Σελίδες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσικά όργανα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσικά όργανα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Γιάννης Ντομπρίδης, γκαϊντατζής: «Η γκάιντα δεν πρωτοστατεί σήμερα, όπως παλιότερα»


«Η μετανάστευση αλλά και τα ακούσματα από το εξωτερικό εκείνη την εποχή οδήγησαν στο να χάσει η γκάιντα το ρόλο της»

 

Στήριξε την γκάιντα σε εποχές δύσκολες για το συγκεκριμένο όργανο, σε εποχές που η γκάιντα είχε τεθεί στο περιθώριο. Ο Γιάννης Ντομπρίδης, ένας από τους παλιότερους και μεγαλύτερους δεξιοτέχνες της θρακιώτικης γκάιντας εδώ και από τα δώδεκά του χρόνια ασχολείται με αυτή συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις αλλά και σε ηχογραφήσεις δίπλα σε μεγάλους της ελληνικής μουσικής σκηνής, όπως ο Χρόνης Αηδονίδης και ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ένας ακούραστος δεξιοτέχνης του οργάνου που σήμερα κατασκευάζει και γκάιντες σε ένα χώρο που έχει διαμορφώσει στη Θεσσαλονίκη.

Το Γιάννη Ντομπρίδη θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν όλοι όσοι βρεθούν στο Μέγαρο Μουσικής Κομοτηνής το Σάββατο 19 Οκτωβρίου, στην εκδήλωση που διοργανώνει ο Σύλλογος «Θρακών» προς τιμή του μεγάλου Θρακιώτη καλλιτέχνη Χρόνη Αηδονίδη. Την εκδήλωση θα τιμήσουν με την παρουσία τους μαθητές του Χρόνη Αηδονίδη μεταξύ των οποίων και ο Γιάννης Ντομπρίδης. Με αφορμή το γεγονός αυτό και την παρουσία του στην πόλη μας ο «Παρατηρητής της Θράκης» μίλησε μαζί του για τη σχέση του με την γκάιντα, για τα δύσκολα χρόνια που το όργανο βρέθηκε στο περιθώριο αλλά και το ρόλο που έχει σήμερα…


«Η ενασχόληση με την γκάιντα ήταν κάτι που βγήκε από μέσα μου»

ΠτΘ: Πώς ξεκίνησε η επαφή σας με τη γκάιντα;
Γ.Δ.:
Η επαφή μου με την γκάιντα ξεκίνησε όταν ήμουν πολύ μικρός. Γεννήθηκα το 1955 και τότε στο χωριό δεν είχαμε άλλο όργανο. Υπήρχαν κάποιοι παππούδες που έπαιζαν. Κάθε Κυριακή γινόταν χορός στην πλατεία του χωριού, όπως και στα περισσότερα χωριά τότε, και έβλεπα τους γκαϊντατζήδες που έπαιζαν και τις γυναίκες και τους άνδρες που χόρευαν γύρω – γύρω. Όλο αυτό το θαύμαζα ή το ζήλευα με την καλή έννοια. Ήθελα να μπορώ να το κάνω και εγώ. Δεν ήταν δύσκολο λοιπόν να ασχοληθώ με την γκάιντα. Ήταν κάτι που βγήκε από μέσα μου.

«Ήταν δύσκολο να βρεις εκείνη την εποχή γκάιντα»

ΠτΘ: Μάθατε να παίζετε γκάιντα και συνεχίζατε να παίζετε σε δύσκολους καιρούς, γιατί την εποχή εκείνη θεωρούνταν παρεξηγημένη…
Γ.Δ.:
Εντελώς παρεξηγημένη. Όταν ξεκίνησα να παίζω η γκάιντα ως όργανο είχε αρχίσει να χάνεται. Βέβαια τότε έλεγαν οι παππούδες ότι για να αρχίσεις να παίζεις γκάιντα θα πρέπει να είσαι πάνω από δώδεκα χρονών, ίσως γιατί θεωρούσαν ότι πρέπει να προστατέψεις τα πνευμόνια σου. Να σημειώσω ότι την εποχή εκείνη ξεκίνησε η μετανάστευση. Όταν τελείωνα το τότε εξατάξιο γυμνάσιο η μετανάστευση είχε σαν αποτέλεσμα να έχουν φύγει οι περισσότεροι άνδρες και γυναίκες εκείνης της ηλικίας που θα μπορούσαν να τραγουδάνε, να παίζουν και να χορεύουν. Είχαν μείνει κάτι παππούδες στα χωριά, οι οποίοι μεγάλωναν εμάς τα παιδιά των μεταναστών, οπότε η γκάιντα περνούσε μια κρίση. Ένας άλλος λόγος που η γκάιντα έχασε το ρόλο που είχε ήταν ότι και τα ακούσματα από τη Δύση άρχισαν να έρχονται σωρηδόν κατ’ αρχήν με το ραδιόφωνο και αργότερα περισσότερο με την τηλεόραση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ξεκίνησα μόνος μου να προσπαθώ να κάνω κάτι. Κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι θυμόνταν κάποια πράγματα με μεγάλη προθυμία με βοήθησαν να συγκεντρώσουμε στοιχεία για την κατασκευή γκάιντας. Το δύσκολο εκείνη την εποχή ήταν να βρεις γκάιντα, δεν υπήρχαν τεχνίτες για να τις φτιάχνουν.

