Σελίδες


Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Η Βυζαντινή προέλευση των εθίμων του Αγίου Δωδεκαημέρου


 

Το Χριστουγεννιάτικο δένδρο και μάλιστα ως μετεξέλιξη της αρχαίας Ελληνικής «Ειρεσιώνης», όχι μόνο δεν απαγορευόταν στο Βυζάντιο αλλά αντιθέτως κατά την εορτή των Χριστουγέννων «…κατά διαταγήν του επάρχου της (κάθε) πόλεως, ου μόνον καθαρισμός των οδών εγένετο, αλλά και στολισμός διαφόρων κατά διαστήματα στηνομένων στύλων με δενδρολίβανα, κλάδους μύρτου και άνθη εποχής…» (Φαίδωνος Κουκουλέ, Τακτικού Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ακαδημαϊκού «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός» τ. στ΄, σελ. 152).
Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα επίλεκτο Βασιλικό Καβαλλαρικό (Ιπποτικό) Τάγμα της βυζαντινής ανακτορικής φρουράς το οποίο – μεταξύ άλλων - συμμετείχε με τελετουργικό ρόλο σε επίσημες αυτοκρατορικές τελετές – μεταξύ των οποίων και της τελετής των Χριστουγέννων - ήταν εκείνο της «Εταιρείας», το οποίο διαιρείτο σε «Μικρή», «Μεσαία» και «Μεγάλη Εταιρεία». Την «Μικρή Εταιρεία» την αποτελούσαν αλλόθρησκοι!!!... (π.χ. εθνικοί, ειδωλολάτρες, μουσουλμάνοι κλπ).Την «Μεσαία Εταιρεία» την αποτελούσαν αλλόδοξοι ή/και αλλοεθνείς Χριστιανοί (π.χ. Σκανδιναυοί, Γερμανοί, Ρώσοι, Άγγλοι κλπ).Την «Μεγάλη Εταιρεία» την αποτελούσαν «Ρωμαίοι», δηλ. Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί (Ρωμιοί).Πιο πιθανό είναι επομένως να ήταν οι αλλοεθνείς/αλλογενείς Ιππότες της Μεσαίας Εταιρείας εκείνοι που μεταλαμπάδευσαν το έθιμο της «Ειρεσιώνης» (το οποίο μετεξελίχθηκε στους «Βυζαντινούς στηνόμενους στύλους με δενδρολίβανα, κλάδους μύρτου και ανθέων εποχής») στις αλλόδοξες Χριστιανικές χώρες από τις οποίες κατάγονταν.

Πάντως η ανάμνηση του βυζαντινού Χριστουγεννιάτικου στολισμού με στηνόμενους στύλους με δενδρολίβανα επιβίωσε στα Πρωτοχρονιάτικα κάλανδα: «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψηλή μου ΔΕΝΔΡΟΛΙΒΑΝΙΑ…»

Δεν γνωρίζω εάν π.χ. στις Σκανδιναυικές χώρες φύονται δενδρολίβανα, αλλά τα κλαδιά του ελάτου που μοιάζουν πολύ με εκείνα του δενδρολίβανου θα μπορούσαν ίσως να αποτελούν το πιο πρόσφορο υποκατάστατό του που διαδόθηκε ευρέως στη Δύση και παρέμεινε μέχρι τις ημέρες μας.  

Αξίζει να σημειωθεί ότι και η φάτνη η οποία τοποθετείται στην βάση του Χριστουγεννιάτικου δένδρου αποτελεί επίσης ελληνικό έθιμο από την εποχή του Βυζαντίου:
«Οι Βυζαντινοί κατά την ημέραν των Χριστουγέννων…εσχημάτιζον σπήλαιον και εν αυτώ ετοποθέτουν στρωμνήν εφ’ ής ετοποθέτουν παίδα, τον Ιησούν παριστάνοντα…» (Φαίδωνος Κουκουλέ, Τακτικού Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ακαδημαϊκού «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός» τ. στ΄, σελ. 151).

 
Ομοίως και τα κάλανδα:

«…Οι Βυζαντινόπαιδες, περιερχόμενοι τας οικίας, από βαθείας πρωίας μέχρι δείλης οψίας, μετά αυλών και συρίγγων έλεγον τα κάλανδα…» (Φαίδωνος Κουκουλέ, Τακτικού Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ακαδημαϊκού «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός» τ. στ΄, σελ. 152).

Περί των καλανδιστών κατά τα Χριστούγεννα κατά τον ΙΒ΄ αι. μαρτυρεί και ο Ι. Τζέτζης γράφων:

«…Και όσοι κατ’ αρχίμηνον την Ιανουαρίου και τη Χριστού γεννήσει δε και Φώτων ημέρα, οπόσοι περιτρέχουσι τας θύρας προσαιτούντες μετά ωδών και επωδών και λόγους εγκωμίων…».

