Σελίδες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Η Βεντέμα της Σαντορίνης - Μ. Αβέρκιου Ρούσσος

 Μέχρι πριν από τον 2ον Παγκόσμιον πόλεμον η «βεντέμα» (ο τρυγητός) ήταν ένα πραγματικό πανηγύρι. Η προετοιμασία της βεντέμας άρχιζε με το πλύσιμο των πατητηριών και των «λινών» (δεξαμενή είδους φρέατο, εις το οποίον έρρεε ο μούστος από το πατητήρι), των βαρελιών, άφουρες βουτσά και «μπόμπες» (μεγάλα
βαρέλια χωρητικότητος τεσσάρων βουτσών). Σε συνέχεια σκουπίζανε τις πεζούλες όπου θα απλώνανε τα σταφύλια που θα πατούσανε για το βυσάντo. Όλες αυτές οι δουλειές γινόταν καθ' όλην την διάρκειαν του Αυγούστου σε όλες τις κάναβες της Σαντορίνης.
Την 1ην Σεπτεμβρίου τα βέργινα κοφίνια φρεσκοπλιμένα περίμεναν στις μεγάλες λιθόστρωτες αυλές έτοιμα να  φορτωθούν στα γεροδεμένα μουλάρια και να μεταφερθούν στα αμπέλια για το πρώτο κοφίνιασμα. Οι αγωγιάτες στόλιζαν τα ζώα τους κρεμόντας ολόγυρα στο λαιμό τους γαλάζιες χάνδρες, κογχύλια, κουδούνια, φυλακτά και πολύχρωμες φούντες. Το σύνθημα εδίδετο με το κτύπημα μεγάλης καμπάνας. Οι τρυγητάδες άνδρες, γυναίκες, κοπέλλες και παιδιά τρόχιζαν τα φερεντίνια τους πάνω στα πουριά ή στις μαυρόπετρες και με τραγούδια ξεκινούσαν με τα καλάθια περασμένα στα μπράτσα τους. Οι γυναίκες φορούσαν άσπρα μαντήλια δεμένα με τέτοιο τρόπο ώστε εφαίνοντο μόνο τα μάτια τους και πάνω από τα μαντήλια φορούσαν ένα σκιάδι, ήταν ξυπόλυτες αλλά τα πόδια τους ήταν σκεπασμένα με χονδρές κάλτσες πλεγμένες από τις ίδιες με καλτσοβελώνες. Οι άνδρες φορούσαν σκιάδια τραγιάσκες, και πλατύγυρα χρωματιστά ζωνάρια στη μέσηκαι φυσικά ήταν ξυπόλυτοι. Ο μπαλής (επιστάτης) ήταν για να επιβλέπη την διαλογή των σταφυλιών, χωριστά τα μαύρα μαντηλαριές, χωριστά τα άσπρα ασύρτικα και τα αηδάνια και ώριζε ένα τρυγητή για τα ξενόλοα = άθήρια, βουδόματα, εφτάκοιλα, μαυροτράνανα, αητονύχια, ποταμισές, βάφτρες, ασπροβουδόματα, κατσανιές, πλατάνια γλυκάδες και άλλα που θα πήγαιναν στις λιάστρες για σταφίδες.

Ο τρυγητός άρχιζε και οι τρυνητάδες σκυμμένοι πάνω στις αμπελιές γέμιζαν τα καλάθια τους τραγουδώντας κι όταν τα γέμιζαν τ’ άδειαζαν στα κοφίνια και ο μπαλής τα σκέπαζε με τα «χώσματα» δένοντάς τα ολόγυρα με αλιγαδούρα (ψιλό σχοινί). Από μακρυά ακουγόταν το τραγούδι του αγωγιάτη με τον γλυκό σκοπό της βεντέμας:
'Ωωωω Βεντέμα ήλθε βρε παιδιά
και πάρτε το χαμπάρι
θα πάρω την ψιλή κρανιά
να κάτσω στο μουλάρι.

