το φορούσαν μέχρι να φανούν τα πρώτα χελιδόνια, οπότε και το άφηναν πάνω σε τριανταφυλλιές, ώστε να τον πάρουν τα πουλιά για να χτίσουν τη φωλιά τους. Αλλού πάλι το φορούν ως την Ανάσταση, οπότε και το δένουν στις λαμπάδες της Λαμπρής για να καεί μαζί του.

Ο «Μάρτης» ή «Μαρτιά» είναι ένα παμπάλαιο έθιμο εξαπλωμένο σε όλα τα βαλκάνια, λόγω της υιοθέτησής του από τους Βυζαντινούς, οι οποίοι και το διατήρησαν. Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια, επειδή οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων συνήθιζαν να δένουν μια κλωστή, την «Κρόκη», στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι.

«Μάρτης»

Είναι η συνήθεια να δένουν οι μητέρες στο χέρι ή στο πόδι των παιδιών τον λεγόμενο ένα κορδόνι από λευκό και κόκκινο νήμα, ώστε να τα προφυλάξουν από τις ακτίνες του μαρτιάτικου ήλιου, οι οποίες θεωρούνται πολύ επικίνδυνες. Ο ήλιος το μάρτιο συνήθως καίει και μαυρίζει τα πρόσωπα των παιδιών. Η μαυρίλα όμως σήμαινε ασχήμια, προπάντων για τα κορίτσια που η παράδοση τα ήθελε άσπρα και ροδομάγουλα: «Οπόχει κόρη ακριβή, το Μάρτη ο ήλιος μη την ιδεί». Για ν' αποτρέψουν την επίδραση του ήλιου λοιπόν, έφτιαχναν και φορούσαν τον «μάρτη», ώστε να προστατεύσει τα πρόσωπα των παιδιών από τον ήλιο και να μην καούν, δηλαδή μια λινή κλωστή, άσπρη και κόκκινη, στριμμένη.


Συνηθίζεται να φοριέται μέχρι τέλος του μήνα. Ύστερα αφού τον βγάλουν, τον κρεμούν στις τριανταφυλλιές, ώστε να γίνουν τα μάγουλά τους κόκκινα σαν τριαντάφυλλα.



Πώς κατασκευάζεται :

Η κατασκευή του "Μάρτη" είναι πολύ απλή. Χρειάζονται μόνο δύο κλωστές κεντήματος, μία κόκκινη και μία άσπρη. Κάνεις από έναν κόμπο στη μία άκρη της καθεμιάς, τη στερεώνεις κάπου με μια καρφίτσα και βάζοντάς την ανάμεσα στις παλάμες σου τη στρίβεις όσο γίνεται περισσότερο. Οταν στριφτεί καλά την κομπιάζεις και απ’ την άλλη άκρη της. Επαναλαμβάνεις με τη δεύτερη κλωστή. Οταν είναι έτοιμες oι στριμμένες τις πιάνεις μαζί -κόκκινη και άσπρη- και τις τεντώνεις. Σε μια στιγμή, τις αφήνεις απ’ τη μια άκρη και μπλέκονται από μόνες τους.


Ιστορικό

Ο Μάρτης πήρε το όνομα του από το λατινικό όνομα του θεού Άρη (Mars = Άρης). Είναι ο πρώτος μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου και αντιστοιχεί με τον Ελαφηβολιώνα των Αρχαίων Ελλήνων.

Στο βυζάντιο γιόρταζαν την πρώτη Μαρτίου με σπουδαίες δραστηριότητες.

Ο μεγάλος λαογραφος Λουκάτος αναφέρει τα <χελιδονίσματα> που προέρχονται απο την αρχαιότητα. Την Πρώτη Μαρτίου οι μικροί έφτιαχναν ένα ομοίωμα χελιδονιού και τραγουδώντας το ανάλογο τραγούδι πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι για να μαζέψουν αυγά.

Τρίκαλα: Έθιμα Πρωτομαρτιάς και χελιδονίσματα σε χωριά της θεσσαλικής υπαίθρου



του  Α. Ζώη

Πρώτη μέρα του Μάρτη αύριο και τα έθιμα γύρω από τη γιορτή αυτή της άνοιξης είναι πολλά σε χωριά της θεσσαλικής υπαίθρου.