Ομοίως ο Άη Βασίλης για τον οποίο ο κα­θη­γη­τὴς τῆς λα­ο­γρα­φί­ας Δ. Λου­κά­τος, στὸ βι­βλί­ο του «Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα καὶ τῶν γι­ορ­τῶν» γρά­φει μεταξύ άλλων ὅ­τι:
«…Ο δι­κός μας Ἅ­γιος Βα­σί­λης ἦ­ταν ἕ­νας κα­θα­ρὰ πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κος Ἅ­γιος, κά­τι ἀ­νά­με­σα στὸν πραγ­μα­τι­κὸ Ἱ­ε­ράρ­χη τῆς Και­σα­ρείας καὶ σ' ἕ­να πρό­σω­πο συμ­βο­λι­κὸ τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἀ­σί­ας, κι ἔ­φτα­νε τὴν ἴ­δια μέ­ρα σ’ ὅ­λα τὰ πλά­τη, ἀ­πὸ τὸν Πό­ντο ὡς τὴν Ἑ­πτά­νη­σο κι ἀ­πὸ τὴν Ή­πει­ρο ὡς τὴν Κύ­προ... Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἔ­φερ­νε στοὺς ἀν­θρώ­πους ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο συμ­βο­λι­κό: ἡ κα­λὴ τύ­χη κι ἡ ἱ­ε­ρα­τι­κὴ εὐ­λο­γί­α του…
Ο Άη Βασίλης στην δι­κή μας (Βυζαντινή) πα­ρά­δο­ση, ήταν γε­λα­στός, ντυ­μέ­νος σαν βυ­ζαν­τι­νὸς πε­ζο­πό­ρος, μὲ σκου­φὶ …και στο χέ­ρι του κρα­το­ύ­σε ένα ρα­βδί.. Τὸ …μα­γι­κὸ ρα­βδί του, ἀ­π’ ὅ­που μὲ θαυ­μα­στὸν τρό­πο βλά­σται­ναν ἢ ζων­τά­νευ­αν κλα­διά καὶ πέρ­δι­κες, σύμ­βο­λα τῶν ἀν­τί­στοι­χων δώ­ρων, ποὺ θὰ μπο­ρο­ύ­σε νὰ μοι­ρά­σει στοὺς εὐ­νο­ου­μέ­νο­υς του (σ.σ. το ραβδί του Άη Βασίλη θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο άμεσος πρόγονος του Χριστουγεννιάτικου στολισμένου δένδρου… )..Οἱ ἄν­θρω­ποι λὲς καὶ ζη­τοῦ­σαν τὴν εὐ­λο­γί­α του, μὲ τὸ νὰ μοι­ρά­ζουν ἀ­πὸ δι­κὴ τους πρό­θε­ση δῶ­ρα καὶ λε­φτά…γο­νεῖς καὶ συγ­γε­νεῖς ἔ­δι­ναν στὰ παι­διὰ τους μπου­να­μά­δες ἢ καὶ με­τα­ξύ τους τὰ δῶ­ρα…».
Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε το 330 στη Νεοκαισάρεια του Πόντου (σ.σ. ήταν και παραμένει ένας …Πόντιος Πρωτοχρονιάτικος Άγιος!!!...) και διετέλεσε Επίσκοπος Καισαρείας, ο οποίος ανέλαβε στη συνέχεια την εξαρχία της Αρχιεπισκοπής του Πόντου, σπούδασε φιλοσοφία στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα, ενώ υπήρξε μαθητής και συνεχιστής των Ελλήνων φιλοσόφων Λιβανίου, Ιμερίου και Προαιρεσίου. Μαθητής του τελευταίου υπήρξε και ο συνομήλικος του Μεγάλου Βασιλείου Βυζαντινός Αυτοκράτωρ Ιουλιανός ο Παραβάτης.

Ο Μέγας Βασίλειος όχι μόνον δεν απέρριπτε την μελέτη των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων αλλά αντιθέτως προέτρεπε τη χρήση της, επειδή τη θεωρούσε ως ένδυμα της Χριστιανικής θρησκευτικής Διδασκαλίας!!!...

  
Aγιος Βασίλειος ο Μέγας. Ι.Μ. Διονυσίου Αγίου Όρους. 15ος αι.