Το γλυκό τραγούδι του αγωγιάτη, με την κρανιά και την κανάβινη χρωματιστή ποδιά στη μέση, έτσι που έκρυβε το πλατύ χρωματιστό ζωνάρι με τα κρόσια στην άκρη, ανωκατεύονταν με τα κουδουνίσματα των μουλαριών καθώς έτρεχαν αναλεκτά και σκόνιζαν το φούφουλο (μαλακό) χώμα του δρόμου. Από τ' αμπέλι οι τρυγητάδες απαντούσαν πάνω στον ίδιo σκοπό:
Mαvτηλαριά κι ασύρτικο
Βουδόματο κι αθύρι
επρόβαλε η αγάπη μου
από το παραθύρι

Σαν έφτανε στ' αμπέλι ο αγωγιάτης φώναζε τον μπαλή και εφόρτωναν μαζί τα γεμάτα κοφίνια πάνω στα ψηλά αράθυμα μουλάρια παίρνοντας πάλι το ριμίδι του γυρισμού στην .κάναβα, Αν ήταν λεύτερος κι αντωνιάριζε (αγαπούσε) καμμιά κοπέλλα που τρυγούσε στ' αμπέλι τότε πριν πη το «ντε λαξ ντε» στα φορτωμένα κτήματα ακουμπούσε επάνω στην κρανιά του με το ψηλό βέρδουλο στη άκρη και τραγουδούσε:
Μελαχροινή παρ' το σπαθί
και κόψε την κεφαλή μου
να πάψουνε τα βάσανα
κι οι αναστεναγμοί μου.
Αν η μελαχρoινή κοπέλλα δεν ανταποκρινόταν στην αγάπη του γιατί αγαπούσε κάποιον άλλον ή   ήταν θυμωμένη μαζί του τότε του απαντούσε με τούτο το τραγούδι που την κάθε του στροφή τραγουδούσαν μαζί οι άλλοι τρυγητάδες με τον σκοπό της βεντέμας:
Δεν θέλω πια να μ' αγαπάς
να λες και το όνομά μου
γιατί ποτέ δεν ήκαμες
και με τα θέλημά μου

Τότε απογοητευμένος ο νεαρός ανωγιάτης με τον βασιλικό στ’ αυτί κεντούσε τα φορτωμένα μουλάρια του τραγουδώντας:
Δεν ημπορώ να κάνω αλλοιώς
να μη σε ζωγραφίσω
για να θωρώ την ζωγραφιά
να μη σ’ αλησμονήσω

Όταν έφθαναν στην κάναβα ξεφόρτωναν τα μουλάρια και μπατέρνανε τα κοφίνια στο πατητήρι από την «αφανιά» (άνοιγμα που ήταν στην ουρανιά του πατητηριού που συγκοινωνούσε με την ταράτσα ή την πεζούλα). Εδώ θα πρέπει να σημειώσωμε ότι οι περισσότερες κάναβες ήταν υπόσκαφες για νάχουνε «ανεδασιά» (υγρασία) κατάλληλες στην συντήρησι των κρασιών.

Πάνω 'στην παρασκιά του ρακιδιού ήταν ένα μεγάλο καζάνι και μια γυναίκα μαγείρευε το φαγητό των τρυγητάδων. Το καζάνι φορτωνόταν επάνω στο μουλάρι και μέσα σ' ένα κοφίνι έβαζαν τα σκουτελικά και τις κρίθινες κουλούρες σουρωμένες από νωρίς, ώστε να είναι έτοιμα όλα την ώραν που θα 'ρχότανε ο αγωγιάτης για να πάη στ' αμπέλι. Συνήθως το φαγητό ήταν μπακαλιάρος με πατάτες ή φάβα με λαρδί για το μεσημέρι και μανέστρα της βεντέμας, όπως την έλεγαν, για το βράδυ. Ξέχασα όμως το κολατσό που ήταν πάντα μια κουλούρα κι ένα κομμάτι τυρί. Απόντου 12 η ώρα κτυπούσε η καμπάνα του Αη Λιά και οι τρυγητάδες άφηναν τα καλάθια τους πάνω στην ντάνα ή στο έργουλο όπως το λέγανε τότε και πήγαιναν κάτω απ' την πιο κοντινή συκιά που ο αγωγιάτης είχε ξεφορτώσει το φαγητό τους. Εάν δεν υπήρχε συκιά τότε οι τρυγητάδες τρώγανε καταμεσίς του αμπελιού κάτω από τον καφτερό ήλιο. Μετά το φαγητό που ήταν νοστιμότατο, ξάπλωναν για να ξαποστάσουν μέχρι νάρθη το μερέντι. Η λέξις μερέντι έχει δύο σημασίες η κυρία της έννοια είναι απόγευμα, αλλά για τους Μποργιανούς εργάτες του κάμπου είναι ένα σημείον στο κοίλωµα της Κατεφιανής που όταν φωτισθή από μια αχτίνα του ήλιου α πρέπει να σηκωθούν για ν' αρχίσουν την απογευματινή δουλειά τους.
Ο τρυγητός συνεχιζόταν μέχρι το βασίλεμα του ήλιου και τότε τραγουδούσαν όλοι μαζί στο σκοπό της βεντέμας:
Βασίλεψε και σήμερα
πάει και τούτη η μέρα
δεν είδα την αγάπη μου
να πάρη ο νους μου αγέρα
***
Όμορφη πούσαι αγάπη μου
κι' ο ήλιος ζηλεύγει
Κι όταν γυρίσει και σε δει
πάει και βασιλέγει.