Ο Μάρτης, όπως αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο φιλόλογος-ερευνητής, Σωτήρης Ρουσιάκης, πήρε την ονομασία του από τον θεό Mars των Ρωμαίων, θεό του πολέμου, αντίστοιχο του θεού Άρη. Δεν ήταν μόνο ο πρώτος μήνας της Άνοιξης αλλά και ο πρώτος μήνας του έτους, σύμφωνα με το ρωμαϊκό ημερολόγιο. Έτσι, η Πρωτομαρτιά εορτάζονταν παλιά και ως Πρωτοχρονιά!

Το πλέον γνωστό έθιμο, που τηρείται ακόμα και σήμερα, με την ίδια ευλάβεια, όπως και τις περασμένες δεκαετίες, είναι ο ''μάρτης''. Οι μάνες φτιάχνουν ένα κορδονέτο από στριμμένη κόκκινη και άσπρη κλωστή, το ''μάρτη''. Τον δένουν στα χέρια και στο λαιμό των παιδιών, αλλά και στους ενήλικες για να μην τους κάψει ο ήλιος. Τον φορούν για αρκετές ημέρες. Όταν δουν τον πρώτο πελαργό ή χελιδόνα, τον βγάζουν και τον κρεμούν στο δέντρο για να τον πάρει ο πελαργός. Επίσης, σύμφωνα με τον κ. Ρουσιάκη, ένα άλλο έθιμο είναι η χελιδόνα.

Την ημέρα αυτή, παρέες παιδιών κρατούν μια ξύλινη κατασκευή, στολισμένη με πολύχρωμες φούντες, όπου υπάρχει ένα ομοίωμα χελιδονιού, το οποίο κινείται περιστροφικά, και γυρνούν σε όλα τα σπίτια του χωριού. Σε κάθε σπίτι λένε το τραγουδάκι της χελιδόνας, το χελιδόνισμα. Όταν το τραγουδούν, κινούν το ξύλινο ομοίωμα. Οι νοικοκυρές τα αμείβουν με αυγά, ξυλοκέρατα, ξεραμένα σύκα.

Το τραγούδι "Ήρθε, ήρθε χελιδόνα…" συνεχίζει βυζαντινές και αρχαίες ελληνικές παραδόσεις. Μάλιστα, έχει διασωθεί σε γραπτά κείμενα το αρχαιοελληνικό χελιδόνισμα : "Ήλθε, ήλθε χελιδών, καλάς ώρας άγουσα, καλούς ενιαυτούς…".

Σημαντικές είναι ακόμη ορισμένες καταγραφές χελιδονισμάτων, που μας μεταφέρει ο ίδιος ερευνητής:
 

Αγία Τριάδα Καρδίτσας

Μάρτης μας ήρθι, καλώς μας ήρθι./Π'λιά είν' κι λαλείτι./Τη θάλασσα επέρασα, το βασιλιά χαιρέτισα./ -Καλημέρα βασιλιά./-Καλώς τη χελιδόνα./-Τι γυρεύεις χελιδόνα;/-Γυρεύου αυγά σαράκουστα/και σκουλιά πιντήκουστα./Για να δέσουμι το Μάρτη, να πάμι αγάλια-αγάλια/σαν τη χελιδόνα/ απ' τον Ιορδάνη ποταμό./Λέει, λέει κι λαλεί/και το θεό παρακαλεί./-Μέσα Μάρτ'ς, όξου τα ψύλια.

 
Πεδινό Καρδίτσας

Μάρτη, Μάρτη μου καλέ,/και Φλεβάρη Φλεβαρέ./ Σύμπα σύμπα δάσκαλε,/σύμπα και πρωτόσκαλε./ Μια νοικοκυρά καλή/ Μπαίνει-βγαίνει στο κελάρι./ Γυρεύει αυγά/αράκουστα και σκουλιά πιντήκουστα/ Για να δέσουμι το Μάρτη./Να πάμε αγάλια-αγάλια./ Κι άλλη χελιδόνα έρχιτι/από τον Ιορδάνη ποταμό./ Λέει, λέει κι λαλεί/και το θεό παρακαλεί./-Μέσα Μάρτ'ς, όξου τα ψύλια.

 
Μεγάλα Καλύβια Τρικάλων

Στα Μεγάλα Καλύβια Τρικάλων, όπως αναφέρεται από το Σωτήρη Ρουσιάκη, (Δημοτικά Τραγούδια Μεγάλων Καλυβίων Τρικάλων, Τρικαλινά, 27 (2007), σ.492), έχουμε τα ακόλουθα χελιδονίσματα:

Α΄

Μάρτη, Μάρτη μου καλέ/κι Απρίλη δρουσιρέ./ Σίμα, σίμα δάσκαλι,/σίμα κι προυτόσκαλι./Μια καλή νοικουκυρά/μπαίνει-βγαίνει στου κιλάρι,/παίρνει αυγά σαρακουστά/κι σκουλιά πιντηκουστά.