Ήταν επίσης γνωστός μεταξύ άλλων και για τους αγώνες του υπέρ της αξιοκρατίας και κατά της σιμωνίας των Επισκόπων καθώς επίσης και για το σπουδαίο φιλανθρωπικό έργο που επιτελούσε μέσωι του ιδρύματός του, το οποίο στην πραγματικότητα ήταν μια ολόκληρη πόλη – Πτωχοκομείο κοντά στην Καισαρεία, την οποία ονόμαζαν προς τιμήν του «Βασιλειάδα».
Επίσης είναι γνωστό ότι το έθιμο της βασιλόπιτας συνδέεται με τον Μέγα Βασίλειο, ο οποίος ήθελε να επιστρέψει στους κατοίκους της Καισαρείας, τιμαλφή και χρυσά νομίσματα που του είχαν παραδώσει προκειμένου να δοθούν ως λύτρα στον έπαρχο Καππαδοκίας  που απειλούσε με δήωση την πόλη τους επειδή οι κάτοικοι αδυνατούσαν να καταβάλουν τους οφειλόμενους φόρους. Όταν όμως επείσθη από τον Μέγα Βασίλειο ότι η αδυναμία αυτή οφείλετο σε προηγηθείσα θεομηνία, απήλλαξε την Καισάρεια της δηώσεως και δεν εδέχθη τα προσφερθέντα λύτρα.Επειδή τα συγκεντρωθέντα πολύτιμα αντικείμενα δεν χρειάζονταν πλέον, έπρεπε να επιστραφούν στους κατόχους τους. Όμως για να μην μπουν στον πειρασμό να πάρουν κάτι που δεν τους ανήκε, ο Μέγας Βασίλειος έδωσε εντολή στην υπηρεσία της επισκοπής να ζυμωθούν πίτες και μέσα σε αυτές να τοποθετηθούν τα πολύτιμα αντικείμενα που έπρεπε να μοιραστούν στους κατοίκους. Όταν οι πίτες αυτές μοιράστηκαν μετά τη θεία λειτουργία της επομένης ημέρας που ήταν Πρωτοχρονιά, ο καθένας βρήκε μέσα στην πίτα που πήρε ό,τι ή θεία πρόνοια του έδωσε, ή - κατ’ άλλη εκδοχή σύμφωνη με την παράδοση – βρήκε, ως εκ θαύματος, ό,τι είχε προσφέρει.
Ο Μέγας Βασίλειος κοιμήθηκε την 1-1-379.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στην κηδεία του συμμετείχαν όχι μόνον Χριστιανοί αλλά επιπλέον πιστοί της εθνικής θρησκείας, ένα πλήθος ανομοιογενούς θρησκευτικής και εθνικής απόχρωσης, ακόμα και Ιουδαίοι!!!...Οπότε ας μην έχουμε ενοχές για τα Χριστουγεννιάτικα έθιμά μας, ότι δήθεν είναι δυτικότροπα, ούτε χρειάζεται να αντικαταστήσουμε το Χριστουγεννιάτικο δένδρο, τη φάτνη και τον Άη Βασίλη με άλλα υποκατάστατα έθιμα γιατί τα Χριστουγεννιάτικα και Πρωτοχρονιάτικα έθιμά μας ήταν, είναι και παραμένουν απολύτως Ελληνικά, ασχέτως εάν επανεισήχθησαν στη χώρα μας με επίσημη αφετηρία επανεισαγωγής τους το 1833 κατά τον στολισμό του Χριστουγεννιάτικου δένδρου στα ανάκτορα του Βασιλέως Όθωνος (και κατόπιν σε όλη την Αθήνα, ενώ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καθιερώθηκε ο στολισμός του με μπάλες)!!!...Και είναι κρίμα ως Έλληνες να αγνοούμε, να περιφρονούμε, να απαξιούμε και να απεμπολούμε μια και πλέον χιλιετία μεσαιωνικής μας ιστορίας ... !

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

Καλιανταρίσματα Πρωτοχρονιάς στη Σαντορίνη


Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Σαντορίνη

Σε αυτή την ανάρτηση μαζέψαμε διαφορετικά κάλαντα πρωτοχρονιάς στη Σαντορίνη, τόσο σε γραπτή όσο και σε ηχητική μορφή.
Πάμε λοιπόν ...
Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Οίας Σαντορίνης
Άγιος Βασίλης έρχεται γεμάτος με τα δώρα
φέρνει ευχές και ευλογιές σε Φοινικιά και Χώρα

Φέρνει μαζί του αγιασμό,  να αγιάσει τα αμπέλια
για να γεμίσουν με κρασί, άφουρες και βαρέλια

Φέρνει και κάτω στο γιαλό, κατάρτι ασημένιο
για να γενεί με το καλό, και αυτό μαλαματένιο

Για αυτό αν έχεις γιο μικρό, βάλτο’ νε στο μουράγιο
να αξιώσει ο Άγιος, να γίνει καπετάνιος

Κι αν έχεις κόρη παντρειάς, δωσ’ της Πανωμερίτη
για να τη δεις αρχόντισσα, να κουμαντάρει σπίτι

Χρόνους πολλούς να χαίρεστε, α είστε ευτυχισμένοι
και από καράβια και κρασί, να είστε πλουτισμένοι
                                              
Και άλλα…. Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Σαντορίνης


Αρχιμηνιά κι αρχίχρονιά κι αρχή του Γεναρίου
Κι αρχή που βγήκε ο Χριστός στη γη να περπατήσει
Κι εκεί που επερπάτησε χρυσό δενδρί εβγήκε
Χρυσά ταν τα κλωνάρια του κι ολάργυρη η κορφή του
Και στα περικλωνάριά του πουλιά κι εκελαδούσαν

Και ΚΑτεβαίναν τα πουλιά μαύρα μου μάτια και γλυκά
Και πίναν και ανέβαιναν και ροδόσταμο ερραίναν
Δεν ήταν μόνο πέρδικες γαρουφαλιές λεβέντισσες
Ήταν και τρυγονάκια μαύρα μου γλυκά ματάκια.
Κι έρραιαν τον αφέντη μας, τον Ρήγα τον λεβέντη μας,
Τον πολυχρόνεμένο μας και στον κόσμο ξακουσμένο.

