Σελίδες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικό ταξίδεμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικό ταξίδεμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Απριλίου 2014

Φώτης Κόντογλου - Ἀνέστη Χριστός, Ἡ δοκιμασία τοῦ λογικοῦ





Ἡ πίστη τοῦ χριστιανοῦ δοκιμάζεται μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν τὸ χρυσάφι στὸ χωνευτήρι. Ἀπ᾿ ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πλέον ἀπίστευτο πράγμα, ὁλότελα ἀπαράδεκτο ἀπὸ τὸ λογικό μας, ἀληθινὸ μαρτύριο γιὰ δαῦτο. Μὰ ἴσια-ἴσια, ἐπειδὴ εἶναι ἕνα πράγμα ὁλότελα ἀπίστευτο, γιὰ τοῦτο χρειάζεται ὁλόκληρη ἡ πίστη μας γιὰ νὰ τὸ πιστέψουμε. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι λέμε συχνὰ πὼς ἔχουμε πίστη, ἀλλὰ τὴν ἔχουμε μονάχα γιὰ ὅσα εἶναι πιστευτὰ ἀπ᾿ τὸ μυαλό μας. Ἀλλὰ τότε, δὲν χρειάζεται ἡ πίστη, ἀφοῦ φτάνει ἡ λογική. Ἡ πίστη χρειάζεται γιὰ τὰ ἀπίστευτα.
Οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι εἶναι ἄπιστοι. Οἱ ἴδιοι οἱ μαθητάδες τοῦ Χριστοῦ δὲν δίνανε πίστη στὰ λόγια τοῦ δασκάλου τους ὅποτε τοὺς ἔλεγε πὼς θ᾿ ἀναστηθῆ, μ᾿ ὅλο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν ἀφοσίωση ποὺ εἶχαν σ᾿ Αὐτὸν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη στὰ λόγια του. Καὶ σὰν πήγανε οἱ Μυροφόρες τὴν αὐγὴ στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ εἴδανε τοὺς δυὸ ἀγγέλους ποὺ τὶς μιλήσανε, λέγοντας σ᾿ αὐτὲς πὼς ἀναστήθηκε, τρέξανε νὰ ποῦμε τὴ χαροποιὰ τὴν εἴδηση στοὺς μαθητές, ἐκεῖνοι δὲν πιστέψανε τὰ λόγια τους, ἔχοντας τὴν ἰδέα πὼς ἤτανε φαντασίες: «Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος (τρέλα) τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς»...
 Βλέπεις καταπάνω σὲ πόση ἀπιστία ἀγωνίσθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός; Καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς μαθητάδες του. Εἶδες μὲ πόση μακροθυμία τὰ ὑπόμεινε ὅλα; ...Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ, ἴσαμε σήμερα οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς εἴμαστε χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστὸ μ᾿ ἕνα τοῖχο παγωμένον, τὸν τοῖχο τῆς ἀπιστίας. Ἐκεῖνος ἀνοίγει τὴν ἀγκάλη του καὶ μᾶς καλεῖ κ᾿ ἐμεῖς τὸν ἀρνιόμαστε. Μᾶς δείχνει τὰ τρυπημένα χέρια του καὶ τὰ πόδια του, κ᾿ ἐμεῖς λέμε πὼς δὲν τὰ βλέπουμε. Ἐμεῖς ψάχνουμε νὰ βροῦμε στηρίγματα στὴν ἀπιστία μας γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουμε τὸν ἐγωϊσμό μας, ποὺ τὸν λέμε Φιλοσοφία καὶ Ἐπιστήμη. Ἡ λέξη Ἀνάσταση δὲν χωρᾶ μέσα στὰ βιβλία τῆς γνώσης μας... Γιατὶ «ἡ γνώση τούτου τοῦ κόσμου, δὲ μπορεῖ νὰ γνωρίσει ἄλλο τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ ἕνα πλῆθος λογισμούς, ὄχι ὅμως ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζεται μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς διάνοιας».Ναί, ἐκείνους ποὺ ἔχουνε αὐτὴ τὴν εὐλογημένη ἁπλότητα τῆς διάνοιας, τοὺς μακάρισε ὁ Κύριος, λέγοντας: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Καὶ στὸν Θωμᾶ, ποὺ γύρευε νὰ τὸν ψηλαφήσῃ γιὰ νὰ πιστέψῃ, εἶπε: «Γιατὶ μὲ εἶδες Θωμᾶ, γιὰ τοῦτο πίστεψες; Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἴδανε καὶ πιστέψανε».
Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς δώσει αὐτὴ τὴν πλούσια φτώχεια, καὶ τὴν καθαρὴ καρδιά, ὥστε νὰ τὸν δοῦμε ν᾿ ἀναστήνεται γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς μαζί του.
Αὐτὴ ἡ ἀνηξεριὰ (ἡ ἄγνοια) εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ γνώση: «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἄγνοια ἡ ὑπερτέρα τῆς γνώσεως». Καλότυχοι καὶ τρισκαλότυχοι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἔχουνε.

Χριστὸς ἀνέστη!

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Οι "σαρωνιές της Κάναβας"



φωτογραφία: Αρτεμία Αργυρού
Ο Ροβέρτος τα τελευταία χρόνια είχε ανανεώσει στο μέσο αριστερό μέρος της κάναβας την εγκατάσταση για απόσταξη για παραγωγή τσικουδιάς. Ένα δωμάτιο ολόκληρο ήταν το μάγκανο. Ήταν μια κάναβα με τα όλα της. Με παράθυρα εξαερισμού με γούρνες βαθίές έτοιμες για να πλένουν οι εργάτες τα πόδια τους πριν μπουν στο πατητήρι αλλά αυτό που δεν καταλάβαινε η Δομινίκη ήταν οι τόσες σκούπες γύρω από τα πατητήρια.
« Μπαρμπά Βαγγέλη! Καλέ τι είναι όλες τούτες οι σκούπες» του φώναξε καθώς εκείνος βρισκόταν στο μέσα δωμάτιο και καθάριζε το μάγκανο.
-        Τις σαρωνιές με την αλιγαριά λες Δομινίκη μου; Της αποκρίθικε
-        Ναι. Τις σκούπες , τις σαρωνιές που λες κι εσύ μπαρμπά –Βαγγέλη.
Εκείνος τότε πήγε κοντά της, στρίβοντας το μουστάκι του με τα πλατιά του χέρια. Άναψε το σέρτικο και άρχισε να τις μαθαίνει. ….
-        Τούτες οι σαρωνιές παιδί μου είναι για να κάμομε αέρα σε αυτούς που πατούν τα σταφύλια γιατι ο θυμός του μούστου τους ζαλίζει, οι αναθυμιάσεις είναι πολλές και όσα παραθυράκια και αν ανοίξεις στις κάναβες ποτέ δεν είναι αρκετό για να ανανεώσουν τον αέρα. Για τούτο το λόγο οι πατητάδες θα δες, ότι όπως  δένουν το άσπρο μαντίλι στο κεφάλι τους για να κρατούν τον ιδρώτα τους έτσι βάζουνε και στο αυτί τους ένα κλωνάρι βασιλικό για να τον μυρίζουνε και να σπάνε τη μεθυστική μυρωδιά του μούστου. Αλλά δεν είναι τίποτα τούτο, μπροστά στις βαριές και επικίνδυνες αναθυμιάσεις που είναι στο βάθος στο λινό. Εκεί που λες περιστέρα μου, πέφτει ο μούστος από τα πατητήρια. Όταν οι ληνοί γεμίζουν,, οι εργάτες ρίχνουν γκαζοντενεκέδες τους γεμίζουν με μούστο και τον ρίχνουνε σε τούτα τα τεράστια βαρέλια που βλέπεις τις αφούρες. Αυτός όμως που πρέπει να κατέβει στο τέλος στον πάτο του ληνού για να ανέβάσει με  τη σκάλα ντενέκε ντενέκε τον τελευταίο μούστο και να καθαρίσει το ληνό, πρέπει να είναι δυνατός, γιατί ήδη ο μούστος έχει αρχίσει και βράζει και οι αναθυμιάσεις γίνονται επικίνδυνες. …Όλα αυτά θα τα δεις και θα τα καταλάβεις σε τρεις μέρες που θα αρχίσουμε τη βεντέμα….»
Μαίρη Γυφτογιάννη: Δομινίκη Η Ζωή της από λάβα και Αλμύρα
 

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

Η καμπάνα του Πόντου

του Φίλωνα Κτενίδη

                                          I
Έναν πουλίν, μαύρον πουλίν, μαύρον άμον την νύχταν,
ολονυχτίς τριγύριζεν ολόγερα ‘ς σον κάστρεν,
‘ς σον κάστρεν, ‘ς σα καστρότειχα τη μαυρο-Τραπεζούντας,
που έχ’ τα ρίζας ‘ς σον γιαλόν και την κορφήν ατ’ ‘ς σ’ άστρα
π’ είχεν δέκα καστρόπορτας κι ούλα χαλκοδεμένα,
κι απ’ έξ’ ας σα καστρόπορτας, ορμία και ποτάμια,
ντο έδεναν και έλυναν, γεφύρια σιδερένια…

Όλεν ο κάστρεν έλαμπεν, άμον ντο λάμπ’ ο Ήλεν,
και το παλάτιν έλαμπεν, άμον διαμάντ’ ΄ς σον Φέγκον,
τη Βασιλέα το παλάτ’, τοι Κομνηνών, φωλέα,
π’ έτον τρανόν και θαμαστόν, κάστρεν απάν’ ΄ς σον Κάστρεν.

Κάποτ’ εγέντονε σεισμός, κι η γη όλεν εσείεν,
κι έναν Δεκαπενταύγουστον, κι έναν μαύρον ημέραν
επάρθαν τα κλειδία θε, κι ο κάστρεν εκρεμίεν…
‘Πέμναν τα πόρτας ανοιχτά, το Παλάτ’, δίχως θρόνον
και δίχως τοι παλατιανούς, και χωρίς Βασιλέαν
….κι ο Κάστρεν ο θεόρατον εγέντον κοιμητήρι.

Χρόνια έρθαν και ‘δέβανε, καιροί έρθαν και πάγ’νε…
….Έναν πουλίν, μαύρον πουλίν, μαύρον άμον την νύχταν,
ολονυχτίς τριγύριζεν γύρω τα καστροπόδια,
π’ επέμναν έρμα κι άκλερα γομάτα κολισιάφτρας…
ολονυχτίς τριγύριζεν, με τα φτερά ανοιγμένα,
και επεστάθεν την Αυγήν, κι εκάτσεν σ’ έναν άκραν
μονάκριβου παρασταρί, δίχως επανωθύρι,
απομεινάρ’ τη Παλατί, κιντέας ντ’ εγομώθεν.

Τερεί απάν, τερεί αφκά, τερεί οπίσ’ και έμπρια…
μακρογουλίζ’, καλοτερεί ‘ς σ’ Ανατολήν και Δύσην,
κι αρχινά να φτουλίγεται άμον χέρα γυναίκα,
κι αρχινά να μοιρολογά, μ’ ανθρώπινον λαλίαν…

                                         II
«Εσείν πλακία άχαρα, μάρμαρα απαρδάλια,
»με μονοκέφαλους Αετούς και Μίτρας Βασιλεάδων
»μ’ εγκόλπια Πατριαρχών, με Σταυρούς Δεσποτάδων,
»με τα σπαθία στρατηγών, παντέρας καπετάνων.
»Μάρμαρα, ντο σκεπάζετεν ολόεν έναν έθνος
»αποσκεπάστεν βλαβικά τ’ άγια τα ταφία.
»Το χώμαν θ’ ευκαιρώνει ατο, τ’ ανάλαφρον αέρας,
»ντ’ εβγαίν’ ας σο ανάσυρμαν κι ας σο μαύρον το κλάμαν,
»….ν’ εβγαίνε οι αποθαμέν’, οι ζωντανοί θ’ εμπαίνε…

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

Η Ελλάδα του 1940 μέσα από τη λογοτεχνία



αποσπάσματα...
"Σφίγγεται η καρδιά σου, λύπηση σε κυριεύει σαν περνάνε πεζικά. Είναι ένα κοπάδι ατελείωτο, σκυθρωπό, μορφές τυραγνισμένες κι ανώνυμες, μάτια που μέθυσαν από το ξεθέωμα της πορείας. Σε κοιτάζουν για μία στιγμή με μάτι αδειανό. Αφού περάσει κάνα σύνταγμα κι ύστερα μια δυο μέρες, ντάλα μεσημέρι, βλέπεις ξάφνου να παρουσιάζονται στο δρόμο δυο-τρία ερημικά φανταράκια, στραπατσαρισμένα, κουτσαίνοντας, που τραβάνε κι αυτά πάνω. Είναι οι βραδυπορούντες. Ένας έχει χτυπήσει το ποδάρι του και το πηγαίνει τώρα προσεκτικά, σαν άγιο λείψανο, φασκιωμένο με τραγικά κουρέλια. Ο άλλος ήταν ανήμπορος, είναι, όμως πρέπει να συνεχίσει έτσι κι αλλιώς το δρόμο, ν'ανταμώσει τη μονάδα του στην πρώτη επισταθμία. Έρχονται ποδαράτοι από τη Λάρισα και θα φθάσουν έτσι, με τα πόδια, στην Αλβανία -ο Θεός ξέρει που. Ο ένας συντροφεύει τον άλλον. Τον υποβαστάζει κάποτε' αν είναι πολύ αδύναμος, τότε ο συνάδερφος θα μοιραστεί το μεγάλο φόρτωμα μαζί του. Αυτός είναι ο σύντροφος της ερημιάς κι ο παρηγορητής... Αγιασμένο αθάνατο ελληνικό πεζικό! Όργωσες έτσι, μέσα σε δυο μόλις γενιές, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, την Αλβανία, τη Θράκη, την Ουκρανία, τη Μικρά Ασία, και πάλι την Ήπειρο, την Αλβανία - τώρα. Όταν αργότερα σε λίγους μήνες, είδα με ποιά μέσα μεταφερόταν και μας πολεμούσε ο αντίπαλος, ενιωσα την καρδιά μου να τρεμίζει από σπαραγμό μαζί και περηφάνια. Τον πόλεμο τούτο που μας επέβαλαν οι πολιτισμένοι επιδρομείς χυμώντας κατά πάνω μας με μηχανές που ξερνάνε τον κεραυνό, εμείς τον βγάλαμε πέρα με τα ίδια τα μέσα του '12, το φανταράκι το πεζό και το μουλαράκι. Και με τη βοήθεια του Θεού, ω, ναι! Γιατί μπορείς να ξαστοχάς τη θεϊκή δύναμη σαν είσαι δυνατός, όμως τη νιώθεις να πυργώνεται γύρω σου αναπάντεχα κάποια στιγμή άμα τύχει να είσαι μικρός κι αδύναμος. Σπάνια στη ζωή μου έτυχε να νιώσω δίπλα μου την παρουσία του Θεού τόσο ζωντανή, όσο στον αξέχαστο εκείνο καιρό που υπηρετούσα κι εγώ κάτω από τη σημαία της Ελλάδας."


"...Η είδηση διατυπώθηκε σε λίγο έτσι: Η Γερμανία επέδωσε, στις 5.30' το πρωί, τελεσίγραφο στην Ελλάδα, που λέει πως τα στρατεύματά της θα μπούνε στη χώρα μας για να επιβάλουν την τάξη!...

Στον εξώστη του στρατηγείου, ο νεαρός αξιωματικός των Διαβιβάσεων, που είχε ακούσει την εκπομπή και κράτησε σημειώσεις στη ράχη του πακέτου του, διάβαζε, την ώρα που πέρασα, τα νέα στους άλλους αξιωματικούς. Άρπαξα ό,τι μπόρεσα, κλεφτά, κι ύστερα πήγα να τα μεταδώσω στους δικούς μου. Ο Επιτελάρχης μας καθότανε μπροστά στο τραπεζάκι του, με το μολύβι στο χέρι, καθώς πάντα. Μπήκα λαχανιασμένος, χαιρέτησα, στάθηκα να περιμένω.

-Εσύ τί έχεις μάθει; με ρωτάει με την αγριωπή του τη φαιδρότητα ο Επιτελάρχης σα να συνεχίζει αρχινισμένη κουβέντα. Και σύγκαιρα σηκώνει από το χάρτη τα μεγάλα του αυστηρά μάτια.