«Τη δεκαετία του 90 άρχισαν δειλά – δειλά κάποιοι νέοι να ασχολούνται με την γκάιντα»

ΠτΘ: Σας καλούσαν να παίξετε εκείνη την εποχή με την γκάιντα;
Γ.Δ.:
Όχι, ήμουν πιτσιρικάς που προσπαθούσα να μάθω να παίζω γκάιντα. Κανέναν δεν καλούσαν να παίξει, ούτε καν τους παππούδες. Είχε ξεκινήσει το κλαρίνο να παίρνει τη θέση της γκάιντας και προτιμούσαν τις ορχήστρες που γνωρίζουμε και σήμερα, αν εξαιρέσουμε από αυτές κάποια ηλεκτρικά όργανα, που δεν υπήρχαν τότε. Αυτό έγινε πολύ αργότερα, μια δεκαετία περίπου, αφού είχα απολυθεί από φαντάρος και κατέβηκα στη Θεσσαλονίκη. Και τότε όμως εξακολουθούσα να είμαι ο μόνος που έπαιζα γκάιντα. Είχα την τύχη να γνωριστώ με τον Χρόνη Αηδονίδη και με έπαιρνε στις συναυλίες που έκανε. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την παραδοχή της γκάιντας ως μουσικού οργάνου και ότι μπορεί να συνοδεύσει κάποια όργανα. Τη δεκαετία του 90 άρχισαν δειλά – δειλά να βγαίνουν κάποια παιδιά με αποτέλεσμα σήμερα να υπάρχουν πάρα πολλοί και καλοί γκαϊντατζήδες κάτι που μου δίνει πολύ μεγάλη χαρά.


«Η γκάιντα μέχρι σήμερα δεν έχει ξαναβρεί τη θέση της»

ΠτΘ: Πιστεύετε ότι η γκάιντα ξαναβρήκε σήμερα την θέση που είχε;
Γ.Δ.:
Όχι. Η θέση της ήταν να πρωτοστατεί. Δεν μπορούμε να πούμε ότι σήμερα πρωτοστατεί. Θα έλεγα ότι αποτελεί «gest star» σε ένα γάμο ή σε μια οποιαδήποτε εκδήλωση με τη συμμετοχή και των υπολοίπων οργάνων. Σε ένα γάμο θρακιωτών συμμετέχει για να υπάρχει το χρώμα ή στα χορευτικά όταν πρόκειται να παρουσιαστεί ένας σύλλογος από τη Θράκη, συνοδεύοντας τα υπόλοιπα όργανα. Μπορεί επίσης σε κάποια παρέα να δούμε γκάιντα αλλά εκείνο που γινόταν παλιά, ένας γάμος που άρχιζε και τελείωνε με γκάιντα ή μια βάπτιση ή ένα χαρούμενο γεγονό,ς αυτό δεν γίνεται. Δεν νομίζω ότι έχει ξαναβρεί τη θέση της, δεν πρωτοστατεί.


«Στον Έβρο υπάρχει μαγιά που διατηρεί το ντόπιο χαρακτηριστικό της γκάιντας»

ΠτΘ: Ο Έβρος όμως συνεχίζει την παράδοση…
Γ.Δ.:
Είναι από τις λίγες περιοχές που κράτησε την παράδοση της γκάιντας και αυτό χάρη σε κάποιους ανθρώπους που όταν ήμουν είκοσι χρονών και αυτοί ήταν τότε σαράντα έπαιζαν και σήμερα που είναι εβδομήντα πέντε συνεχίζουν να παίζουν. Με αυτούς πρότυπο και κάποιοι άλλοι κινήθηκαν και έπαιξαν. Επίσης κάποιοι που έπαιζαν και βγήκαν τώρα στη σύνταξη ξαναπαίζουν. Υπάρχει μια μαγιά που διατηρεί αυτή την παράδοση, το ντόπιο το χαρακτηριστικό του Έβρου.


«Σήμερα τα παιδιά έχουν άλλα ερεθίσματα και είναι φυσικό να δέχονται επιδράσεις»

