Σελίδες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόκριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόκριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Η κυρά Σαρακοστή



Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι η αρχαιότερη από τις μεγάλες νηστείες της Ορθόδοξης Εκκλησίας.Καθιερώθηκε τον 4ο αιώνα.Αρχικά διαρκούσε έξι εβδομάδες ενώ αργότερα προστέθηκε και η έβδομη εβδομάδα και ονομάζεται έτσι γιατί περιλαμβάνει ακριβώς σαράντα ημέρες δηλ. από την Καθαρή Δευτέρα μέχρι και την Παρασκευή πριν το Σάββατο του Λαζάρου.

Μεγάλη ονομάζεται όχι για τη μεγάλη διάρκειά της αλλά για τη σημασία της που γίνεται σε ανάμνηση των Παθών του Χριστού και αποτελεί την προετοιμασία των πιστών για τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα.

Σαρακοστή λέμε τις 40 μέρες πριν από την Κυριακή του Πάσχα. Από πολύ παλιά υπάρχει η συνήθεια να νηστεύουμε, για να μιμηθούμε τη νηστεία που έκανε ο Χριστός στην έρημο. Η Σαρακοστή περνά αργά γι’ αυτούς που νηστεύουν , ιδίως τις τελευταίες μέρες.

Έτσι, επειδή παλιά δεν είχαν τα σημερινά ημερολόγια για να μετρούν το πέρασμα της νηστείας, έφτιαχναν ένα μετρητάρι. Έπαιρναν δηλαδή ένα χαρτί και ζωγράφιζαν τη Σαρακοστή σαν μια καλόγρια, την κυρά –Σαρακοστή. Δεν της έβαζαν στόμα γιατί αντιπροσώπευε τη νηστεία.
Τα χέρια της ήταν σταυρωμένα από τις πολλές προσευχές. Και είχε εφτά πόδια, ένα για κάθε βδομάδα της Σαρακοστής. Με το ψαλίδι κόβανε την κυρά Σαρακοστή και την κρεμούσαν στον τοίχο. Κάθε Σάββατο της έκοβαν ένα πόδι.
Το τελευταίο πόδι το κόβανε το Μεγάλο Σάββατο και το βάζανε μέσα σε ένα ξερό σύκο ή σε ένα καρύδι και όποιος το έβρισκε πίστευαν πως θα ήταν καλότυχος. Αλλού την έκαναν και πάνινη την “κυρά Σαρακοστή” τους και τη γέμιζαν με πούπουλα.

Στον Πόντο έπαιρναν μια πατάτα ψημένη ή ένα κρεμμύδι, έμπηγαν 7 φτερά κότας, το έδεναν στο ταβάνι και κρεμόταν όλη τη Σαρακοστή. Κάθε βδομάδα έβγαζαν και ένα φτερό. Ο “κουκουράς”, έτσι το έλεγαν, ήταν ο φόβος των παιδιών.

Η κυρά Σαρακοστή

Την κυρά Σαρακοστή
που’ ναι έθιμο παλιό
οι γιαγιάδες μας την φτιάχναν
με αλεύρι και νερό.

Για στολίδι της φορούσαν
στο κεφάλι ένα σταυρό
μα το στόμα της ξεχνούσαν
γιατί νήστευε καιρό.

Και τις μέρες τις μετρούσαν
με τα πόδια της τα επτά
κόβαν ένα τη βδομάδα
μέχρι να ρθει η Πασχαλιά.

Η ΣΥΝΤΑΓΗ

- Μισό κιλό αλεύρι
- Μισό φλιτζάνι νερό
- Μια κουταλιά σούπας αλάτι
- Έναν πλάστη
- Ένα μεγάλο ταψί
- Λίγο λάδι να αλείψουμε το ταψί

1. Παίρνουμε ένα βαθύ μπολ και βάζουμε το αλεύρι και το αλάτι σχηματίζοντας ένα βουναλάκι.

2. Στη μέση κάνουμε μια μικρή λακκουβίτσα κι εκεί αρχίζουμε να ρίχνουμε σιγά σιγά το νερό. Προσοχή, δε βάζουμε το νερό όλο μαζί! Ταυτοχρόνως ζυμώνουμε. Θα βάλουμε μόνο όσο νερό χρειάζεται για να γίνει η ζύμη εύπλαστη και μαλακή.

3. Ζυμώνουμε, ζυμώνουμε μέχρι η ζύμη να γίνει λεία και ομοιόμορφη.

4. Απλώνουμε το ζυμάρι με τη βοήθεια του πλάστη και σχηματίζουμε την κυρα-Σαρακοστή.

5. Μ' ένα μαχαίρι χαράζουμε τα μάτια, τη μύτη και κόβουμε τα ποδαράκια. Με μια οδοντογλυφίδα κάνουμε μια τρύπα στο κεφάλι για να την κρεμάσουμε στο τέλος. Να θυμάστε: η κυρα-Σαρακοστή δεν έχει στόμα, γιατί δεν τρώει ούτε μιλάει, παρά μόνο προσεύχεται! Όσο για τα ποδαράκια της, προσοχή! Να είναι επτά! Ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα.

6. Παίρνουμε ένα ταψί και το αλείφουμε με λίγο λάδι. Τοποθετούμε μέσα τη «Σαρακοστή».

7. Ζεσταίνουμε το φούρνο στους διακόσιους βαθμούς και ψήνουμε την κυρα-Σαρακοστή μας για σαράντα με εξήντα λεπτά μέχρι να ξεροψηθεί και να σκληρύνει. Όταν κρυώσει, τη βγάζουμε προσεκτικά και την κρεμάμε στην κουζίνα.

Να θυμάστε:

η κυρα-Σαρακοστή δεν έχει στόμα, γιατί δεν τρώει ούτε μιλάει, παρά μόνο προσεύχεται!
Όσο για τα ποδαράκια της, προσοχή! Να είναι επτά! Ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα.

πηγή

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Η ιστορία της λαγάνας

(Δημοσιεύθηκε στο αριθ.182 τεύχος της"Βοϊακής γής",Μάρτιος-Απρίλιος 2003)

Το παραδοσιακό  έθιμο της λαγάνας παίζει  πρωταγωνιστικό ρόλο στο νηστίσιμο τραπέζι της Καθαράς  Δευτέρας. Με αφορ­μή λοιπόν αυτή την ιδιαίτερη μέρα ας γνωρίσουμε αναλυτικότε­ρα την ιστορία της, που χάνεται στους αιώνες.

Η λαγάνα  είναι άζυμος άρτος ,δηλ. παρασκευάζεται χωρίς προζύμι. Τέτοιος άρτος πρόχειρος εχρησιμοποιήθη από τους  Ισραηλίτες κατά τη νύχτα της Εξόδου τους από την Αίγυπτο υπό την αρχηγία του Μωυσή. Έκτοτε επιβαλλόταν από το Μωσαικό  Νόμο για όλες τις ημέρες της εορτής του Πάσχα, μέχρι που ο Χριστός στο τελευταίο του Πάσχα ευλόγησε τον ένζυμο άρτο.

Η ιστορία της λαγάνας διατρέχει όλη τη διατροφική παράδοση από την αρχαιότητα  μέχρι σήμερα. Ο Αριστοφάνης στις "Εκκλησιάζουσες" λέει  "Λαγάνα πέττεται" δηλ ."Λαγάνες γίνονται". Ο δε Οράτιος στα κείμενά του αναφέρει τη λαγάνα ως "Το γλύκισμα των φτωχών". Το έθιμο της λαγάνας παρέμεινε αναλλοίωτο ανά τους αιώνες και συνηθίζεται να παρασκευάζεται με μεράκι από τον αρτοποιό της γειτονιάς, τραγανή λαχταριστή και σουσαμένια και καταναλώνεται κατά την Καθαρά Δευτέρα, την Πρωτονήστιμη Δευτέρα της Σαρακοστής. Η ονομασία της "Καθαρά" προήλθε από τη συνήθεια που είχαν οι νοικοκυρές το πρωί της ημέρας αυτής, να πλένουν με ζεστό νερό και στάχτη όλα τα μαγειρικά σκεύη, ως "ημέρα κάθαρσης". Στη συνέχεια τα κρεμούσαν στη θέση τους όπου και παρέμεναν μέχρι τη λήξη της νηστείας. Επίσης κατά την ημέρα αυτή εξέρχονταν όλοι οικογενειακώς στην ύπαιθρο και έστρωναν κάτω στη γη και έτρωγαν νηστίσιμα φαγητά όπως χαλβά, ελιές, ταραμά και λαγάνα.