Εσένα πρέπει αφέντη μου καράβι ν αρματώσεις
Και τα σκοινιά του καραβιού να τα μαλαμτώσεις
\και πάλι  ξαναπρέπει σου καρέκλα καρυδένια
Για να ακουμπας τη μέση σου τη μαργαριταρένια.

Και πάλι ξαναπρέπει σου καρέκλα να καδίζεις
Με το ένα χέρι να μετράς, με το άλλο να δανείζεις
Και πάλι ξαναπρέπει σου καρέκλα να κοιμάσαι
Βελούδα να σκεπάζεσαι να μην κρυολοάσαι.

Πολλά παμε τ’ αφέντη μας ας πούμε και της κυράς μας,
Κυρά ψηλή, κερά λιγνή κερά καμαροφρύδα,
Κυρά μ όντας θα στολιστείς, να πας στην εκκλησιά σου,
Βανείς τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι σου στα στήθη
Και του κοράκου τα φτερά βάνεις καμαροφρύδι.

Πολλά παμε και της κυράς ας πουμε και της κόρης
Έχεις και κόρη όμορφη γραμματικός την θέλει.
Μ αν είναι και γραμματικός πολλά προυκιά γυρεύει.
Γυρεύει αμπέλι ατρύητο, χωράφια με τα στάχυα.
Γυρεύει και τη Βενετιά, μ όλα της τα καράβια
Γυρεύει και τον κυρ Βοριά να τα καλαρμενίζει.

Έχεις και γιο στα γράμματα και σέρνει το κοντύλι
Να τον αξιώσει ο Θεός να βάλει πετροχείλι.
Για δώσε μας τον πετεινό, για δώσε μας την κόττα
Για δώσε μας την σφαντζικα να φύουμε από την πόρτα.

Βγάλτε τη μπότσα με κρασί, κορώνα μου ζωγραφιστή,
Βγάλε να μας κεράσεις που να ζεις και να γεράσεις.
Επάνω στο παράθυρο στέκει ένα γαρούφαλλο,
Στέκει μια περιστέρα και του χρόνου τέτοια μέρα.


Και άλλα……

ΚΑΛΑΝΤΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΑΑρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
ψιλή μου δεντρολίβανιά
τσ’ αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά με τ άγιο Θρόνο.

Αγιος Βασίλης έρχεται
κούτσουρα φορτωμένος
για ξεφορτώσετέ τονε
γιατί είναι κουρασμένος


Σένα σου πρέπει αφέντη μου
στασίδι να καθίζεις
το να σου χέρι να μετρά
τσαι τ άλλο να δανίζει

Σενά σου πρέπει αφέντη μου
καρέκλα καρυδένια
για να κουμπάς τη μέση σου
τη μαργαριταρένια
Σένα σου πρέπει αφέντη μου
κάραβι από την Πόλη
όντας το φέρεις στο νησί
να το ζηλεύουν όλοι
Να έχει απάνω το Σταυρό
και την Αγία Σοφία
όντας γυρνάς στα πέλαγα
να έχεις ευλογία
Να έχει πάνω την ευχή
απ' το Πατριαρχείο
και από τον 'Αγιο Δέσποτα
να μην δουγιάς θηρίο

Σενα σου πρέπει αφέντη μου
καράβι από την Μάλτα
τσαι κείνο που χεις στο νησί
να το τραβάς για βάρκα


Τσερά μου οντάς στολίζεσαι
τσαι πας στην εκκλησία
όλος ο κόσμος σε θωρεί
από τη φαντασία


Τσερά μου, όντας στολίζεσαι
τσαι πας στην εκκλησιά σου
όλος ο κόσμος ήτρεξε
να δει την ομορφιά σου


Πολλά παμε τσαι τση κεράς
ας πούμε τσαι τση κόρης
τσερά τη θυατέρα σου
γραμματικός τη θέλει


Μ αν είναι τσαι γραμματικός
πολλά προυσά γυρεύει
θέλει αμπέλια ατρύγητα
χωράφια με τα στάχυα

Θέλει τη τσερά θάλασσα
μ όλα τση τα καράβια
θέλει τσαι το τσυρ Βοριά
για να του το αρμενίζει

Τσερά ψιλή τσερά λιγνή
τσερά καμαρωμένη
τσερά μαρμαροτράχηλη
τσαι μαρμαροκολώνα,
που χεις το γιο τον καλογιό
το γιό τον κανακάρη
που λούζεις τον στολίζεις τον
και στο σχολειό του πάει.