ΠτΘ: Έχει κάτι διαφορετικό χαρακτηριστικό η γκάιντα στον Έβρο;
Γ.Δ.:
Τα όργανα αυτά αναπτύσσονταν κατά περιοχές. Κάθε περιοχή ανέπτυσσε το δικό της χρώμα. Όταν χάνονταν αυτοί που μετέφεραν αυτό το χρώμα είναι φυσικό να δέχονταν ξένες επιδράσεις. Για παράδειγμα το καβάλι παιζόταν παλιότερα αλλά είχε χαθεί στην πορεία του χρόνου. Βέβαια σήμερα υπάρχουν πολλά παιδιά που παίζουν καβάλι, αλλά όχι όπως έπαιζαν οι παππούδες, γιατί έχουν άλλα ερεθίσματα, κάτι που γίνεται και με την γκάιντα σε περιοχές που δεν έχουν άμεση επαφή με τους παππούδες. Θα πρέπει όμως να σημειώσω ότι ευτυχώς με τις καταγραφές που έγιναν τότε ή μέσω ίντερνετ τώρα δίνεται η δυνατότητα να ακούσει κάποιος που ενδιαφέρεται πώς παίζει ένας παππούς και πώς παίζει κάποιος που έχει δεχθεί ερεθίσματα ξένα. Δεν εννοώ ότι αυτός δεν παίζει καλά, απλά παίζει διαφορετικά.

ΠτΘ: Έχετε συμμετάσχει και σε δισκογραφικές δουλειές;
Γ.Δ.:
Ναι σε δίσκους του Αηδονίδη μέχρι και με τον Σαββόπουλο στον Μπάλο έχω συνεργαστεί, αλλά και με τον Φάμελο.

ΠτΘ: Πώς ήταν η συνεργασία σας;
Γ.Δ.:
Εξαιρετική και θα χαρώ πολύ που θα έρθω στην Κομοτηνή και θα ξαναβρεθώ με τον Χρόνη Αηδονίδη, με τον Βαγγέλη Δημούδη τον Μάνο τον Κουτσαγγελίδη και τα άλλα παιδιά, με τους οποίους έχω συνεργασθεί παλιότερα.

«Ξεκίνησα να κατασκευάζω γκάιντες, γιατί προσωπικά δυσκολεύτηκα να βρω»

ΠτΘ: κ. Ντομπρίδη κατασκευάζετε και γκάιντες. Πώς ξεκινήσατε;
Γ.Ν.:
Ξεκίνησα να κατασκευάζω γιατί όταν προσπάθησα να βρω γκάιντα ζορίστηκα πολύ. Οργάνωσα σιγά – σιγά ένα χώρο όπου φτιάχνω γκάιντες και μπορώ να περηφανευτώ ότι πολλά παιδιά και πολλοί από αυτούς τους μεγάλους που παίζουν στον Έβρο έχουν προμηθευτεί από μένα. Είναι μεγάλη υπόθεση να παίζεις ένα όργανο και να λες ότι το προμηθεύτηκα από το Ντομπρίδη, από το Ζηκίδη, από αυτούς που φτιάχνουν γκάιντες. Όταν ξεκίνησα να παίζω δεν υπήρχε αυτό το πράγμα. Δεν ήξερα πού να πάω για να βρω μια γκάιντα.

ΠτΘ: Κάποιοι πάνε στη Βουλγαρία για να πάρουν γκάιντα.
Γ.Ν.:
Είχε γίνει αυτό ένα διάστημα, όταν δεν υπήρχαν κατασκευαστές. Σήμερα τα νέα παιδιά έχουν μια γκαϊντανίτσα ή μια γκάιντα ολόκληρη που έχω φτιάξει εγώ, ή μια από τον Παναγιώτη Ζηκίδη που κάνει και αυτός ή το Γιάννη το Μαυρίδη ή από τον Πέτκωφ από τη Βουλγαρία. Όπως ακριβώς κάποιος που παίζει κλαρίνο έχει τρία ή τέσσερα κλαρίνα γιατί του αρέσει το ηχόχρωμά τους, έτσι έχουν και βουλγάρικες γκάιντες αλλά και δικές μας, οι οποίες κατασκευαστικά διαφέρουν από τις βουλγάρικες.

ΠτΘ: Ποια είναι η διαφορά μεταξύ της γκάιντας από την Βουλγαρία και της εδώ;
Γ.Ν.:
Η διαφορά είναι ότι η γκάιντα εδώ παίζει πέντε νότες και στηρίζεται στην πεντατονική κλίμακα ενώ η βουλγάρικη έχει οκτώ νότες, έχουν «πειράξει» την γκαιντανίτσα, την έκαναν λίγο πιο κωνική, έκαναν λίγο πιο μεγάλες τις τρύπες για να μπορεί να παίζει τις δύο κλίμακες, μινόρε και μαντζόρε. Θα πρέπει να πω ότι το ξύλο είναι ένα ζωντανό πράγμα. Από το ίδιο δένδρο δύο κομμάτια ξύλου μπορούν να βγάλουν διαφορετικό ήχο ηχοχρώματος ή διαφορετικής ποιότητας ήχο.

ΠτΘ: Εσείς τι υλικά χρησιμοποιείτε;
Γ.Ν.:
Κρανιά και αμυγδαλιά τα βασικά είδη ξύλου. Αυτά χρησιμοποιούσαν στον Έβρο για να κάνουν γκάιντες.