Από την Καθαρά Δευτέρα προετοιμάζεται ο άνθρωπος μετά τις εορτές και την καλοφαγία των Απόκρεων, να καθαρίσει την ψυχή και το σώμα του για να φτάσει στο τέρμα δηλ. στο Πάσχα και να αναστηθεί ξανά με την Ανάσταση του Κυρίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λαγάνα που έχει το σχή­μα της "κυρα-Σαρακοστής",που παριστάνει μια μακριά γυναίκα που έχει ένα σταυρό στο κεφάλι, δεν έχει στόμα γιατί είναι  όλο νηστεία.Τα χέρια της είναι σταυρωμένα για τις προσευχές, έχει επτά πόδια που συμβολίζουν τις επτά εβδομάδες της νηστείας. Έθιμο που συνηθιζόταν για να μετρούν το χρόνο κατά την περίοδο της Σαρακοστής ήταν κάθε Σάββατο να κόβουν το ένα πόδι και το τελευταίο το έκοβαν το Μ.Σάββατο όπου το έκρυβαν σε ένα ξερό σύκο ή σε ένα καρύδι και όποιος το έβρισκε ήταν ο τυχερός της επόμενης χρονιάς.

Η νόστιμη και λαχταριστή για όλους μας λαγάνα είναι ένα προιόν άξιο σεβασμού και με πραγματική πλούσια ιστορία, θα είναι μεγάλη απώλεια για τις επερχόμενες γενεές να ξεχάσουν τις παραδόσεις μας, να ξεχάσουν τις παλιές σαρακοστιανές μυρουδιές. Οι αρτοποιοί της γειτονιάς πιστοί στις παραδόσεις μας παρασκευάζουν την Καθαρά Δευτέρα τη λαγάνα συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση του εθίμου, ώστε οι νέες γενεές να έχουν την ευκαιρία να ακούσουν, να μυρίσουν και να γευτούν τη Σαρακοστή γιατί οι Σαρακοστιανές μυρωδιές είναι έμμεσοι φορείς μιας βαθιάς πνευματικότητας.

ΜΑΡΙΑ ΓΚΙΟΥΔΦΕΣΗ

πηγή

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Πως κατασκευάζουμε έναν χαρταετό...


Τι θα χρειαστούμε:
3 ελαφρά πηχάκια από ξύλο, περίπου 80 εκατοστά το καθένα
χαρτί ή πολύ λεπτό νάιλον
γερό σπάγκο
λεπτό σύρμα
κολλητική ταινία
χρωματιστά χαρτιά για την ουρά

Ξεκινάμε την κατασκευή:

Στα άκρα από κάθε πηχάκι κάνουμε δυο μικρές εγκοπές.
Δένουμε γερά μεταξύ τους τα τρία πηχάκια από την μέση με τον σπάγκο, και αφήνουμε περίπου μισό μέτρο ακόμα να κρέμεται (επόμενο σχήμα).






Στην άκρη από το ένα πηχάκι στερεώνουμε γερά το σύρμα, και το περνάμε περιμετρικά γύρω από τον σκελετό του χαρταετού, κάνοντας μια στροφή με το σύρμα σε κάθε πηχάκι, εκεί που έχουμε κάνει την εγκοπή.
Φροντίζουμε όπως θα γυρίζουμε το σύρμα, οι αποστάσεις μεταξύ των άκρων από τα πηχάκια να διατηρούνται σταθερές, έτσι ώστε στο τέλος να έχουμε ένα κανονικό εξάγωνο.
Ακουμπάμε τον σκελετό πάνω στο χαρτί ή το πλαστικό, και το κόβουμε γύρω - γύρω του, αφήνοντας ένα περιθώριο 3-5 εκατοστών (επόμενο σχήμα).






Σε αυτό το σημείο, μπορούμε ν’ αφήσουμε την φαντασία μας ελεύθερη και να διακοσμήσουμε την επιφάνεια του χαρτιού όπως μας αρέσει, έτσι ώστε να έχουμε έναν μοναδικό χαρταετό.
Μπορούμε να κολλήσουμε διάφορα διακοσμητικά, ή να ζωγραφίσουμε  πρόσωπα, πεταλούδες, πουλιά και ζώα.
Κατόπιν ξαναβάζουμε τον σκελετό πάνω στο χαρτί ή το πλαστικό, γυρίζουμε τα περιθώρια προς τα μέσα και τα κολλούμε με κολλητική ταινία.
Σε δυο άκρα (β & γ) στερεώνουμε σπάγκο, για να δέσουμε στην μέση του την ουρά. Προσέχουμε ώστε: αβ = αγ = γδ = βδ.
Η ουρά πρέπει να είναι 3-4 φορές μακρύτερη από το μήκος του αετού, έτσι ώστε να έχει σταθερότητα όταν πετάει (επόμενο σχήμα).






Την ουρά μπορούμε να την κατασκευάσουμε, από λωρίδες που θα έχουμε κόψει από εφημερίδες ή χρωματιστά χαρτιά μεγέθους 20 Χ 20 εκατοστά, τα οποία δένουμε στον σπάγκο σε απόσταση περίπου 15-20 εκατοστών το ένα από το άλλο.
Στα αντίθετα άκρα από αυτά που δέσαμε την ουρά, (ε & ζ), δένουμε τα ζύγια. Εδώ πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα. Όλη η επιτυχία για το πέταγμα του αετού, βρίσκεται στα ζύγια του.
Τα ζύγια, είναι δυο κομμάτια σπάγκος δεμένος στο άκρα ε και ζ, που το καθένα ενώνεται με τον σπάγκο που αφήσαμε να κρέμεται από το κέντρο του χαρταετού.
Τα ζύγια πρέπει να σχηματίζουν ένα ισοσκελές τρίγωνο.
Στο σημείο της ένωσης δένουμε ένα γερό σπάγκο, την καλούμπα.
Βρίσκουμε ένα πλάτωμα μακριά από ηλεκτροφόρα σύρματα, γυρίζουμε τον χαρταετό μας κόντρα στον άνεμο και ...
είμαστε  έτοιμοι να ταξιδέψουμε στο μπλε τ΄ ουρανού!
πηγή

Η ιστορία του χαρταετού


Ναι, τον πετάμε! Τον περνάμε και στα παιδιά μας. Κάθε διατήρηση λαϊκού εθίμου είναι βήμα προς την Ελευθερία. Είναι πράξη δράσης ενάντια στην άχρωμη λαίλαπα του τσιμέντου που σκλαβώνει την ψυχή μας. Κάθε ματιά στον ουρανό είναι δήλωση Αληθείας. Έχει τόσες μνήμες αυτό το γαλάζιο.

Στην αρχαιότητα, 4ο αιώνα π.Χ., ο μαθηματικός και αρχιμηχανικός Αρχύτας (440-360 π.Χ.), από τον Τάραντα της Νότιας Ιταλίας, καλός φίλος του Πλάτωνα και οπαδός του Πυθαγόρα, χρησιμοποίησε στην αεροδυναμική του τον χαρταετό και λέγεται ότι ήταν ο εφευρέτης του. Ο Αρχύτας θεωρείται ο τελευταίος αλλά και ο σημαντικότερος των Πυθαγορείων. Κείμενα του Αρχύτα λένε ότι μελέτησε και ο Γαλιλαίος.

Ο χαρταετός φαίνεται να άνοιξε για πρώτη φορά τα πολύχρωμα εύθραυστα φτερά του περίπου στα 1000 π. Χ., και έκτοτε δεν έπαψε να χρωματίζει με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο τον ουράνιο θόλο, από την Ανατολή έως τη Δύση.
 