Του είπα γρήγορα-γρήγορα κι ακατάστατα, με πιασμένη ανάσα, τα νέα. Η δήλωση της Κυβέρνησης πως η Ελλάδα θ'αντισταθεί στην εισβολή, μας έπνιγε όλους από έξαρση. Δεν ξέραμε που θα το βγάλει η άκρη, δε θέλαμε να ξέρουμε, όμως η στιγμή τούτη όπου η μικρή πατρίδα ορθώνεται για ν'αντιμετωπίσει δυο μαζί αυτοκρατορίες, μας τάνυζε την ψυχή. Είδα τον Επιτελάρχη την ώρα που άκουγε τα νέα από το στόμα μου. Τα μάτια του, τα ζωηρά νεανικά μάτια μέσα στο σκαμμένο πρόσωπο, μεγάλωναν, όλο μεγάλωναν κι άστραφταν, τόσο που φτάσανε να τον δείχνουν απίστευτα ωραίο. Μια χειρονομία αδιόρατη του ξέφυγε μαζί σαν να με περιγελούσε. Είναι η ζάρα που έχει επιβάλει στην ψυχή του ο ίδιος θεληματικά, προσπάθεια πεισματερή να κρύβει την κάθε του συγκίνηση κάτω από το περιγέλιο ή την τραχύτητα του στρατιώτη. Κι ωστόσο, ακούγοντάς με, κάτι φαινόταν να ξυπνάει μέσα του, κάτι ίσως λησμονημένο, ένα ανοιξιάτικο αγέρι που αποκοιμήθηκε από χρόνια μέσα στις βραγιές...." (Αγγέλου Τερζάκη, "Απρίλης")


"...Σε λίγο συναπαντήθηκαν. Οι Ιταλοί που ανέβαιναν με τον πατέρα της, εκείνη που κατέβαινε με το μουλάρι. Οι Ιταλοί σταμάτησαν. Ο αξιωματικός σφούγγισε τον ίδρο του, ύστερα έριξε μια πρόστυχη ματιά στο κορμί του κοριτσιού, σαν να το γύμνωσε απ'την κορφή ίσα με τα νύχια. Και οι άλλοι τρεις καραμπινιέροι το τύλιγαν με βρώμα.
Η Φωτεινή κατέβασε τα μάτια. Πρώτη φορά στη ζωή της αντίκρισε τέτοια ματιά, εχθρό παρόμοιο.
-Είναι η κόρη μου, είπε ο μπαρμπα-Φίλιππας.
Οι Ιταλοί άρχισαν να λένε στη γλώσσα τους. Βλέπαν το κορίτσι κι ολοένα λέγαν. Γελούσαν, χαχάνιζαν. Σίγουρα θα έλεγαν προστυχές.
-Πάμε, είπε ο γερο-βοσκός στους Ιταλούς. Μα αυτοί δεν λέγαν να ξεκινήσουν. Μια στιγμή ο χοντρός αξιωματικός έκαμε ν'απλώση τα χέρια του να χαϊδέψει το μάγουλο της Φωτεινής. Το κορίτσι αποτραβήχτηκε βίαια.
-Φύγε! Φύγε! της έκαμε χαμηλόφωνα και την έσπρωχνε ο πατέρας της. Σαστισμένη με τα ξερόκλαδά της στα χέρια, με το ζώο τους δεμένο στο κορμί της, έκαμε να φύγη προσπερνώντας τους καραμπινιέρους. Όμως εκείνη τη στιγμή, ακριβώς εκείνη, άστραψε μες στα μάτια του χοντρού Ιταλού, δύναμη της φοβερής θεότητας που δουλεύει στα σκοτεινά, η ιδέα: θέλησε να κάμη αστείο, επίδειξη. Ξεκρέμασε το αυτόματο από τον ώμο του και, τη στιγμή που περνούσε το μουλάρι πλάι του φέρνοντας την κάνη ξυστά στο κεφάλι του ζώου, τράβηξε μια ριπή στον αέρα. Το μουλάρι, ξαφνιασμένο από τον τρομακτικό κρότο που γέμισε τ'αυτιά του, τινάχτηκε μία, και ύστερα παλαβό, ασυγκράτητο, άρχισε να τρέχει με απίστευτη γρηγοράδα, κατεβαίνοντας τον πετραδερό λόφο. Για ένα ελάχιστο διάστημα, το κορίτσι δεμένο μαζί με το καπίστρι, μπόρεσε να βασταχτή στα πόδια του τρέχοντας πίσω του και τραβώντας το σκοινί. Μα η δύναμη που το έσερνε ήταν τόσο ξέφρενη, τόσα τα βράχια, που γλίστρησε, έγινε ένας όγκος, έγινε μια οριζόντια ύλη που την έσερνε, την έλιωνε χτυπώντας την από δω κι από κει στις μυτερές πέτρες το αφηνιασμένο ζώο.
Μια κραυγή, μια μονάχα, μπόρεσε να ακουστή. Δεν ήταν φωνή ανθρώπου. Ήταν το αίμα, τα πάθη που δε σπαταλήθηκαν, η άγρια αρμονία της χαράς και της λύπης βίαια.
Την άκουσε ο γερο-βοσκός χαμένος, αλαλιασμένος. Κοίταξε γύρω του σαν να γύρευε βοήθεια, τι να κάμη. Ύστερα χίμηξε κι αυτός κυνηγώντας το φοβερό σύμπλεγμα του κοριτσιού και του ζώου.
-Κράτησέ το! Κράτησέ το! φώναζε έξαλλα νομίζοντας πως μπορούσε να τον ακούση το κοριτσάκι.
Όταν έφτασε στο πεύκο, εκεί μονάχα, το ζώο σταμάτησε λαχανιασμένο. Εκεί το βρήκε ο μπαρμπα-Φίλιππας. Το κορμί του κοριτσιου, δεμένο στο σκοινί, περιχυμένο με αίμα, μήτε σπάραζε καν. Το κεφάλι, τα μαλλιά, τα μυαλά, το πρόσωπο, τα ήμερα μάτια, ήταν μια άμορφη πολτοποιημένη μάζα.
Όταν σε λίγο κατέβηκαν εκεί οι Ιταλοί, είδαν την παράξενη σύνθεση: το ζώο ακίνητο, το σκοτωμένο κορίτσι ακίνητο, κι από πάνω του ο γερο-βοσκός κλαίγοντας να σκαλίζη τις ματωμένες σάρκες, το πρόσωπο, τα χυμένα μυαλά, σα νά'θελε να το ξαναστήση το πρόσωπο, να το προφυλάξη απ'την αμαρτία να μην έχει μορφή.
-Che peccato, μουρμούρισε ένας Ιταλός, μαλακώνοντας τη φωνή του.
-Non badare, είπε αδιάφορα ο χοντρός αξιωματικός.
Τράβηξαν βιαστικά κατά την ακρογιαλιά να φύγουν. Δεν κοίταξαν πίσω τους." (Ηλία Βενέζη, "Ώρα πολέμου")

πηγή: http://firiki.pblogs.gr/2010/10/ellada-1940.html

Κατοχή στο Μύλο του Εμπορείου Σαντορίνης


«Λευτέρης ξύπνα παιδί μου».

«Ναι, ναι».

Μουρμούρισε ο μικρός Λευτέρης μέσα στο βαθύ ύπνο του.

«Έλα παιδάκι μου, σήκω».

Ο Λευτέρης έπαιξε τα μάτια του και κοίταξε γύρω του για να δει που βρίσκετε. Ήταν όνειρο, ήταν αλήθεια, δεν ήξερε. Σκέφτηκε και κοίταξε γύρω του

« Μα που βρίσκομαι » Μουρμούρισε.

Φοβόταν, μα βλέποντας το πατέρα του να σολογάει αισθάνθηκε σιγουριά. Ένιωθε το σώμα του πιασμένο, πονεμένο και τα γόνατα του τον πόναγαν τώρα θυμήθηκε την προηγούμενη μέρα που είχε πέσει κάτω, όταν τον είχε κυνηγήσει ένας γερμανός να του πάρει το ψωμί που κρατούσε κάτω από τη μασχάλη του, όμως εκείνος κατάφερε να του ξεφύγει όταν πέρασε μέσα από ένα μικρό άνοιγμα που είχε ένα βομβαρδισμένο σπίτι .

Μια σκηνή με ένα κήπο με ένα κοριτσάκι με χρυσά μαλλιά μπερδευόταν και ερχόταν στο μυαλό του. Ο μικρός Λευτέρης τώρα δεν ήξερε ποια είναι η αλήθεια, και ποιο είναι το όνειρο.

Κοίταξε τα γόνατα του το αίμα είχε ξεραθεί και το δέρμα του τον τράβαγε. Είχε την αίσθηση ότι είχε ξυπνήσει σε μια άλλη ζωή. Χασμουρήθηκε και έξυσε το κεφάλι του, τα μαλλιά του, του φάνηκαν αφύσικα κοντά. Τώρα θυμήθηκε όταν χτες η μάνα του, του τα είχε πάρει με τη ψιλή για να γλυτώσουν από τις ψείρες. ===

«Τι έγινε πατέρα, θα αλέσουμε;»

Ρώτησε,

Ο πατέρας του, τον λυπόταν που τον ξύπνησε αλλά η πείνα δε του άφηνε περιθώρια για στοργικές εκδηλώσεις.

«Ναι, έλα πριν ξυπνήσουν». Τον προέτρεψε με μια θέρμη στο τόνο της φωνής του και συμπλήρωσε. «Θα κοιμηθείς αύριο όσο θέλεις. Θα πω στη μάνα σου να μη σε ξυπνήσει».

Αν και ήξεραν ότι αυτό ήταν ψέμα, μα είχαν ανάγκη να το πιστέψουν και οι δυο.

Ο μικρός Λευτέρης κάθισε πάνω στα σακιά πήρε μια βαθιά ανάσα για να συνέρθει και προσπαθώντας να δει καλύτερα μέσα από το αδύνατο φως μιας λάμπας που ήταν στερεωμένη στο τοίχο. Δίπλα του υπήρχε ένα φαναράκι από καρπούζι, το είχε φτιάξει μαζί με τα αδέρφια του χτες βράδυ. Το δικό του ήταν το καλύτερο, είχε ένα πρόσωπο χαμογελαστό και δυο τρίγωνα ματάκια. Το έπιασε και το ακούμπησε πιο κει για να μη το σκουντήξει και του χαλάσει.

Για μια στιγμή το κοίταξε. Και μπρος τα παιδικά ματάκια του πέρασαν εικόνες με τραπέζια γεμάτα λιχουδιές μέχρι χαρούμενα χαχανητά του φάνηκε ότι άκουσε.

« Πατέρα». Μουρμούρισε, τεντώνοντας ψηλά τα χέρια του να ξεμουδιάσει. «Είδα ένα περίεργο όνειρο, με πολλά φαγιά».

Ο πατέρας του χαμογέλασε και του είπε γελώντας.

«Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται. Άντε. Έλα να τελειώνουμε. Του φώναξε, που τώρα ανέβαινε τα απότομα σκαλιά του μύλου. Έλεγξα τον καιρό είναι μαΐστρος και άνοιξα τα αντιμόνια. Ο κούντονας* κοιτάζει τον καιρό. Είπε σαν να του έκανε μάθημα. Τράβα ρίξε νερό στα μούτρα σου και τρέξε στα σακιά».

O μικρός Λευτέρης παραμέρισε τη κουρελιασμένη κουβέρτα που ήταν σκεπασμένος, σηκώθηκε και τεντώθηκε.

Ο μύλος έτριξε και τα ξάρτια του άρχισαν να γυρίζουν, στη αρχή αργά αλλά έπειτα με δύναμη. Τράνταζε ολόκληρος με ένα υπόκωφο ήχο που κάτω στο χωριό έφτανε σαν μουγκρητό βγαλμένο από τα έγκατα της γης. Έπειτα από λίγο το αλεύρι αλεσμένο έπεφτε στο κασάκι* και μέσα από τη μάνικα έπεφτε στο σακί αφού πρώτα οι μυλόπετρες είχαν θρυμματίσει το σιτάρι κάνοντας το πούδρα.

Ο Αντώνης πάνω στη κουκούλα του Μύλου κοίταζε από τα τέσσερα παράθυρα έχοντας το νου του για καμιά σπιλιάδα*. Κάτω ο επτάχρονος Λευτέρης γέμιζε τα σακιά με αλεύρι και τροφοδοτούσε από το ποταμό* τις μυλόπετρες με κριθάρι με μηχανικές κινήσει .

Έπειτα από μια ώρα ο μικρός Λευτέρης φώναξε με όλη του τη δύναμη για να τον ακούσει ο πατέρας του.

«Πατέρα να αδειάσω και το άλλο τσουβάλι».

Ο Αντώνης άκουσε αλλά δεν απάντησε αμέσως. Δεν ήξερε τι να κάνει. Να αλέσει και τα άλλα σακιά ή να σταματήσει να αλέθει, μη και ξυπνήσουν οι ιταλοί και του βάλουν ποινή.

Κοίταξε κάτω στο χωριό. Ησυχία. Πάνε τώρα δυο χρόνια που κάθε βράδυ τέσσερις Φινάτσα* καραμπινιέριδες* επιλεγμένοι αξιωματικοί έρχονταν εδώ σταλμένοι από το διοικητής των ιταλών να ξεμένουν τα βράδια για να προσέχουν μη δουλέψει ο μύλος κρυφά χωρίς την έγκρισή τους.

Εκείνο το βράδυ οι ιταλοί είχαν έρθει από νωρίς από το καζέρμα* το φυλάκιο των ιταλών έχοντας μαζί τους τη κουραμάνα τους και το φαγητό τους όπως κάθε βράδυ.

Ο Αντώνης είχε βγάλει πρόγραμμα από νωρίς ότι απόψε θα άλεθε. Η γυναίκα του η Ζαμπιό είχε ετοιμάσει τηγανιτά ψάρια και ο Αντώνης είχε στη γωνία έτοιμη τη νταμιτζάνα με το κρασί. Αφού τάισαν και πότισαν τους ιταλούς μέχρι σκασμού η Ζαμπιό έπιασε τη μούζικα* και άρχιζε να παίζει ιταλική πόρκα.

Οι ιταλοί το ‘ ριξαν στο χορό πάνω στο ντράλικα* του μύλου και γύρω στις 9 έπεσαν ξεροί για ύπνο αποκαμωμένοι από το χορό και ζαλισμένοι από το μεθύσι. Το ίδιο ζαλισμένος ένιωθε και ο Αντώνης αφού κάθε φορά έπινε μαζί τους για να μην υποψιαστούν κάτι οι ιταλοί.

Ο Αντώνης μαζί με τη γυναίκα του, τους έβαλαν σε μια αποθήκη, έπειτα ήπιε ένα δυνατό, πικρό καφέ για να συνέρθει και πήγε γραμμή στο μύλο για να αλέσει. Είχαν μέρες να αλέσουν και όλο το χωριό υπέφερε. Πέρα από τη δική του φαμίλια με δέκα παιδιά ο Αντώνης επωμιζόταν και τη τύχη όλων των συγχωριανών του.

Τώρα εδώ πάνω στη κουκούλα του μύλου κοιτάζοντας κάτω το χωριό αισθανόταν υπεύθυνος για τη ζωή τους.

«Ρίξε και το άλλο» φώναξε.

«Πατέρα κι αν έρθουν».

«Μη φοβάσαι. Δε θα έρθουν». Είπε με σιγουριά για να τον ενθαρρύνει αν και μέσα του κάθε φορά που το έκανε έτρεμε από το φόβο. Ο αέρας δυνάμωνε και τώρα τα ξάρτια του μύλου γύριζαν ακόμα πιο δυνατά τρίζοντας και αγκομαχώντας.

Η καρδιά του Αντώνη άρχιζε να σφίγγει από αγωνία, η ώρα είχε πάει μία.

Έκανε το σταυρό του.

« Έλα Αι μου Μερκούρη».

Ψέλλισε και κοίταξε κάτω τη πλαγιά, στο τέλος του ορίζοντα το φεγγάρι καθρεφτιζόταν μέσα στη θάλασσα λούζοντας το χωριό που κοιμόταν με ένα χρυσό χρώμα . Αύριο ξημερώματα θα έφταναν οι συγχωριανοί του για αλεύρι. Απόψε που άκουγαν το μύλο να δουλεύει ο Αντώνης ήταν σίγουρος ότι θα προσεύχονταν και αυτοί μαζί με εκείνον να τη γλυτώσει και αυτή τη νύχτα από τους ιταλούς. Ο Αντώνης άνθρωπος τίμιος και πονόψυχος είχε γλυτώσει πολύ κόσμο από βέβαιο θάνατο. Μα οι ιταλοί αν τον έπιαναν απόψε δε θα τη γλύτωνε εύκολα.

Ξάφνου κάτι κινήθηκε στο μονοπάτι που οδηγούσε στο μύλο. Ξανακοίταξε να δει καλύτερα.

«Λευτέρης, βάλε το σοκάρο».