Τσ ο δάσκαλος τον έστειλε
για να καλαναρχίζει
τσαι το τσερί ντου έσταζε
τα ήκαψε το χαρτί του


Ήκαψε τσαι τα ρούχα ντου
τα χρυσοκεντημένα
όπου του τα τσεντούσανε
χεράκια κοραλένια

Τσαι άλλα πολλά πρέπανε
μα πάω γιατί σπουτάζω
θέλω να πάω και αλλού
να τσοι ανεγαλιάσω

Απάνω στο παράθυρο
στέκει μια περιστέρα
αν είναι με το θέλημα
να πούμε καλησπέρα

(Καλλίτσι Νομικού – από το βιβλίο του Γιώργου Βενετσάνου: « Λαογραφικά της Σαντορίνης – Παραδόσεις τόμος 2ος»

Και άλλα…..
Καλην εσπέρα άρχοντες, ήρθαμε να σας πούμε
ότι και αύριο εόρτη , ανάγκη να χαρούμε.
Και να πανηγυρίσουμε, Περιτομή Κυρίου,
και εορτή του μάκαρος Μεγάλου Βασιλείου.
Κάνω λοιπό καλήν αρχή τραγούδια να συνθέσω ,
τον Αγιο Βασιλείο δια να επαινέσω.
Να σας είπω τα θαύματα, που έκανε αυτός του,
με του Θεού τη δύναμη που ήταν βοηθός του.
Σπουδές – γράμματα μάθαινε, σοφία πλουτισμένος,
παρ’ όλων εθαυμάζετο, γιατί ήταν διδαγμένος.
Της Καισσαρείας γέννημα, βλαστός Καππαδοκίας,
και λυτρωτής και ποιητής της Θείας Λειτουργίας.
Είχε και το αξίωμα, της αρχιεροσύνης,
έχθρός των έργων των κακών, φίλος της σωφροσύνης.
Αρχιερείς τον σέβονταν, παπάδες τον τιμούσαν,
οι άρχοντες και ο λαός, σκυφτοί τον προσκυνούσαν.
Να μη σας τα πολυλοιγώ, τα προτερήματά του,
όλοι θε να τα ξέρετε τα κατορθώματά του…
Απάνω στο παράθυρο , στέκει μια περιστέρα,
αν είναι θέλημα Θεού , να πούμε καλησπέρα.


 Λίγο πριν το τέλος μια ιστορική φωτογραφία
Μια σπάνια φωτογραφία από το 1959 από το χωριό του Ακρωτηρίου στη Σαντορίνη
Διακρίνεται ο Ευστάθιος Αρβανίτης (τζαμπουνιέρης) να παίζει τσαμπούνα








Τώρα τι λέτε ; Πάμε να ακούσουμε και τα ηχητικά:
Το πρώτο βίντεο είναι καταγραφή από την έρευνα που συνεχίζει και κάνει ο ερευνητής- μουσικός δάσκαλος τσαμπούνας Γιάννης Πανταζής  με τον παλιό τσαμπουνιέρη της Σαντορίνης Βαγγέλη Μαρκουλή από την Οία

 



Και του Χρόνου !!!

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

Το έθιμο της μπουλουστρίνας στη Ρόδο

Την Πρωτοχρονιά ένα από τα έθιμα τα οποία και σήμερα διατηρείται είναι το έθιμο της "μπουλουστρίνας".

Τα μικρά παιδιά την πρώτη ημέρα του χρόνου επισκέπτονται τους συγγενείς (γιαγιάδες, παππούδες, θείους, νονούς) και παίρνουν από αυτούς χρηματικό ποσό εν είδει δώρου το οποίο ονομάζεται μπουλουστρίνα.

Το έθιμο αυτό διατηρείται μέχρι και τώρα στις περισσότερες περιοχές της Δωδεκανήσου.

Από τα αξιοσημείωτα των ημερών είναι ότι την ημέρα των Χριστουγέννων οι κάτοικοι της Ρόδου συνηθίζουν να πηγαίνουν οικογενειακά στην εκκλησία και αμέσως μετά να επισκέπτονται τους ηλικιωμένους γονείς και παππούδες για τις σχετικές ευχές

Πηγή:  http://1myblog.pblogs.gr/2009/11/hristoygenniatika-ethima-rodos-ta-mpoyloystrina.html

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

Χριστούγεννα στη Σαντορίνη

 