Ο Γιάννης Ντομπρίδης αυτοσυστήνεται

Το όνομά μου είναι Γιάννης Ντομπρίδης και γεννήθηκα το 1955 σ’ ένα χωριό του Έβρου, στη Λάδη Διδυμοτείχου. Εκεί τελείωσα το δημοτικό και στο Σουφλί το, εξατάξιο τότε, γυμνάσιο. Στην τελευταία τάξη του γυμνασίου κατασκεύασα, με τη βοήθεια κάποιων χωριανών, μια γκάιντα και άρχισα να την τυραννώ και να με τυραννεί προσπαθώντας να τη μάθω. Μετά το γυμνάσιο τελείωσα στα ΤΕΙ Αθήνας το τμήμα Ραδιολογίας Ακτινολογίας και μετά το στρατιωτικό μου (είκοσι οχτώ μήνες παρακαλώ), προσλήφθηκα στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.

Όλο αυτό το διάστημα έπαιζα και μάθαινα γκάιντα και γνώριζα ανθρώπους γνωστούς, όπως ο Χρόνης Αηδονίδης, άλλα και λιγότερο γνωστούς, όπως ο Στρίκος ο Γιάννης. Ο πρώτος μ’ έκαμε να καταλάβω κάποια πράγματα για τη θρακιώτικη μουσική και ο Στρίκος μ’ έκανε ν’ ασχοληθώ με τη θρακιώτικη λύρα και να παίζω στ’ Αναστενάρια. Στα τριάντα αυτά χρόνια είχα την τύχη να συνεργαστώ με ανθρώπους σαν τη Δόμνα Σαμίου, τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Ρος Ντέιλι, με διάφορους συλλόγους, να ταξιδέψω στο εξωτερικό, να κάνω δισκογραφία και να δείξω σε κάποια παιδιά αυτά που ήξερα. Σήμερα περισσότερο κατασκευάζω γκάιντες και λύρες και λιγότερο παίζω γιατί ευτυχώς βγήκαν πολλά νέα παιδιά που παίζουν και καλά.


Συντάκτης:Άννα Πατρωνίδου
e-mail: paratiritis.patronidoy@gmail.com


πηγή

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Τα λαϊκά όργανα και η κατασκευή τους :"Τσαμπούνα - Γκάιντα" (από το αρχείο της ΕΡΤ)



ΑΡΧΕΙΟ ΕΡΤ
Ο Γιώργος Πετράκης,πρόσφυγας από το Μεγάλο Μπογιαλίκι της Ανατολικής Ρωμυλίας, εγκατεστημένος στο Βαθιοχώρι Κιλκίς κατασκευάζει τη γκάιντα.
Ο Μανώλης Φραγκουλιτάκης (Μπαξές) από τα Βορίζια Ηρακλείου της Κρήτης κατασκευάζει ασκομαντούρα (κρητική τσαμπούνα).

"Μαύρα χελιδόνια από την Αραπιά" @ 4:50. Τραγουδά η Παρασκευή Παπαδημητρίου
Πεντοζάλι @15:22. Χορεύει ο Αντώνης Στεφανάκης.
Γκάιντα-καθιστικό (;) με τον Χουρμούζη Δημητριάδη @ 17:55
Γκάιντα (Σαίτ Σαζίφογλου) - Τουμπελέκι (Ερόλ Ισμαϊλογλου) @ 23:15

Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

Ζουρνάς



Από το χωριό Γρίβα του νομού Κιλκίς.Τα είδη του ζουρνά και οι διαφοροποιήσεις.Χρήσιμες πληροφορίες παρέχει ο μουσικός Θανάσης Σέρκος.Από την εκπομπή του Γιώργη Μελίκη «Ο τόπος και το τραγούδι του».

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Ο τουμπακάρης


Ο τουμπακάρης είναι ο κατασκευαστής τουμπακίου, τυμπακίου, τύμπανου, τούμπανου και ταραμπούκας. Είναι το λαϊκό όργανο που άλλες εποχές είχε το όνομα κύμβαλο. Είναι πανάρχαιο όργανο που έπαιξε σημαντικό ρόλο ως κύμβαλον αλαλάζον, ως ρυθμιστής των κινήσεων των ερετών, κωπηλατών στα πολεμικά πλοία και στα κάτεργα των σκλαβοβαποριών.

Γιά την κατασκευή του, ανάλογα με το μέγεθός του χρειάζονται τα πιό κάτω υλικά.

Ενα δέρμα τράγου, εριφίου, αγελάδας κ.λ.π. Μερικά ξύλινα στεφάνια και μερικά σχοινιά. Θα μου πεις, αν σου τα δώσω θα μου κάνεις ένα. Ε όχι δεν θα μπορέσω. Πρώτα πρώτα το δέρμα που θα βγεί από το σφαγμένο ζώο δεν πρέπει να έχει κοψήματα και άλλα ελαττώματα. Πρέπει να γίνει πολύ καλή κατεργασία για να φύγουν οι τρίχες. Πρέπει να είναι ελαστικό για να αντέχει στους κραδασμούς του τυμπανόξυλου.