(...) Τον 4ο π.Χ. αι., στην αρχαία Ελλάδα, σύμφωνα με τις πηγές, ο αρχιμηχανικός Αρχύτας του Τάραντος χρησιμοποίησε στην αεροδυναμική του τον αϊτό. Παλαιότερη αναφορά θα μπορούσε να θεωρηθεί η απεικόνιση σε ελληνικό αγγείο της κλασικής περιόδου μιας κόρης που κρατά στα χέρια της λευκή σαΐτα δεμένη με νήμα, ένα είδος αϊτού δηλαδή, και την οποία ετοιμάζεται να πετάξει. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρήση του χαρτιού δεν ήταν ακόμη γνωστή, εικάζουμε ότι τα χρόνια εκείνα, τα όποια πειράματα ή παιχνίδια με αϊτούς θα πρέπει να τα έκαναν με πανί, αντίστοιχο με αυτό που χρησιμοποιούσαν στα πλοία έως και τα μεσαιωνικά χρόνια. Πολύ αργότερα, ο Μάρκο Πόλο, γυρίζοντας από τα ταξίδια του, φέρνει το χαρταετό στη Μεσαιωνική Ευρώπη.

πηγή

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Οι “Μπούλες” και οι “Γενίτσαροι” της Νάουσας



Αυτό που ξεχωρίζει αυτό το έθιμο από τα άλλα είναι το αυστηρό τελετουργικό του. Σε αντίθεση με την αταξία, την απρέπεια, τα σατυρικά τραγούδια και την αυτοσχέδια μεταμφίεση που επικρατεί παντού τις Απόκριες, τις “Μπούλες” τις χαρακτηρίζει η σοβαρότητα και η τυποποιημένη εθιμική ευπρέπεια σε συνδυασμό με την απαράμιλλη αισθητική των χορευτών.

 Οι “Μπούλες” είναι άντρες ντυμένοι γυναικεία, ενώ οι “Γενίτσαροι” είναι ντυμένοι με φουστανέλες και φορούν μια ιδιόμορφη μάσκα. Γυρίζουν παρέες, παρέες τους δρόμους και τις πλατείες, χορεύοντας προκαθορισμένα τραγούδια με ειδικό τρόπο, που θυμίζει πολεμικό χορό. Οι περισσότεροι χοροί είναι κατεξοχήν αντρικοί, εκτός από τη Μακρυνίτσα που χορεύεται από τη Μπούλα.

Όσο οι Γενίτσαροι φορούν τις μάσκες, δεν επιτρέπεται να χορέψει μαζί τους κανείς από τους θεατές. Όταν τις βγάλουν, τότε ξεκινάει ένα μεγάλο πανηγύρι που κρατάει μέχρι τις πρωινές ώρες.

Πολλοί ισχυρίζονται, ότι το έθιμο έχει τις ρίζες του σε πρωτόγονες παγανιστικές τελετές με σκοπό την ευγονία. Το σίγουρο είναι, ότι με το πέρασμα του χρόνου το έθιμο ενσωμάτωσε την τοπική ιστορία και συνδέθηκε με την Τουρκοκρατία. Όπως λέγεται, οι Αρματολοί και οι Κλέφτες με την ευκαιρία της Αποκριάς κατέβαιναν στην πόλη ντυμένοι γυναίκες και χορεύοντας έρχονταν σε συνεννόηση με τους δικούς τους για τον αγώνα της ελευθερίας. Το νταούλι και ο ζουρνάς είναι οι πρωταγωνιστές των γλεντιών που γίνονται τις δυο τελευταίες Κυριακές της Αποκριάς με μεζέδες και τσίπουρα, ενώ το ντύσιμο είναι από τα σημαντικότερα μέρη της τελετουργίας και κρατάει πάνω από δυο ώρες!

Ο Γενίτσαρος πρώτα φοράει το μπινιβρέκι (μακρύ άσπρο σώβρακο) και από πάνω μακριές κάλτσες, που στερεώνονται με τις βουδέτες (τύπος καλτσοδέτας με μαύρες φούντες).

Μετά φοράει το πουκάμισο με τα φαρδιά κεντητά μανίκια, ακολουθεί η κατάλευκη φουστανέλα με τις 300 έως 400 πιέτες και μετά μπαίνει το πισλί, ένα μαύρο γιλέκο με ανοιχτά μανίκια. Πάνω από αυτό μπαίνει ένα άλλο αμάνικο γιλέκο, που έχει στο στήθος ραμμένα νομίσματα και χαϊμαλιά και στην πλάτη βαρύτιμα κοσμήματα, όπως τοκάδες, γιορντάνια και κιουστέκια. Το σελάχι φοριέται και αυτό στη μέση πάνω από ένα ριγέ μαντίλι, ενώ στο τέλος φοριέται το μαφέσι, ένα ακόμη μεταξωτό μαντίλι που πάνω του θα κρεμαστούν τα θαυμάσια λεπτοδουλεμένα αραχνοειδή κοσμήματα, οι παϊαντζήδες.

Εντυπωσιακή είναι και η στιγμή που δένεται το πρόσωπο. “Πρόσωπο” είναι η μάσκα που φοράει ο Γενίτσαρος, κέρινη από μέσα για να μένει δροσερό το πρόσωπο και γύψινη απ’ έξω. Η μάσκα, που έχει για μάτια και στόμα μικρές σχισμές, στερεώνεται πάνω στο ταράμπουλο, ένα μακρύ μεταξωτό ύφασμα.

Η μάσκα της Μπούλας, που ακολουθεί κάθε μπουλούκι Γενιτσάρων χορεύοντας σοβαρή και περήφανη, είναι βαμμένη με κατακόκκινα μάγουλα και χείλη. Στο κεφάλι φοράει εντυπωσιακά ψεύτικα λουλούδια με κορδέλες και τούλινο πέπλο. Το φόρεμά της είναι πολύχρωμο με φουρό και φοράει και λιμπαντί (βελούδινο κεντητό γιλέκο με μανίκια). Στο στήθος κρέμονται μεταξωτές τραχηλιές, ενώ η ζώνη στολίζεται με σκαλιστές πόρπες, τα κολάνια.

Την Καθαρά Δευτέρα οι Γενίτσαροι βγάζουν τη μάσκα και ξεχύνονται και πάλι στους δρόμους αποκαλυμμένοι
 
πηγή:  Λαϊκή Παράδοση
 
Πως γίνεται το ντύσιμο του γενίτσαρου:
   

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Πετεγολέτσια ή πετεγόλια

Ένα ιδιαίτερο έθιμο που αναβιώνει στην Κέρκυρα την Τσικνοπέμπτη είναι τα Κορφιάτικα Πετεγολέτσια ή πετεγόλια ή κουτσομπολιά. Πρόκειται για ένα είδος θεάτρου δρόμου που μοιάζει με την Commedia Dell' Arte και εκτυλίσσεται στην κεντρική αγορά της παλιάς πόλης στην Πίνια. Ερασιτέχνες ηθοποιοί, με σατιρικά δεκαπεντασύλλαβα σε κορφιάτικη διάλεκτο, μιμούνται τις κυράδες που βγαίνανε στα παράθυρα και κουτσομπολεύανε τη γειτονιά ή άλλους παραδοσιακούς τύπους παλιών Κερκυραίων. Οι παραστάσεις ολοκληρώνονται με καντάδες και μαντολινάτες

πηγή

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Γαϊτανάκι… πλέκοντας κορδέλες!



Από τα λίγα έθιμα που διατηρούνται αυτούσια ως τις μέρες μας, το γαϊτανάκι είναι ένας χορός που δένει απόλυτα με το χρώμα και το κέφι της απόκριας. Το γαϊτανάκι πέρασε στην Ελλάδα από πρόσφυγες του Πόντου και της Μικράς Ασίας και έδεσε απόλυτα με τα άλλα τοπικά έθιμα, αφού η δεξιοτεχνία των χορευτών αλλά και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του δεν αφήνουν κανέναν αδιάφορο! Δεκατρία άτομα χρειάζονται για να στήσουν το χορό. Ο ένας κρατά ένα μεγάλο στύλο στο κέντρο, από την κορυφή του οποίου ξεκινούν 12 μακριές κορδέλες, καθεμιά με διαφορετικό χρώμα. Οι κορδέλες αυτές λέγονται γαϊτάνια και δίνουν το όνομά τους στο έθιμο. Γύρω από το στύλο, 12 χορευτές κρατούν από ένα γαϊτάνι και χορεύουν μαζί, σε 6 ζευγάρια, τραγουδώντας το παραδοσιακό τραγούδι. Καθώς κινούνται γύρω από το στύλο, κάθε χορευτής εναλλάσσεται με το ταίρι του κι έτσι όπως γυρνούν πλέκουν τις κορδέλες γύρω από το στύλο δημιουργώντας χρωματιστούς συνδυασμούς. Όταν πια οι κορδέλες τυλιχτούν γύρω από το στύλο και οι χορευτές χορεύουν όλο και πιο κοντά σε αυτόν, τότε ο χορός τελειώνει και το στολισμένο γαϊτανάκι μένει να θυμίζει το αποκριάτικο πνεύμα