Ας δουμε το λοιπός λίγα πράγματα για τον τρόπο βίωσης των Χριστούγεννων στη Σαντορίνη.
Οι φιλόθρησκοι κάτοικοι του νησιού μας γιορτάζουν ιδιαίτερα βυζαντινά και τις γιορτές του Δωδεκαημέρου. Παλιότερα όπως γράφει η Γουλιελμία Συρίγου «υπήρχε ένα έθιμο στη  Θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων το φερτάρισμα του ιερέα και των πιστών για τον μικρό βοηθό της εκκλησίας. Ήταν ένα είδος καληχέρας για το ακούραστο κοπέλι...» Ο Ειρμός αυτός, διαβάζεται στο μέσο της εκκλησίας και αναφέρει: Στέργειν μὲν ἡμᾶς, ὡς ἀκίνδυνον φόβῳ,...... Ὅση πέφυκεν ἡ προαίρεσις δίδου." εκείνη τη στιγμή ο αναγνώστης-παπαδοπαίδι δεν φεύγει από τη θέση του .... ενώ ο ιερέας βγαίνει από το ιερό κατευθυνόμενος προς το παπαδοπαίδι και του δίνει τη χριστουγεννιάτικη φέρτα-τη χριστουγεννιάτικη "προαίρεσις" Στη συνέχεια ακολουθεί όλο το εκκλησιάσμα.....Αυτή είναι η προαίρεσις το λοιπόν, στην οποία όπως αναφέρει σε παλαιότερη εφήρίδα των Θ.Ν. ο Φ. Κατσίπης γινόταν μόνο στο Μεγαλοχώρι
Το βράδυ βγαίναν τα παιδιά σε όλο το νησί,  με καράβια κ αι φαναράκια για τα κάλαντα
Από μία λαογραφική εργασία της Μαρίας Μαυρομάτη το 1969 η οποία εντοπίστηκε στο Λαογραφικό Αρχείο –Πανεπιστημιακή Συλλογή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εκτός από τους βασικούς στίχους στα Πανελλήνια Κάλαντα έχουμε και τα παρακάτω…:
«Καλην εσπέρα Άρχοντες κ.τ.λ.
Απάνω στο παράθυρο γαρυφαλάκι πράσινο στέκει μια περιστέρα και του χρόνου τέτοια μέρα ( τσάκισμα)
Φέρτε πανέρια κάστανα Φέρτε και πορτοκάλια
Για φέρτε και γλυκό κρασί να πιουν τα παληκάρια….».
Τα κάλαντα τα λέγανε και οι μεγάλοι ….. Σύμφωνα δε με την προαναφερθείσα εργασία  «το λιγότερο που ημπόργιες να τσι δώκεις ήτανε το τάλληρο…». Σαν μια ξεβάρεση και εκείνοι από τις έγγνοιες τις καθημερινές
Στη Σαντορίνη τα παλιά τα χρόνια συνήθιζε όλη η οικογένεια να νηστεύει …. Το βράδυ λοιπόν, όταν τα παλαιότερα χρόνια τελείωνε η λειτουργία των Χριστουγέννων τη νύχτα,  πήγαιναν στα σπίτια τους και έτρωγαν. Το συνηθισμένο φαγητό ήταν πετεινός ή κότα σούπα. Εκτός όμως απ’ αυτό το φαγητό, απαραίτητος στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι ήταν και ο «κοφτός» που τον έφτιαχναν ως εξής: Από την προηγουμένη έβαζαν σιτάρι σε μία λεκάνη με νερό και άμα τούτο μαλάκωνε το κοπάνιζαν στο πέτρινο μουρτάρι με τη μάτσα για να αφαιρεθεί ο φλοιός και κατόπιν τη νύκτα πριν από τη λειτουργία έβραζαν το σιτάρι με λαρδί».
Φυσικά η νοικοκυρά του σπιτιού θα  πρεπε μέχρι το απόγευμα το πολύ της παραμονής να είχε τελειώσει το  εργόχειρό τση γιατί πίστευαν ότι θα το τελείωναν οι καλλικάτζαροι…
Ένα έθιμο που μου μεταφέρθηκε είναι και αυτό με τους καλικάτζαρους.
Όλο το σαραντάμερο βάζουν ένα κόσκινο στην καμινάδα του σπιτιού, όταν θα ρθουν οι Καλικάντζαροι, μέχρις να μετρήσουν τις τρύπες του κόσκινου  να έχει ξημερώσει και  να φύγουν.Παράλληλα δε λένε ότι όσοι γεννηθούν παραμονές Χριστουγέννων γίνονται Καλικάντζαροι γι’ αυτό πρέπει να βάζουν μπροστά στο κρεβάτι τους μια σκάφη με νερό, ώστε  μόλις πάνε να σηκωθουν να πατουν μέσα στο νερό και να ξυπνούν και να μη γίνονται Καλλικάτζαροι, ενώ ταυτόχρονα σύμφωνα με αφήγηση της Ε.Σ. από το Μεγαλοχώρι: « τι όσοι έχουν γεννηθεί παραμονές Χριστουγέννων, όταν φθάνουν τέτοιες μέρες καταλαμβάνονται από μελαγχολία ( και τούτο γιατί θεωρείται αμάρτημα, να γεννώνται άνθρωποι την ημέρα που γεννήθηκε ο Χριστός).»
Τα παλιά τα χρόνια την παραμονή των Χριστουγέννων βάζανε έξω από την πόρτα ένα κόσκινο με πολλές τρύπες και σα ριβαίρνανε οι καλλικάτζαροι ώσπου να μετρήσουνε τις τρύπες του κόσκινου  κτυπούσε η καμπάνα οπότε απομακρύνονταν από τα σπίτια.
Στον Πύργο υπάρχει και το εξής χαρακτηριστικό στοιχείο της εορτής των Χριστουγέννων Τη δεύτερη μέρα γιορτάζει σύμφωνα με το έθιμο το εξωκκλήσι της Γέννησης στους Πρόποδες του Προφήτη. Απ όσο μπορώ να ξέρω πολύ παλιά πηγαίναν από βραδύς παραμονή των Χριστουγέννων όχι μόνο Πυργιανοί αλλά και από άλλα μέρη μαζί με τα φαναράκια τους  και κάνανε τον Εσπερινό των Χριστουγέννων εκει… μένανε το βράδυ στο Εκκλησάκι όσοι μπορούσαν και τιμούσαν τα Χριστούγεννα το επόμενο πρωι…..
Δεν είχαν στην ουσία κάποιο ιδιαίτερο έθιμο για τα Χριστούγεννά αλλά  βίωναν πολύ έντονα με θρησκευτική ευλάβεια  το Σαραντάμερο της Εορτής ….