Β΄

Όταν βάζουν τον ''μάρτη'' (στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή) στο χέρι και στον λαιμό. / Άϊ να δέσουμι του Μάρτη,/να πάμι αγάλια- αγάλια./Να μια χιλιδόνα απόρχιτιαπ' του δαφνιπόταμου./ Λέει, λέει κι λαλεί:/ "Τ' χρόν' κι ένα αυγό".

Γ΄

Η χελιδόνα

(Το λέγανε τα παιδιά όταν έβλεπαν το πρώτο χελιδόνι να πετά στον ουρανό και έβγαζαν τον "μάρτη" από το χέρι και τον κρεμούσαν σε κάποιο δέντρο).

α.

Ήρθι, ήρθι χιλιδόνα, / ήρθι πάλι η μιλιδόνα./ Κάθησι κι λάλησι/ κι γλυκουκιλάηδησι: "Άφ'κα σύκα κι σταφύλια,/ κι σταυρό κι θημουνίτσα./ Ήρθα πίσου, δεν τα βρήκα./ Βρήκα στιάρια φυτρουμένα / κι τ' αμπέλια κλαδιμένα"./ Φύσα αϊέρα.

β.

Χιλιδόνα μιλιδόνα/ απ' τη μαύρη θάλασσα/ πέρασι κι λάλησι / κι γλυκουκιλάηδησι: "Άφ'κα σύκα …".

πηγή

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

Έθιμα Ελλήνων της Μικράς Ασίας το μήνα Νοέμβριο

Το Αδραμύτη στα παράλια της Μ. Ασίας ήταν γνωστό για την εύφορη γη του, τα νερά και τα δάση του, αλλά και για το εξαιρετικό λάδι του. Ας δούμε λοιπόν πώς γινόταν το μάζεμα της ελιάς στην περιοχή αυτή.
Το Νοέμβριο, όταν οι ελιές μαύριζαν πια, οι αγρότες άρχιζαν την ντέμπλα, δηλ. το μάζεμα. Οι άντρες ανέβαιναν πάνω στα δέντρα και χτυπούσαν με την ντέμπλα, δηλαδή μ' ένα ξύλινο ραβδί τα κλαδιά. Έπρεπε όμως να χτυπούν το δέντρο με τέχνη «για να μη βλάψουν το κλαρί». Έτσι οι ώριμες ελιές πέφτανε στη γη. Αυτές δίνανε και το πιο καλό λάδι. Οι γυναίκες μάζευαν σε καλάθια τις ελιές που έπεφταν και ο κεχαγιάς, δηλ. ο επικεφαλής, τα έπαιρνε και τα άδειαζε σε τσουβάλια. Οι ραφ'στάδες, δηλ. οι άντρες που ράβδιζαν τις ελιές, τραγουδούσαν καθώς δούλευαν, ενώ οι γυναίκες κουβέντιαζαν και γελούσαν. Το μεσημέρι όλοι σταματούσαν για να φάνε. Ύστερα συνέχιζαν τη δουλειά, ώσπου να βασιλέψει ο ήλιος. Το βράδυ γύριζαν στο χωριό όλοι παρέα. Την τελευταία μέρα της συγκομιδής γιόρταζαν στο κτήμα τα γλυτώματα Ο νοικοκύρης τους έφερνε χαλβά, πίτες , κονιάκ και άλλα καλούδια και αυτοί τρώγανε και εύχονταν: «καλά λάδια, καλά μπερεκέτια!»

πηγή

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

Αγιοδημητριάτικα, το νιό κρασί κι η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης ...

Όπως σημειώνει  ο λαογράφος Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"), "Κατά το παλαιόν ημερολόγιον, μερικαί ημέραι προ και μετά του Αγίου Δημητρίου είναι εύδιοι, ανέφελοι, θεριναί και επικρατεί νηνεμία, παρουσιάζουν δε αποτόμως και αύξησιν της θερμοκρασίας και την εντύπωσιν ότι είναι ακόμη καλοκαιράκι και ο κόσμος αρχίζει να ελαφρώνει τα ενδύματα, δια των οποίων είχεν αρχίσει να ενδύεται με την πρώτην καιρικήν μεταβολήν προς το ψυχρότερον. Παλαιότερον οι Αθηναίοι χλευαστικώς έλεγαν "Τ'αγιού Δημητριού το γαϊδουροκαλόκαιρο", επειδή πολλάκις η ελάττωσις αυτή των ενδυμάτων απέβαινεν επικίνδυνος εις την υγείαν, και την ζωήν ακόμη, του ανθρώπου."