πηγή

Η "κορέλα" και ο "φράγκος"


Η "κορέλα" είναι άντρας ντυμένος με Σκυριανά γυναικεία ρούχα. Κάτω φοράει μια κεντητή φούστα ("σκούτα")· πάνω απ' αυτήν ένα άσπρο πλισεδένιο μεσοφόρι ("κολοβόλι") και μια κεντημένη ποδιά. Στο πάνω μέρος του σώματος φοράει μεταξωτά πουκάμισα κι από πάνω χρυσοΰφαντο "μεντενέ". Στη μέση δένεται μια φαρδιά ζώνη που κλείνει με πόρπες ("κλειδοτήρια"). Η "κορέλα" σκεπάζει το κεφάλι με κίτρινο μαντήλι απ' το οποίο προβάλλουν ψεύτικες πλεξούδες μαλλιών με μεταξωτές κορδέλες και κρύβει το πρόσωπο με χάρτινη γυναικεία μουτσούνα. Στα πόδια φοράει "τροχάδια".

Η "κορέλα" κρατάει στο χέρι ένα μαντήλι, που το κουνά, χορεύοντας γύρω από το "γέρο", όταν αυτός προχωρά, ή στέκεται και τραγουδά τον ιδιαίτερο αποκριάτικο σκοπό, που έχει τ' όνομά της ("της κορέλας"), όταν ο "γέρος" στέκεται, για να ξεκουραστεί, σείοντας πάντα τα κουδούνια του.

Η ονομασία "κορέλα" προέρχεται ίσως από το "κόρη" ή μάλλον από το "κουρέλα" – στη Σκύρο το κουρέλι το λένε "κορέλι" – για την ατημελησιά και την προχειρότητα της αμφίεσης, τουλάχιστον στην αρχική της μορφή. Εξάλλου εμφανίζεται μάλλον σαν γυναίκα και όχι κόρη του "γέρου".


Τέλος, ο "φράγκος" ντύνεται με κοινά "ευρωπαϊκά" παλιόρουχα (παντελόνι, σακάκι, φανέλα ή κάτι ανάλογο). "Ευρωπαϊκά" έλεγαν στη Σκύρο τις σύγχρονες ενδυμασίες σε αντίθεση με τις ντόπιες παραδοσιακές φορεσιές. Στο κεφάλι φοράει ό,τι καπέλο του αρέσει, ενώ το πρόσωπο το κρύβει με μια κοινή αποκριάτικη μουτσούνα. Απαραίτητο στοιχείο της κατά τα άλλα ελεύθερης μεταμφίεσής του, είναι ένα τσοπάνικο κουδούνι που κρεμιέται πίσω στη μέση κι ένα κοχύλι που κρατάει στο χέρι, το γνωστό στους ναυτικούς σαν "μπουρού", όπου φυσά διαρκώς όταν κουνιέται ασταμάτητα πειράζοντας όσους παρακολουθούν το θέαμα.

Ο "φράγκος" ονομάστηκε έτσι γιατί είναι ο μόνος που δεν φοράει Σκυριανά ρούχα, αλλά "φράγκικα" (σακάκι – παντελόνι).


πηγή

Πατήστε εδώ για να δείτε πως γίνεται το ντύσιμο της "κορέλας"

Ο "γέρος" της Σκύρου


Ο "γέρος" που είναι η κυρίαρχη μορφή της μασκαρεμένης συντροφιάς, παριστάνει γέρο-τσοπάνη ζωσμένο με κουδούνια. Κάτω φοράει άσπρο μάλλινο κοντοβράκι ("κοντοβράτσι") των τσοπάνηδων, άσπρες υφαντές κάλτσες χωρίς πέλμα ("τροχαδόκαλτσες") και πέτσινα σανδάλια ("τροχάδια"). Οι "τροχαδόκαλτσες" καλύπτουν μόνο τις κνήμες και στερεώνονται κάτω από το γόνατο με μαύρες καλτσοδέτες ("καρτσδέτες").

Στο πάνω μέρος του σώματος, μέχρι τη μέση, φοράει την τσοπάνικη κάπα ("καπότο"), μαύρου χρώματος, γυρισμένη ανάποδα για να είναι απέξω το μαλλιαρό μέρος και να φαίνονται οι μακριές τρίχες. Η κουκούλα του "καπότου" σκεπάζει το κεφάλι και στερεώνεται με τη μακριά υφαντή και κεντημένη ζώνη των βοσκών ("ζουνάρι"), που πέφτει μπροστά στο στήθος. Στη ράχη παραχώνει κουρέλια ή μαξιλάρι για να σχηματιστεί καμπούρα.

Το πρόσωπο το κρύβει με μάσκα ("μτσούνα") από προβιά μικρού γιδιού με δύο τρύπες για τα μάτια. Στη μέση ζώνεται καμιά πενηνταριά τσοπάνικα κουδούνια που στερεώνονται από τους ώμους και στο χέρι κρατάει το τσοπάνικο στραβοράβδι στολισμένο στη λαβή με αγριολούλουδα.

Ο τρόπος που δένονται τα κουδούνια στη ζώνη της μέσης είναι αρκετά έξυπνος, έτσι που να επιτρέπει να φοριούνται πολλά κουδούνια, χωρίς να στομώνουν από την επαφή τους με την κάπα. Οι άκρες του "καπότου" είναι γυρισμένες στη μέση για ν' αφήνουν τελείως ελεύθερη τη μάζα των κουδουνιών. Κάθε κουδούνι κρατιέται από έναν κρίκο με τον οποίο φοριέται στα πρόβατα κι αυτοί οι κρίκοι είναι περασμένοι σ' ένα σχοινί ("λιτάρι") γύρω στη μέση, ώστε να κρέμονται ελεύθερα και να βροντούν καθώς ο "γέρος" χοροπηδάει.

Ο "γέρος" προχωρεί με ρυθμικούς βηματισμούς, κουνώντας τη μέση του, έτσι ώστε τα κουδούνια που είναι περασμένα σ' αυτή, να δίνουν ήχους φοβερούς, αλλά ρυθμικούς κι εναλλασσόμενους. Κατά διαστήματα στέκεται και "σείεται", και τότε το κούνημα του κορμιού του είναι διαφορετικό, όπως και οι ήχοι των κουδουνιών.

Η ονομασία του "γέρου" οφείλεται μάλλον στη γεροντική εμφάνιση γι' αυτό και φοράει ψεύτικη καμπούρα.

πηγή
 
Πατήστε εδώ για να δείτε πως γίνεται το ντύσιμο του "γέρου"

Γέροι και κορέλες

Του Ντινου Κιουση

Στη Σκύρο, κάθε Σαββατοκύριακο της Αποκριάς βγαίνουν στους δρόμους οι Γέροι με τις Κορέλες τους. Ο Γέρος φοράει χοντρή μαύρη κάπα και άσπρη παραδοσιακή βράκα και στο πρόσωπο μάσκα από προβιά μικρού κατσικιού, ενώ στη μέση του έχει περασμένες 2-3 σειρές κουδούνια, που το βάρος τους μπορεί να αγγίζει και τα 50 κιλά. Περπατάει σειόμενος, ώστε να ηχούν όσο γίνεται περισσότερο τα κουδούνια. Η Κορέλα είναι η ντάμα του Γέρου, φοράει τα παραδοσιακά σκυριανά ρούχα, όπου κυριαρχεί το άσπρο χρώμα, ώστε να είναι σε πλήρη αντίθεση με το μαύρο του Γέρου, ενώ το πρόσωπό της είναι καλυμμένο. Η Κορέλα χορεύει γύρω από τον Γέρο, καθώς αυτός βαδίζει, ανοίγοντάς του δρόμο. Οποια στιγμή ο Γέρος σταματήσει για να πάρει μιαν ανάσα, του τραγουδάει σκυριανό τραγούδι, παινεύοντάς τον για τις αξίες και τις χαρές του:
«Αγγελος έσαι μάτια μου, αγγελικά χορεύεις, αγγελικά πατείς στη γη, κι όλους τους νιους μαραίνεις».