Τα ξύλα που θα χρησιμοποιηθούν θα πρέπει να είναι καλής ποιότητας  για να μη τσακίζουν  και να μη πετσικάρουν.Το σχοινί πρέπει να είναι πολύ γερό και να κρατά στα κουρδίσματα.
Το τύμπανο ίσως να πήρε το όνομά του, από το τύμπανο του αφτιού ή το αντίθετο. Το τύμπανο του αφτιού είναι μεμβράνη που δέχεται τους κραδασμούς και μετατρέπει τον ήχο σε μέσο επικοινωνίας μεταξύ των συνανθρώπων.
Κρουόμενο παράγει ήχους σε όλες τις κλίμακες και είναι συνοδευτικό άλλων οργάνων. Στην Ελληνική ζωή έπαιξε μεγάλο ρόλο στη διασκέδαση των Ελλήνων από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Σε συνδυασμό με το κλαρίνο, την τσαμπούνα και πολλά άλλα, το τύμπανο είναι αγαπητό και πολλές φορές δυσεύρετο. Θεωρείται από τους νεόπλουτους ευτελές.
Είναι;  Εσείς τί λέτε;

πηγή       πηγή εικόνας

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Πολίτικη λύρα

Η πολίτικη λύρα είναι τύπος αχλαδόσχημης λύρας, η οποία διαμορφώθηκε κυρίως στην Κων/πολη. Είναι όργανο τοξωτό, άταστο με τρεις εντέρινες ή μεταλλικές χορδές, οι οποίες παίζονται με τα νύχια του αριστερού χεριού. Η πολίτικη λύρα παίζεται στηριζόμενη ανάμεσα στα πόδια του οργανοπαίκτη (λυράρη). Η μουσική του έκταση είναι 2 οκτάβες. Το κούρδισμα του είναι ΛΑ-ΡΕ-ΛΑ. Συναντάται ως όργανο κλειστού χώρου στην αστική μουσική της Κων/πολης.

πηγή

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Σφυροχάμπιολο ή Θιαμπόλι

Το θιαμπόλι είναι βοσκίστικο όργανο. Γίνεται από χοντρό καλάμι πού 'χει στη μια μεριά κόντυλο. Από κει που του φυσούν και παίζει είναι καλάμι κομμένο ξυράφτικα (λοξά) και είναι στουμπωμένο με πείρο από σφάκα. Ο πείρος ταιριάζει καλά, και μόνο από την άκρα τση κοπής έχει μια πελεκιά κι αφήνει διάστεμα να μπαίνει η αναπνιά μέσα στο καλάμι. Ισα ποκάτω στη στενή αυτή τρύπα είναι ανοιγμένη στο καλάμι τρύπα τετράγωνη, πού 'χει το κάτω χείλι τση κοφτερά ξυσμένο, για να σφυρίζη ή φυσά περνώντας από κει. Από κει και κάτω έχει 5 τρύπες στρογγυλές το καλάμι και μια από πίσω που τη φράζει ο δάχτυλος τση δεξιάς χέρας. Και στον κόντυλο κάτω είναι μια μικρή τρύπα καμωμένη με το σουβλί. Το θιαμπόλι βγάνει σκοπό γλυκιό και λυπητερό και το παίζουν οι βοσκοί κατά τα βραδιάσματα, ώρα που γη και ουρανός γρινιάζουν.



ΔΕΙΤΕ ΤΟ  video ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ

πηγή

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

Κανονάκι


Το κανονάκι είναι τραπεζοειδές νυκτό έγχορδο. Κατασκευάζεται κυρίως από σφενδάμι, μαόνι και πλάτανο. Έχει μεταλλικούς κινητούς καβαλάρηδες (μαντάλια), τα οποία με το ανέβασμα ή το κατέβασμα τους υψώνουν ή χαμηλώνουν το ύψος των διαφόρων φθόγγων. Είχε εντέρινες χορδές οι οποίες τα τελευταία χρόνια αντικατασταθηκαν με πλαστικές χορδές όπως στα περισσότερα μουσικά όργανα.


Παίζεται με τα δάχτυλα ή με δύο πλαστικές ή κοκκάλινες πέννες που περνιούνται στα δάχτυλα με δαχτυλήθρες. Είναι όργανο κλειστού χώρου και ως εκ τούτου χρησιμοποιήθηκε για αρκετά χρόνια στις θρησκευτικές μουσικές πολλών χωρών όπως στην Ελλάδα με την ονομασία ψαλτήρι και στις χώρες της Ασίας και Αφρικής με το όνομα Κάνον και Κανούν.

Θεωρείται το καταλληλότερο μουσικό όργανο για μελέτη και κατανόηση της Ανατολικής Μουσικής (ήχοι και Μακάμ) και επάνω του κουρδίζονται και συγχρονίζονται (πατάνε) τα υπόλοιπα όργανα της ορχήστρας κάτι δηλαδή σαν το πιάνο της Δυτικής μουσικής.

Το ιδιαίτερο του ηχόχρωμα και οι ανεξάντλητες δυνατότητες του βοήθησαν στην εξάπλωση του και σήμερα ομορφαίνει τις μουσικές όλου του κόσμου
πηγή

Δείτε πως κατασκευάζεται




και ταξιδέψτε με τους ήχους του...