Πάντως, ουσιαστικά, από τη γιορτή του Άη Δημήτρη, θεωρείται ότι μπαίνουμε στο χειμώνα. "Άγιος Δημήτριος έρχεται τα χιόνια φορτωμένος", λένε στη Γορτυνία. Και συνεχίζει ο Φίλιππος Βρετάκος "Και πράγματι από τότε αρχίζουν αι πρώται ραγδαίαι βροχαί εις τα πεδινά και η πτώσις χιονών εις τα ορεινά, με αισθητήν πτώσιν και της θερμοκρασίας. Και οι αρχαίοι πρόγονοι ημών ως αρχήν του χειμώνος έθετον την 26η Οκτωβρίου (Ν.Γ.Πολίτης, "Παραδόσεις" τ.Α, σ.232), διότι τότε συνέπιπτεν η δύσις των Πλειάδων (της Πούλιας), η οποία σήμερον γίνεται την 18ην Νοεμβρίου."

Ακόμη, "κατά πατροπαράδοτον έθιμον η εορτή του Αγίου Δημητρίου είναι κατ'εξοχήν εορτή των γεωργών και οι νομάδες και οι ποιμένες κατέρχονται εκ των ορεινών περιοχών εις τα χειμαδιά , τελούνται δε και πολλοί γάμοι και δοκιμάζονται καθ'όλην τη χώραν τα νέα κρασιά, κατά πατροπαράδοτον έθιμον, διότι του Αγίου Δημητρίου συντελείται η ζύμωσις των κρασιών, διό και ακούγεται το άσμα:
"Τα πρωτοβρόχια πιάκανε και τα κρασιά μεθούνε".
Όταν ο καιρός όμως είναι ομιχλώδης, εις τινά μέρη δεν ανοίγουν νέον οίνον, δια να μη γίνη και αυτός, κατά μεταφοράν, θολός. Από το τέλος Οκτωβρίου, ως ελέχθη, αρχίζει η συγκομιδή των ελαιών, η οποία ενίοτε εις τινάς περιοχάς παρατείνεται μέχρι τέλους Ιανουαρίου."

Συμπληρώνει ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος ("Τα φθινοπωρινά"), " Σ'όλους σχεδόν τους πρώιμους οινοπαραγωγικούς τόπους (νοτιότερους και παράλιους) καλούν σήμερα στα σπίτια τον παπά (μετά τη λειτουργία) ν'αγιάσει τα βαρέλια, ρίχνοντας μέσα στο "κρασί" τους αγιασμό, από την απάνω τάπα. Θ'ανοίξει έπειτα εκείνος (ή ο νοικοκύρης) τον πείρο και θα πρωτοπιεί (ο παπάς) από το νιο κρασί, ευχόμενος "καλόπιοτο" "κι από χρόνου". Γινεται έτσι κι εκτιμητής του πρώτου κρασιού (πολύπειρος πια) ο παπάς και λέει την καλή γνώμη του ("Μωρέ νάμα είναι!"), που είναι πάντα ευπρόσδεκτη και σεβαστή.

Αν δεν καλεστεί ο παπάς υπάρχουν και έμμεσοι τρόποι ευλογίας του κρασιού στο σπίτι. Έχουμε περιγραφές από νησιά του Αιγαίου, ότι αποβραδίς τ' άι-Δημητριού, πριν αρχίσουν το δείπνο, πάνε όλοι της οικογένειας, με τα ποτήρια τους, γύρω στο βαρέλι. Σταυροκοπιέται ο νοικοκύρης κι ανοίγει την κάνουλα, γεμίζει, εύχεται, πρωτοπίνει και λέει τη γνώμη του. Οι άλλοι δέχονται, καλό ή κακό, το κρασί, βάζουν στα ποτήρια τους από λίγο και πάνε στο τραπέζι, να δειπνήσουν. [...]

Θείο δώρο το κρασάκι στον άνθρωπο, που κατά τις εποχές και τους τόπους, ο θεός που το δώριζε ονοματίζεται αλλιώς. Άνοιγαν πανηγυρικά τα κρασιά τους και στην αρχαία Ελλάδα, κατά τα Πιθοίγια των Ανθεστηρίων, με πάτρωνα συμπότη το Διόνυσο. [...]