Οι πιο δυνατοί και αντέχοντες Γέροι ανεβαίνουν στο Κάστρο του νησιού για να χτυπήσουν τις καμπάνες στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. Πρόκειται για τους περίφημους Λεβεντόγερους!

Το ζευγάρι πολλές φορές το συνοδεύει ο «φράγκος», που φοράει μεν παραδοσιακά ρούχα, αλλά με παντελόνι, χωρίς δηλαδή βράκα. Αυτός σατιρίζει τους σκυριανούς εκείνους που έβγαλαν τις βράκες και φόρεσαν παντελόνια (φράγκικα).
Υπάρχει η εκδοχή πως αυτό το έθιμο ξεκίνησε από κάποια καταστροφή που ξεκλήρισε όλα τα ζώα του νησιού και ο τσοπάνης ζώστηκε τα κουδούνια των ζώων και ήρθε στο χωριό να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους

πηγή
 
ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΘΙΜΟΥ


Η κύρια λαϊκή εξήγηση του εθίμου είναι πως ο "γέρος" ντύνεται έτσι σε ανάμνηση ενός τσοπάνη που έχασε όλα του τα πρόβατα απ' τη βαρυχειμωνιά κι αφού τα έγδαρε, ήρθε στο χωριό τον καιρό της αποκριάς ζωσμένος στη μέση με τα κουδούνια και τα δέρματά τους για να διαλαλήσει το νέο, μαζί με την κουρελιασμένη γυναίκα του ("κορέλα"). Την εξήγηση αυτή αναφέρει ο Δ. Παπαγεωργίου, αλλά και ο λαϊκός αφηγητής Ανέστης Φραγκούλης, όπως την άκουσε απ' τους παλιότερους. Η ακούσια αυτή παράσταση φαίνεται πως εντυπωσίασε τόσο πολύ τον κόσμο, ώστε στις αναμνηστικές επαναλήψεις, τα επόμενα χρόνια, γινόταν όλο και πιο φροντισμένη, ώσπου καθιερώθηκε σαν αποκριάτικο έθιμο.

Σχετικά με την εξήγηση αυτή, είναι σκόπιμο να σημειωθεί ότι η πλήρης έλλειψη χειμαδιών στις Σκυριανές μάντρες, αφήνει εντελώς απροστάτευτα τα κοπάδια, που σε περίπτωση μεγάλης βαρυχειμωνιάς, παθαίνουν, όχι σπάνια, ολοκληρωτική καταστροφή. Εξάλλου κυρίως οι τσοπάνηδες είναι αυτοί που ντύνονταν "γέροι".

Παλιότερα υπήρχε άλλη μία λαϊκή εξήγηση που ανέφερε, πως το ζευγάρι κρατάει από πολύ παλιά και προέρχεται απ' τη Κωνσταντινούπολη. Η διήγηση λέει πως την παλιά εποχή ξεπεσμένοι και άτυχοι άνθρωποι αναγκάζονταν να ζητιανεύουν μασκαρεμένοι, ιδίως τις αποκριάτικες νύχτες, κάτω απ' τα ψηλά και κλειστά παλάτια των αρχόντων, που βούιζαν απ' το γλεντοκόπημα και πως για ν' ακουστούν μέσα στο θόρυβο του γλεντιού, χτυπούσαν τα κουδούνια που έφερναν μαζί τους.

Πέρα από τις λαϊκές εξηγήσεις, η πιο συνηθισμένη ερμηνεία του εθίμου μένει προσκολλημένη στην υπόθεση για κατάλοιπα της αρχαίας Διονυσιακής λατρείας. Η προβιά του "καπότου" και η κατσικίσια προσωπίδα συσχετίζονται με τη ζωομορφική εμφάνιση των συνοδών του Διονύσου. Οι "γέροι" θεωρούνται σαν μεταμφιεσμένοι τράγοι, οι δε κινήσεις τους για το βρόντημα των κουδουνιών σαν "χορός των τράγων" και μάλιστα με φανερή σεξουαλική σημασία που παραπέμπει στην οργιαστική ατμόσφαιρα των Διονυσίων.
Καθώς ο Διονυσιακός μύθος περιέχει και την ιδέα της επιστροφής από το θάνατο στη ζωή μέσα στον κύκλο της φυσικής αναγέννησης, έγινε προσπάθεια να προστεθεί αυτός ο συμβολισμός και στη Σκυριανή αποκριά με τη μεταφορά στοιχείων της αποκριάτικης παράστασης των Θρακικών χωριών. Υπάρχει, ακόμη, η άποψη πως στην αρχαία Σκύρο λατρευόταν ιδιαίτερα ο Διόνυσος και μάλιστα ήταν ο θεός προστάτης της πόλης. Τη θεωρία αυτή υποστήριξε ο Κώστας Φαλτάϊτς στη μελέτη του "Ναοί και λατρεία του Διονύσου εν Σκύρω", βασιζόμενος κυρίως σε πολλά τοπωνύμια.

Μια άλλη τολμηρή ερμηνεία ανιχνεύει την προέλευση της Σκυριανής αποκριάς στις ρίζες της ανθρώπινης ιστορίας, με την υπόθεση πως στις απόκριες έχει επιβιώσει η νικητήρια γιορτή των αιγοτρόφων φυλών μετά την προϊστορική σύγκρουσή τους με τους γεωργούς - βοοτρόφους στην οποία επικράτησαν (Μάνος Φαλτάϊτς). Ο ακριβής χρόνος και ο τόπος αυτής της μάχης δεν προσδιορίζονται. Ο συμβολισμός των τράγου - κατσίκας με τους "γέρο" - "κορέλα" υποδηλώνει τη μεταμφίεση του θρησκευτικού τους τοτέμ. Μάλιστα συσχετίζεται η τρισεβδομαδιαία διάρκεια της αποκριάς με την ισόχρονη πιθανή διάρκεια της μυθικής μάχης βοοτρόφων - αιγοτρόφων.

Αυτές είναι οι εξηγήσεις που έχουν δοθεί μέχρι σήμερα για την πιθανή προέλευση του αποκριάτικου εθίμου της Σκύρου. Έχουν το μειονέκτημα πως θέτουν εκ των προτέρων (a priori) μια εκδοχή και στη συνέχεια προσπαθούν οπωσδήποτε να εντάξουν σ' αυτήν τα διάφορα στοιχεία που υπάρχουν. Το αν έχουν επιβιώσει τόσο παλιά κατάλοιπα μέσα στις μορφές του "γέρου" και της "κορέλας" είναι υποθέσεις που είναι εξαιρετικά δύσκολο σήμερα να εξιχνιαστούν. Μπορούν όμως να γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις για όσα έχουν κατά καιρούς υποστηριχτεί.

Δεν είναι καθόλου βέβαιο πως ο γέρος είναι μεταμφιεσμένος τράγος. Σε καμιά λαϊκή παράδοση δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, ενώ οι σύγχρονοι Σκυριανοί μένουν απορημένοι για την ευκολία με την οποία μετατράπηκαν σε τράγους οι παραδοσιακοί "γέροι" τους. Μπορεί ο "γέρος" να έχει φοβερή εμφάνιση, αλλά με τράγο δεν μοιάζει σε τίποτα. Δεν έχει κέρατα, το ντύσιμό του είναι καθαρά τσοπάνικο απ' τα "τροχάδια" ως το "στραβοράβδι" και εφόσον αποφάσισε να κρύψει το πρόσωπο του, όπως όλοι οι μασκαράδες, ήταν φυσικό να χρησιμοποιήσει προβιά. Για να φαίνεται γέρος βάζει ψεύτικη καμπούρα, που παράλληλα τον διευκολύνει στο στήριγμα των βαριών κουδουνιών.