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Τσαμπούνα Σαντορίνης - Ευαγγ. Μαρκουλής





δύο νέα videos τα οποία δημιουργησε ο Γιάννης Πανταζής με τον Βαγγέλη Μαρκουλή τον αξιαγάπητο  τσαμπουνιέρη της Σαντορίνης

πηγή  http://kallistorwntas.blogspot.com/2011/01/blog-post_09.html

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Ο αρχέγονος ήχος της ασκομαντούρας

askomandura
Ασκομαντούρα ή ασκομπαντούρα ή φλασκομαντούρα. Πνευστό κρητικό μουσικό όργανο. Κουβαλά μέσα του την ψυχή της Κρήτης και με τον επιβλητικό του ήχο μαγεύει τα αυτιά των ακροατών και προκαλεί δέος, ξυπνώντας αρχέγονα συναισθήματα.
Αυτός είναι ο δικός μου ορισμός για ένα από τα αρχαιότερα παραδοσιακά όργανα της Κρήτης, καθώς όσο και αν έψαξα στα λεξικά δεν βρήκα ετυμολογία που να με ικανοποιεί ή – στις περισσότερες περιπτώσεις – δεν βρήκα απολύτως καμία αναφορά.
Πρόκειται για ένα όργανο υπό εξαφάνιση, λίγοι είναι πλέον οι υπάρχοντες παίκτες ασκομαντούρας, όπως λίγες είναι και οι αναφορές, οι ηχογραφήσεις και οι φωτογραφίες. Η παρακμή φαίνεται να ξεκίνησε μεταπολεμικά, όταν με την εξέλιξη της τεχνολογίας και τον εξευρωπαϊσμό της μουσικής, αυτό το άκρως παραδοσιακό μουσικό όργανο άρχισε σιγά – σιγά να εκτοπίζεται.

Οι ΣΤΙΓΜΕΣ  μίλησαν με κάποιους από τους ελάχιστούς ασκομαντουρίστες που έχουν μείνει πλέον στην Κρήτη.  Πρόκειται για τρεις νέους ανθρώπους, το Μανόλη Φρονιμάκη, το Γιάννη Ρομπογιαννάκη και τον Κώστα Μουζουράκη, που προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή την ασκομαντούρα στην Κρήτη και να την κάνουν γνωστή σε όσους δε την γνωρίζουν. Και είναι πολλοί αυτοί που δεν την γνωρίζουν…
Η παρακμή
Η ασκομαντούρα είναι απόγονος του άσκαυλου, ενός αρχαιότατου πνευστού μουσικού οργάνου για το οποίο υπάρχει αναφορά στη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη. Ο μεγαλύτερος κωμικός ποιητής της αρχαίας Ελλάδας σύγκρινε μάλιστα τον ήχο που βγάζει ο άσκαυλος, όργανο – σύμβολο της ιερής μέθεξης, με αυτόν που κάνουν οι μέλισσες. Στην Κρήτη το όργανο φαίνεται πως ήταν πολύ διαδεδομένο μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα. Χαρακτηριζόταν ως μουσικό ποιμενικό όργανο καθώς η χρήση του ήταν ευρύτατα διαδεδομένη στην Κρητική ύπαιθρο. Η σταδιακή παρακμή της φαίνεται πως ξεκίνησε μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Για τους λόγους που οδήγησαν στο σταδιακό αφανισμό της ασκομαντούρας από τα μουσικά δρώμενα της Κρήτης υπάρχουν πολλές απόψεις.
Ελπίδα
Η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την γκάιντα, πνευστό όργανο συγγενικό της ασκομαντούρας, είναι δεδομένη στην Ευρώπη. Το ίδιο ισχύει και στην Ελλάδα όπου, στις νησιωτικές κυρίως περιοχές, όλο και περισσότεροι νέοι ανακαλύπτουν τη μαγεία της τσαμπούνας, η οποία ανακτά τη θέση της στην παραδοσιακή μουσική.

Στην Κρήτη, η συντήρηση και η ανάδειξη της ασκομαντούρας συναντά δυσκολίες, καθώς οι εναπομείναντες παίκτες της είναι ελάχιστοι. Ελπιδοφόρο όμως είναι το γεγονός ότι γίνονται προσπάθειες να συμμετάσχει το όργανο αυτό στη δισκογραφία και να γίνει ευρέως γνωστό. Οι λίγοι νέοι ασκομαντουρίστες προσπαθούν να αναμοχλεύσουν το ενδιαφέρον για το σπουδαίο αυτό όργανο και να βοηθήσουν στη διάδοσή του παρακινώντας τους ακόμα νεότερους να ασχοληθούν με την εκμάθησή του              http://krisseskrites.wordpress.com/

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

Μουσικά όργανα στη Θράκη

Μουσικά όργανα στη Θράκη είναι σήμερα το βιολί, το κλαρίνο, το ούτι, ο ζουρνάς, επίσης το νταούλι (νταβούλι) και η ποιμενική φλογέρα· παλαιότερα ήταν και το κανονάκι (το μεσαιωνικό ψαλτήριον, έγχορδο όργανο σχήματος τραπεζίου, που παίζεται με δυο πένες). Όργανα όμως με περισσότερο τοπικό χαρακτήρα εν χρήσει και σήμερα είναι η λύρα, η γκάιντα, η μασιά, η ταραμπούκα και ο νταϊρές.