Φώναξε με όλη του τη δύναμη, αλλά ο μικρός Λευτέρης είχε απορροφηθεί στη δουλειά. Κοιτάζοντας το αλεύρι να πέφτει στα σακιά φανταζόταν την άμμο της θάλασσας

Αύριο όταν θα έλειπε η μάνα του θα πήγαινε με τους φίλους του για μπάνιο.

Ξάφνου η ξύλινη πόρτα του μύλου άνοιξε διάπλατα από μια δυνατή κλωτσιά. Μια μαύρη σκονισμένη μπότα φάνηκε και έπειτα τέσσερις ιταλοί βρίσκονταν μέσα στο μύλο να βρίζουν στα ιταλικά και να κλωτσάνε ότι έβρισκαν μπροστά τους. Μέσα από αυτή τη μανία δε γλύτωσε το φαναράκι του Λευτέρης που κόλλησε στο τοίχο. Ο ένας ιταλός έβαλε το σόκαρο* το φρένο του μύλου και ο μύλος άρχισε σιγά- σιγά να φρενάρει ώσπου στο τέλος σταμάτησε και το μόνο που ακουγόταν ήταν το φύσημα του αέρα πάνω στα ανοιγμένα πανιά του μύλου. Ο Αντώνης κατέβηκε από τη κουκούλα του μύλου και είδε τους ιταλούς παραζαλισμένους σα κοτόπουλα να χτυπάνε με μια μαγκούρα σα λυσσασμένα σκυλιά ότι υπήρχε τριγύρω. Ένας ιταλός είχε στριμώξει το μικρό Λευτέρης στη γωνία και τον χτύπαγε.

«Μη-μη το παιδί». Τους φώναξε ο Αντώνης τρομοκρατημένος γιατί ήξερε πόσο αδίσταχτοι γίνονταν όταν κάτι δε πήγαινε καλά, και στη δική του περίπτωση τα αντίποινα μπορεί να ήταν πολύ σκληρά. .

Ένας ιταλός τον πλησίασε του πέταξε κάποιες βρισιές στα ιταλικά και έπειτα με μια απότομη κίνηση του ξερίζωσε το μουστάκι. Ένας άλλος τον έπιασε από το μπράτσο και τον έσυρε έξω.

Ο μικρός Λευτέρης έκλαιγε.

«Όχι το παιδί τους φώναξε».

Δυο ιταλοί τώρα τον κρατούσαν από τα μπράτσα και τον έσερναν προς το αρχηγείο τους.

Οι άλλοι δυο ιταλοί έμειναν πίσω. Έδεσαν το μικρό Λευτέρης από τη μέση και με το ίδιο σκοινί όπως ήταν δεμένος τον σήκωσαν ψηλά με το μακαρά. Ο μικρός κούναγε τα πόδια του στο αέρα και έκλαιγε. Ο ένας ιταλός του έπιασε τα πόδια και ο άλλος άρχισε να του βγάζει τις τρίχες από τα τρυφερά πόδια του εφτάχρονου Λευτέρης που έκλαιγε από το πόνο, ώσπου στο τέλος οι φωνές των ιταλών έφταναν στα αυτιά του σαν μελωδικό νανούρισμα. Τώρα δεν άκουγε τίποτα. Μια γλυκιά παραζάλη τον πήρε και χάθηκε σε ένα λήθαργο. Με τα λόγια των ιταλών να φτάνουν στα αυτιά του σαν γλυκό τραγούδι.

« Έλα σήκω. Σήκω.»

Ο μικρός Λευτέρης έπαιξε τα βλέφαρά του, σήκωσε το κεφάλι του και είδε να στέκονται από πάνω του δυο ιταλοί να τον κλωτσάνε μαλακά με τις σκονισμένες μπότες τους. Το δέρμα των ποδιών του τον πόναγε. Μέσα στη ζάλη του και τον φόβο του θυμήθηκε τι είχε συμβεί. Με μια απότομη κίνηση πετάχτηκε όρθιος και στάθηκε με τη πλάτη στο τοίχο κοιτάζοντας τους ιταλούς με τα κόκκινα από το κλάμα μάτια του, τρέμοντας από το φόβο. Οι ιταλοί του γύρισαν τη πλάτη και βγήκαν έξω στο ντράλικα του μύλου μουρμουρίζοντας κάτι στα ιταλικά. Ο μικρός Λευτέρη πετάχτηκε έξω και έτρεξε για το σπίτι του που ήταν λίγο πιο κάτω.

« Μάνα, άνοιξέ μου.»

Χτύπαγε τη πόρτα με τα δυο του χέρια και φώναζε. « μάνα…» Η Ζαμπιό άνοιξε τη πόρτα και ο μικρός τρύπωσε μέσα και έκλεισε πίσω του τη πόρτα.

« Μας καταλάβανε μάνα οι ιταλοί» είπε με κομμένη την ανάσα από το τρέξιμο και από το κλάμα. « Ο πατέρας σου που είναι ;» τον ρώτησε η Ζαπμιό έντρομη.

« Δε ξέρω. Τον πήρανε μάλλον θα τον πήγανε στο καζέρμα*.

Στο ισχνό φως της λάμπας η Ζαμπιό είδε τα πόδια του μικρού Λευτέρη.

« Τι έπαθαν τα πόδια σου;»

Τον ρώτησε και γονάτισε για να δει καλύτερα. Ο μικρός Λευτέρης κοίταξε τα πόδια του και έμπηξε τα κλάματα.

« Οι ιταλοί μουρμούρισε»

Η Ζαμπιό κατάλαβε τι είχε συμβεί άνοιξε τα χέρια της και τον πήρε αγκαλιά.

«Έλα, έλα να σου βάλω λίγο λαδάκι από το καντήλι και θα σου περάσει»

Είπε με θάρρος, μα μέσα της έκλαιγε και πόναγε πιο πολύ από το μικρό Λευτέρη. Η καρδιά της έτρεμε από φόβο για τη τύχη του άντρα της χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι.

Αληθινή ιστορία

Τα ονόματα και τα γεγονότα αντιπροσωπεύουν την αλήθεια.

Αντωνία Δρόσου Βελισσαράτου

ΠΗΓΗ

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Φώτης Κόντογλου: Η Κύπρος και η παράδοσή της

Υιέ, μή σε καταλάβη βουλή κακή, ή απολείπουσα διδασκαλίαν νεότητος, και διαθήκην θείαν επιλελησμένη- Υιέ, φύλασσε νόμους πατρός σου και μη απώση θεσμούς μητρός σου- Εισίν οδοί δοκούσαι είναι ορθαί, ανδρί, τα μέντοι τελευταία αυτών βλέπει εις πυθμένα, άδου.
Η Κύπρος, που έχει τόση γερή παράδοση κι αγνόν Ελληνισμό, αρχίζει και κείνη να αρρωσταίνει. Να αρρωσταίνει από την πνευματική αρρώστεια, που λέγεται κοσμοπολιτισμός και νεωτερισμός, δηλαδή λεβαντινισμός.
Ο λεβαντινισμός είναι ο πιο σιχαμερός κι ο πιο ύπουλος οχτρός του Ελληνισμού. Γιατί δεν έρχεται σαν φανερός οχτρός, παρά χαϊδεύει σαν φίλος και παραπλανά τον πολύν κόσμο πως θα γίνει μοντέρνος, Ευρωπαίος, και τον βγάζει από την αληθινή ζωή του και τον κάνει κούφιον και πεθαμένον
, όπως το φίδι που παραπλάνησε τους πρωτόπλαστους με τις ψευτιές του, κι αντί να γίνουνε θεοί, όπως τους είπε, καταντήσανε πονηροί και καταραμένοι. Κι όπως ο Αδάμ, ύσπερ' από την παρακοή, διώχτηκε από τον Παράδεισο και κάθησε απ' όξω θρηνώντας, έτσι κι ο λαός μας θά' ρθει μέρα, σαν χάσει την απλότητά του και την αγνότητά του κι ό,τι πατρογονικό έχει, που θα νοιώσει τί έχασε και θα θρηνεί σαν τον Αδάμ, μα θα' ναι αργά. Τώρα είναι ζαλισμένος και δεν καταλαβαίνει τί χάνει.
Υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζουνται για τη σωματική υγεία τους, για το ψωμί τους, για το κορμί τους, μα για την ψυχή του κανένας δεν νοιάζεται. Και κείνοι οι γραμματιζούμενοι που έχουνε χρέος να φροντίζουνε νύκτα - μέρα για την πνευματική υγεία του, αυτοί ίσια - ίσια συνεργούνε στην πνευματική του αρρώστεια, δίνονατάς του τροφή βλαβερή, ξένη για το στομάχι του. Σε τούτο έχουνε μεγάλο κρίμα, επειδής αντίς οδηγοί, γίνονται πλανευτές του λαού τους, για να χορτάσουνε την κενοδοξία τους και για να φανούνε έξυπνοι και προοδευτικοί. Γίνουνται προδότες της φυλής τους και βοηθάνε τους οχτρούς της, που τους συγχαίρουνε πονηρά για το λάκκο που ανοίγουνε να πέσει μέσα ο Ελληνισμός και να χαθεί. Γιατί πρέπει να καταλάβουμε πως ο Ελληνισμός δεν χάνεται μονάχα σαν χάσει την πολιτική ελευθερία του, αλλά σαν χάσει την πνευματική ελευθερία του. Στα χρόνια της σκλαβιάς, όσοι αλλαξοπιστούσανε, το έθνος τους λογάριαζε για χαμένους. Μα τώρα τί είναι άλλο από αλλαξόπιστοι όσοι αρνιούνται τη μάννα τους και το σπίτι τους και καταφρονάνε τα δικά τους και θέλουνε να τα θάψουνε, και να πάρουν αισθήματα και φερσίματα ξένα ολότελα στον χαραχτήρα τους;
Αν θέλουμε η Κύπρος νά' ναι αληθινά ελληνική, έχουμε χρέος να τη φυλάξουμε από τη φυλλοξηρία του λεβαντινισμού, όπως φυλάχτηκε μοναχή της τόσους αιώνες. Ή, καλύτερα, όχι να την φυλάξουμε, αλλά εμείς να μην την παραμορφώσουμε με τον νεωτεριστικόν υστερισμό που μας έχει πιάσει.
Το ραδιόφωνό μας τί τροφή δίνει στους Έλληνες και τους Κυπριώτες, με τα σαχλά τραγούδια που λένε μέρα - νύχτα ένα σωρό κανταδόροι λεβαντίνοι κι' ένα σωρό εκφυλισμένες γάτες, ακόμα και με τις αχώνευτες όπερες, τον Σοπέν, τον Μότσαρτ, τον Τσαϊκόφσκι και δεν ξέρω ποιους άλλους; Τί ακούνε τ' αυτιά των παιδιών στα χωριά, για νά 'χουνε ψυχή ελληνική σαν μεγαλώσουνε; Πώς να μην εκφυλιστεί η ψυχή τους; Μήπως τα δύο -τρία δημοτικά τραγουδάκια που μεταδίνει ο Σταθμός κάθε βδομάδα, κατά συγκατάβαση, λες και βρίσκεται κανένας στην Βενεζουέλα, και τα βάζουνε σαν παράξενα τραγούδια μιας μακρινής χώρας, όπως ακούμε απ' αλλού κάποια τραγούδια της Γιάβας ή της Ταϊτής; Μόλις ανοίξει ο Έλληνας τα μάτια του το πρωί, ή τους «καμπαλέρους» θα ακούσει ή «τη σάμπα και την καράμπα». Χαθήκανε τα ελληνικά τραγούδια, πού 'ναι αριστουργήματα σαν ποίηση και σαν σκοπός, τραγουδισμένα όχι από τα «ωδεία», αλλά από τραγουδιστάδες του λαού; Τόσο μας στράβωσε η μοντέρνα τσίμπλα; Τί αισθήματα θά 'χει μεθαύριο αυτό το παιδί, που ολοένα ακούγει τέτοια πράγματα; Κ' ύστερα μιλάμε για Ελληνισμό και για φυλή και για αρχαίες κληρονομιές. Ή αποβλακωθήκαμε ή ξεγελάμε τον εαυτό μας.
Λοιπόν στην Κύπρο φτάξανε κιόλας οι ιεραπόστολοι του νεοελληνικού μοντερνισμού, για να «μετεκπαιδεύσουν» τους Κυπριώτες και να τους τελειοποιήσουνε. Κατά δυστυχία, την παντιέρα αυτής της μοντερνοποιήσεως, δηλαδή του θαψίματος του κάθε τι που είναι ελληνικό, την βαστά η Εκκλησία. Οι παπάδες έχουνε πάθει έναν υστερισμό μοντερνοποιήσεως που ξεπερνά και τη μανία των κοσμικών, επειδή πήρανε στραβά το ζήτημα της ζωντανής Εκκλησίας, και νομίζουνε πως «ζώσα Εκκλησία» θα πει «λεβαντίνικη Εκκλησία». Αρχίσανε λοιπόν από τη βυζαντινή μουσική, που θέλουνε να την εξοστρακίσουνε, γιατί ως φαίνεται, δεν είναι ελληνική, αλλά είναι ελληνική η μουσική της Τραβιάτας και του «ντο-ρε-μι-φα». Επειδή, κατά κάποια βαθύτατη θεωρία, ελληνικό θα πει κατάργηση της παράδοσης. Και την καταργούνε, οι αμαθέστατοι, λέγοντας πως την «εξελίσσουν». Εξέλιξις γι' αυτούς δεν είναι ο πλουτισμός της ελληνικής παράδοσης με ελληνικά στοιχεία μέσα στον αιώνιο χαραχτήρα της, αλλά μια ρούσικη σαλάτα από λογιών - λογιών ευρωπαϊκά αποφάγια, που τα νομίζουνε οι ξιππασμένοι χωριάτες της «προόδου» πιο νόστιμα από τα μοσκομυρισμένα ελληνικά φαγητά μας.
Μαθαίνω λοιπόν πως πιάσανε και ψέλνουνε στις εκκλησίες της Κύπρου με τις άνοστες και πρόστυχες πολυφωνίες που τραγουδάνε στις επιθεωρήσεις. Απ' αυτό άρχισε η «μετεκπαίδευσις» της Κύπρου, πριν την πάρουμε. Φαίνεται πως δεν είμαστε καλά! Σκοτώνουμε την ψυχή της Ελλάδας, τρίβουνε τα χέρια τουςοι οχτροί μας γιατί αποστραγγίζουμε τη βασανισμένη φυλή μας από το μαρτυρικό αίμα της, κ' εμείς καμαρώνουμε «ως σκαπανείς της προόδου και του πολιτισμού». Πολιτισμό θάβουμε και για πολιτισμό ανύπαρχτο καυκιόμαστε!
Από που, τέλος πάντων, τον φέρνουμε αυτόν τον πολιτισμό; Από την Ιρλανδία ή το Τέχας ή από το Μεξικό; Πού είναι αυτό το νταμάρι που τον βγάζει αυτόν τον ανάλατον πολιτισμό; Πολιτιστήκαμε εμείς εδώ στην Αθήνα, και κάνουμε και εξαγωγή! Ήμαρτον σοι, Κύριε! Αντίς ο κλήρος να είναι συμπαραστάτης θερμός σε όσους αφιερώσανε τη ζωή τους στο πώς θα σωθεί και θα δυναμώσει η ελληνική παράδοση, παρουσιάζεται θιασώτης κάθε νεωτερισμού στη λατρεία, υποστηριχτής των ανθρώπων που δεν αγαπάνε την Εκκλησία και τις παραδόσεις της και που κάνουνε τον «ελεύθερον στοχαστήν». Δε χρειάζουνται πια για την προκοπή της Εκκλησίας οι Παπαδιαμάντηδες κι οι Μωραϊτίδηδες, αλλά της χρειάζουνται οι κανταδόροι, οι θεατρίνοι, οι κάθε λογής ρεκλαμαδόροι, που δεν έχουνε ιδέα από Ελλάδα, από ευσέβεια, από σεμνότητα, από βαθύ κι αληθινό αίσθημα, κοράκια που τσιμπάνε την ελληνική Κιβωτό!
Προχτές ήρθε στο σπίτι μου ένας αληθινός Έλληνας Κυπριώτης, που δεν ξιππάστηκε από τους μοντερνισμούς, ο Θεόδουλος Καλλίνικος, πρωτοψάλτης της Αρχιεπισκοπής Κύπρου. Μού 'φερε ένα βιβλίο πολύτιμο, την «Κυπριακή λαϊκή μούσα». Μέσα σ' αυτή έχει μαζέψει κι' έχει αποθησαυρίσει με πόθο και με ευλάβεια αθάνατα λαϊκά τραγούδια της Κύπρου, σαν κι αυτά που έκανε ο Βασίλης Μιχαηλίδης. Δε μού 'πε καθαρά το τί γίνεται στην Κύπρο, για να μην παρεξηγηθεί. Αλλά, απ' ό,τι τον ρώτισα, κατάλαβα πως κ' εκεί δουλέβουνε οι νεκροθάφτες, οι «νεωτεριστές». Η λεβαντίνικη μουσική του Σακελλαρίδη ανοίγει τον δρόμο, για να μπούνε μέσα στις εκκλησίες όλα τα κοινά δαιμόνια: κομμένα μαλλιά, ύφος κοσμικό των παπάδων, χαριεντολογία με Γενοβέφες ξανθομαλλούσες κι' ιταλιάνικους Χριστούς με μελοδραματικό ύφος, πετσόκομμα του τυπικού, περιφρόνηση για κάθε σεβάσμια πνευματική κληρονομιά, δηλαδή όλα όσα σιγά - σιγά φέρνουνε την αθεΐα. Ο Καλλίνικος αγωνίζεται να σωθεί η παράδοση, κι είμαι βέβαιος πως, αντίς υποστήριξη, θα ποτίζεται όξος και χολήν. Γιατί οι τέτοιοι άνθρωποί σήμερα στην Ελλάδα βρίσκουνε τον μπελά τους, σαν να κάνουνε κανένα έγκλημα. Το ξέρω από τον εαυτό μου.
Ένας άλλος Κυπριώτης φοιτητής, μού 'πε πως το μοναστήρι της εγκλείστρας, του Αγίου Νεοφύτου, το κάνανε τουριστικό κέντρο, με ηλεχτρικά κι άλλα θεατρικά σύνεργα, από κείνα που αγαπάνε τόσο οι νερόβραστοι κι άψυχοι μεταρρυθμιστές, που πέφτουνε παντού σαν ακρίδα και δεν αφήνουνε τίποτ΄από την ελληνική πρασινάδα. Αντί τους παλιούς απλούς και σεβάσμιους παπάδες, που τους είχανε τα χωριά σαν πατεράδες, μπαίνουνε οι καινούργιοι σπουδασμένοι, γεμάτοι αμάθεια, εγωϊσμό και λεβαντινισμό, οι λεγόμενοι « μορφωμένοι», κι ας μην ξέρουνε ούτε δυο ειρμούς από τις καταβασίες κι ας μην είναι σε θέση να πούνε τρεις αράδες από τον Προοιμιακό χωρίς να κοιτάζουνε στο Ρολόγι. Ερασιτεχνισμός, προχειρολογία, αλλά «πτυχίον της Θεολογικής Σχολής ή της Ριζαρείου». Φτάνει που έχουνε πατέντα! Ξέχασα να πω πως στο μοναστήρι της Εγκλείστρας πήρανε κ' έναν κακορρίζικον αγιογράφο (αμαθέστατον, αφού κι αυτός κάνει τον μοντέρνο), που καταγίνεται να χαλάσει τις παλιές τοιχογραφίες του ΙΔ' αιώνος, πασαλείφοντας τους τοίχους με λαδομπογιές. Τελειοποίησις και μετεκπαίδευσις! Να μην αβασκαθούμε!
Σ' αυτό το αξιοδάκρυτο χάλι βρισκόμαστε. Από δω, από την Αθήνα, αυτή η νεωτεριστική πανούκλα ρίχνει τα πλοκάμια της ως την Κύπρο. Όπως έπεσε στα νύχια της όλη η Παλιά Ελλάδα, έχει σγιαν έχουν ούλοι τους κι' η Κύπρος τα κακά της!
Όσοι απομείναμε πιστοί στην παράδοση, όσοι δεν αρνηθήκαμε το γάλα που βυζάξαμε, αγωνιζόμαστε, άλλος εδώ, άλλος εκεί, καταπάνω στην ψευτιά. Καταπάνω σ' αυτούς που θέλουνε την Ελλάδα ένα κουφάρι χωρίς ψυχή, ένα λουλούδι χωρίς μυρουδιά. Κουράγιο! Ο καιρός θα δείξει ποιος έχει δίκιο, αν και δε χρειάζεται ολότελα αυτή η απόδειξη.