Κουρασμένοι γύριζαν στη κάναβα και εκεί πάνω στην πεζούλα ή στην λιθόστρωτη αυλή καθόταν κατάχαμα αρέγκου --ρέγκου = τριγύρω στο «τραπέζι». Στη μέση ήταν μια μεγάλη σκουτέλα του ζυμωτού γεμάτη μανέστρα και μια γυναίκα γέμιζε τα γάστρινα σκουτέλια των τρυγητάδων. Στους άνδρες έδιναν και από ένα τσίρο ή ξελουριστόν μπακαλιάρον για να πιούν το κρασί τους κα  να ευχηθούν στο αφεντικό και στην αρχόντισσα «καλά κρασά» ή κάθε αμπελιά χίλιες ρόες». Πολλές φορές οι κάναβες γειτονεύανε κι οι νέοι και οι κοπελλιές αρχίζανε τα τραγούδια με λύρες ή τσαμπούνες και ολάκερο το χωριό γλεντούσε χόρευε και τραγουδούσε τραγούδια και παινέματα στα αφεντικά και στις αρχόντισσες:
Σταφύλια κόβγουνε παιδιά
πάμε στα πατητήρια
μας κερνούν τ' αφεντικά
και σπούμε τα ποτήρια.
***
Μέσα σ’ αμπέλια που τρυούν
πέντ' έξε κομπανία
μας λέει το αφεντικό
να παίξουμε τη λύρα.
***
Κι οι άνθρωποι που τραγουδούν
μπράβο αφεντικό μας
θε να σου βγάλουμε δουλεία
πούναι καλό δικό μας
Κι' από την άλλη κάναβα ακούγεται η φωνή του μπαλή που παινεύει το αφεντικό του τον Δελένδα:
Ποιανού τρυάτε βρέ παιδιά
τρυούμε του Ντελέντα
για τούτο ήλθαμε και μεις
πούναι   καλή   βεντέμα

Πιο πέρα ένας άλλος τραγουδεί:
Το τρυγητό ή άρχισε
Και κόβγουνε σταφύλια
κι' όντες αποτρυήσουμε
θα πάμε στην Αθήνα

Αλλά και τα τραγούδια της αγάπης έχουν την πρώτη σειρά στο σκοπόν της βεντέμας με την συνοδεία των τοπικών οργάνων (λύρα, τσαμπούνας ή μούζικας). Έτσι ένας ερωτευμένος τρυγητής τα βάζει με την κεφαλή του επειδή αγάπησε πολύ.
Ανάθεμά σε κεφαλή
σπάσιμο θέλεις πάλι
στα βάσανα που βαλες
πάσκισε να με βγάλης.

Κάποιος άλλος που έχασε την αγάπη του γιατί αυτή αγάπησε κάποιον άλλον τραγουδά:
Κατάλαβα τα λόγια σου
πως είναι μπερδεμένα
κι' αν αγαπήσης άλλονε
δεν είναι σαν .κι εμένα.
Δεν νταγιαντίζω μάτια μου
με τα πεισματικά σου
μ' έκαψες και με φλόγισες
με τα καμώματά σου.
***
Για δες πως με κατάντησες
και δεν μεταλαβαίνω
κι από το χέρι του παπά
αντίδωρο δεν παίρνω

Το δείπνο στην κάναβα συνεχιζόταν μέχρι αργά και οι τρυγητάδες κουρασμένοι αλλά ευχαριστημένοι πήγαιναν να κοιμηθούν για να σηκωθούν πάλι τα χαράματα κι αυτό γινόταν καθημερινώς.