Η θρακική λύρα (λιούρα) είναι αχλαδόμορφη με τρεις χορδές. Είναι δύο ειδών: η καμπάδικη, ελαφριά, μικρή και λεπτόηχη, και η τσαουσάνικη, βαρόηχη. Κατασκευάζεται από μονοκόμματο ξύλο (συνήθως καρυδιά ή μουριά) και αποτελείται από το ηχείο, το χέρι (ή λαιμό) και το κεφάλι, όπου είναι περασμένα από πίσω προς τα εμπρός τα κουρδιστήρια. Το ηχείο καλύπτεται με καπάκι από ξύλο πεύκου. Στο κάτω μέρος του υπάρχουν δύο τρύπες σε σχήμα κύκλου χωρισμένου στη μέση κατά μήκος. Στο ενδιάμεσο αυτό χώρισμα, που είναι σαν γέφυρα, τοποθετείται ο “καβαλάρης”. Ένα μικρό ξύλο (“ψυχή” ή “στύλος”) συνδέει τον καβαλάρη με το εσωτερικό της ράχης του ηχείου.

Το δοξάρι της θρακικής λύρας διατηρεί μια από τις πρώτες φάσεις της ιστορικής εξέλιξης του τόξου των εγχόρδων οργάνων. Οι τρίχες του από αλογοουρά είναι χαλαρά περασμένες και τεντώνονται κατά το παίξιμο με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του τύπου αυτού λύρας είναι ότι κατά το παίξιμοτα δάχτυλα του αριστερού χεριού δεν πιέζουν από πάνω τη χορδή, αλλά από τα πλάγια με τα νύχια. Άλλο χαρακτηριστικό που παρατηρείται στη θρακιώτικη λύρα είναι ότι μαζί με τη χορδή που παίζεται η μελωδία, το δοξάρι δονεί ταυτόχρονα και τη μεσαία χαμηλότερη χορδή, η οποία ηχεί ως Ισοκράτης, δημιουργώντας έτσι την πιο απλή μορφή πολυφωνίας, που συνήθως συναντάται στη δημοτική μουσική. Ο λυράρης παίζει λύρα καθιστός, στηρίζοντας την στο αριστερό πόδι ή όρθιος χωρίς να τη στηρίζει.

Η γκάιντα (ή: γκάιδα, γάιδα, κάιντα, τουλούμι) είναι είδος ασκαύλου και αποτελείται από ασκί, επιστόμιο και τμήμα παραγωγής του ήχου, το οποίο απαρτίζεται από δύο ξεχωριστούς αυλούς' ο ένας, κοντός με τρύπες, δίνει τη μελωδία και ο άλλος, μακρύς χωρίς οπές, δίνει ένα φθόγγο, που εναρμονίζεται με το φθόγγο που χρησιμοποιείται ως τονική στον αυλό της μελωδίας.

Η γκάιντα κατασκευάζεται συνήθως από τον ίδιο τον γκαϊντατζή (ή γκαϊντιέρη), από δέρμα κατσίκας ή, σπανιότερα, προβάτου. Μετά την κατεργασία του δέρματος προσαρμόζουν στο ασκί το επιστόμιο και τους δυο αυλούς. Το επιστόμιο (φυσουνα, φερέκι, στόμιο κ.ύ.) είναι ξύλινος κωνικός σωλήνας, απ' όπου ο γκαϊντατζής φυσάει και γεμίζει τον ασκό με αέρα. Στο επιστόμιο υπάρχει πέτσινη βαλβίδα, για να εμποδίζει τον αέρα να φύγει, η οποία κολλιέται στο άκρο που δένει στον ασκό. Επιστόμιο και αυλοί κατασκευάζονται από ξύλο (κρανιά, δαμασκηνιά, αμυγδαλιά κ.α.).
Ο αυλός για τη μελωδία έχει συνήθως επτά οπές μπροστά και μια πίσω. Είναι κυλινδρικός, με μήκος γύρω στα 25-30 εκ. και μοιάζει με φλογέρα. Στο σημείο που ενώνεται με τον ασκό προσαρμόζεται το λεγόμενο καλάμι (ή: τσαμπούνα, ζαμπούνα, κουμούσι, γκαϊτοκαλαμο κ.α.), το οποίο είναι το πιο ευαίσθητο τμήμα της γκάιντας και οι οργανοπαίχτες το προσέχουν ιδιαίτερα. Ο αυλός της μελωδίας, η γκαϊτανίτσα, γίνεται και αυτός από ξύλο κρανιάς, δαμασκηνιάς κ.ά.