Από τη Διονυσιακή λατρεία δεν είναι εύκολο να ανακαλύψουμε θετικά υπολείμματα. Η οργιαστική μορφή είναι μάλλον άγνωστη, οι σχέσεις των "γέρων" με τις "κορέλες" άψογες και οι κινήσεις του "γέρου" είναι αυτές ακριβώς που του επιτρέπουν να βροντάει καλύτερα τα κουδούνια του. Η συνοδεία της "κορέλας" και ιδίως με την παλιότερη μορφή των "νυφών", που μνημονεύουν οι ιστορικοί της Σκύρου, δεν αποκλείεται βέβαια να σχετίζεται με παλιές παραδοσιακές επιβιώσεις, αλλά η διερεύνησή τους απαιτεί πολύ βαθύτερη μελέτη.

Η άποψη ότι ο "φράγκος" μπορεί να θεωρηθεί σαν Βακχικός συνοδός είναι εντελώς ανυπόστατη. Γιατί ο "φράγκος" είναι οπωσδήποτε μεταγενέστερη φιγούρα που προστέθηκε πολύ αργότερα στην αποκριάτικη παράσταση, χωρίς να έχει καμιά σχέση με τη Φραγκοκρατία, όπως υποστηρίζεται από ορισμένους, αφού οι ντόπιοι ιστορικοί ούτε καν τον μνημονεύουν.

Επίσης η παρεμβολή του διονυσιακού στοιχείου για την αναγέννηση της φύσης δεν είναι εύκολο να βρει στηρίγματα στο έθιμο των "γέρων", αφού ούτε αναπαράσταση φόνου υπάρχει, ούτε κανένα ζωντάνεμα νεκρού περιέχεται στη Σκυριανή αποκριάτικη μίμηση. Αβάσιμη, εξάλλου, είναι και η υπόθεση για τη μεταφύτευση του Θρακικού εθίμου στη Σκύρο, αφού ούτε ερήμωση του νησιού, ούτε Θρακικός αποικισμός, πιστοποιούνται.

Για την άποψη ότι επιβιώνει ο γιορτασμός της μυθικής νίκης των αιγοτρόφων φυλών στη Σκυριανή αποκριά, μπορούμε να παρατηρήσουμε πως από τα στοιχεία που παρατίθενται για τη στήριξη της υπόθεσης (σύγκρουση, παρελάσεις, κερατοφορία, κλπ.) κανένα δεν φαίνεται να διατηρήθηκε στην παραδοσιακή μορφή του Σκυριανού εθίμου των "γέρων".

Οπωσδήποτε το έθιμο στη σύγχρονη μορφή του έχει ενιαία εμφάνιση, περιλαμβάνοντας το "γέρο", την "κορέλα" και το "φράγκο". Κι αν δεχτούμε πως ο "φράγκος" είναι νεώτερη προσθήκη – χωρίς ωστόσο να εξηγείται η σημερινή άρρηκτη προσκόλλησή του στο ντουέτο "γέρου"-"κορέλας" – απομένουν ο "γέρος" και η "κορέλα" σαν τα μόνα στοιχεία της συμβολικής αναπαράστασης. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η αναπαράσταση δεν είναι τυχαία αλλά συμβολική. Το μαρτυρεί η επίμονη διατήρησή της που, έστω με παραλλαγές, έφτασε ως τις μέρες μας, ενώ είναι βέβαιο πως οποιαδήποτε άλλη συμπτωματική μεταμφίεση, οσοδήποτε πετυχημένη, δεν θα άντεχε στο πέρασμα του χρόνου, όπως δεν άντεξαν άλλοι μασκαράδες που κάποτε είχαν σημειώσει μεγάλη επιτυχία.

Όλες οι σχετικές ερμηνευτικές προσπάθειες έχουν ένα κοινό στοιχείο, την παλαιότητα του εθίμου. Δηλαδή, ότι το έθιμο επιβίωσε μέσα από τα βάθη της ανθρώπινης προϊστορίας ή στη συγκαταβατικότερη περίπτωση διαμορφώθηκε στους αιώνες της ρωμαϊκής κυριαρχίας, του Βυζαντινού ελληνισμού ή τέλος της Φράγκικης και Τούρκικης σκλαβιάς. Πάνω σ' αυτό, επίσης, δεν έχουμε κανένα θετικό στοιχείο. Κανείς απολύτως απ' όσους έγραψαν για τη Σκύρο στα μεσαιωνικά χρόνια δεν αναφέρει τίποτα σχετικό και καμιά σχετική μνεία δεν έχει ως τώρα βρεθεί σε αρχειακά έγγραφα. Στα νεώτερα χρόνια η πρώτη περιγραφή είναι των αρχών του αιώνα μας.

Αντίθετα υπάρχει ένα βαρυσήμαντο στοιχείο, ειδικά για το θέμα των "γέρων". Ο Γερμανός μεταλλειολόγος Karl Fiedler βρέθηκε στη Σκύρο το Φλεβάρη του 1835 και περιέγραψε τη Σκυριανή αποκριά. Παρακολούθησε τις αποκριάτικες γιορτές, είδε τους τοπικούς χορούς, λίγους μασκαράδες ντυμένους γυναίκες και μερικούς άλλους που μεταχειρίζονταν για άσεμνες χειρονομίες τις νεροκολοκύθες. Δεν αναφέρει ούτε λέξη για "γέρους" και κουδούνια. Οι λεπτομερείς περιγραφές των Σκυριανών εθίμων από τον Fiedler δείχνουν ότι ήταν εξαιρετικά παρατηρητικός. Άρα είναι λογικό να υποθέσουμε πως το έθιμο των "γέρων" δεν είχε ακόμα διαμορφωθεί στα 1835.

Αν, λοιπόν, δεχτούμε ότι το έθιμο δημιουργήθηκε στα νεώτερα χρόνια, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν συγχρόνως δεχτούμε ή απορρίψουμε τη λαϊκή εξήγηση του μισότρελου τσοπάνη. Αληθινό ή όχι αυτό το περιστατικό, δεν στάθηκε παρά μονάχα η αφορμή για να χρησιμοποιήσει ο Σκυριανός μασκαράς το υλικό της μεταμφίεσης απ' το καθημερινό περιβάλλον του.

Είναι φυσικό, εξάλλου, στην εξελικτική πορεία του εθίμου να έγιναν βαθμιαίες παραλλαγές και προσμίξεις που τις βοηθούσε τόσο η ελευθεριότητα που χαρακτηρίζει γενικά τις αποκριάτικες εμφανίσεις όσο και ή επίδραση των μεταβαλλόμενων κοινωνικών συνθηκών. Έτσι μπορεί η "νύφη" που άλλοτε συνοδευόταν απ' τους "φουστανελάδες" και τους "γενίτσαρους", να μετατράπηκε σε "κορέλα" συνοδό του κυρίαρχου "γέρου", όταν η ανάμνηση των γενίτσαρων άρχισε να ξεθωριάζει. Και ακόμα ο "φράγκος" που ξεκίνησε από τη διακωμώδηση αυτών που φορούσαν ευρωπαϊκά ρούχα, ιδιαίτερα των γιατρών και των δικηγόρων, να μετατράπηκε σε υπηρέτη της δυάδας όταν ο αρχικός συμβολισμός είχε ξεπεραστεί.

Ιδιαίτερα σε σχέση με τη μορφή του κουδουνάτου "γέρου", έχει σημασία να μη ξεχνάμε πως η Σκύρος, παρ' όλο που είναι νησί, διατήρησε επί αιώνες ποιμενικό χαρακτήρα. Ήταν φυσικό να διαμόρφωσε μεγάλο μέρος των παραδόσεών της από το χαρακτήρα αυτό και ήταν επίσης φυσικό ν' αναζήτησε και να δανείστηκε για τις αποκριάτικες μεταμφιέσεις στοιχεία από το χαρακτήρα αυτό. Ο τσοπάνης, ήταν το βασικό πρόσωπο που κυριαρχούσε σ' ολόκληρη τη ζωή του νησιού. Η καθαρά ποιμενική εμφάνιση του "γέρου" με τη βασική φορεσιά του τσοπάνη, την προβιά της μάσκας, τα τσοπάνικα κουδούνια της μέσης, παραπέμπει στο χαρακτήρα του νησιού.

Για τους ίδιους λόγους, άλλωστε, η ερμηνεία του αφανισμένου τσοπάνη που φορτώθηκε τα κουδούνια των ψόφιων προβάτων του, βρήκε τόση απήχηση στη λαϊκή φαντασία και κυριάρχησε σαν παραδοσιακή εξήγηση του εθίμου. Όχι γιατί υπάρχει κανένα στοιχείο που να μπορεί να τη στηρίξει, αλλά γιατί προβάλλει σαν πιθανή σε συνδυασμό με τις τοπικές συνθήκες. Και σαν τέτοια είναι ιδιαίτερα ελκυστική.