Πηγή: ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ
Μάρκου   Αβερκίου   Ρούσσου
Αθήνα   1971

πηγή:  http://kallistorwntas.blogspot.gr

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

Ρίμα Αγίου Νικολάου «Περαματάρη» Οίας

 
Ρίμα Αγίου Νικολάου «Περαματάρη» Οίας
για τους ναυτικούς του χωριού την εποχή της ακμής
 της ιστιοφόρου ναυτιλίας της Οίας

«Περαματάρης»: νησίδα της Οίας κοντά στον όρμο Αμμούδι πάνω στην οποία βρίσκεται σκαμμένη μέσα στο βράχο η εκκλησία του Αγίου Νικολάου με το προσωνύμιο «Άγιος Νικόλαος ο  Περαματάρης». Ονομάστηκε έτσι από τη λέξη «πέρασμα» λόγω του μικρού θαλάσσιου περάσματος (Διαπόρι) που το χωρίζει από το βουνό της Οίας.

 

Άγιε Νικόλαε μπουγιούκι1 το όνομα σου
 
που βούλνα2 δεν κάμει η θάλασσα χωρίς το θέλημα σου,
 
άκου που σε περικαλώ3, ζαμάνια4  αλαμάζω5
 
άκου ίντα6 ‘χω στη καρδιά και έρχομαι και φωνάζω,
 
τα μάτια μου έχουν δάκρυα όλο να γιαμουρίζουν7
 
και μέσα στο γιαμούρισμα8  νταλκάδες9 σεργιανίζουν10,
 
σαν τα μπαλίκια11 του νερού που ‘ναι κιζιλεμένα12
 
έτσα13 δεν μπακμακίζουνε14 τα βάσανα μου εμένα,
 
τση15 θάλασσας τα βουλνεψιά2  πατώ να γιουρουγιούνε16
 
αφού οι δικοί μου αϊλοί17 πάνω τση ξενυχτούνε,
 
όλο να οτουρμίζομαι18 όλο να γιαμουρίζω7
 
ζαμάνια λείπουν οι αϊλοί μουτλούκι19 δεν γνωρίζω,
 
τα βουλνεψιά τσοι20 χαίρονται εγώ ‘χω το καημό των
 
να μην επάν’21 στο θάνατο να νιώσω χωρισμό των,
 
ρίχνω τση δάκρυ και νταλκά αλάργα22 να τα πάρει
 
μα πάει η βούλνα αξίδικα23 και πίσω τα γυρνάει,
 
 
και ολονυχτί τον ύπνο μου νταλκάς τόνε ταράζει
 
και η μορφή τση η μαβή24 αγριεμένη μοιάζει,
 
 
Άγιε μου Νικόλαε Άγιε Περαματάρη
 
των ναυτικών η πατρονιά25, κραλή26, μπαϊρακτάρη27
 
που ‘σαι ατού δα28 στο πέρασμα στου Αμμουδιού29 τη μύτη
 
τσοι σκούνες30 μας να ευλογάς άρχοντα και προφήτη,
 
εσύ που εγεννήθηκες στη μακρινή Λυκία
 
από τση Πόλης τα νερά μέχρι και τη Ρωσία
 
τη θάλασσα σακίνευε31 στο κάθε τση λιμάνι
 
και εγώ θα στείλω γεμινιά32 που ο νους σου δεν τα βάνει,
 
γιορντάνια33 και χρυσά προυσιά34 για το εικόνισμα σου
 
μουμλάρια35, λάδι, θυμιατά  να ‘χει η αφεντιά σου
,
τση Πάνω Μεριάς τσοι ναυτικοί απού36 ‘ναι στα νερά σου
 
όντας τα σεργιανίζουνε να ‘χουνε τη χαρά σου,
 
βοήθα τσοι και δώνε τσοι αζλάνη37 και κουράγιο
 
εσένα μόνο έχουνε μπαϊρακτάρη άγιο,
 
κ’ αράσιντα38 στο Καραντενίζ39 κάμε τους μπιρ40 φουγάρο
 
όντας περνούνε απ’ άτου δα να κάμουνε τσιγάρο,
 
Άγιε Περαματάρη μας φύλαε το χωριό σου
 
τση Πάνω Μεριάς41 τσοι ναυτικοί έχε τσοι στο μυαλό σου,
 
γιάντα42 από όλα τα θανατικά που όξω από ‘δω43 να μένει
 
από όλα το χειρότερο είν’ οι πνιουργιασμένοι44
 

Λεξιλόγιο
1 μπουγιούκι (από το τουρκ. büyük ) = μεγάλο
2 βούλνα, βουλνεψιά (από το ρώσικ. волна, διαβάζεται «volna») = κύμα, κύματα
3 περικαλώ = παρακαλώ
4 ζαμάν ή ζαμάνια (από το τουρκ. zaman: χρόνος) = πολύ καιρό
5 αλαμάζω (από το τουρκ. ağlamak) = κλαίω 
6 ίντα= τι
7γιαμουρίζουν, γιαμουρίζω (από το τουρκ. yağmur: βροχή) = δακρύζουν, δακρύζω