Γ.Μ.Σ.: « Η Σαντορίνη μου», εκδόσεις Θ.Ν.
Μ.Α.Ρούσσου: «Σαντορίνη - Ήθη, ΄Εθιμα και Παραδόσεις

πηγή: http://kallistorwntas.blogspot.gr

Η γιορτή των Χριστουγέννων στην Κύπρο

 Η πρώτη από τις μεγαλύτερες γιορτές του χειμώνα- ο πιο σημαντικός θρησκευτικός σταθμός, που οι χριστιανικοί γενικά λαοί εορτάζουν με ξέχωρα χαρμόσυνη ευφροσύνη, με ψυχική και πνευματική ανάταση, με λυτρωτική γαλήνη- είναι τα Χριστούγεννα.Το άστρο της Βηθλεέμ, άσβεστος φάρος παντοτινής ελπίδας και σωτηρίας, ξεχύνει τη φεγγοβολιά του σε πολιτείες και σε χωριά, καταυγάζοντας την οικουμένη. Οι άνθρωποι, τη θεοφώτιστη ετούτη μέρα, ξαλαφρωμένοι από τις έγνοιες της σκληρής βιοπάλης ξαναγίνονται πρόσχαροι και καλωσυνάτοι σαν παιδιά, ιδιαίτερα οι άνθρωποι της υπάιθρου με τα δικά τους ήθη κ΄έθιμα που την παράδοσή τους εξακολουθούν να τη διατηρούν πιστά σαν ιερή προγονική κληρονομιά από τα παλαιότερα ως τα σημερινά χρόνια.
παφίτικη γεννόπιττα
 Στην Κύπρο- όπως και σ΄όλη την Ελλάδα- τα σπίτια των χωρικών βρίσκονται από μέρες πριν σε εξαιρετική κίνηση. Οι γυναίκες μπαντανίζουν (ασπρίζουν) το σπίτι, πλένουν, σιδερώνουν, ζυμώνουν τις «γεννόπιττες» (χριστόψωμα), τα «κουλούρκα», τις «γυρισταρκιές» (τραγανά κουλούρια με σησάμι) κ. ά. Οι άντρες, ύστερα από τον αδιάκοπο μόχθο της δουλειάς- όργωμα της γης, σκάψιμο, σπορά και τ΄άλλα παρόμοια- κι αφού κουβαλήσουν στο σπίτι μπόλικα ξύλα, μαζιά και θρουμπιά (κυπριακό θυμάρι) για προσάναμμα για τον φούρνο και τη νιστιά (τζάκι), σφάζουνε στην αυλή του σπιτιού, ή φέρνουν τον μακελλάρην να σφάξει το γουρούνι.
Η χοιροφαγία στις επίσημες γιορτές είναι πανάρχαιο έθιμο που το συνήθιζαν οι ρωμαίοι γεωργοί όταν εγιόρταζαν τα λεγόμενα- προς τιμήν του Κρόνου- Σατουρνάλια, στις 17-20 του Δεκέμβρη, και θυσίαζαν τους χοίρους τους στον πατέρα του Δία και στη Δήμητρα για να ευλογούν τα σπαρτά και τις σοδείες των. Αν το σφαχτό είναι μεγάλο κ΄έχει μπόλικα «κριάτα» και πάχητα, ένα μέρος απ΄αυτά το διαιρούν σε μικρά κοψίδια και τα κάνουν «πασπαλά», δηλ. τα παστώνουν με το λίπος τους μέσα σε τενεκέδες του λαδιού ή σε κούμνες (πήλινα πλατύστομα δοχεία) τα υπόλοιπα κομμάτια βράζονται με ρύζι ή με τραχανά αποβραδίς στο χαρτζίν (καζάνι) για τη χριστουγεννιάτικη σούπα, ενώ άλλα τα τα ψήνουνε στον φούρνο. Μα και ο «γουμάς» (κοτέτσι) προσφέρει και αυτός τα θυματά του στη γιορτάσιμη αυτή πανδαισία. Ύστερα από την αυστηρή νηστεία του Σαρανταήμερου, που τη διατηρούν με περίσσια ευλάβεια, οι χωρικοί δεν βλέπουν την ώρα να ευφρανθεί η καρδιά τους από τα νοστιμομαγειρεμένα φαγητά και τη γλυκόπιοτη κουμανταρία, με τελευταία πιατέλα τα «κουπέπκια» (ντολμάδες). Απαραίτητο συμπλήρωμα του γεύματος είναι το «χαλλούμιν» (κυπριακό τυρί) και η αναρή (μυζήθρα), με τελευταίο γλύκισμα μικρές πίττες με σταφίδες, τυρί και μέλι, τα «πουρέκια». Ιδιαίτερα χριστουγεννιάτικα πιτάκια δίνουν οι χωρικοί στα κτηνά τους, για να γιορτάσουνε κι αυτά τη Γέννηση του Σωτήρα Χριστού: στην «κατσελλού» (αγελάδα), στο γάρο (γάϊδαρο), στον άππαρο (άλογο), στην αίγια (κατσίκα), στην κουβέλλα (προβατίνα), στις όρνιθες (κότες), αφού πρώτα λιβανίσουν το παχνί.