πηγή

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Καλό Τριώδιο!

Τριώδιο λέγεται το λειτουργικό βιβλίο [δηλ. βιβλίο που διαβάζεται στην εκκλησία κατά τις διάφορες ακολουθίες, δηλ. τελετές] που περιέχει υμνολογικό υλικό κυρίως του Εσπερινού και του Όρθρου [τι είναι ο Όρθρος (που τον έχεις παρακολουθήσει πολλές φορές, αλλά χωρίς να το ξέρεις), δες εδώ] και χρησιμοποιείται μαζί με το Μηναίο και την Παρακλητική στις Ιερές Ακολουθίες της περιόδου από Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι το Μεγάλο Σάββατο.
Ονομάζεται Τριώδιο, γιατί στις ιερές ακολουθίες του όρθρου, όχι των Κυριακών αλλά των άλλων ημερών της εβδομάδας, οι Kανόνες αντί να έχουν εννέα ωδές, όπως είναι η γνωστή και συνήθης μορφή τους, έχουν τρεις ωδές (=Τριώδιον), οι οποίες είναι σταθερά στην Η΄ και την Θ΄ ωδή και διαδοχικά μία από τις πέντε πρώτες [Κανόνας: σπουδαίο μουσικό και ποιητικό είδος του Βυζαντίου, στο οποίο είναι γραμμένα τα περισσότερα μουσικά μέρη που ψάλλονται στην εκκλησία, κατά τον Όρθρο. Ποιητές κανόνων ήταν και μεγάλοι άγιοι, όπως οι άγιοι Ιωάννης Δαμασκηνός, Κοσμάς ο Μελωδός, Ανδρέας Κρήτης, Ιωσήφ ο Υμνογράφος κ.ά., αλλά υπάρχουν και σύγχρονοι υμνογράφοι, όπως ο Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαναννίτης (δηλ. από τη "Μικρά Αγία Άννα" του Αγίου Όρους) κ.ά.].
Η περίοδος του Τριωδίου έχει σκοπό να μας προετοιμάσει με νηστεία, προσευχή και μετάνοια, για να υποδεχθούμε τα Άγια Πάθη του Κυρίου μας και την ένδοξη Ανάσταση Του. Το Πάσχα μας αποτελεί το διαρκές πέρασμα μας, την είσοδο μας στην «καινή ζωή της Βασιλείας». Για να βιωθεί με περισσότερη εσωτερικότητα η «εορτή των εορτών», είναι απαραίτητη η κατάλληλη εσωτερική προετοιμασία. Αυτή την διασφαλίζει η ευλογημένη περίοδος του Τριωδίου.
Η κατανυκτική περίοδος του Τριωδίου, που μέσα στους κόλπους της περιλαμβάνει τη Μεγάλη Σαρακοστή, αποτελεί για όλους τους πιστούς μοναδική ευκαιρία και δυνατότητα για πορεία μετανοίας. Την πνευματική πορεία μας την χαρακτηρίζει η μετάνοια που πρέπει να είναι συνεχής. Βέβαια, στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής χρειάζεται να είναι πιο έντονη μια και αυτή μας οδηγεί στον εορτασμό του Σταυρο-Αναστάσιμου Πάσχα. Να καθαρίσουμε δηλαδή την ύπαρξη μας από κάθε «μολυσμόν σαρκός και πνεύματος» και να δεχθούμε τον Χριστό στην ζωή μας.
Η περίοδος του Τριωδίου καλύπτει:
α. Τις τρεις εβδομάδες πριν από τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή (22 ημέρες).
β. Τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή (40 ημέρες, από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή πριν από το Σάββατο του Λαζάρου).
γ. Τις δυο ήμερες Σάββατο του Λαζάρου και Κυριακή των Βαΐων (συνδετικές ήμερες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής με τη Μεγ. Εβδομάδα).
δ. Τη Μεγάλη Εβδομάδα (6 ημέρες).

ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΥ
Οι τρεις πρώτες εβδομάδες λέγονται στην εκκλησιαστική γλώσσα «προφωνήσιμοι» διότι προαναφωνούν τους αγώνες που έχουμε να κάνουμε εναντίον των παθών και των δαιμόνων κατά την διάρκεια της Αγίας Τεσσαρακοστής.
 
Την Κυριακή αυτή διαβάζεται η ομώνυμη παραβολή (δες την εδώ), στην οποία διακρίνουμε τα αποτελέσματα της υπερήφανης προσευχής του «δικαίου» Φαρισαίου που τελικά δεν εισακούστηκε και της ταπεινής προσευχής του αμαρτωλού Τελώνου, του οποίου (η προσευχή) ανέβει στον ουρανό ως θυμίαμα και εισακούστηκε.
Με αυτόν τον τρόπο η Εκκλησία μας βοήθα να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη προσεγγίσεως της υψοποιού ταπεινώσεως, την οποία κάθε χριστιανός πρέπει να επιδιώκει μέσα στην περίοδο της αγίας Τεσσαρακοστής και κατ’ επέκταση στη ζωή του.
Ο ταπεινός άνθρωπος δεν κινδυνεύει να πέσει. «Ο υποκάτω πάντων ων, που πεσείται;» λέγουν οι Πατέρες. Δηλ. αυτός που τοποθετεί και θεωρεί τον εαυτόν του κάτω – κάτω, χαμηλότερα απ’ όλους, που θα πέσει; Και ο Μέγας Αντώνιοςέλεγε: «Είδα όλες τις παγίδες του εχθρού να έχουν απλωθεί πάνω στη γη και είπα λυπημένος: Ποίος άραγε μπορεί να τις αποφύγει; Και άκουσα φωνή πού έλεγε: Η ταπεινοφροσύνη!».
Η Εκκλησία μας θέλοντας να μας διδάξει την ταπείνωση του Τελώνη και να μας προφυλάξει από την υπερηφάνεια του Φαρισαίου, μας καλεί να ψάλλουμε: «Φαρισαίου φύγωμεν υψηγορίαν, και τελώνου μάθωμεν τό ταπεινόν, εν στεναγμοίς πρός τόν Σωτήρα».
 
Η παραβολή του «Άσωτου Υιού» ομιλεί για ένα πλούσιο νέο ο όποιος άσωτα κατασπατάλησε την περιουσία του σε χώρα μακρινή και στο τέλος κατάντησε να βόσκει χοίρους. Τότε μετανόησε και επέστρεψε στον πατέρα του, που τον δέχθηκε με άπειρη αγάπη και στοργή.
Η παραβολή είναι ανεξάντλητη σε νοήματα, αφού, όπως λέγεται, ολόκληρο το έργο της Θείας Οικονομίας ευρίσκεται μέσα σ’ αυτή. Το βαθύτερο νόημα της παραβολής είναι τετραπλό:
α. Η απελπιστική κατάσταση στην οποία φθάνει ο αμαρτωλός.
β. Η ανάγκη μετανοίας και τα σωτήρια αποτελέσματα της.
γ. Το μέγεθος της θείας Ευσπλαχνίας στην οποία μπορούν να στηρίζονται και οι πλέον αμαρτωλοί, ώστε να μη φθάνουν ποτέ στην απελπισία. Κανένα αμάρτημα, όσο μεγάλο κι αν θεωρείται, δεν μπορεί να υπερνικήσει τη φιλάνθρωπη γνώμη του Θεού και
δ. Η αποφυγή του αισθήματος της αυτάρκειας του δικαιωμένου, όπως θεωρούσε τον εαυτό του ο πρεσβύτερος υιός.
Εάν λοιπόν συναισθανθούμε την πραγματική πνευματική μας κατάσταση και με ειλικρίνεια ομολογήσουμε τα λάθη μας και την κατασπατάληση των ταλάντων πού μας χάρισε ο Θεός, θα καταλάβουμε ότι αυτή την Κυριακή όλοι μας εορτάζουμε και όλοι, κατά κάποιο τρόπο, είμαστε άσωτοι υιοί, απομακρυνθέντες από τον «Οίκον του Ουρανίου Πατρός μας».
 