Είχε μια ζεστασιά κοινωνικής αυτοσυγκέντρωσης κι ανθρώπινης ειρηνικής επαφής αυτή η γιορτή τ' αγίου Δημητρίου, το φθινόπωρο, σε σχέση με την εκρητκτική ανοιξιάτικη γιορτή του άι Γιώργη, που σκόρπιζε στο ύπαιθρο τους ανθρώπους, μετακινούσε τις οικογένειες, και συχνότατα άνοιγε τους πολέμους. Ένα συγκριτικό Μακεδονίτικο τραγουδάκι, δείχνει τις διαφορές τους αυτές:

Οι δυο οι άγιοι μάλωναν, Αγιώργης κι Αιδημήτρης:
-Αγιώργη, 'Γιώργη φοβερέ και σκροποφαμελίτη,
εγώ (λέει ο Αιδημήτρης) μαζώνω φαμιλιές και συ μου τις σκορπίζεις'
μαζώνω μάνες με παιδιά, γυναίκες με τους άντρες,
μαζώνω και τ'αντρόγυνα, τα πολυαγαπημένα!
-Εγώ (λέει τώρα ο Αγιώργης) φέρνω την άνοιξη και συ μου τη στεγνώνεις'
εγώ φέρνω τα πρόβατα και συ τα ξεδιαγμίζεις'
φέρνω και τους τσοπάνηδες λαλώντας τις φλογέρες.

Σε μια άλλη παραλλαγή, από την ίδια περιφέρεια (χωριό Κνίδη Γρεβενών) τον λόγο στο τραγούδι τον έχει μόνο ο αι-Δημήτρης, που συνεχίζει:
εγώ τρώω παχιά αρνιά (τον Οκτώβρη) και συ παλιοπροβάτες,
εγώ πίνω γλυκό κρασί (νέο) και συ νερό απ'τις μπάρες (γούδες),
εγώ κοιμούμ' σε πάπλωμα και συ στα στερναρίτσα (πετροχάλικα)."


Να μην ξεχνάμε, όμως, πως σαν σήμερα, ημέρα που τιμάται η μνήμη του αγίου Δημητρίου, μετά από σκληρούς αγώνες του λαού μας, απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη -της οποίας και ο άγιος τούτος είναι πολιούχος- από τον τουρκικό ζυγό..
Από το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου":
Θεσσαλονίκη1.jpg
Θεσσαλονίκη2.jpg

πηγή: http://firiki.pblogs.gr/tags/dimitrios-gr.html

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Κυριακή Σταυρολουλουδιά

%u03A3%u03C4%u03B1%u03C5%u03C1%u03BF%u03C0%u03C1%u03BF%u03C3%u03BA%u03C5%u03BD%u03AE%u03C3%u03B5%u03C9%u03C2.jpg


Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως ,αυτή που πέρασε...
Κυριακή Σταυρολουλουδιά ...  Ο Σταυρός στολίζεται με λουλούδια και οι πιστοί τον φιλούν με ευλάβεια για να λάβουν τη χάρη και τη δύναμη να συνεχίσουν τον αγώνα της νηστείας και της περισυλλογής, καθώς φτάνουμε στη μέση της Σαρακοστής οδεύοντας προς τη Μεγάλη Εβδομάδα...

Τα λαογραφικά αποσπάσματα για τη μέρα τούτη, του Δ. Λουκάτου και του Γ.Μέγα:

"Ανοιξιάτικη γιορτή των λουλουδιών, που συγκεντρώνονται άφθονα στην εκκλησία, ν'ανθοστολίσουν προκαταβολικά το Σταυρό, που σε τρεις πάλι βδομάδες θα δεχτεί πάνω του το σταυρωμένο Χριστό. Την έχει επίτηδες καθιερώσει η Εκκλησία, στη μέση της Σαρακοστής, για να τονώσει την παλιότερη νηστεία και προσήλωση των πιστών στη χρονική προσδοκία του Πάθους.
"Καθάπερ οι τραχείαν και μακράν οδόν διανύοντες, ει που δένδρον ευσκιόφυλλον εύρωσι, μικρόν καθήσαντες αναπαύονται... ούτω και νυν, εις τον Νηστείας καιρόν ενεφυτεύθη μέσον ο ζωηφόρος Σταυρός, άνεσιν και αναψυχήν ημίν χορηγών..."
Πραγματικά μοιάζει σαν ξαναφυτεμένο το ξύλο του σταυρού ανάμεσα στο σωρό τα λουλούδια (βιολέτες, ζουμπούλια, μενεξέδες, δεντρολίβανα), που φέρνουν κι αποθέτουν στα πόδια του οι πιστοί. Κι όλα στο τέλος μοιράζονται, ευλογημένα από τον παπά, στους πιστούς, που φεύγουν για τα σπίτια τους, "ανθοφόροι" σαν τους αρχαίους, όπως φεύγουν και στις δύο άλλες γιορτές της ανθοφορίας: του Σταυρού το Σεπτέμβρη με τους βασιλικούς και την Κυριακή των Βαϊων με τα βάγια.
Τούτην τη μέρα τη λένε "του Λουλουδιού", "του Σταυρολούλουδου", "του Γιοφυλλιού", ή "Κυριακή Σταυρολουλουδιά". Φυλάνε έπειτα τα λουλούδια πλάι στα εικονίσματα, στο σπίτι, και τά'χουν για λιβάνισμα, ξεμάτιασμα και ξόρκι, σε κάθε πιθανό κακό.
Λαογραφικά ονομάζουν "Μεσοσαράκοστο" την Κυριακή αυτή, κάτι σαν το καθολικό Mi-carem, όχι όμως με εκείνου την ελευθερία στα φαγώσιμα και στο γλέντι, αλλά αντίθετα, με πιο αυστηρή νηστεία, "σταυρώσιμη". (Οι νηστείες εβόλευαν πάντα τη φτωχή ανατολή πιο πολύ απ'τη δύση.)
Οπωσδήποτε, η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως είναι ένα πλησίασμα και μια προαγγελία στο Πάθος, όπως σε λίγο, το Σάββατο του Λαζάρου θα είναι μια προαγγελία της Ανάστασης. Παλιότερα γίνονταν την ημέρα τούτη (το απόγευμα), και αγερμοί των παιδιών, που γύριζαν στα σπίτια και ζητούσαν αυγά για το Πάσχα και ξύλα-παλιούρια, για τις φωτιές που θ'άναβαν αναγγελτικές, ή και για να κάψουν το ομοίωμα του Ιούδα. Έλεγαν τους στίχους:
Χαίρε, Τίμιε Σταυρέ,
η χαρά των Προφητών!
Να μου δώσεις εν'αυγό,
για να φύγω από δω!
Μεγάλη σημασία δίνουν στη Σταυροπροσκύνηση και οι ναυτικοί μας. Το "Μεσοσαράκοστο" τους θυμίζει (και από εκκλησιαστική επίδραση) το "εν μέσω πελάγει". Ιδιαίτερο προσκύνημα κάνουν στον Πανορμίτη της Σύμης οι οικογένειες των ναυτιλομένων (για να ανανεώσουν την εύνοια του Μεγαλόχαρου - Αρχάγγελου Μιχαήλ- στα ταξίδια τους), με καθιερωμένο φρούτο του νηστίσιμου γεύματος ένα φυλαγμένο επίτηδες καρπούζι."
(Δημήτρης Λουκάτος, "Πασχαλινά και της `Ανοιξης")

"Η γιορτή αυτή λέγεται και Μεσοσαράκοστο, της μάππας ή του πουλιού ή το Λουλούδι, επειδή τότε ο ιερέας μοιράζει στους εκκλησιαζόμενους μικρά κλαδιά δεντρολίβανο ή λουλούδια. Σ'αυτά οι πιστοί αποδίδουν θεραπευτική δύναμη και τα χρησιμοποιούν για εξορκισμούς και σταυρώματα και ιδιαίτερα για να ξεματιάσουν άνθρωπο ή ζώο βασκαμένο. Βουτούν το άνθος σε αγιασμό ή το καίνε στα κάρβουνα και καπνίζουν το βασκαμένο. Στη Χίο κ.α. γίνονται και αγυρμοί των παιδιών, τα οποία επισκέπτονται τα σπίτια και τραγουδούν ειδικά τραγούδια. Π.χ. στα Νένηντα Χίου τραγουδούν:
Χαίρε Πύλη, χαίρε Αγνή,
χαίρε Τίμιε Σταυρέ
ω χαρά των προφητών,
ψάλλω κι έρχομαι εδώ,
να μου δώσεις έν'αυγό,
να πά'να φύγω απ'εδώ."
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

πηγή