Το άλλο τμήμα παραγωγής του ήχου είναι ο μακρύς σωλήνας χωρίς τρύπες (μπουρί, τζαμάρα, μπουρού κ.α.), που βγάζει ένα μόνο ήχο, ο οποίος χρησιμοποιείται ως τονική στον κυρίως αυλό της μελωδίας, κρατεί δηλαδή συνεχώς ένα ίσο. Το μέγεθος του μπουριού ποικίλλει, είναι όμως πάντοτε αρκετά μεγαλύτερο από το μέγεθος του κυρίως αυλού της μελωδίας. Το παίξιμο της γκάιντας χαρακτηρίζεται από τα ποικίλματα, με τα οποία ο γκαϊντατζής καλλωπίζει συνέχεια τη μελωδία. Οι περισσότεροι πρώτα παίζουν κάποιον αργό, καθιστικό σκοπό και ακολουθούν οι ζωηροί-χορευτικοί ρυθμοί (ζωναράδικα, συρτοί, αντικριστοί κλπ.). Η γκάιντα παίζεται μόνη της ή παίζεται με άλλα όργανα, λύρα, ταραμπούκα, νταϊρέ κλπ. Παλαιότερα ήταν το μοναδικό και κυρίαρχο όργανο σε γάμους, γιορτές, πανηγύρια και σε κάθε άλλη διασκέδαση.
Η μασιά ή μασά είναι στο σχήμα της μια απλή σιδερένια μασιά της φωτιάς, της οποίας τα δυο σκέλη καταλήγουν σε κλώνους, μ' ένα μικρό ζίλι (κύμβαλο) στην άκρη. Οι κλώνοι είναι ακριβώς απέναντι ο ένας στον άλλο, έτσι ώστε όταν ενώνονται τα δυο σκέλη της μασιάς, το ένα ζίλι να χτυπάει το άλλο. Η μασιά κατασκευάζεται από τους σιδεράδες, οι οποίοι συχνά στολίζουν τον κορμό και τους κλώνους με εγχάρακτα σχέδια.

Η μασιά είναι καθαρά ρυθμικό όργανο, το οποίο σήμερα παίζεται από τα παιδιά μόνο στη Θράκη, στην περιοχή της Ορεστιάδας (Καστανιές, Μαράσια, Νέα Βύσσα κ.α.) και στην περιοχή του Διδυμοτείχου. Με τη μασιά μόνη της ή μαζί με ντέφι τα παιδιά συνοδεύουν τα κάλαντα των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων. Παλαιότερα όμως τη χρησιμοποιούσαν και οι μεγάλοι στις διασκεδάσεις τους. Με αυτή συνόδευαν την γκάιντα ή και άλλα μελωδικά όργανα, βιολί, κλαρίνο κλπ.

Ρυθμικό όργανο είναι και η ταραμπούκα (ή: τουμπελέκι, στάμνα). Ο σκελετός της είναι πήλινος σε σχήμα στάμνας χωρίς λαβή, ανοιχτός στο ένα άκρο και σκεπασμένος στο άλλο με τεντωμένο δέρμα, που κολλούν ή δένουν πάνω στο ηχείο. Η ταραμπούκα παίζεται με τα δυο χέρια ή, σπανιότερα, με μικρά ξύλα, κρατημένη συνήθως κάτω από την αριστερή μασχάλη ή κρεμασμένη από τον αριστερό ώμο' ή κάθεται ο παίκτης και παίζει την ταραμπούκα κρατώντας την ανάμεσα στους μηρούς. Η ταραμπούκα παίζεται μαζί μ' ένα τουλάχιστο μελωδικό όργανο, συνήθως με γκάιντα ή με λύρα, φλογέρα κ.ά. όργανα. Παίζεται όμως και μόνη από τα παιδιά που λέγουν τα κάλαντα.

Ρυθμικό επίσης όργανο με ήχο ακαθόριστης τονικής οξύτητας, που παίζεται με τα χέρια, είναι και ο νταϊρές, όργανο γνωστό σε άλλα μέρη με την ονομασία ντέφι. Κατασκευάζεται όπως το νταούλι, σε διάφορα μεγέθη, με επιφάνεια από δέρμα κατσίκας, προβάτου ή λαγού. Σε πολλούς νταϊρέδες περνούν γύρω-γύρω στον κυλινδρικό σκελετό, σε ίσες αποστάσεις, μικρά μπρούτζινα ζίλια (κύμβαλα). Στη Θράκη ειδικότερα, στολίζουν το όργανο αυτό με πολύχρωμες κορδέλες και ζωγραφίζουν στο δέρμα του διάφορα σχέδια. Ο νταϊρές παίζεται και αυτός μαζί με άλλα όργανα (λύρα, γκάιντα, βιολί κλπ.), παίζεται όμως και μόνος του για να συνοδέψει το τραγούδι ή μαζί με το τραγούδι τους χορούς, ιδιαίτερα τους γυναικείους ή ανδρικούς αντικριστούς.

http://www.thrakiotikos-luedenscheid.de/wbboard/thraki.php#5