Φώτης Κόντογλου. Από το βιβλίο «Η πονεμένη Ρωμιοσύνη», 1963.
Πηγή:  NOCTOC

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Το τρελό νερό: Η αλήθεια, η ψευτιά, η ζωή και ο θάνατος (Φώτης Κόντογλου)

Η ψευτιά και ο πνευματικός εκφυλισμός απλώνει μέρα με την ημέρα απάνω στους Έλληνες και τους παραμορφώνει. Έναν λαό που ξεχωρίζει ανάμε­σα σ' όλα τα έθνη και που είναι γεμάτος πνευματική υγεία, πάμε να τον κάνουμε εμείς, οι λογής-λογής κα­λαμαράδες, κ' οι άλλοι γραμματιζούμενοι, σαχλόν, χωρίς χαρακτήρα, χωρίς πνευματικό νεύρο, χωρίς πνευματική ανδροπρέπεια, χωρίς χαρακτήρα. Οι διά­φοροι φωστήρες βαστάνε από μια πατέντα στα χέρια, και μέρα-νύχτα δουλεύουνε για να «συγχρονίσουν» την Ελλάδα, ενώ στ' αληθινά σκάβουνε τον λάκκο της. Αμυαλα νευρόσπαστα! Ποιόν θα συγχρονίσετε; Αυτό που λέτε εσείς «συγχρονισμό» και «εξέλιξη» είναι μια άθλια παραμόρφωση, σύμφωνα μ' ένα βλακώδες μοντέλλο, οπού κάνανε οι σαρακοστιανοί και κάλπικοι άνθρωποι, που τους λέγει η Γραφή «χλιαρούς», δηλαδή σαχλούς, και για τους οποίους λέγει ο Θεός ότι «μέλ­λει εμέσαι εκ του στόματος αυτού, ει χλιαροί εισι, και ούτε ζεστοί ούτε ψυχροί» (Αποκαλ. γ' 16).

Μέσα σ' αυτό το καλούπι θέλετε να βάλετε τον λαό, κ' έτσι να χαθεί από πάνω του κάθε πρωτοτυπία, κάθε σημάδι αληθινής ζωής, κάθε χαρακτήρας. Θέλετε, μ' άλλα λόγια, να επιβάλετε στον κόσμο ένα πνευματικό «εσπεράντο», που να καταργήσει κάθε ζωντανή ουσία κ' έκφραση μέσα στους ανθρώπους, δηλαδή έναν πνευ­ματικό θάνατο, ή μια πνευματική παραλυσία. Αυτό το λέτε «συγχρονισμό» και «εξέλιξη»! Ανόητοι κι αναί­σθητοι! «Συγχρονισμένο» και «εξελιγμένο» είναι ό,τι είναι ζωντανό, και μοναχά ό,τι είναι πνευματικά πεθα­μένο, όπως είσαστε εσείς, αυτό δε μπορεί νά 'ναι ούτε συγχρονισμένο ούτε εξελιγμένο, αφού δεν είναι ζωντα­νό. Ο συγχρονισμός ο αληθινός είναι κάποια ενέργεια, που γίνεται μόνη της μέσα σε κάθε ζωντανό πλάσμα. Λοιπόν, ποιά Ελλάδα και ποιόν λαό θα «συγχρονίσε­τε», αφού η Ελλάδα είναι ολοζώντανη κι ο λαός της είναι αείζωος; Θα ζωντανέψετε εσείς τη ζωή, εσείς οι πεθαμένοι και θαμμένοι; Θαρρείτε, πως με τις υστερι­κές φωνές και με τις θεατρικές σκηνοθεσίες φανερώνε­ται η ζωή; Μα, ίσια-ίσια, εκεί που παίρνει τη θέση τής ζωής η νεκρή και ψεύτικη απομίμησή της, δηλαδή το είδωλό της, με άλλα λόγια κάποια φτιαχτή σκηνοθεσία τής ζωής, εκεί βέβαια δεν υπάρχει αληθινά η Ζωή. Να, αυτή η άψυχη σκηνοθεσία, αυτή είναι η «εξέλιξη» κι ο «συγχρονισμός» σας. Αυτός είναι ο θάνατος της ψυχής, γιατί η ψευτιά είναι θάνατος κ' η ζωή αλήθεια. Γι' αυτό κ' εσείς, με όλες τις φωνές που βάζετε, και μ' όλες τις δραστηριότητες, και με όλα τα υστερικά ξετινάγματα, έχετε απάνω σας τη μπόχα του θανάτου. Κι αντί να πάτε κοντά στον λαό, που είναι πηγή ζωής, για να πάρετε λίγη ζωή κι αλήθεια, εσείς θέλετε να τον κάνετε ζωντανόν, εκείνον΄ εσείς οι πεθαμένοι να ζωντανέψετε τη ζωή, οι ψεύτες να φανερώσετε την αλή­θεια, οι βρουκολάκοι να δώσετε δύναμη και νεύρα στον αντρειωμένον!

Όποιος δεν ζει σύμφωνα με το φυσικό του φτιάξιμο και με τα φυσικά κτίσματα που υπάρχουνε γύρω του, αυτός δεν έχει αληθινή ζωή μέσα του, ούτε φυσική ούτε πνευματική. Όπως ζούνε οι Έλληνες σήμερα, δεν είναι η αληθινή ζωή τους. Το νοιώθουνε κ' οι ίδιοι, κι ας μην το λένε. Λαχταράνε να βρούνε τον εαυτό τους που τον έχουν χαμένον (εκτός από κάποιους, που θαρ­ρούνε πως ζωή είναι μοναχά το φαγοπότι και το «κομ­φόρ», δίχως κανέναν βαθύν πόθο, χωρίς κανέναν καϋμό). Και κείνος, ακόμα, που δεν έχει συναίσθηση τι είναι αληθινό, έρχεται στιγμή που καταλαβαίνει, πως η ζωή του είναι ψεύτικη, πως δεν έχει κανέναν αληθινό δεσμό ούτε με τον τόπο του, ούτε με τους προγόνους του, ούτε με τις ντόπιες συνήθειες που βγήκανε από την αγάπη κι από τον πόνο, και πως είναι ορφανός και ξένος μέσα στον ίδιο τον τόπο του, σαν τον άσωτο γυιο, και πως, με όλο που θαρρεί πως τρώγει καλά και νόστιμα φαγητά, στ' αληθινά μασά ξυλοκέρατα, φερ­μένα από ξένους τόπους, οπού είναι αλλοιώτικοι από τον δικό μας.
*
Πολλοί λένε πως είμαι ένας φανατικός, ένας ζηλω­τής που βρίσκεται «εκτός της πραγματικότητος», ένας μονομανής, που θέλει κάποια πράγματα που δεν γίνουνται και που τα παρακάνει και τα παραλέγει. Έχουνε δίκηο να λένε, πως είμαι φανατικός και ζηλωτής. Μα όποιος είναι ζηλωτής από αγάπη για την αλήθεια, εί­ναι συγχωρημένος. Φωνάζω και στεναχωριέμαι, γιατί η φυλή μας χάνει τα αληθινά πράγματα και παίρνει τα ψεύτικα, κ' έτσι δεν χαίρεται τα τόσα πνευματικά πλούτη που κληρονόμησε, και δεν θρέφεται από το αντρειωμένο και ζωογόνο ελληνικό γάλα, που έθρεψε κι αγρίμια ακόμα και τά 'κανε ανθρώπους. Αυτό το γάλα δεν είναι της δικής μου μάνας, μα της μάνας ολονών μας, που τ' αρνηθήκανε όσοι σας δίνουνε να πιήτε αντί για γάλα το φαρμάκι της ψευτιάς που τη λένε «πρόοδο», «εξέλιξη», «κοσμοπολιτισμό», «μο­ντερνισμό» κτλ. Εγώ στενοχωριέμαι για σας, όχι για μένα, γιατί εγώ έχω αυτό που δεν έχετε, μα αυτό δεν είναι δικό μου μοναχά, αλλά δικό μας. Και γιατί, τάχα, θα υπόφερνα, αν δεν αγαπούσα τ' αδέλφια μου, και δεν φοβόμουνα μην χάσουνε τον θησαυρό; Οι γενεές που έρχουνται από πίσω μας, σαν θάλασσες από το πέλα­γο, γιατί να ζήσουνε με την ψευτιά και να μην ζήσουνε αληθινά, γιατί να είναι πεθαμένοι-ζωντανοί, αφού η ζωή με την ψευτιά δεν συνταιριάζουνται;

Λένε πως τα παραλέγω. Μακάρι να τα παράλεγα κι ας έβγαινα γελασμένος. Μα βλέπω καθαρά, πως μέρα με τη μέρα το πνευματικό αίμα φεύγει από την όψη της φυλής μας, το βλέπω και πικραίνουμαι, όπως βλέ­πει η μάνα το παιδί της που μαραζώνει. Τί παρακάνω και τί παραλέγω; Δεν βλέπετε πως παραπατάμε, σαν ζαλισμένοι, και δεν ξέρουμε που πάμε; Η ξενομανία μάς έδερνε πάντα, αφού κι ο Παυσανίας γράφει: «Έλ­ληνες αεί εν θαύματι τιθέασι τ' αλλότρια ή τα οικεία». Μα τώρα σαν να χάσαμε ολότελα τα φρένα μας, λες κ' ήπιαμε το Τρελλό Νερό, που λέγει ένας μύθος ανατολίτικος, και λέμε το ψεύτικο αληθινό, το νόστιμο άνο­στο, το μαύρο άσπρο. Και με όλο που πάθαμε αυτή την ξενομανιακή τρέλλα, ωστόσο, επειδή αγαπάμε τον τόπο μας, το αίμα μας και τα δικά μας, θέλουμε να συμβιβάσουμε αυτή την αγάπη μας με την τρέλλα μας (δηλαδή με τη ματαιοδοξία μας), και πάμε σαν το καράβι που δεν έχει τιμόνι, μα που θέλει σώνει και καλά να ισάρει όλα τα πανιά του, για να τσακισθεί πιο γλήγορα απάνω στις ξέρες! Είμαστε σαν τους παλιούς Εβραίους, που αρνηθήκανε τον Θεό τους και προσκυ­νούσαν τον Βάαλ, μα που φοβόντανε κιόλας μην τους παιδέψει ο Ιεχωβά, κι ο προφήτης Ηλίας τους μάλω­νε και τους έλεγε: «Έως πότε υμείς χωλανείτε επ' αμφοτέραις ταις ιγνύαις;» — «ως πότε θα κουτσαίνετε πότε από τό 'να το ποδάρι και πότε από τ' άλλο; Αν είναι θεός ο Βάαλ, πηγαίνετε ξοπίσω του, αν είναι ο θεός ο Ιεχωβά πηγαίνετε ξοπίσω απ' αυτόν». Έτσι κ' εμείς θέλουμε να τα συμβιβάσουμε τα αταίριαστα και το χάλι μας είναι ελεεινό. Αγαπάμε την Ελλάδα, πονάμε τον τόπο μας, δίνουμε γι' αυτόν τη ζωή μας, κι από την άλλη μεριά σιχαινόμαστε τα δικά μας πράγματα, τα πράγματα της Ελλάδας, είτε φυσικά είναι είτε τεχνητά, είτε συνήθειες, είτε τραγούδια, εί­τε ψαλμωδίες, είτε εικονίσματα, και θέλουμε τα ξενοφερμένα. Είμαστε, λοιπόν, στα συγκαλά μας; Ρωτώ να μάθω.