παφίτικη γυρισταρκά
 Από τα βαθιά χαράματα, με τον πρώτο ήχο του σήμαντρου, όλοι βρίσκονται στο πόδι ντυμένοι με τα γιορτινά τους. Ο πατέρας συνοδεύει τα παιδιά στην εκκλησία, όπου τα παραλάβουν οι «τατάδες» (νονοί) και οι «νουνάδες» (νονές) για να τα μεταλάβουν, ενώ η μάνα με τις πρωτοθυγατέρες της ετοιμάζουν το σπίτι και τα χρειαζούμενα για το οικογενειακό τραπέζι. Γι' αυτή τη δουλειά κατεβάζουν από τις «σουβάντσες» (ράφια) τις «καντήλες» (ποτήρια), τα πιατικά, όπως και τις «γεννόπιττες», τις γυρισταρκές, τα «ψουμιά του νερού» (καρβέλια συνηθισμένα) που η ζεστή μυρωδιά τους γεμίζει τον αέρα της «τσάμπρας» (κάμαρης). Ταυτόχρονα  οι «μαείρισσες» (κατσαρόλες), γεμάτες από Χριστουγεννιάτικα φαγητά, χύνουν τη μοσχοβολιά τους σ΄όλο το σπίτι έτσι που βράζουν στις «νιστιές» και στο «μαειρκόν» (κουζίνα).
Ιδιαίτερη συγκίνηση και χαρά νιώθουν οι «χαρτωμένοι» (αρραβωνιασμένοι), που ξεκινούν καμαρωτοί-καμαρωτοί για την εκκλησία, η κοπέλα με το καλύτερό της φουστανάκι, ντροπαλή και χαμηλόθωρη, και ο «σκάπουλος» (παλληκάρι) με την καλοραμμένη φράγκική του φορεσιά που τελευταία αντικατάστησε την «προσιαστή» (πολύπτυχη) βράκα με τη μακριά «βάκλα» (φουφούλα), το κεντητό γιλέκι, το ζιμπούνι και τη ζώστρα, τα καινούργια «κοφτά» παπούτσια, που προτιμήθηκαν από τις μακριές «τσαγγαροποδίνες» (μπότες), και τις ριγωτές «κλάτσες» (κάλτσες). Όλα αυτά συμπληρώνουν την ευρωπαϊκή φορεσιά της λεβέντικης κορμοστασιάς του παλληκαριού. Ευτυχισμένοι οι δύο νέοι δέχονται- όταν τελειώσει η λειτουργία- τις ευχές των συγχωριανών τους και γυρίζουν χαρούμενοι στο σπίτι του ενός ή της άλλης. Όλο το συμπεθεριό θα παρακαθίσει στο τραπέζι με τον παπά επικεφαλής, που θα το ευλογήσει με το τροπάριο της ημέρας: «Η γέννησις σου, Χριστέ ο Θεός ημών κτλ.». Σαν επωδό θα χτυπήσουν όλοι μαζί τις «πρότσες» (πιρούνια) στα πιάτα τους και θ' αρχίσει πια το χαρούμενο φαγοπότι με το τσούγκρισμα των ποτηριών για τη δόξα του νεογέννητου Χριστού και για την ευτυχία των παιδιών τους.

Πηγή: Από το βιβλίο της Αθηνάς Ταρσούλη «ΚΥΠΡΟΣ», τόμος Β', 1963
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

παφίτικος εορταστικός άρτος