8 γιαμούρισμα (από το τουρκ.
yagmur) = βροχή, δάκρυσμα
9 νταλκάδες, νταλκάς (από το τουρκ. dalga) = καημοί, καημός
10 σεργιανίζουν (από το τουρκ. seyran: βόλτα) = πηγαινοέρχονται
11 μπαλίκια (από το τουρκ. balik) = ψάρια
12 κιζιλεμένα (από το τουρκ. gizli) = κρυμμένα
13 έτσα = έτσι
14 μπακμακίζουνε (από το τουρκ. bakmak: κοιτάζω) = φαίνονται, εμφανίζονται
15 τση = της
16 γιουρουγιούνε (από το τουρκ. yuri: επίθεση) = τρέχουν  (γιουρουντίζω = τρέχω με φόρα,
 
 επιτίθεμαι)
17 αϊλοί (από το τουρκ. aile: οικογένεια) = οι άνδρες της οικογένειας δηλαδή σύζυγος,
 
 πατέρας, αδερφός, γιος, γαμπρός
18 οτουρμίζομαι (από το τουρκ. oturmak) = κάθομαι 
19 μουτλούκι (από το τουρκ. mutluk) = ευτυχία, χαρά
20 τσοι = τους, τις
21 να μην επάν’ = να μην πάνε
22 αλάργα (από το ιταλ. al larga) = μακριά 
23αξίδικα (από το τουρκ. aksi) = αντίθετα, διαφορετικά 
24 μαβή (από το τουρκ. mavi) = γαλανή
25 πατρονιά (από το τουρκ. patron) = αφεντικό
26 κραλής (από το τουρκ. kral) = βασιλιάς
27 μπαϊρακτάρης  (από το τουρκ. bayraktar: σημαιoφόρος) = ο πρώτος των πρώτων, ο
 
 καλύτερος
28απ’ άτου δα = από εκεί
 
29 Αμμούδι = το ένα από τα δύο λιμάνια της Οίας (το άλλο είναι η Αρμένη). Βρίσκεται στη
 
 δυτική πλευρά της Οίας απέναντι από τη Ρίβα της Θηρασιάς. Τα παλιά χρόνια φημιζόταν για τις «παλλάδες» (ορυχεία) και η πρόσβαση γινόταν μόνο από τους «καραβολάδες» (σκάλες λαξευμένες στον ηφαιστειογενή βράχο που θυμίζουν την πορεία που κάνει  ο «καράβολας»=σαλιγκάρι). Σήμερα είναι λιμάνι-αγκυροβόλιο μικρών σκαφών και υπάρχει πλέον σύγχρονος αυτοκινητόδρομος που το συνδέει με το χωριό. Από το Αμμούδι ξεκινάει και το ferry boat για την Θηρασιά με  τακτικά δρομολόγια.
30 σκούνες = ιστιοφόρα
31  σακίνευε (από το τουρκ. sakin: ηρεμία) = γαλήνευε
32 γεμινιά (από το τουρκ. yemin: όρκος,τάξιμο) = τάματα
33 γιορντάνια (από το τουρκ. gerdan: λαιμός)  = περιδέραια  
34 προυσιά = φλουριά
35 μουμλάρια (από το τουρκ. mumlar) = κεριά
36 απού = που
37 αζλάνη (από το τουρκ. aslan: λιοντάρι) = δύναμη
38 κ’ αράσιντα (από το τουρκ. arasinda) = και ανάμεσα 
39 Καραντενίζ (τουρκ. Karadeniz) = Μαύρη Θάλασσα
40 μπιρ (τουρκ. bir) = ένα
41 Πάνω Μεριά = η παλιά ονομασία της Οίας επειδή βρίσκεται στην «πάνω» δηλαδή στη
 
 βόρεια πλευρά του νησιού. Μετονομάστηκε σε Οία στα τέλη του 19ου αιώνα. Ωστόσο από
 
 τους ντόπιους χρησιμοποιείται ακόμη ο όρος «Απάνω ή Πάνω Μεριά» και Απανωμερίτες (Οιάτες)
42 γιάντα = γιατί
43 όξω από ΄δώ = μακριά από εμάς
 
44 πνιουργιασμένοι = θαλασσοπνιγμένοι




Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου Περαματάρη  λαξευμένη μέσα στην ηφαιστειογενή νησίδα της Οίας
πηγή:  Καλλ-ιστορώντας