*

Έχουμε τέτοιο φως, τέτοιον γαλανόν ουρανό, που τον καυχιόμαστε, και μολαταύτα βάζουμε μαύρα γυα­λιά σαν νά 'χουμε πονόματο, και καταδικάζουμε τον εαυτό μας να βλέπουμε ολοένα συννεφιασμένον, σταχτύν ουρανό, τα δέντρα αντί πράσινα να τα βλέπουμε καφετιά, τη γαλανή θάλασσα να τη βλέπουμε θολή και λερωμένη, μόνο και μόνο γιατί τα μαύρα τα γυαλιά είναι μοντέρνα. Οι γυναίκες μας κάνουνε χίλια-δυο για να γίνουνε πιο έμορφα τα μάτια τους, κ' ύστερα βά­ζουνε μπροστά τους ολόκληρες τζαμαρίες, που φρά­ζουνε όχι μονάχα τα μάτια τους μα και τα μάγουλά τους, σαν νά 'ναι βουτηχτάδες, κι αντίς έμορφα πρό­σωπα με αγνά και καθαρά μάτια, βλέπεις νεκροκεφα­λές με μαύρες ματότρυπες, μόνο και μόνο γιατί οι νεκροκεφαλές είναι πιο μοντέρνες από τα ζωντανά πρόσωπα με τα έμορφα μάτια. Στο ζαχαροπλαστείο τραβά η όρεξή τους ένα κανταΐφι ή έναν μπακλαβά ή κανένα ριζόγαλο, και μολαταύτα παραγγέλνουνε κά­ποιο γλυκό με ξενικό όνομα, κι όσο πιο ασυνήθιστο είναι τ' όνομα, τόσο πιο καλά, κι ας μην κατεβαίνει, φτάνει που κοιτάζουνε οι διπλανοί, «οπισθοδρομημένοι» με απορία για το παράξενο γλυκό που τρώνε! Στη μουσική, όχι μοναχά είναι της μόδας τα ξένα τραγού­δια, αλλά και τα τελειοποιούμε. Εδώ τα ιταλιάνικα γίνονται πιο ιταλιάνικα, τα γαλλικά πιο γαλλικά, τα μεξικάνικα, οι χαβάγιες, τα τυρολέζικα ουά-ουά, τα σπανιόλικα. Κι αυτοί που τα τελειοποιούνε είναι κά­ποιοι παπαγάλοι, που «μιμούνται θαυμάσια» το κάθε τι, και ονομάζονται «καλλιτέχναι και καλλιτέχνιδες του άσματος». Μάλιστα, έχουμε και κάποιους βαρυσή­μαντους, που κάνουνε και εισαγωγή σ' αυτά τα βαθιά και μεγάλα έργα «ενδελεχώς και εμπεριστατωμένως». Κακόμοιρη Ελλάδα! Λέμε κάπου-κάπου και κανένα ελληνικό, ως επί το πλείστον όμως «ενορχηστρωμένον», δηλ. «λεβαντινισμένο» από κάποιον αισθηματίαν ανόητον, που δεν έχει ιδέα ούτε από Ελλάδα, ούτε από λαό, ούτε από χωριό, ούτε από τίποτα! Αυτός ο υστερισμός έχει πιάσει τον κόσμο, κι αν δεν είσαι τέ­τοιος «μοντέρνος», σε βλέπουνε με λύπη και με κατα­φρόνηση. Η δεσποινίδα που λέγει «κάθομαι εις την οδός τάδε» και πως στο σπίτι της έχει «κομφλόρ» και «τελέφωνο» κλπ., χορεύει «σάμπα», μαδά τα φρύ­δια της για να μοιάσει με τη σπανή «σταρ», που βλέ­πει στο «σινεμά», μίλα σαν να μην ξέρει να μιλήσει ελληνικά, κι ο νεαρός Έλλην τρελλαίνεται γι' αυτά τα μοντέρνα χαρίσματα και περιφρονά την αδερφή του πού 'ναι το πρόσωπό της σαν της Παναγιάς, και που είναι νοικοκυρούλα, σεμνή, φρόνιμη Ελληνοπούλα.

Πάντα οι Έλληνες προτιμούσανε τα ξένα από τα δικά τους, τώρα όμως τα μισούνε κιόλας τα δικά τους, μισούνε κι όποιον τα αγαπά και τα κρατά. Τυχαίνει να βρεθεί στο τραμ μια μοντέρνα, και κοντά της να κάθε­ται καμμιά χωριατοπούλα με το τσεμπέρι, κ' η κακο­μοίρα κάθεται φοβισμένη, σταυροχεριασμένη, αυτή που γέννησε τον Θανάση Διάκο και τον Νικηταρά, και κοιτάζει την άλλη που χλιμιντρά και ξετινάζει τα κί­τρινα μαλλιά της, κ' είναι ένα κανάτι μπογιατισμένο, χωρίς ψυχή, χωρίς πόνο, χωρίς αγνή χαρά, χωρίς τίπο­τα. Ναι, μπροστά σ' αυτά τα ξόανα κάθεται η Ελλά­δα, η αληθινή κ' η βασανισμένη, σταυροχεριασμένη, βουβή, σαν νά 'ναι φταίχτρα!

Αλλά πάμε και παραπέρα: Στις εκκλησιές, και κει μοντερνισμός, και μάλιστα πιο σιχαμερός. Παπάδες, ψάλτες, νεωκόροι, καντηλανάφτες, όλοι κοιτάζουνε ποιος θα ξεπεράσει τον άλλον στον μοντερνισμό. Θέλουνε ξανθιούς Χριστούς, μαντόνες κοκκινομάγουλες και σπανές, αγίους χαμογελαστούς, με κείνο το φαρισαϊκό μειδίαμα που έχουνε οι μοντέρνοι θεατρίνοι, α­διάφοροι για την Ορθοδοξία, νεωτεριστές που δεν θέ­λουνε το ράσο που φορούσε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, μήτε το καμηλαύχι, μήτε το τυπικό της εκκλη­σίας, μήτε την κατανυκτική ψαλμωδία της, γιατί τους κάνει να νοιώσουνε το χάλι που βρίσκεται η ψυχή τους. Άξεστοι κι αμόρφωτοι από αληθινή θρησκευτική γνώση, μιλάνε ολοένα για νεωτερισμούς, για μεγάφωνα, για «αιθούσας διαλέξεων», για «ορατόρια», για «αλτάρια» κλπ. Κοντά τους στέκονται και κάποιοι μουσικοσυνθέτες που «ενορχηστρώνουν» τους εκκλη­σιαστικούς ύμνους μας, χωρίς να έχουνε ιδέα τι είναι εκκλησία, τι είναι ο πνευματικός της χαρακτήρας, τι είναι η ελληνική ψυχή, και με επιπολαιότητα λεβαντίνικη φτιάνουνε κάποιες μουσικές χωρίς σύσταση, πολύφωνες χορωδίες με υστερικά ξεφωνητά από κάποια γυναικάρια και με χοντροφωνάρες, ξένες για τ' αυτιά μας, ξένες για την καρδιά μας, ξένες για την ψυχή μας, και οι ίδιες ανούσιες και βλακώδεις για κάθε άνθρωπο που δεν τον έχει παραλύσει η ψευτιά.

*
Όλοι αυτοί έχουνε την ιδέα πως είναι οι κλειδοκράτορες «της προόδου και της ζωής του έθνους», ενώ εμείς είμαστε «καθυστερημένοι», στρείδια κολλημένα στο βράχο της παράδοσης, «εχθροί της προόδου», «στοιχεία άχρηστα και πεθαμένα για την μεγάλην αποστολήν του έθνους μας».

Αυτό με κάνει να θυμηθώ τον ανατολίτικο μύθο που είπα στην αρχή: «Μια φορά, λέγει ο μύθος, ήτανε ένας σουλτάνος, καλός και δίκιος, κ' είχε έναν βεζύρη, που ήτανε κι αυτός καλός και δίκιος, κ' ήτανε κι αστρολό­γος. Μια μέρα ο βεζύρης λέγει του σουλτάνου, πως είδε κάποια σημάδια στον ουρανό πως θα βρέξει στον κόσμο ένα νερό τρελλό, και πως όποιος το πιει αυτό το νερό, θα τρελλαίνεται. Και πως όλοι οι άνθρωποι που ζούνε στην επικράτειά τους θα το πιούνε και θα χάσουνε τα λογικά τους, και δεν θα νοιώθουνε πια τίποτα, μήτε τι είναι σωστό και τι είναι ψεύτικο, μήτε τι είναι καλό και τι είναι κακό, μήτε τι είναι νόστιμο και τι είναι άνοστο, μήτε τι είναι δίκιο και τι είναι άδικο. Σαν τ' άκουσε αυτά τα λόγια ο Σουλτάνος, γυρίζει και λέγει στον βεζύρη: "Αφού θα τρελλαθεί όλος ο κό­σμος, πρέπει να κοιτάξουμε να μην τρελλαθούμε κ' εμείς, γιατί αλλοιώς πώς θα τους κρίνουμε με δικαιο­σύνη;". Του λέγει ο βεζύρης πως ο λόγος του είναι σωστός και πως θά 'πρεπε να προστάξει να μαζέψουνε από το καλό νερό που πίνανε, και να το φυλάξουνε μέσα στις στέρνες, για να μην πίνουνε από το χαλα­σμένο και κρίνουνε παλαβά κι άδικα, μα δίκια, όπως έχουνε χρέος. Έτσι κ' έγινε. Σε λίγον καιρό έβρεξε στ' αλήθεια, και το νερό ήτανε νερό τρελλό, και τρελλαθήκανε όλοι οι άνθρωποι, και δεν γνωρίζανε οι καϋμένοι τι τους γίνεται, κ' είχανε το ψεύτικο για αληθι­νό, το κακό για καλό, το άδικο για δίκιο. Μα ο σουλτά­νος κι ο βεζύρης πίνανε από το καλό νερό που είχανε φυλαγμένο, και δεν τρελλαθήκανε, αλλά κρίνανε τον κόσμο με δικαιοσύνη. Μα ο κόσμος τά ‘βλέπε ανάπο­δα, και δεν ήτανε ευχαριστημένος από την κρίση του σουλτάνου και του βεζύρη, και φωνάζανε πως τους αδικούνε, και κοντεύανε να σηκώσουνε επανάσταση. Μετά καιρό, σαν είδανε κι αποείδανε, ο σουλτάνος κι ο βεζύρης, χάσανε το κουράγιο τους, και λέγει ο σουλτά­νος στο βεζύρη: "Τούτοι οι φουκαράδες αληθινά χάσα­νε τα φρένα τους, και τα βλέπουνε όλα ανάποδα κι όπως πάμε, μπορεί και να μας σκοτώσουνε επειδή θέ­λουμε να τους κρίνουμε με δικαιοσύνη για να ευτυχήσουνε. Το λοιπόν, βεζύρ εφέντη, άιντε να χύσουμε το καλό νερό από τις στέρνες, και να πιάσουμε να πίνουμε κ' εμείς από το τρελλό νερό, να γίνουμε σαν κι αυτούς, και τότε θα μας καταλαβαίνουνε και θα μας αγαπάνε". Έτσι κ' έγινε. Ήπιανε κι αυτοί από το παλαβό νερό και τρελλαθήκανε, και κρίνανε τρελλά κι άδικα, κι ο κόσμος απόμενε ευχαριστημένος και πολυχρονίζανε τον σουλτάνο».

*

Θαρρώ πως κάτι παρόμοιο γίνεται και σήμερα στον τόπο μας. Εμείς, όμως, δε θα χύσουμε το λίγο νερό που είναι ακόμα φυλαγμένο μέσα στη στέρνα της πα­ράδοσης. Μα θα πίνουμε απ' αυτό το καλό νερό, και θα καλούμε να πιούνε κ' οι άλλοι Έλληνες, που τους ξεραίνει ο λίβας της ξενομανίας. Να πιούνε και να δροσισθούνε από το νερό που βγαίνει από την πέτρα, από το καλό και τ' αθάνατο νερό μας, από «το ύδωρ το ζων».

(Πηγή: «Ευλογημένο καταφύγιο», Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ)
πηγή


Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

Η αγιασμένη επανάσταση


του Φώτη Κόντογλου

«Η ελληνική Επανάσταση είναι η πιο πνευματική επανάσταση που έγινε στον κόσμο. Είναι αγιασμένη»

Η σκλαβιά που έσπρωξε τους Έλληνες να ξεσηκωθούνε καταπάνω στον Τούρκο δεν ήτανε μονάχα η στέρηση κι η κακοπάθηση του κορμιού, αλλά, απάνω απ’ όλα, το ότι ο τύραννος ήθελε να χαλάσει την πίστη τους, μποδίζοντάς τους από τα θρησκευτικά χρέη τους, αλλαξοπιστίζοντάς τους και σφάζοντας ή κρεμάζοντάς τους, επειδή δεν αρνιότανε την πίστη τους για να γίνουνε μωχαμετάνοι...

Για τούτο πίστη και πατρίδα είχανε γίνει ένα και το ίδιο πράγμα, κ’ η λευτεριά που ποθούσανε δεν ήτανε μοναχά η λευτεριά που ποθούνε όλοι οι επαναστάτες, αλλά η λευτεριά να φυλάξουνε την αγιασμένη πίστη τους, που μ’ αυτήν ελπίζανε να σώσουνε την ψυχή τους. Γιατί, γι’ αυτούς, κοντά στο κορμί, που έχει τόσες ανάγκες και που με τόσα βάσανα γίνεται η συντήρησή του, υπήρχε κ’ η ψυχή, που είπε ο Χριστός πως αξίζει περισσότερο από το σώμα, όσο περισσότερο αξίζει το ρούχο απ’ αυτό.

Εκείνες οι απλές ψυχές, που ζούσανε στα βουνά και στα ρημοτόπια, ήτανε διδαγμένες από τους πατεράδες τους στην πίστη του Χριστού, και γνωρίζανε, μ’ όλο που ήτανε αγράμματες , κάποια από τα λόγια του, όπως είναι τούτα: «Τι θα ωφελήσει άραγε τον άνθρωπο, αν κερδίσει τον κόσμο όλο, και ζημιωθεί την ψυχή του;» «Η ψυχή είναι πιο πολύτιμη από τη θροφή, όπως το κορμί από το φόρεμα!» κ.ά.

Για τούτο, κατά τα χρόνια της σκλαβιάς, χιλιάδες παλληκάρια σφαχτήκανε και κρεμαστήκανε και παλουκωθήκανε για τη πίστη τους, αψηφώντας τη νεότητά τους, και μη δίνοντας σημασία στο κορμί τους και σε τούτη την πρόσκαιρη ζωή. Στράτευμα ολάκερο είναι οι άγιοι νεομάρτυρες, που δε θανατωθήκανε για τα υλικά αγαθά τούτης της ζωής, αλλά για την πολύτιμη ψυχή τους, που γνωρίζανε πως δε θα πεθάνει μαζί με το κορμί, αλλά θα ζήσει αιώνια. Ακούγανε και πιστεύανε ατράνταχτα τα λόγια του Χριστού, που είπε: «Μη φοβηθήτε εκείνον που σκοτώνει το σώμα, και που δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω. Αλλά να φοβηθείτε εκείνον που μπορεί να θανατώσει και το σώμα και την ψυχή.»

Η ελευθερία, που γι’ αυτή θυσιαζόντανε, δεν ήτανε κάποια ακαθόριστη θεότητα, αλλά ήτανε ο ίδιος ο Χριστός, που γι’ αυτόν είπε ο απόστολος Παύλος: «Όπου το Πνεύμα του Κυρίου, εκεί είναι κ’ η ελευθερία.». Κι αλλού λέγει: «Σταθείτε στερεά στην ελευθερία που σας χάρισε ο Χριστός, σταθείτε και μην πέσετε πάλι στο ζυγό της δουλείας. Γιατί για την ελευθερία σάς κάλεσε. Αλλά την ελευθερία μην την παίρνετε μονάχα σαν αφορμή για τη σάρκα σας.»

Από το βιβλίο «Πονεμένη Ρωμιοσύνη» Φώτη Κόντογλου Εκδ. Αστήρ

πηγή

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Η γυναίκα του τόπου μου.

Γράφει η Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη

Aσε με να σε σεργιανίσω στην ιστορία, στο περιβόλι πιο σωστά να πω, της γυναίκας του τόπου μου. Θα αρχίσω μετά την κραυγή «Έάλω η Πόλις», τότε πού «όλα τα ‘ σκίαζε ή φοβέρα καί τα πλάκωνε ή σκλαβιά». Τότε πού «σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μέσ’ στη χώρα», μια γυναίκα έλαμψε, ή Ρηγούλα Μπενιζέλου, ή Φιλοθέη. Πρίν υπάρξει Κοσμάς Αιτωλός, οϊ δάσκαλοι του Γένους, πρώτα μια γυναίκα κατάλαβε πώς οποίος χαθεί για την Όρθοδοξία, εΐναι χαμένος για το Γένος. Στήν Τουρκοκρατούμενη Αθήνα μαζεύει τα σκλαβωμένα Ελληνόπουλα να τους μάθει Τέχνη, Γράμματα. Φτιάχνει Νοσοκομείο, Γηροκομείο- μαζεύει τίς ανύπαντρες μητέρες, κρατά τα μωρά τους- ξενοδοχείο κάνει, για τους γυρολόγους• πηγάδι να πίνουνε νερό οί διψασμένοι, το Ψυχικό, Οπως ονομάστηκε. Στά Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, το Γένος μου δίνει ιδιαίτερη τιμή στη μάνα. Στά Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς «κάτσε να φας, κάτσε να πιεις» παρακαλάμε τον “Αγιο Βασίλη. Μα αυτός βιάζεται. «Που πάς;» τον ρωτάμε. «”Από τη μάνα μου έρχομαι, στο δάσκαλο πηγαίνω» απαντά ό Άη-Βασίλης, το Γένος μου δηλαδή. Βραβεύεται παγκόσμια ό ποιητής μας Σεφέρης με Νόμπελ. Στό τέλος πρέπει να ευχαριστήσει. Το κοινό -ή αφρόκρεμα της υφηλίου. Καί αρχίζει:«Προέρχομαι από ένα Γένος πού ξέρει πώς καρπός της μάνας μας είμαστε. Για νανούρισμα λέει «Κοιμήσου καί σου κέντησα άητούς στο μαξιλάρι. Άγια Σοφιά καί Παναγιά νάχεις για προσκεφάλι».