Το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω, λέγεται «Σάββατο των Ψυχών» ή Ψυχοσάββατο. Είναι το πρώτο απ’ τα δύο Ψυχοσάββατα του έτους (το δεύτερο επιτελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής).
Ο λόγος που το καθιέρωσε η Εκκλησία μας, παρ’ ότι κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους, είναι ο εξής: Επειδή πολλοί κατά καιρούς απέθαναν μικροί ή στην ξενιτιά ή στη θάλασσα ή στα όρη και τους κρημνούς ή και μερικοί, λόγω πτώχειας, δεν αξιώθηκαν των διατεταγμένων μνημοσυνών, «οι θείοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι θέσπισαν το μνημόσυνο αυτό υπέρ πάντων των άπ’ αιώνος εύσεβώς τελευτησάντων Χριστιανών».
Επειδή την Κυριακή της Απόκρεω ποιούμε ανάμνηση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού και οι κεκοιμημένοι μας ακόμη δεν κρίθηκαν, τους μνημονεύουμε σήμερα και, επικαλούμενοι το άπειρο έλεος Του, παρακαλούμε τον Θεό με το μνημόσυνο πού κάνουμε, να τους αναπαύσει. Συγχρόνως δε, ενθυμούμενοι και εμείς το θάνατο και «διεγειρόμεθα προς μετάνοιαν…».
 
Η Κυριακή αυτή λέγεται έτσι, διότι από την επόμενη ήμερα (Δευτέρα) απέχουμε κρέατος. Δηλ. η Κυριακή της Απόκρεω είναι η τελευταία ημέρα της κρεοφαγίας μέχρι το Πάσχα και δεν επιτρέπεται ή κατάλυση κρέατος, εκτός αν πρόκειται για άρρωστους.
Οι θείοι Πατέρες έταξαν αυτή την Κυριακή να γίνεται ανάμνηση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού για να θυμόμαστε, όχι μόνο τη φιλανθρωπία Του (από την Κυριακή του Άσωτου), αλλά και τη δικαιοσύνη Του στην κρίση που θα γίνει μερικώς την ήμερα του θανάτου μας και τελικώς – τελεσιδίκως στη Δευτέρα Παρουσία Του.
Το Σάββατο των Οσίων Πατέρων
Μετά την προηγηθείσα (με τα προηγούμενα) παιδαγωγία, οι Θεοφόροι Πατέρες, μας προβάλλουν ήδη προς μίμηση και παρηγοριά όλους τους διαλάμψαντες οσίους και θεοφόρους Πατέρες και Μητέρες – Μοναχούς και Μοναχές πού αγίασαν με νηστεία – αγρυπνία – προσευχή και ταπείνωση.
Όλοι αυτοί που αποτελούν παραδείγματα αγώνος και μετανοίας μας παρακινούν και μας προτρέπουν στον πνευματικό αγώνα που αρχίζει, προς απόκτηση των αρετών, απόρριψη των κακιών και τελική κατάκτηση «των έπηγγελμένων ημίν αγαθών» (εγκόσμιων και υπερκοσμίων).
Κακώς επικράτησε να θεωρούνται το Σάββατο αυτό και το Α’ Σάββατο των Νηστειών (του θαύματος του Αγίου Θεοδώρου) ως Ψυχοσάββατα.
 
Η Κυριακή της Τυροφάγου
Μετά τη διακοπή της κρεοφαγίας, αυτή την εβδομάδα (τρίτη του Τριωδίου),όλες τις ημέρες της, τρώμε τυροκομικά, αυγά και ψάρια. Γι’ αυτό ονομάστηκε «Τυροφάγου» ή «Τυρινής».
Η Εκκλησία μας, χωρίς να θεωρεί μολυσμένη καμία τροφή, επιτρέπει τη βρώση γάλακτος και αυγών και όχι το πρόβατο ή το κοτόπουλο, που τα παράγουν, διότιδιακρίνει τις τροφές σε περισσότερο και ολιγότερο βοηθητικές στην εγκράτεια και κατά καιρούς άλλες επιτρέπει και άλλες απαγορεύει.
Μαζί με τη νηστεία λοιπόν, που αρχίζει μερικώς και σταδιακώς από την εβδομάδα αυτή, η Εκκλησία φέρει ενώπιον μας και μας θυμίζει με τα τροπάρια αυτής της Κυριακής, την εξορία των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, που έγινε λόγω της παρακοής τους (δεν τήρησαν τη νηστεία, σχετικά με τον απαγορευμένο καρπό). Αντί του Παραδείσου και της αιωνιότητας, βρήκαν το θάνατο.
Και εμείς καλούμεθα (με την υμνολογία της ημέρας) αυτό που έχασε ο Αδάμ με την ακρασία (ανυπακοή, αμετανοησία, εγωισμό και γαστριμαργία), να το κερδίσουμε με την εγκράτεια (υπακοή, μετάνοια, ταπείνωση και νηστεία) . Γι’ αυτό η Εκκλησία μας αυτή την Κυριακή μας τονίζει ότι: «Το στάδιον των αρετών ηνέωκται (άνοιξε) οι βουλόμενοι αθλήσαι (όσοι θέλουν ν’ αγωνιστούν) εισέλθετε…», ώστε, όσοι είναι καλοπροαίρετοι, ν’ αρχίσουν με όρεξη και χαρά τον αγώνα της Τεσσαρακοστής.
 
 
Οι μασκαράδες του Τριωδίου
Τα αποκριάτικα έθιμα του Τριωδίου, όπως είναι πια γνωστό, δεν είναι χριστιανικά, αλλά προχριστιανικά και ειδωλολατρικά. Κατάγονται από τη δεισιδαιμονία των αρχαίων Ελλήνων (όχι των φιλοσόφων, αλλά των πιστών της αρχαίας θρησκείας) ότι, για να έρθει η καινούργια άνοιξη, πρέπει η “θεά Φύση” να γονιμοποιηθεί σεξουαλικά από τις αρσενικές θεότητες που ζουν στα σκοτεινά δάση και τις σπηλιές. Οι “θεότητες”  αυτές χαρακτηρίζονταν “δαιμόνια” (=κατώτεροι θεοί) και ήταν, υποτίθεται, ζωόμορφες. Ιδίως είχαν μορφές τράγων, επειδή οι τράγοι έχουν μεγάλη σεξουαλική δύναμη – αλλά και άλλων ζώων: οι σάτυροι π.χ., κατά την αρχαία μυθολογία, είχαν αφτιά, πόδια και γεννητικά όργανα… γαϊδάρου.
Έτσι, οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ντύνονταν με προβιές (έπαιρναν δηλ. τη μορφή αυτών των αρσενικών και πρωτόγονων “θεοτήτων”) και χοροπηδούσαν στα δάση για να τις προσκαλέσουν, να κάνουν το “γάμο” τους με τη θεά Φύση. Απ’ τα τραγούδια αυτά (τις “ωδές των τράγων”) εξελίχθηκε αργότερα το πραγματικά σπουδαίο θεατρικό είδος της τραγωδίας (τράγου ωδή).
Επειδή τα ειδωλολατρικά έθιμα παρέμειναν στους λαούς, κατά κανόνα, και μετά την αποδοχή του χριστιανισμού, παρέμεινε και αυτή η συνήθεια με τις μεταμφιέσεις. Γι’ αυτό η παραδοσιακή ελληνική αποκριάτικη μεταμφίεση (το ελληνικό καρναβάλι) είναι τραγόμορφοι μασκαράδες ζωσμένοι με μεγάλες κουδούνες:
Η οργιαστική αυτή “λατρεία” (που δεν είναι πια λατρεία, αλλά παιχνίδι) δεν είναι συμπαθής στους παραδοσιακούς χριστιανούς, που -σοφά- δεν ξεχνούν ότι πρόκειται για πρόσκληση δαιμονίων… Όσο για το μοντέρνο εισαγόμενο καρναβάλι, σίγουρα δεν έχει καμία σχέση με το ορθόδοξο πνεύμα του Τριωδίου. Είναι μάλλον ευκαιρία να ξεχνάμε το Θεό και να πέφτουμε στην αμαρτία, δήθεν “απελευθερωτικά”… . ΚΑΛΟ ΤΡΙΩΔΙΟ!!