Ή γυναίκα του τόπου μου νανούριζε το σκλαβωμένο Ελληνόπουλο με το: «Πέφτω κάνω το Σταυρό μου, άγγελο έχω στο πλευρό μου• δούλος του Θεόυ λογιοϋμαι καί κανέναν δε φοβούμαι».

Ή γυναίκα του τόπου μου δεν ήξερε πολλά γράμματα. Μάθαινε όμως μια μοναδική πρόσθεση στα παιδιά καί στα εγγόνια της, πρόσθεση ολο δόγμα καί στέριωμα για τη ζωή: Ένας εΐν’ ό Κύριος, δεύ τερη ή Παναγιά, τρίτος εΐναι ο Πρόδρομος, τέσσερα τα Εύαγγέλια, πέντε ή πεντάτευχος, εξι τα έξαπτέρυγα, εφτά είν’ τα Μυστήρια οχτώ το όχταήχι εννιά είναι τα τάγματα, δέκα είν’ οί εντολές, έντεκα τα έωθινα, δώδεκα οί “Απόστολοι».

Χριστό καί Ελλάδα ή γυναίκα του τόπου μου έδινε με το γάλα της στο μωρό. Γυναίκες πού, όπως λέει ό ποιητής, «με το Ψαλτήρι έθέριεψαν, καί το χρυσό στεφάνι τη; Υπερμάχου έφίλησαν καί παλι στο μακελιό!!!» Γιατί εγνοια τους -ή λευτεριά του τόπου τους. Ή Λενιώ Μπότσαρη ήταν ή σημαιοφόρος στο Σουλιώτικο σώμα, ήταν ή «Μπαϊρακτάραινα». Καί ή ήρωϊκή μάνα των Λαζαίων έλεγε στα παιδιά της: «Κατάρα ναχετε παιδιά, μη λυγισουν τα κορμιά σας, όσο να ζείτε, τη Τουρκιά να μη την προσκυνάτε!!». Ήταν αυτή ή Γυναίκα πού έδωσε 30.000 νεομάρτυρες πού δεν έπρεπε να ξεχάσουν πώς εΐναι Χριστιανοί καί “Ελληνες. Στόν ένοπλο Μακεδόνικο αγώνα, όπως τονίζει ό Ακαδημαϊκός Βαφόπουλος, έντονη ή παρουσία της. «Όποιος ξεχάσει τη Μακεδονία μας, γιος μου δε λογιαριάζεται, καταραμένος ναναι!!», έλεγε στα παιδιά της. Μετέφεραν όπλα, τρόφιμα, πληροφορίες, κρύβοντας στα σπίτια τους αγωνιστές, νοσηλεύοντας τραυματίες καί αρρώστους. Πολλές φορές καί φυσέκια έκρυβαν ανάμεσα στις πλούσιες πλεξούδες τους καί όπλα κάτω από τίς κάπες τους. Οι γεροντότερες έπλεκαν ακάματα μάλλινα για τους αγωνιστές καί κεντούσαν τα διακριτικά στα πηλίκιά τους.
Το Παρθεναγωγείο της Θεσσαλονίκης ετοίμαζε δασκάλες πού πήγαιναν στα σχολειά της Μακεδονίας πού αναστέναζαν κάτω από τον Βούλγαρο κομιτατζή να μάθει το Ελληνόπουλο ελληνικά. Πυρπολούσαν το σχολειό οι Βούλγαροι, καιγότανε μαζί καί ή δασκάλα, άφου προλάβαινε να χτυπήσει τον εχτρό. Το λάβαρο της Αγίας Λαύρας πού ό Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός το έβγαλε άπ’ την ωραία πύλη καί κηρύττει την έναρξη του αγώνα, το κέντησαν γυναίκες στη Σμύρνη.Προτού να αρχίσουν το κέντημα τα κορίτσια, άναβαν το καντήλι, έκαναν το σταυρό τους καί καθώς κεντούσαν έλεγαν προσευχές καί έψελναν σιγά τροπάρια. Στό τέλος δε του κάθε κεντήματος θύμιαζαν το ιερό αυτό εργόχειρο. Ό συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός στο βιβλίο του «Συναξάρι “Ανδρέα Κορδοπάτη» γράφει: «…καί πέθανε ή μάνα… Το είχε καταλάβει. Μας πήρε κοντά της. Την Πίστη σας, μας είπε, να μην την αλλάξετε. Αυτό θυμάμαι…».


Δασκάλα 18 χρονών, μόνη της μέσα στην καταστροφή της Σμύρνης, διέσωσε 100 παιδιά του ορφανοτροφείου Σμύρνης. Τα πήγε στη Θεσσσαλονίκη με καράβια, παρακαλώντας, καί περίμενε να τελειώσουν δλα, να μάθουν μια τέχνη, καί μετά παντρεύτηκε.

Τί να σου πω για τις γυναίκες της Πίνδου! Σκαρφάλωσαν εκεΐ πού τα μουλάρια δεν μπόραγαν να σκαρφαλώσουν, ζαλωμένες με πολεμοφόδια, γιατί οι φαντάροι μας είχαν απομείνει σε ένα οχυρό χωρίς πολεμοφόδια. Να, κι άλλο θα σου πω. Οί νικητές της Πίνδου προχωρούσαν. Καθώς έφτασαν στον ποταμό Βογιούσα τρόμαξαν. Το απότομο ρέμα εμπόδιζε τους σκαπανείς. Οί γυναίκες μπήκαν οι ίδιες μέσα στα νερά καί πιασμένες οφιχτά από τους ώμους, σχημάτισαν πρόχωμα πού άνάκοπτε την ορμή του πόταμου καί ευκόλυνε τους γεφυροποιούς.

Ό Νικηφόρος Βρεττάκος θα τραγουδήσει τη γυναίκα της Πίνδου: «Στής ιστορίας το διάσελο όρθιος ό / γιος πολέμαγε κι ή μάνα κράταε τα / βουνά, όρθιος να στέκει ό μπροΰντζος, χιόνι καί σύννεφο. Κι άχολόγαγε ή Πίνδος. Τα φαράγγια κατέβαζαν / τραγούδια κι άναπήδαγαν τα έλατα / καί χόρευαν οι πέτρες. Κι δλα φώναζαν «ϊτε παίδες Ελλήνων…». Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν / Παναγιές τις ανέβαιναν. Με την ευχή στον ώμο τους κατά το /γιο πήγαιναν…»

“Η Ιωάννα Τσάτσου γράφει για μια νοσοκόμα Ελληνίδα, πού κρατούσε στην αγκαλιά της έναν Ιταλό στρατιώτη πού ήταν σε αφασία. Στό ένα της χέρι είχε ένα ιταλικό λεξικό καί ψιθύριζε Ιταλικά «γιε μου… γιε μου». «Με νομίζει για μάνα του», είπε στην έκθαμβη Τσάτσου.


Επί 40 χρόνια ή Δέσποινα Άχλαδιώτη ύψωνε στο μικρό νησί της Ρω την Ελληνική σημαία. Ή “Ακαδημία (1975) Αθηνών τίμησε την Κυρά της Ρω, τη γυναίκα με τη σημαία.

Ή Γυναίκα του τόπου μου στεριώνει τα γιοφύρια. Μη ξεχνάς το γιοφύρι της “Αρτας «”Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν». Μα ή γυναίκα του πρωτομάστορα θεληματικά δέχεται να στεριώσει, με το θάνατο της, το γιοφύρι.

Καί το Γένος μου, μια γυναίκα -τη Γοργόνα- έβαλε φρουρό στο Αιγαίο, καί να σε ρωτάει με αγωνία μήπως καί πέθανε ό Μεγαλέξανδρος στη μνήμη σου.
Καί τελειώνει το σεργιάνι με το ποίημα του Κωστή Παλαμά:
 «Χαίρε Γυναίκα, 
 εσύ Αθήνα, Μαρία, Ελένη, Εύα, να ή ώρα σου!
Τα ωραία φτερά δοκίμασε  κι άνέα 
καί καθώς είσαι ανάλαφρη 
καί πια δεν είσαι σκλάβα
προς τη μελλόμενη “Αγια Γη πρωτύτερα  εσύ τράβα 
 κι ετοίμασε τη Νέα Ζωή,
μιας Νέας Χαράς Υφάντρα, 
 κι υστέρα αγκάλιασε, ύψωσε καί φέρε εκεί τον άντρα
 Καί πλάσε τον Πρωτοπλάστη».

περιοδικό ”ΤΟΛΜΗ"
πηγή

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Το Βλογημένο Μαντρί


του Φώτη Κόντογλου
απο το  www.antibaro.gr 


Κάθε χρόνο ο Άγιος Βασίλης τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς γυρίζει από χώρα σε χώρα κι από χωριό σε χωριό, και χτυπά τις πόρτες για να δει ποιος θα τον δεχτεί με καθαρή καρδιά. Μια χρονιά λοιπόν, πήρε το ραβδί του και τράβηξε. Ήτανε σαν καλόγερος ασκητής, ντυμένος με κάτι μπαλωμένα παλιόρασα, με χοντροπάπουτσα στα ποδάρια του και μ’ ένα ταγάρι περασμένο στον ώμο του. Γι αυτό τον παίρνανε για διακονιάρη και δεν τ’ ανοίγανε την πόρτα. Ο Άγιος Βασίλης έφευγε λυπημένος, γιατί έβλεπε την απονιά των ανθρώπων και συλλογιζότανε τους φτωχούς που διακονεύουνε, επειδής έχουνε ανάγκη, μ’ όλο που αυτός ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από κανέναν, κι ούτε πεινούσε, ούτε κρύωνε.Αφού βολόδειρε από δω κι από κει, κι αφού πέρασε από χώρες πολλές κι από χιλιάδες χωριά και πολιτείες, έφταξε στα ελληνικά τα μέρη, πού ’ναι φτωχός κόσμος. Απ’ όλα τα χωριά πρόκρινε τα πιο φτωχά, και τράβηξε κατά κει, ανάμεσα στα ξερά βουνά που βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά.

Περπατούσε νύχτα κι ο χιονιάς βογκούσε, η πλάση ήτανε πολύ άγρια. Ψυχή ζωντανή δεν ακουγότανε, εξόν από κανένα τσακάλι που γάβγιζε.

Αφού περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ’ ένα απάγκιο που έκοβε ο αγέρας από ’να μικρό βουνό, κι είδε ένα μαντρί κολλημένο στα βράχια. Άνοιξε την αυλόπορτα που ήτανε κανωμένη από άγρια ρουπάκια και μπήκε στη μάντρα. Τα σκυλιά ξυπνήσανε και πιάσανε και γαβγίζανε. Πέσανε απάνω του να τον σκίσουνε˙ μα, σαν πήγανε κοντά του, σκύψανε τα κεφάλια τους και σερνόντανε στα ποδάρια του, γλείφανε τα χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα και κουνούσανε παρακαλεστικά τις ουρές τους.
Ο Άγιος σίμωσε στο καλύβι του τσομπάνου και χτύπησε την πόρτα με το ραβδί του και φώναξε:«Ελεήστε με, χριστιανοί, για τις ψυχές των αποθαμένων σας! Κι ο Χριστός μας διακόνεψε σαν ήρθε σε τούτον τον κόσμο!».

Η πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας τσομπάνης, παλικάρι ως εικοσιπέντε χρονώ, με μαύρα γένια˙ και δίχως να δει καλά καλά ποιος χτυπούσε την πόρτα, είπε στο γέροντα:

«Πέρασε μέσα στ’ αρχοντικό μας να ζεσταθείς! Καλή μέρα και καλή χρονιά!».Αυτός ο τσομπάνης ήτανε ο Γιάννης ο Μπάικας, που τον λέγανε Γιάννη Βλογημένον, άνθρωπος αθώος σαν τα πρόβατα που βόσκαγε, αγράμματος ολότελα.

Μέσα στην καλύβα έφεγγε με λιγοστό φως ένα λυχνάρι. Ο Γιάννης, σαν είδε στο φως πως ο μουσαφίρης ήτανε γέροντας καλόγερος, πήρε το χέρι του και τ’ ανασπάστηκε και τό ’βαλε απάνω στο κεφάλι του. Ύστερα φώναξε και τη γυναίκα του, ως είκοσι χρονώ κοπελούδα, που κουνούσε το μωρό τους μέσα στην κούνια. Κι εκείνη πήγε ταπεινά και φίλησε το χέρι του γέροντα, κι είπε:

«Κόπιασε, παππού, να ξεκουραστείς».

Ο Άγιος Βασίλης στάθηκε στην πόρτα και βλόγησε το καλύβι κι είπε:

«Βλογημένοι νά ’σαστε, τέκνα μου, κι όλο το σπιτικό σας! Τα πρόβατά σας να πληθαίνουν ως του Ιώβ μετά την πληγήν και ως του Αβραάμ και ως του Λάβαν! Η ειρήνη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας!».
Ο Γιάννης έβαλε ξύλα στο τζάκι και ξελόχισε η φωτιά. Ο Άγιος απίθωσε σε μια γωνιά το ταγάρι του, ύστερα έβγαλε το μπαλωμένο το ράσο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά, κι η γυναίκα τού ’βαλε και μια μαξιλάρα ν’ ακουμπήσει.

Ο Άγιος Βασίλης γύρισε κι είδε γύρω του και ξανάπε μέσα στο στόμα του:

«Βλογημένο νά ’ναι τούτο το καλύβι!».Ο Γιάννης μπαινόβγαινε, για να φέρει τό ’να και τ’ άλλο. Η γυναίκα του μαγείρευε. Ο Γιάννης ξανάριξε ξύλα στη φωτιά.

Μονομιάς φεγγοβόλησε το καλύβι με μιαν αλλιώτικη λάμψη και εφάνηκε σαν παλάτι. Τα δοκάρια σαν νά ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πυτιές που ήτανε κρεμασμένες σαν να γινήκανε χρυσά καντήλια, και τα τυροβόλια κι οι καρδάρες και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, λες κι ήτανε διαμαντοκολλημένα. Και τα ξύλα που καιγόντανε στη φωτιά ευωδιάζανε σαν μοσκολίβανο και δεν τρίζανε, όπως τρίζανε τα ξύλα της φωτιάς, παρά ψέλνανε σαν τους αγγέλους πού ’ναι στον Παράδεισο.Ο Γιάννης ήτανε καλός άνθρωπος, όπως τον έφτιαξε ο Θεός.

Φτωχός ήτανε, είχε λιγοστά πρόβατα, μα πλούσια καρδιά : «Τη πτωχεία τα πλούσια!». Ήτανε αυτός καλός, μα είχε και καλή γυναίκα. Κι όποιος τύχαινε να χτυπήσει την πόρτα τους, έτρωγε κι έπινε και κοιμότανε. Κι αν ήτανε και πικραμένος, έβρισκε παρηγοριά. Γι αυτό κι ο Άγιος Βασίλης κόνεψε στο καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, παραμονή της χάρης του, κι έδωσε την ευλογία του.

Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της οικουμένης, αρχόντοι, δεσποτάδες κι επίσημοι ανθρώποι, πλην εκείνος δεν πήγε σε κανέναν τέτοιον άνθρωπο, παρά πήγε στο μαντρί του Γιάννη του Βλογημένου.Σαν βολέψανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στο γέροντα:

«Γέροντα, μεγάλη χαρά έχω απόψε που ήρθες, ν’ ακούσουμε κι εμείς κανένα γράμμα, γιατί δεν έχουμε εκκλησία κοντά μας, μήτε καν ρημοκλήσι. Εγώ αγαπώ πολύ τα γράμματα της θρησκείας μας, κι ας μην τα καταλαβαίνω, γιατί είμαι ξύλο απελέκητο. Μια φορά μας ήρθε ένας γέροντας Αγιονορίτης και μας άφησε τούτη την αγιωτική φυλλάδα, κι αν λάχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμιά φορά, τον βάζω και τη διαβάζει. Εγώ όλα όλα τα γράμματα που ξέρω είναι τρία λόγια που τά ’λεγε ένας γραμματιζούμενος, που έβγαζε λόγο στο χωριό, δυό ώρες από δω, κι από τις πολλές φορές που τά ’λεγε, τυπωθήκανε στη θύμησή μου. Αυτός ο γραμματικός έλεγε και ξανάλεγε : “Σκώνιτι ου μήτηρ του κι τουν ανισπάζιτι κι του λέγ’ : Τέκνου μου! Τέκνου μου!”. Αυτά τα γράμματα ξέρω…».

Ήτανε μεσάνυχτα. Ο αγέρας βογγούσε. Ο Άγιος Βασίλης σηκώθηκε απάνου και στάθηκε γυρισμένος κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του τρεις φορές. Ύστερα έσκυψε και πήρε από το ταγάρι του μια φυλλάδα κι είπε:

«Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων!».
Ο Γιάννης πήγε και στάθηκε από πίσω του και σταύρωσε τα χέρια του. Η γυναίκα του βύζαξε το μωρό και πήγε κι εκείνη και στάθηκε κοντά στον άντρα της.

Κι ο γέροντας είπε το «Θεός Κύριος» και τ’ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», χωρίς να πει και το δικό του τ’ απολυτίκιο, που λέγει : «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου». Έψελνε γλυκά και ταπεινά, κι ο Γιάννης κι η Γιάνναινα τον ακούγανε με κατάνυξη και κάνανε το σταυρό τους. Κι είπε ο Άγιος Βασίλης τον όρθρο και τον κανόνα της εορτής «Δεύτε λαοί, άσωμεν», χωρίς να πει το δικό του κανόνα «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε». Κι ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση.

Καθίσανε στο τραπέζι και φάγανε, ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, ο Γιάννης ο Βλογημένος, η γυναίκα του κι ο μπάρμπα - Μάρκος ο Βουβός, που τον είχε συμμαζέψει ο Γιάννης και τον βοηθούσε.

Και, σαν αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά.
Κι ο Άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα κι είπε:

«Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!».

Κι έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε: «του Χριστού», έκοψε το δεύτερο κι είπε: «της Παναγίας», κι ύστερα έκοψε το τρίτο και δεν είπε: «του Αγίου Βασιλείου», αλλά είπε: «του νοικοκύρη του Γιάννη του Βλογημένου!».

Πετάγεται ο Γιάννης και του λέγει:

«Γέροντα, ξέχασες τον Αι-Βασίλη!».

Του λέγει ο Άγιος:

«Αλήθεια, τον ξέχασα!».

Κι έκοψε ένα κομμάτι κι είπε:

«Του δούλου του Θεού Βασιλείου!».

Ύστερα έκοψε πολλά κομμάτια, και σε κάθε ένα που έκοβε έλεγε: «της νοικοκυράς», «του μωρού», «του δούλου του Θεού Μάρκου του μογιλάλου», «του σπιτιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».
Λέγει πάλι ο Γιάννης στον Άγιο:
«Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;».

Του λέγει ο Άγιος:

«Έκοψα, ευλογημένε!».

Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο καλότυχος!

Έστρωσε η γυναίκα, για να κοιμηθούνε. Σηκωθήκανε να κάνουνε την προσευχή τους. Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε τις απαλάμες του κι είπε την δική του την ευχή, που τη λέγει ο παπάς στη λειτουργία:

«Κύριος ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμι άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου…».

Σαν τελείωσε την ευχή κι ετοιμαζόντανε να πλαγιάσουνε, του λέγει ο Γιάννης :

«Εσύ, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, πες μας σε ποιά παλάτια άραγες πήγε απόψε ο Αι-Βασίλης; Οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τί αμαρτίες μπορεί νά ’χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί και κακορίζικοι, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε!».
Ο Άγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι απάνω, άπλωσε τις απαλάμες του και ξαναείπε την ευχή αλλιώτικα:
«Κύριε ο Θεός μου, οίδας ότι ο δούλος Ιωάννης ο απλούς εστιν άξιος και ικανός, ίνα υπό την στέγην αυτού εισέλθης, ότι νήπιος υπάρχει, και των τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών…».Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο καλότυχος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

Φώτης Κόντογλου - Παραμονὴ Χριστούγεννα


Κρύο τάντανο ἔκανε, παραμονὴ Χριστούγεννα. Ὁ ἀγέρας σὰ νά ῾τανε κρύα φωτιὰ κι ἔκαιγε. Μὰ ὁ κόσμος ἤτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Εἶχε βραδιάσει κι ἀνάψανε τὰ φανάρια μὲ τὸ πετρόλαδο. Τὰ μαγαζιὰ στὸ τσαρσὶ φεγγοβολούσανε, γεμάτα ἀπ᾿ ὅλα τὰ καλά. Ὁ κόσμος μπαινόβγαινε καὶ ψώνιζε· ἀπὸ τό ῾να τὸ μαγαζὶ ἔβγαινε, στ᾿ ἄλλο ἔμπαινε. Κι ὅλοι χαιρετιόντανε καὶ κουβεντιάζανε μὲ γέλια, μὲ χαρές.

Οἱ μεγάλοι καφενέδες ἤτανε γεμάτοι καπνὸ ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ φουμάριζε. Ὁ καφενὲς τ᾿ Ἀσημένιου εἶχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Εἶχε μέσα δύο σόμπες, καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θαμπά, ἀπ᾿ ὄξω ἔβλεπες σὰν ἤσκιους τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ μουστερῆδες εἴχανε βγαλμένες τὶς γοῦνες ἀπὸ τὴ ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραῖοι.

Κάθε τόσο ἄνοιγε ἡ πόρτα καὶ μπαίνανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα. Ἄλλα μπαίνανε, ἄλλα βγαίνανε. Καὶ δὲν τὰ λέγανε μισὰ καὶ μισοκούτελα, μὰ τὰ λέγανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἴσαμε τὸ τέλος, μὲ φωνὲς ψαλτάδικες, ὄχι σὰν καὶ τώρα, ποὺ λένε μοναχὰ πέντε λόγια μπρούμυτα κι ἀνάσκελα, καὶ κεῖνα παράφωνα.

Ἀντίκρυ στὸν μεγάλον καφενὲ τ᾿ Ἀσημένιου ἤτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα, ψαθάδικα καὶ τέτοια. Ἴσια-ἴσια ἀντίκρυ στὴ μεγάλη πόρτα τοῦ καφενὲ ἤτανε ἕνα μικρὸ καφενεδάκι, τὸ πιὸ φτωχικὸ σ᾿ ὅλη τὴν πολιτεία, μία ποντικότρυπα.

Ἐνῷ ὁ μεγάλος ὁ καφενὲς φεγγολογοῦσε καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θολὰ ἀπὸ τὴ ζέστη, ἡ ποντικότρυπα ἤτανε σκοτεινή, γιατὶ ἡ λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία ἄναβε, μία ἔσβηνε, ὅπως ἔμπαινε ὁ χιονιᾶς ἀπὸ τὰ σπασμένα τζάμια τῆς πόρτας. Ἡ φιτιλήθρα ἤτανε στραβοβιδωμένη καὶ τσαλαπατημένη σὰν τὸ μοῦτρο τοῦ καφετζῆ, τοῦ μπαρμπα-Γιαννακοῦ τοῦ Χατζῆ, τὸ φιτίλι στραβοκομμένο, τὸ γυαλὶ σπασμένο ἀπὸ τό ῾να μάγουλο καὶ στὴν τρύπα εἴχανε κολλημένο ἕνα κομμάτι ταραμαδόχαρτο. Βάλε μὲ νοῦ σου τί φῶς ἔδινε μία τέτοια λάμπα! Κάτω τὰ σανίδια ἤτανε σάπια καὶ τρίζανε. Στὸν τοῖχο ἤτανε κρεμασμένα δύο-τρία παμπάλαια κάντρα, καπνισμένα σὰν ἀρχαῖα εἰκονίσματα: τό ῾να παρίστανε τὸν Μέγα Πέτρο μέσα σὲ μία βάρκα ποὺ τὴν ἔδερνε ἡ φουρτούνα, τ᾿ ἄλλο τὸν μάντη Τειρεσία ποὺ μιλοῦσε μὲ τὸν Ἀγαμέμνονα, τ᾿ ἄλλο τὸν Παναγῆ τὸν Κουταλιανὸ ποὺ πάλευε μὲ τὴν τίγρη.

Ἡ πελατεία ἤτανε συνέχεια μὲ τὸ καφενεῖο. Ὅλοι-ὅλοι ἤτανε πέντ᾿ - ἕξι γέροι σκεβρωμένοι, σαράβαλα, μὲ κάτι τρύπιες γοῦνες ποὺ δὲν τὶς ἔπιανε ἀγκίστρι. Δύο-τρεῖς ἤτανε γιαλικάρηδες, δηλαδὴ εἴχανε καμιὰ σάπια βάρκα καὶ βγάζανε θαλασσινὰ γιὰ μεζέδες, ποὺ τὰ λέγανε γιαλικά, γιατὶ βρίσκουνται στὸ γιαλό, δηλαδὴ στὰ ρηχὰ νερά. Οἱ ἄλλοι ἤτανε φρουκαλάδες, δηλαδὴ κάνανε φρουκαλιές. «Ἤτανε καὶ κανένας νεροκουβαλητὴς καὶ κανένας καρβουνιάρης. Νά, αὐτὴ ἤτανε ἡ πελατεία.

Ὁ βοριᾶς ἔμπαινε μέσα μὲ τὴν τρούμπα, καὶ στριφογύριζε τὴ λάμπα ποὺ κρεμότανε ἀπὸ τὸ μαυρισμένο ταβάνι, κι ἀναβόσβηνε. Ἀπὸ τὸ κρύο τρέμανε οἱ γέροι καὶ χουχουλίζανε τὰ χέρια τους, τὰ βάζανε κι ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ τσιγάρο, τάχα γιὰ νὰ ζεσταθοῦνε.

Ὁ φουκαρὰς ὁ καφετζής, γιὰ νὰ μὴν παγώσει, ἔκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε ἀπὸ τὸ τεζάκι ἴσαμε τὴν πόρτα, μὲ τὴν παλιογούνα ριχμένη ἀπὸ πάνω του καί, γιὰ νὰ δώσει κουράγιο στὴν πελατεία, ἐκεῖ ποὺ σουλατσάριζε, τὸν ἐπίανε τὸ σύγκρυο καὶ χτυπούσανε τὰ κατωσάγονά του, κι ἕσφιγγε ἀπάνω του τὴν παλιοπατατούκα του κι ἔλεγε:

— Ἐεεέχ! Μωρὲ ζεστὸ ποὺ εἶναι τὸ καφενεδάκι μας!...

Ὕστερα γύριζε κι ἔδειχνε τὸν μεγάλον καφενέ, ποὺ καπνίζανε κάργα οἱ σόμπες, κι ἔλεγε:

— Ἀντίκρυ, σκυλὶ ψοφᾶ ἀπὸ τὸ κρύο..., σκυλὶ ψοφᾶ!

Ὁ καημένος ὁ μπαρμπα-Χατζῆς!

Ἀπ᾿ ὄξω περνοῦσε κόσμος βιαστικός, μὲ γέλια καὶ μὲ χαρές. Ἀπὸ ῾δῶ κι ἀπὸ ῾κεῖ ἀκουγόντανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ μαγαζιά.

Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἀνάριευε σιγὰ-σιγὰ ὁ κόσμος. Τὰ μαγαζιὰ σφαλοῦσαν ἕνα-ἕνα. Μοναχὰ μέσα στὰ μπαρμπεριὰ ξουριζόντανε ἀκόμα κάτι λίγοι.

Στὸ τσαρσὶ λιγόστευε ἡ φασαρία, μὰ στοὺς μαχαλάδες γυρίζανε τὰ παιδιὰ μὲ τὰ φανάρια καὶ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ σπίτια. Οἱ πόρτες ἤτανε ἀνοιχτές, οἱ νοικοκυραῖοι, οἱ νοικοκυρᾶδες καὶ τὰ παιδιά τους, ὅλοι ἤτανε χαρούμενοι, κι ὑποδεχόντανε τοὺς ψαλτάδες, καὶ κεῖνοι ἀρχίζανε καλόφωνοι σὰν χοτζᾶδες:

Καλὴν ἑσπέραν, Ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται, χαίρει ἡ κτίσις ὅλη...
Κι ἀφοῦ ξιστορούσανε ὅσα λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς ἀγγέλους, τοὺς τσομπάνηδες, τοὺς μάγους, τὸν Ἡρώδη, τὸ σφάξιμο τῶν νηπίων καὶ τὴν Ῥαχὴλ ποὺ ἔκλαιγε τὰ τέκνα της, ὕστερα τελειώνανε μὲ τοῦτα τὰ λόγια:

Ἰδοὺ ὁποὺ σᾶς εἴπαμεν ὅλην τὴν ἱστορίαν,
τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ γέννησιν τὴν ἁγίαν.

Καὶ σᾶς καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθεῖτε,
ὀλίγον ὕπνον πάρετε καὶ πάλιν σηκωθεῖτε.

Καὶ βάλετε τὰ ροῦχα σας, εὔμορφα ἐνδυθεῖτε,
στὴν ἐκκλησίαν τρέξατε, μὲ προθυμίαν μπεῖτε.

Ν᾿ ἀκούσετε μὲ προσοχὴν ὅλην τὴν ὑμνωδίαν
καὶ μὲ πολλὴν εὐλάβειαν τὴν θείαν λειτουργίαν.

Καὶ πάλιν σὰν γυρίσετε εἰς τὸ ἀρχοντικόν σας,
εὐθὺς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τὸ φαγητόν σας.

Καὶ τὸν σταυρόν σας κάμετε, γευθεῖτε, εὐφρανθεῖτε,
δότε καὶ κανενὸς πτωχοῦ, ὅστις νὰ ὑστερεῖται.

Δότε κι ἐμᾶς τὸν κόπον μας, ὅ,τ᾿ εἶναι ὁρισμός σας,
καὶ ὁ Χριστός μας πάντοτε νὰ εἶναι βοηθός σας.

Καὶ εἰς ἔτη πολλά.
Μπαίνανε στὸ σπίτι μὲ χαρά, βγαίνανε μὲ πιὸ μεγάλη χαρά. Παίρνανε ἀρχοντικὰ φιλοδωρήματα ἀπὸ τὸν κουβαρντᾶ τὸν νοικοκύρη, κι ἀπὸ τὴ νοικοκυρὰ λογιῶ-λογιῶν γλυκά, ποὺ δὲν τὰ τρώγανε, γιατὶ ἀκόμα δὲν εἶχε γίνει ἡ Λειτουργία, ἀλλὰ τὰ μαζεύανε μέσα σὲ μία καλαθιέρα.
Ἀβραμιαῖα πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οἱ ἄνθρωποι καὶ γινήκανε σὰν ξερίχια ἀπὸ τὸν πολιτισμό! Πᾶνε τὰ καλὰ χρόνια!
Ὅλα γινόντανε ὅπως τά ῾λεγε τὸ τραγούδι: Πέφτανε στὰ ζεστά τους καὶ παίρνανε ἕναν ὕπνο, ὥσπου ἀρχίζανε καὶ χτυπούσανε οἱ καμπάνες ἀπὸ τὶς δώδεκα ἐκκλησιὲς τῆς χώρας. Τί γλυκόφωνες καμπάνες! Ὄχι σὰν τὶς κρύες τὶς εὐρωπαϊκές, ποὺ θαρρεῖς πὼς εἶναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε ὅλοι, βάζανε τὰ καλά τους, καὶ πηγαίνανε στὴν ἐκκλησιά.

Σὰν τελείωνε ἡ Λειτουργία, γυρίζανε στὰ σπίτια τους. Οἱ δρόμοι ἀντιλαλούσανε ἀπὸ χαρούμενες φωνές. Οἱ πόρτες τῶν σπιτιῶν ἤτανε ἀνοιχτὲς καὶ φεγγοβολούσανε. Τὰ τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ᾿ ἄσπρα τραπεζομάντηλα, κι εἴχανε πάνω ὅτι βάλει ὁ νοῦς σου
. Φτωχοὶ καὶ πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οἱ ἀρχόντοι στέλνανε ἀπ᾿ ὅλα στοὺς φτωχούς. Κι ἀντὶς νὰ τραγουδήσουνε στὰ τραπέζια, ψέλνανε τὸ Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε, Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει, Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Ἀφοῦ εὐφραινόντανε ἀπ᾿ ὅλα, πλαγιάζανε «ξέγνοιαστοι, σὰν τ᾿ ἀρνιὰ ποὺ κοιμόντανε κοντὰ στὸ παχνί, τότες ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.
Τώρα ἂς πᾶμε τὴν ἴδια βραδιὰ στὴν ἀντικρινὴ στεριά, ποὺ τρεμοσβήνουνε ἕνα-δύο μικρὰ φωτάκια, πέρα ἀπὸ τὸ πέλαγο ποὺ βογγᾶ ἀπὸ τὸν ἄγριο τὸν χιονιᾶ.

Εἶναι ἕνα μαντρὶ πίσω ἀπὸ μία ραχούλα κοντὰ στὴ θάλασσα, φυτρωμένη ἀπὸ πουρνάρια. Αὐτὸ τὸ μαντρὶ εἶναι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου. Τὰ πρόβατα εἶναι σταλιασμένα κάτω ἀπὸ τὴ σαγιὰ καὶ ἀκούγουνται τὰ κουδούνια, τὶν-τίν, ὅπως ἀναχαράζουνε. Ἐπειδὴ γεννᾶνε, οἱ τσομπαναραῖοι παρὰ-φυλάγουνε καί, μόλις γεννηθεῖ κανένα ἀρνί, τ᾿ ἁρπᾶνε καὶ τὸ μπάζουνε στὸ καλύβι καὶ τὸ ζεσταίνουνε στὴ φωτιὰ νὰ μὴν παγώσει. Ἀπ᾿ ὄξω φωνάζουνε οἱ μαννάδες. Ἡ φωτιὰ ξελοχίζει καὶ τὸ καλύβι εἶναι σὰν χαμάμι.

Ἐκεῖ-μέσα βρίσκουνται ἓξ᾿-ἑφτὰ νοματέοι, καθισμένοι γύρω ἀπὸ τὸν σοφρᾶ. Πρῶτος εἶναι ὁ ἀρχιτσέλιγκας Γιάννης ὁ Βλογημένος, πού, ἅμα τὸν δεις, θαρρεῖς πῶς βρίσκεσαι ἀληθινὰ στὸ μαντρὶ ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός. Εἶναι ἀρχαῖος ἄνθρωπος, ἀθῶος, μὲ γένια μαῦρα, σὰν ἅγιος. Τὰ ροῦχα ποὺ φορᾶ εἶναι βρακιὰ ἀνατολίτικα, στὰ ποδάρια του ἔχει τυλιγμένα πετσιὰ δεμένα μὲ λαγάρες, στὸ σελάχι του ἔχει ἤσκα καὶ τσακμάκι. Κι οἱ ἄλλοι τσομπάνηδες εἶναι σὰν τὸν Γιάννη, μονάχα ποὺ ὁ Γιάννης κάθεται μὲ τὸ πουκάμισο, ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ἐπειδὴ βγαίνουνε ὄξω γιὰ νὰ κοιτάζουνε τὰ νιογέννητα, φορᾶνε προβιὲς προβατίσιες μὲ τὸ μαλλὶ γυρισμένο ἀπὸ μέσα.

Αὐτοὶ ποὺ κάθουνται στὸν σοφρᾶ εἶναι μουσαφιραῖοι. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Παναγῆς ὁ Στριγκάρος, κοντραμπατζῆς ξακουσμένος γιὰ τὴν παλικαριά του. Εἶχε πάγει γιὰ κυνήγι καὶ νυχτώθηκε στὸ μαντρί. Μὲ τὸν Γιάννη γνωριζόντανε ἀπὸ χρόνια, κι εἶχε κοιμηθεῖ πολλὲς φορὲς στὴ στάνη. Οἱ ἄλλοι τρεῖς ἤτανε καρβουνιάρηδες, ποὺ κάνανε κάρβουνα ἐκεῖ-κοντά. Οἱ ἄλλοι δύο ἤτανε ψαρᾶδες, ὁ γερο-Ψύλλος μὲ τὸ γιό του τὸν Κωσταντῆ.

Καθόντανε λοιπὸν γύρω στὸ σοφρᾶ καὶ τρώγανε. Ἀπάνω στὸ τραπέζι ἤτανε κρέατα, μυτζῆθρες ἀνάλατες, μανούρια, ἁγίζια, ψάρια, μπεκάτσες ψητές, τσίχλες, κι ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ.

Ὁ ἕνας ὁ καρβουνιάρης ἤτανε ἀπὸ τὰ μπουγάζια τῆς Πόλης, ἀπὸ τὴ Μάδυτο, κι ἤξερε κι ἔψελνε καλά, εἶχε καὶ φωνὴ γλυκιὰ καὶ βαριά, τζουράδικη. Ἔψαλε τὸ Μεγάλυνον, ψυχή μου, μὲ τέτοιο μεράκι, ποὺ κλάψανε οἱ ἄλλοι ποὺ τὸν ἀκούγανε, κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Τὸ καλύβι γίνηκε σὰν ἐκκλησιά, ἔλεγες πὼς ἐκεῖ μέσα γεννήθηκε ὁ Χριστός.

Ἀπ᾿ ἔξω ὁ χιονιᾶς μούγκριζε καὶ τσάκιζε τὰ ρουπάκια. Ὁ γερο-Στριγκάρος καθότανε στὰ σκοτεινὰ συλλογισμένος καὶ μασοῦσε τὸ μουστάκι του. Φοροῦσε μία κατσούλα ἀπὸ ἀστραχάν, μ᾿ ὅλο ποὺ ἔκανε ζέστη, κι εἶχε χωμένη τὴν ἀπαλάμη τοῦ κάθε χεριοῦ του μέσα στ᾿ ἀνοιχτὸ μανίκι τ᾿ ἀλλουνοῦ χεριοῦ.

Γιὰ μία στιγμὴ σωπάσανε νὰ κουβεντιάζουνε. Ὁ Στριγκάρος, σκυφτός, κοίταζε τὸ χῶμα. Κούνησε κάμποσο τὸ κεφάλι του, κι ἄνοιξε τὸ στόμα του κι εἶπε:

Βρὲ παιδιά, καλὰ ἐσεῖς, γιορτάζετε τὴ χάρη Του, εἴσαστε καλοὶ ἄνθρωποι. Ἂμ ἐγώ, τί ψυχὴ θὰ παραδώσω, ποὺ σκότωσα καμιὰ κοσαριὰ ἀνθρώπους; Ἀκόμα καὶ γυναῖκες ξεκοίλιασα, καὶ μωρὰ πράματα χάλασα!

Κανένας δὲ μίλησε. Ὕστερ᾿ ἀπὸ ὥρα, σὰν νά ῾τανε μοναχός, ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι ἀναστέναξε κι εἶπε:

«Ἄραγες ὑπάρχει Κόλαση καὶ Παράδεισο;...
Καὶ δάγκασε τὸ μουστάκι του. Ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι εἶπε μέσα στὸ στόμα του, σὰ νὰ μιλοῦσε μὲ τὸν ἑαυτό του:
Δὲν μπορεῖ! Κάτιτις θὰ ὑπάρχει…
Καὶ δὲν ξαναμίλησε      http://armenisths.blogspot.com/2010/12/blog-post_9108.html

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Αφιερωμένο στη μνήμη των Εγκαινίων της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, ήτοι της Αγίας Σοφίας

του Αρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου
…Στην Αγιά-Σοφιά… Το «τάμα» πραγματοποιείται. Βρίσκομαι στον «μέγιστον νεώ». Κάθομαι σ' ένα ξύλινο χαμηλό βάθρο, φοβερής κακογουστιάς και ανορθογραφίας. Δεξιά τω εισιόντι δια της κεντρικής θύρας εις το Καθολικόν, τον κυρίως ναό. Προσθήκη πρόχειρη των «μετά την άλωσιν».
Αριστερά και μέχρι τον τρούλο ένα δάσος ικριωμάτων. Δουλεύουν χρόνια και καθαρίζουν. Καθαρίζουν και αποκαλύπτουν. Τί; Άγνωστον ακόμη...
Ατενίζω στο βάθος την Πλατυτέρα. Ιστορημένη στο κέντρο της αψίδος, λάμπει μέσα στο χρυσό της κάμπο. Το κυανούν μαφόριον τονίζει το αειπάρθενον της αμόλυντου Κόρης. Είς τας αγκάλας φέρει με πολλήν τρυφερότητα τον προαιώνιον Λόγον, τον αμήτορα εκ Πατρός και απάτορα εκ Μητρός. Για πεντακόσια χρόνια ήταν σοβατισμένη. Παχύ κονίαμα εκάλυπτε όλην αυτή την μεγαλειώδη παράστασι, αυτόν τον γλυκασμό των αγγέλων, αυτό το χάρμα των οφθαλμών.
Είναι μεσημέρι. Οι ακτίνες του ηλίου κατακλύζουν κατά δέσμες τον ναό. Ο αέρινος τρούλος λάμπει όλος και πετά, χάνεται προς τον ουρανό. Ώσπου ουρανός και τρούλος γίνονται ένα. Ένας τρούλος πού φαντάζει πως δεν στηρίζεται πουθενά, χωρίς βάρος, άϋλος, όλος φως.
Αποθαυμάζω τα διάτρητα, δαντελωτά θεοδοσιανά κιονόκρανα, με τους πλογμούς, τις άκανθες, τα μονογράμματα. Ακουμπώ την πλάτη μου στη φημισμένη ορθομαρμάρωσι. Αυτά τα μάρμαρα, τα φερμένα απ’ τα πέρατα της Ρωμανίας, ο λαός τα θαύμασε και τα έκαμε τραγούδι:
«Σάν τα μάρμαρα της Πόλης
πούναι στην Αγιά - Σοφιά
έτσι τάχεις ταιριασμένα
μάτια, φρύδια και μαλλιά...»
Μόλις δίπλα μου τα ατόφια μαρμάρινα σκαλιά. Βαθουλωμένα απ’ τα τόσα πατήματα στων αιώνων το πέρασμα. Θεόρατες οι βασιλικές πύλες. Τις διάβηκαν Πατριάρχαι, επίσκοποι, βασιλείς πορφυρογέννητοι, άγιοι και αμαρτωλοί. Λαός άπειρος.
Όλα γύρω μου είναι τέλεια. Όλα ωραία, όλα σεμνά. Καμμιά υπερβολή, ουδεμία έλλειψις.
Σκύβω και βλέπω το δάπεδο. Άσχημο. Πλάκες μαρμάρινες ασύμμετρες, προχειροβαλμένες. Έργο φθηνό, ανάξιο του χώρου. Είναι έργο «δικό τους». Ίσως για να καλύψουν αίματα, ίσως για να εξαφανίσουν δάκρυα, ίσως για να αφανίσουν τέχνη. Ίσως όλα μαζί,
Θα ήθελα πολύ να ονειρευθώ. Να ζήσω για λίγο με τους προπάτορές μου. Να αφουγκρασθώ φωνές μυστικές. Να «συλλειτουργήσω» με παπάδες και δεσποτάδες του καιρού εκείνου. Ν' ακούσω ψαλμουδιές πού να σειούνται οι κολώνες. Να εκστασιασθώ από την «βασίλειον τάξιν».
Δεν μ' αφήνει το βουητό, ο βόμβος των επιδρομέων. Θόρυβος συνεχής, βαζούρα ενοχλητική. Μπουλούκια - μπουλούκια. Μπαίνουν Ισπανοί. Ακολουθούν Γερμανοί, Σκανδιναβοί -άλλοι Βάραγγοι αυτοί- Ιάπωνες, «άγγλοι, γάλλοι, πορτογάλλοι» όπως θα έλεγε ο Καραγκιόζης τελάλης.
Άσχετοι όλοι. Χάσκουν με τα χέρια πίσω, με τα καπέλα τους στο κεφάλι, τις παρδαλές φορεσιές τους.
Πώς μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να κατανοήσουν συμβολισμούς; Γιατί τόσα παράθυρα, γιατί τόσες κολώνες, γιατί τόσες πόρτες; Τι μπορούν να δουν πίσω απ’ τις απαστράπτουσες ψηφίδες των μωσαϊκών; Τι μπορούν να συλλάβουν απ’ τις επιγραφές «εν Χριστώ τω Θεώ πιστός Βασιλεύς των Ρωμαίων»;
Πώς είναι δυνατόν να μπουν στο νόημα: «Πάσα η δόξα της θυγατρός του Βασιλέως έσωθεν εν κροσσωτοίς χρυσοίς περιβεβλημένη, πεποικιλμένη»; Γιατί απ’ έξω σκέτος σοβάς κι' από μέσα μάρμαρο, χρυσός και άργυρος;
Άσχετοι ξεναγοί λένε, λένε, ξελαρυγκιάζονται. Καί λένε τερατολογίες, πράγματα ανιστόρητα. Μ' ένα και μόνο σκοπό: Να αποδείξουν ότι άλλοι οι Βυζαντινοί πού την έκτισαν και άλλοι οι σημερινοί Έλληνες.
Οι περισσότεροι δεν ακούν. Τριγυρνούν άσκοπα. Χάνονται. Δεν τους κάνει και πολλήν εντύπωση. Αρχαίον κάλλος δεν έχει, λέϊζερ δεν έχει, χέβυ μέταλ δεν έχει. Τι έχει;
Είναι για λύπηση. Δεν μπαίνουν εις τα «ένδον», στους συμβολισμούς, στην ουσία του κτίσματος.
Ορθόδοξοι δεν είναι. Ρωμηοί δεν είναι. «Φίλοι» δεν είναι. Τι μπορούν να καταλάβουν; Κάπου εδώ κοντά έχει και χορούς «οριεντάλ». Πότε θα πάμε επί τέλους;
Μούρθε ένας κόμπος στο λαιμό. Ένα πικρό παράπονο. Γιατί, Θεέ μου γιατί; Θέλω να κλάψω. Θέλω τα δάκρυα μου να ενωθούν με τα δάκρυα της πονεμένης Ρωμηοσύνης. Τα δάκρυα πού ποτέ δεν στεγνώνουν...
Αισθάνομαι ότι εν όσω γράφω κάποιος στέκεται πάνω απ’ το κεφάλι μου. Αισθάνομαι το χνώτο του, την ανάσα του. Και είναι βαρειά. Βλέπω τα παπούτσια του. Σηκώνω το κεφάλι. Είναι ένας φύλακας. Αξύριστος, μουστάκι παχύ, βλέμμα βλοσυρό. Μ' αγριοκοιτάζει. Τί να γραφή άραγε ο γκιαούρης παπάς...
Για σένα γράφω, αδελφέ μου και καρντάση μου. Για σένα και το σκυλί σου πού τριγυρίζει μέσα σ' αυτό τον πανάγιο χώρο για να σε βρει.
Για σένα γράφω και για όσους αγνοούν που πατούν. Για σένα και για όλους τους αδαείς. Έλληνες και Ευρωπαίους, Αμερικανούς και Ασιάτες.
Γράφω για σένα, για τους μισόγυμνους και τις μισόγυμνες πού μασώντας τσίχλες και μορφάζοντας άσχετοι μπαίνουν, ασχετότεροι βγαίνουν. Γι' αυτούς πού μολύνουν και μιαίνουν τον τόπο αυτόν τον άγιο.
Ένα και μόνον είναι το δικαιολογητικό σας. Η άγνοιά σας. Δεν ξέρετε τι είναι για μας τους Ρωμηούς (όσοι απομείναμε) αυτός ο χώρος.
Είναι τα άγια των αγίων του ευλογημένου Γένους μας. Είναι η καύχησίς μας, είναι ο πόνος μας, είναι το τείχος των δακρύων μας...
Μπουκάρουν ντόπιοι. Με τον αέρα του κατακτητού. Σκούφιες, γένεια, σαλβάρια. Είναι οι φανατικοί. Η ματιά τους μαχαίρι. Εγώ είμαι ο ξένος, ο ανεπιθύμητος, ο ύποπτος. Πώς ήλθαν τα πράγματα ανάποδα, Θεέ μου! Ο Ρωμηός ξένος στην Αγιά - Σοφιά!
Μπαίνουν κι' άλλοι, κι άλλοι. Να κι' ένας αγιορείτης Ρώσος καλόγηρος με πολιτικά. Μου εξηγεί γιατί. Είναι στο μετόχι του μοναστηρίου τους, στο Πέραν. Μένει συνεχώς εδώ. Και αναγκαστικώς.... Έχει όμως μακρυά γενειάδα κι' ακόμη μακρύτερα μαλλιά. Ο Κεμάλ δεν τ' απαγορεύει.
«Ευλογείτε», «ο Κύριος» και χάνεται μέσα στην πολυκοσμία. Ένα περιστέρι πετά από γείσο σε γείσο. Αγωνίζεται να βρει το στόχο του... το κεφάλι μου.
Κάποια γυναικάρια μαχλώντα και εκβεβακχευμένα με ύποψίαν ενδυμασίας, περνούν από μπροστά μου. Δεν μ' αφήνουν να ονειρευθώ. Με προσγειώνουν. Δεν βρίσκομαι πια μέσα στην Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν, εις τον «κάλλιστον νεώ», εις το όγδοον του κόσμου θαύμα.
Βρίσκομαι μέσα στο Aya Sofya Muzesi!
Πηγή: «Θέλω να πιω όλο τον Βόσπορο» του Αρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου – Εκδ. Ι.Μ. Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας