Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Καλή χρονιά!

Σας δίνω μόνο δυο ευχές για τον καινούργιο χρόνο πάμπλουτοι να 'στε στη χαρά και πάμφτωχοι στον πόνο!

Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Τ' Ες-Βασίλη ο χορός

Θεοδωρίδης, πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος: "Τ' Ες-Βασίλη ο χορός", Παράδοση και Τέχνη 065, σελ. 14-15, Αθήνα, Δ.Ο.Λ.Τ., Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2002. Από του ιδίου: "Χυτάτε να υπάμε σον Ε-Βασίλη", Αθήνα, 1972.


Τ' Ες-Βασίλη ο χορός

Τα Φάρασα της Καππαδοκίας ήσαν έξη χωριά Ελληνικά με κέντρο τους το Κεφαλοχώρι, ο Βαρασός. Τα άλλα πέντε ήσαν το Αφσάρι που τουρκικά ελέγετο Αφσάρ κοϊ, η Κίσκα αρχαία ακισσκισσός, ο Σάτης και το Τζουχούρι, Ανατολικά του βαρασού και σε απόστασιν μιας περίπου ημέρας δρόμον και ο Γαρσαντής η το Φκώσι (Τούρκικα πός – χαρά κόϊ), που ευρίσκετο νοτίως του Φαράσου και σε απόστασιν δύο ημερών δρόμου.

Την παραμονή το βράδυ, όταν πλέον εσκοτείνιαζε καλά καλά, όλο το χωριό εσηκώνετο στο πόδι. Παρέες από τις γειτονιές, τα συγγενολόγια, συμπεθεριά, και φιλικές ομάδες, από μέρες μπροστά ετοίμαζαν τον γιοτασμό αυτόν. Πρώτα φρόντιζαν να έχουν αρκετές μακριές δάδες, κρασιά και μεζέδες για να πάνε με πομπή στην μακρυνή παρόχθια σπηλιά που ήτο το παρεκκλήσι του Αγίου Βασιλείου. "Χυτάτε να υπάμε σον Ε-Βασίλη" (Τρέξετε να πάμε στον Αγιο Βασίλη). Μόλις με ντουφεκιές εδίνετο το συνθημα, όλοι σπεύδανε στην πλατεία, το Μισεχώρι. Οι πρώτοι που ήρχοντο πιάνανε το χορό και τραγουδούσαν το θούριο του Αγίου "Χυτάτε να υπάμε..." και ρίχνανε τις ομοβροντίες τους με τα ντουφέκια και τις κουμπούρες τους. Σαν έφταναν όλοι, ξεκινούσαν με αναμμένες τις δάδες τους σαν λαμπαδοφορίες τραγουδώντας και ντουφεκίζοντας. Ο παπάς και η συνοδεία του επροπορεύοντο. Πήγαιναν στην μακρυνή σπηλιά που ήτο το παρεκκλήσι του Αγίου Βασιλείου. Μια ώρα δρόμο.

Στο δρόμο κάμνανε και σταθμό για να χορέψουν. Στη μέση του δρόμου συνάντούσαν τον Ε-Χαλλά, το παρεκκλήσιο του Αγίου Χαραλάμπους. Εκεί άναβαν τα κεριά τους και ο παπάς που είχε φτάσει πιο μπροστά έλεγε το τροπάριο του Αγίου, έκαμνε την δέηση και αφού προσκυνούσαν όλοι πιάναν μετά στην αυλή τον χορό τους και συνέχιζαν ύστερα την πορεία τους. Στον Αγιο Θουμά (Θωμά) δεν σταματούσαν, άναβαν μόνον κεριά γιατί δεν είχε αυλή, ήτο πάνω σε βράχο, κατέβαιναν και συνέχιζαν.

Οταν πλέον φτάνανε εκεί, ο ιερεύς έλεγε τον ευλογητό, το απολυτίκιο του Αγίου, την σχετική δέηση, και έψελνε τα εγκώμια, ενώ οι χριστιανοί άναβαν τα κεριά, προσκυνούσαν και λιβάνιζαν. Αλλοι ετοίμαζαν τις φωτιές για να στεγνώσουν τα βρεγμένα απ’ τα χιόνια και τις χιονονυφάδες ρούχα τους και να ζεσταθούν. Οταν τελείωναν το ιερό χρέος τους άρχιζαν τα κεράσματα απ’ τα κρασιά και τους πλούσιους μεζέδες και στήνανε το χορό. Τραγουδώντας και παίζοντας "τ’ Ες-Βασίλη το τραγώδι" (του Αγίου Βασιλείου το τραγούδι).

1. Χυτάτε να υπάμε σον Ε – Βασίλη,

2. Να κρεμάσωμεν τα κρέτε σο σίδι.

Τρέξετε να πάμε στον Αϊ Βασίλη.

Να κρεμάσωμεν τα κρέατα στην ιτιά.

3. Εσσυρεν δζαι δώδζεν δζαι α γεσίλι

4. Τε χτες την εύϊτσα σον Ε-Βασίλη

Τουφέκισε και βάρεσε ένα ελάφι,

Απ’ τα χτές την αυγή στον Αγιο Βασίλη.

5. Τζάλτσεν δζούβρεν σζαι μασαίρι ν’ τα φσάξη,

6. Εφσαξεν τα σζαι μο τον κοδευτήρι.

Εψαξε να βρη μαχαίρι να το σφάξη και δεν βρήκε,

Και το έσφαξε με το κλαδευτήρι.

Πορεία προς τον Αγιο Βασίλειο

Ο ναός του Αγίου Βασιλείου στα Φάρασα ευρίσκετο ανατολικά του Βαρασσού στην δεξιά όχθη του Ζαμάντη ποταμού (βυζαντ. Ονοπνίκτη) και σε απόσταση μιας περίπου ώρας δρόμου. Μόλις συνεκεντρούντο οι γιορτασταί στο Μισεχώρι, ξεκινούσαν για τον Αγιο Βασίλη τραγουδώντας θριαμβευτικά "Τ’ Ες Βασίλη το τραγώδι": "Χυτάτε να υπάμε σον Ε-Βασίλη" (Σπεύσατε να πάμε στον Αϊ-Βασίλη). Η πομπή κατέβαινε στον κάτω μαχαλά, περνούσε αριστερά απ’ την πλαγιά του λόφου του νεκροταφείου, έφτανε στον παραπόταμο Εκβαση, περνούσε τα γεφύρι του, διέσχιζε την τοποθεσία Παράτσο (Παράδεισο) και σταματούσε για λίγο στο παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους που ήτο αριστερά και λίγο πιο ψηλά απ’ τον δρόμο, για να τιμήση τον Αγιο ανάβοντας τα σχετικά κεριά και ψάλλοντας την δέηση.

Εκει για λίγο έστηναν τον Αϊβασιλιάτικο χορό. Μετά ακολουθούσαν την αριστερή διαδρομή και έφταναν σε ένα βράχο που καταλήγοντας στο ποτάμι εμπόδιζε την διάβαση. Τότε η πομπή με πολλή δυσκολία διάβαινε τη ράχη του βράχου και κατέβαινε πάλι στην όχθη του ποταμού και προχωρώντας έφτανε στον Αγιο Βασίλειο.

Περιγραφή του χορού

Ο χορός αυτός είναι κυκλικός όπως όλοι οι γιορταστικοί χοροί των Φαράσων που είναι 10, και γυρίζει απ’ τα αριστερά πρός τα δεξιά. Είναι μικτός αλλ’ οι γυναίκες είναι πάντα μεταξύ δύο μελών της οικογενείας των. Τον διευθύνει "η πρώτη" δηλ. ο πρώτος με το ραβδί στο δεξιό χέρι και αυτός πρέπει να είναι πάντοτε ο πιο σεβάσμιος της συντροφιάς. Στην αρχή μπαίνει ο ιερεύς, φέρνει δύο τρεις κύκλους και τον παραδίνει στον κορυφαίο. Πιάνουνται απ’ τα ζωνάρια τους. Ο πρώτος στο δεξί χέρι κρατεί το ραβδί με το οποίο δίνει τον ρυθμό και όταν χρειασθεί κτυπά στο πόδι που χάνει τον βηματισμό. Ο δεύτερος με το δεξί πιάνει τον πρώτο απ’ το ζωνάρι και τον τρίτο με το αριστερό και έτσι κάνουν και οι επόμενοι.

Τα βήματα τρία, πρώτα αρχίζει το δεξί πόδι, έπειτα το αριστερό, τρίτο πάλι το δεξί, τέταρτο αντί βήματος σηκώνεται το αριστερό σε μισή κάμψη και κινείται προς τα μέσα σε δύο χρόνους απ’ το γόνατο και κάτω, πατεί το αριστερό και επανέρχεται πρός αυτό το δεξί πόδι, οπότε και στις δύο περιπτώσεις το σώμα κάμει ελαφρά κλίση σαν εκδήλωση σεβασμού. Αυτή η φασή λέγεται "ράδιεσμα" (αράδιασμα) και είναι αργόσυρτη για να συμπληρωθεί το ημίκυκλο σχήμα του χορού.

Οταν οι τραγουδισταί και οργανοπαίκται που στέκονται στο κέντρο του κύκλου δούνε ότι συμπληρώθηκε ο κύκλος, τότε γυρίζουν τον σκοπό στο δεύτερο μέρος του τραγουδιού που το λένε "έμωσμα", εντονώτερο και ζωηρό οπότε ζωηρεύουν και τα βήματα. Υστερα απ’ το δεύτερο μέρος του ο χορός γυρίζει στο "πέττεμα" (πήδημα) σύμφωνα με το τρίτο μέρος του τραγουδιού και σ’ αυτή τη φάση αντί να σείεται το αριστερό πόδι κεκαμμένο κάμτεται μεν αλλά το δεξί πόδι κάμει επιτόπιο πήδημα για να γίνει το δεύτερο πήδημα του αριστερού ποδιού                                                                                                                                          http://www.dance-pandect.gr/pds_cosmos/pop/pop_perioxh_gr.php?oid=O-39F8A8F7&ActionP=Play&mode=Med&Obj=T&pid=P-C1DBD61A&aa=1

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

ΜΟΥΣΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ - ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

ΜΕ ΤΗ ΔΟΜΝΑ ΣΑΜΙΟΥ


Για να παρακολουθήσετε ολόκληρη την εκπομπή από το Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ πατήστε εδώ                                                                     http://www.domnasamiou.gr/?i=portal.el.shows&id=130    

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Πρωτοχρονιάτικα έθιμα Καππαδοκίας

Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά γύριζαν στα σπίτια και έλεγαν τα κάλαντα Ομάδες, συνήθως από έξι αγόρια η καθεμιά σκόρπιζαν στο χωριό. Τα τρία παίδια από την κάθε ομάδα ανέβαινα στο δώμα των σπιτιών και από το φεγγίτη (πετζέ) κρατούσαν με σκοινί ένα φανάρι δικής τους κατασκευής και το άφηναν να κατέβει μέσα στο σπίτι. Ανεβοκατέβαζαν μέσα στο δωμάτιο του σπιτιού το φανάρι τους και έψελναν το τροπάριο του Αγίου Βασιλείου » Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου …» και πολλές φορές στο τέλος πρόσθεταν : Καλησπέρα στη βραδιά σας, όποιος δώσει να κάμει αγόρι, όποιος δε δώσει, να κάνει κορίτσι, κι αυτό ως το πρωί καμπουριασμένο. Την ίδια στιγμή τα άλλα τρία παιδιά είχαν μπει μέσα στο σπίτι, για να πάρουν τα δώρα που θα τους προσφέρουν, αυγά, πλιγούρι, βούτυρο, ξηρούς καρπούς. Και στων Τούρκων τα σπίτια πήγαιναν παιδιά για να ψάλουν τα κάλαντα τα παιδιά  .

Τη νύχτα εκείνη γινόταν από πολλούς προσκύνημα στα λαξευτά παρεκκλήσια του Αη-Βασίλη και των 40 Μαρτύρων. Οι δρόμοι φωταγωγημένοι από τα κεριά των προσκυνητών που πήγαιναν και έρχονταν παρουσίαζαν υπέροχο θέαμα.

Πίστευαν πως τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς ανοίγει ο ουρανός. Αν τη νύχτα της παραμονής γεννιόταν παιδιά, θα ήταν τυχερά. Αν ήταν αγόρια, τους έδιναν στη βάφτιση το όνομα Βασίλης.

Ξημερώματα Πρωτοχρονιάς οι γυναίκες έτρεχαν στη βρύση να φέρουν νερό τον Αη-Βασίλη «σουγιού». Γέμισε η κάθε μία τη στάμνα της και κρατούσε ύστερα κάτω από τη βρύση σακούλα μικρή με νομίσματα, για να τρέξει μέσα το νερό και να πολλαπλασιαστούν τα νομίσματα.

Ιδιαίτερη ήταν η φροντίδα για το γεύμα το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς. Στο τραπέζι έπρεπε να έχουν κότα γεμιστή με πλιγούρι, ρόδια που επάνω τους κολλούσαν μικρά κεριά και τα άναβαν, μέσα σε ταψί με ξηρούς καρπούς και κεριά αναμμένα, στημένα στη μέση.

Το είχαν σε κακό να δανείσουν ή να δώσουν ελεημοσύνη την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, θα έφευγε η σοδειά, το μπερεκέτι του σπιτιού.

Σαράντα μέρες συνέχεια μετά την Πρωτοχρονιά πολλοί συνήθιζαν να πηγαίνουν στο παρεκκλήσι του Αη-Βασίλη να ανάβουν το καντήλι και να παρακαλούν να τους βοηθήσει.

Μια παράδοση αποδίδει την καθιέρωση της βασιλόπιτας στην επινοητικότητα του Αγίου Βασιλείου. Κάποτε κάποιος πολύ σκληρός έπαρχος της Καππαδοκίας πλησίασε την Καισαρεία με άγριες διαθέσεις. Ήθελε να βασανίσει τους χριστιανούς. Τότε ο Μέγας Βασίλειος ζήτησε να του προσφέρουν ότι νόμισμα ή κόσμημα είχε ο καθένας τους, και να τον συνοδεύσουν στην υποδοχή του άρχοντα. Ο έπαρχος αντικρίζοντας το θησαυρό θαμπώθηκε αλλά για λόγους που δε γνωρίζουμε δεν πήρε την προσφορά τους. Ο Αγιος ανακουφίστηκε αλλά βρέθηκε μπροστά σε αδιέξοδο, γιατί δε θυμόταν σε ποιον ανήκε το κάθε αντικείμενο. Βρήκε όμως τη λύση. Έκανε παραγγελία τόσες πίτες όσα ήταν και τα νομίσματα-κοσμήματα και τοποθέτησε σε καθεμία από ένα. Κατόπιν τα μοίρασε στους πιστούς.

Σύμφωνα με το θρύλο καθένας έτυχε στην πίτα του ό,τι είχε δωρίσει. Έτσι λένε ότι γεννήθηκε το έθιμο της βασιλόπιτας που κόβουμε την παραμονή ή ανήμερα την Πρωτοχρονιά

http://mikrasiatis.gr/?p=909

Πρωτοχρονιάτικα έθιμα και κάλαντα Μικρασιάτικα


Από την παραμονή το βράδυ τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα…

Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά
ψιλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά με τ΄αγιο θρόνος…

Σ΄αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε
πέτρα να μην ραγίσει
Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού
χίλια χρόνια να ζήσει…

Στη Σμύρνη, την παραμονή της πρωτοχρονιάς συνήθιζαν να στολίζουν ένα τραπέζι με ξηρούς καρπούς και γλυκίσματα για να κεράσουν τον Αγιο Βασίλη, όταν θα επισκεπτόταν το σπίτι. Η νοικοκυρά ράντιζε το σπίτι με ξηρούς καρπούς κι έλεγε «Κάλαντα και καλού σκαίρα και πάντα και του χρόνου».

Το πρωί όλη η οικογένεια πήγαινε στη λειτουργία. Ο πατέρας έπαιρνε ένα ρόδι στην τσέπη του ν’ αγιαστεί. Μόλις επέστρεφαν σπίτι, έσπαζε το ρόδι πίσω από την πόρτα λέγοντας¨»Καλημέρα, έτη πολλά».

Το ρόδι έπρεπε να είναι γερό και τα σπυριά του τραγανά, γιατί αν ήταν σάπιο κάτι κακό θα τύχαινε. Στη Σμύρνη χτυπάγανε με δύναμη το ρόδι να σκορπίσει.
Εκαναν ποδαρικό πατώντας ένα σίδερο, λέγοντας: σίδερο πάνω, σίδερο κάτω, σίδερο οι άνθρωποι που είναι μέσα,σίδερο η μέση μου, σίδερο η κεφαλή μου.

Ο νοικοκοίρης έκανε το σταυρό του, σταύρωνε με το μαχαίρι τρείς φορές την πίτα και έκοβε τόσα κομμάτια όσα ΄και τα μέλη της οικογένειας.
Το πρώτο κομμάτι ήταν του Χριστού, μετά της Παναγίας, του Αη Βασίλη, του σπιτιού και του φτωχού.

Χαρακτηριστικό στοιχείο ήταν το φλουρί της βασιλόπιτας με το οποίο δοκίμαζαν την τύχη τους. Σε όποιον έπεφτε το φλουρί, αυτός θα ήταν ο τυχερός κι ευνοούμενος της νέας χρονιάς.

Κομμάτια της βασιλόπιτας οι νυκοκοιρές άφηναν, μαζί με ξηρούς καρπούς και γλυκά στις δημόσιες βρύσες της πόλης, για τους περαστικούς και τους φτωχούς.
Μετά επέστρεφαν στο σπίτι αμίλητες, με το νερό της βρύσης για να «τρέχουν » τα αγαθά στα σπίτια τους.
Για το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, οι νυκοκοιρές ετοίμαζαν συνήθως κόκκορα κοκκινιστό στην κατασαρόλα, κεμπάπ με ρύζι και γενικά φαγητά με ρύζι , για να είναι γεμάτος ευτυχία ο νέος χρόνος…


Εθιμα και Παραδόσεις από τη Μικρά Ασία
Εδεσματολόγιον Σμύρνης

http://mikrasiatis.gr/?p=816

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς από την Οία Σαντορίνης - "καληχέρα"



" Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά..."

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς υπήρχε ένα παλιό έθιμο που οι ρίζες του φθάνουνε στους βυζαντινούς χρόνους. Όλα τα παιδιά του δημοτικού σχολείου έπρεπε μετά τη λειτουργία να πάνε την "καληχέρα" στο δάσκαλό τους και να του πουνε τα χρόνια πολλά. Του πηγαίνανε ότι είχανε προαίρεση χρήματα, αυγά, ή κοτόπουλα.

Ο αφέντης κάθε φαμέλιας από την άλλη έπρεπε να επισκεφθεί τους συγγενείς του για να δώσει και εκείνος τις "καληχέρες" στα παιδιά. το ίδιο και ο σάντουλος στους φιλιότσους του.


ΚΑΛΑΝΤΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΑ

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
ψιλή μου δεντρολίβανιά
τσ’ αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά με τ άγιο Θρόνο.

Αγιος Βασίλης έρχεται
κούτσουρα φορτωμένος
για ξεφορτώσετέ τονε
γιατί είναι κουρασμένος


Σένα σου πρέπει αφέντη μου
στασίδι να καθίζεις
το να σου χέρι να μετρά
τσαι τ άλλο να δανίζει

Σενά σου πρέπει αφέντη μου
καρέκλα καρυδένια
για να κουμπάς τη μέση σου
τη μαργαριταρένια


Σενα σου πρέπει αφέντη μου
καράβι από την Μάλτα
τσαι κείνο που χεις στο νησί
να το τραβάς για βάρκα


Τσερά μου οντάς στολίζεσαι
τσαι πας στην εκκλησία
όλος ο κόσμος σε θωρεί
από τη φαντασία


Τσερά μου, όντας στολίζεσαι
τσαι πας στην εκκλησιά σου
όλος ο κόσμος ήτρεξε
να δει την ομορφιά σου


Πολλά παμε τσαι τση κεράς
ας πούμε τσαι τση κόρης
τσερά τη θυατέρα σου
γραμματικός τη θέλει


Μ αν είναι τσαι γραμματικός
πολλά προυσά γυρεύει
θέλει αμπέλια ατρύγητα
χωράφια με τα στάχυα

Θέλει τη τσερά θάλασσα
μ όλα τση τα καράβια
θέλει τσαι το τσυρ Βοριά
για να του το αρμενίζει

Τσερά ψιλή τσερά λιγνή
τσερά καμαρωμένη
τσερά μαρμαροτράχηλη
τσαι μαρμαροκολώνα,
που χεις το γιο τον καλογιό
το γιό τον κανακάρη
που λούζεις τον στολίζεις τον
και στο σχολειό του πάει.


Τσ ο δάσκαλος τον έστειλε
για να καλαναρχίζει
τσαι το τσερί ντου έσταζε
τα ήκαψε το χαρτί του


Ήκαψε τσαι τα ρούχα ντου
τα χρυσοκεντημένα
όπου του τα τσεντούσανε
χεράκια κοραλένια

Τσαι άλλα πολλά πρέπανε
μα πάω γιατί σπουτάζω
θέλω να πάω και αλλού
να τσοι ανεγαλιάσω

Απάνω στο παράθυρο
στέκει μια περιστέρα
αν είναι με το θέλημα
να πούμε καλησπέρα

(Καλλίτσι Νομικού – από το βιβλίο του Γιώργου Βενετσάνου: « Λαογραφικά της Σαντορίνης – Παραδόσεις τόμος 2ος»  http://kallistorwntas.blogspot.com/2009/12/blog-post_2080.html

Παραδοσιακά παινέματα Χίου

Καλησπερίζω φέρνοντας αγέρα μυρωμένο
απ' τ' αφρισμένα κύματα χιλιοτραγουδισμένο.

Σ' αυτό το σπίτι που 'ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει.

Άγιε μου Βασιλάκη μου και Άγιε μου Νικόλα
προστάτευε τους ναυτικούς την ώρα του κυκλώνα.

Χρόνια πολλά,να 'στε καλά κι εσείς και οι δικοί σας
να 'ρθούνε τα ξενάκια σας κι όλοι οι ναυτικοί σας.

Σε όλους σας ευχόμαστε αγάπη,ειρήνη υγεία
καλή καρδιά,χαμόγελο και Θεία ευλογία.

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψιλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή κι αρχή του Γεναρίου του μεγά- του μεγάλου Βασιλείου.

Βασίλη μ' από που 'ρχεσαι,κι από κι από πού κατεβαίνεις
και βαστάς,και βαστάς ρόδα και ραίνεις

κάτσε να φας,κάτσε να πιεις,κάτσε τον πόνο σου να πεις
κάτσε,κάτσε να τραγουδήσεις και να μας καλώς ορίσεις

κι έβγα,κι έβγα να μας κεράσεις,που να ζεις,που να ζεις και να γεράσεις                                                                    

Η ιστορία της Βασιλόπιτας


Η ιστορία συνέβη πριν 1500 χρόνια περίπου στην πόλη Καισάρειας της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία.

Ο Μέγας Βασίλειος ήταν Δεσπότης της Καισάρειας και ζούσε αρμονικά με τους συνανθρώπους του.

Κάποια μέρα όμως ο βασιλιάς Ουάλης τύραννος της περιοχής, ζήτησε να του δοθούν όλοι οι θησαυροί της Καισάρειας, αλλιώς θα πολιορκούσε την πόλη, για να την κατακτήσει. Ο Μέγας Βασίλειος ολόκληρη τη νύχτα προσευχόταν να σώσει ο Θεός την πόλη. Ξημέρωσε η νέα μέρα και ο βασιλιάς αποφασισμένος περικύκλωσε αμέσως την Καισάρεια με το στρατό του. Μπήκε με την ακολουθία του και ζήτησε να δει το Δεσπότη.

Με θράσος και θυμό ο αδίστακτος βασιλιάς απαιτούσε το χρυσάφι της πόλης. Ο Μέγας Βασίλειος απάντησε ότι οι άνθρωποι της πόλης του δεν είχαν τίποτε άλλο πέρα από πείνα και φτώχια. Ο στρατηγός με το που άκουσε αυτά τα λόγια θύμωσε ακόμα περισσότερο και άρχισε να απειλεί το Μέγα Βασίλειο ότι θα τον εξορίσει πολύ μακριά από τη πατρίδα του. Οι χριστιανοί της Καισάρειας αγαπούσαν πολύ το Δεσπότη τους και θέλησαν να τον βοηθήσουν. Μάζεψαν λοιπόν από τα σπίτια τους ό,τι χρυσαφικά είχαν και του τα πρόσφεραν, ώστε δίνοντας τα στο σκληρό βασιλιά να σωθούν. Στο μεταξύ ο ανυπόμονος Ουάλης διέταξε αμέσως το στρατό του να επιτεθεί στο φτωχό λαό της πόλης.

Ο Μέγας Βασίλειος, που ήθελε να προστατέψει την πόλη του, προσευχήθηκε και μετά παρουσίασε στο βασιλιά ό,τι χρυσαφικά είχε μαζέψει μέσα σε ένα σεντούκι. Τη στιγμή όμως που ο βασιλιάς πήγε να ανοίξει το σεντούκι και να αρπάξει τους θησαυρούς, έγινα το θαύμα ! Όλοι οι συγκεντρωμένοι είδαν μια λάμψη και αμέσως μετά ένα λαμπρό καβαλάρη να ορμάει με το στρατό του επάνω στο σκληρό Ουάλη και στους δικούς του. Σε ελάχιστο χρόνο ο κακός βασιλιάς και οι δικοί του αφανίστηκαν. Ο λαμπρός καβαλάρης ήταν ο Άγιος Μερκούριος και οι στρατιώτες του οι Άγγελοι.

Έτσι σώθηκε η πόλη της Καισάρειας. Τότε όμως ο Δεσπότης της Ο Μέγας Βασίλειος, βρέθηκε σε δύσκολη θέση!

Θα έπρεπε να μοιράσει τα χρυσαφικά στους κατοίκους της πόλης και η μοιρασιά να είναι δίκαιη, δηλαδή να πάρει ο καθένας ό,τι ήταν δικό του. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο. Προσευχήθηκε λοιπόν ο Μέγας Βασίλειος και ο Θεός τον φώτισε τι να κάνει. Κάλεσε τους διακόνους και τους βοηθούς του και τους είπε να ζυμώσουν ψωμάκια, όπου μέσα στο καθένα ψωμάκι θα έβαζαν και λίγα χρυσαφικά. Όταν αυτά ετοιμαστήκαν, τα μοίρασε σαν ευλογία στους κατοίκους της πόλης της Καισάρειας. Στην αρχή όλοι παραξενεύτηκαν, μα η έκπληξη τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη όταν κάθε οικογένεια έκοβε το ψωμάκι αυτό κι έβρισκε μέσα χρυσαφικά. Ήταν λοιπόν ξεχωριστό ψωμάκι, η Βασιλόπιτα. Έφερνε στους ανθρώπους χαρά κι ευλογία μαζί. Από τότε φτιάχνουμε κι εμείς τη Βασιλόπιτα με το φλουρί μέσα, την Πρώτη μέρα του χρόνου, τη μέρα του Αγίου Βασιλείου.

Η Βασιλόπιτα Αγιοβασιλιάτικο έθιμο πολλών αιώνων, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, για να μας θυμίζει την Αγάπη και την Καλοσύνη Αυτού Του Αγίου.
 
http://eisagios.blogspot.com/2008/12/blog-post_29.html

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Το Βλογημένο Μαντρί


του Φώτη Κόντογλου
απο το  www.antibaro.gr 


Κάθε χρόνο ο Άγιος Βασίλης τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς γυρίζει από χώρα σε χώρα κι από χωριό σε χωριό, και χτυπά τις πόρτες για να δει ποιος θα τον δεχτεί με καθαρή καρδιά. Μια χρονιά λοιπόν, πήρε το ραβδί του και τράβηξε. Ήτανε σαν καλόγερος ασκητής, ντυμένος με κάτι μπαλωμένα παλιόρασα, με χοντροπάπουτσα στα ποδάρια του και μ’ ένα ταγάρι περασμένο στον ώμο του. Γι αυτό τον παίρνανε για διακονιάρη και δεν τ’ ανοίγανε την πόρτα. Ο Άγιος Βασίλης έφευγε λυπημένος, γιατί έβλεπε την απονιά των ανθρώπων και συλλογιζότανε τους φτωχούς που διακονεύουνε, επειδής έχουνε ανάγκη, μ’ όλο που αυτός ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από κανέναν, κι ούτε πεινούσε, ούτε κρύωνε.Αφού βολόδειρε από δω κι από κει, κι αφού πέρασε από χώρες πολλές κι από χιλιάδες χωριά και πολιτείες, έφταξε στα ελληνικά τα μέρη, πού ’ναι φτωχός κόσμος. Απ’ όλα τα χωριά πρόκρινε τα πιο φτωχά, και τράβηξε κατά κει, ανάμεσα στα ξερά βουνά που βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά.

Περπατούσε νύχτα κι ο χιονιάς βογκούσε, η πλάση ήτανε πολύ άγρια. Ψυχή ζωντανή δεν ακουγότανε, εξόν από κανένα τσακάλι που γάβγιζε.

Αφού περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ’ ένα απάγκιο που έκοβε ο αγέρας από ’να μικρό βουνό, κι είδε ένα μαντρί κολλημένο στα βράχια. Άνοιξε την αυλόπορτα που ήτανε κανωμένη από άγρια ρουπάκια και μπήκε στη μάντρα. Τα σκυλιά ξυπνήσανε και πιάσανε και γαβγίζανε. Πέσανε απάνω του να τον σκίσουνε˙ μα, σαν πήγανε κοντά του, σκύψανε τα κεφάλια τους και σερνόντανε στα ποδάρια του, γλείφανε τα χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα και κουνούσανε παρακαλεστικά τις ουρές τους.
Ο Άγιος σίμωσε στο καλύβι του τσομπάνου και χτύπησε την πόρτα με το ραβδί του και φώναξε:«Ελεήστε με, χριστιανοί, για τις ψυχές των αποθαμένων σας! Κι ο Χριστός μας διακόνεψε σαν ήρθε σε τούτον τον κόσμο!».

Η πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας τσομπάνης, παλικάρι ως εικοσιπέντε χρονώ, με μαύρα γένια˙ και δίχως να δει καλά καλά ποιος χτυπούσε την πόρτα, είπε στο γέροντα:

«Πέρασε μέσα στ’ αρχοντικό μας να ζεσταθείς! Καλή μέρα και καλή χρονιά!».Αυτός ο τσομπάνης ήτανε ο Γιάννης ο Μπάικας, που τον λέγανε Γιάννη Βλογημένον, άνθρωπος αθώος σαν τα πρόβατα που βόσκαγε, αγράμματος ολότελα.

Μέσα στην καλύβα έφεγγε με λιγοστό φως ένα λυχνάρι. Ο Γιάννης, σαν είδε στο φως πως ο μουσαφίρης ήτανε γέροντας καλόγερος, πήρε το χέρι του και τ’ ανασπάστηκε και τό ’βαλε απάνω στο κεφάλι του. Ύστερα φώναξε και τη γυναίκα του, ως είκοσι χρονώ κοπελούδα, που κουνούσε το μωρό τους μέσα στην κούνια. Κι εκείνη πήγε ταπεινά και φίλησε το χέρι του γέροντα, κι είπε:

«Κόπιασε, παππού, να ξεκουραστείς».

Ο Άγιος Βασίλης στάθηκε στην πόρτα και βλόγησε το καλύβι κι είπε:

«Βλογημένοι νά ’σαστε, τέκνα μου, κι όλο το σπιτικό σας! Τα πρόβατά σας να πληθαίνουν ως του Ιώβ μετά την πληγήν και ως του Αβραάμ και ως του Λάβαν! Η ειρήνη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας!».
Ο Γιάννης έβαλε ξύλα στο τζάκι και ξελόχισε η φωτιά. Ο Άγιος απίθωσε σε μια γωνιά το ταγάρι του, ύστερα έβγαλε το μπαλωμένο το ράσο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά, κι η γυναίκα τού ’βαλε και μια μαξιλάρα ν’ ακουμπήσει.

Ο Άγιος Βασίλης γύρισε κι είδε γύρω του και ξανάπε μέσα στο στόμα του:

«Βλογημένο νά ’ναι τούτο το καλύβι!».Ο Γιάννης μπαινόβγαινε, για να φέρει τό ’να και τ’ άλλο. Η γυναίκα του μαγείρευε. Ο Γιάννης ξανάριξε ξύλα στη φωτιά.

Μονομιάς φεγγοβόλησε το καλύβι με μιαν αλλιώτικη λάμψη και εφάνηκε σαν παλάτι. Τα δοκάρια σαν νά ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πυτιές που ήτανε κρεμασμένες σαν να γινήκανε χρυσά καντήλια, και τα τυροβόλια κι οι καρδάρες και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, λες κι ήτανε διαμαντοκολλημένα. Και τα ξύλα που καιγόντανε στη φωτιά ευωδιάζανε σαν μοσκολίβανο και δεν τρίζανε, όπως τρίζανε τα ξύλα της φωτιάς, παρά ψέλνανε σαν τους αγγέλους πού ’ναι στον Παράδεισο.Ο Γιάννης ήτανε καλός άνθρωπος, όπως τον έφτιαξε ο Θεός.

Φτωχός ήτανε, είχε λιγοστά πρόβατα, μα πλούσια καρδιά : «Τη πτωχεία τα πλούσια!». Ήτανε αυτός καλός, μα είχε και καλή γυναίκα. Κι όποιος τύχαινε να χτυπήσει την πόρτα τους, έτρωγε κι έπινε και κοιμότανε. Κι αν ήτανε και πικραμένος, έβρισκε παρηγοριά. Γι αυτό κι ο Άγιος Βασίλης κόνεψε στο καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, παραμονή της χάρης του, κι έδωσε την ευλογία του.

Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της οικουμένης, αρχόντοι, δεσποτάδες κι επίσημοι ανθρώποι, πλην εκείνος δεν πήγε σε κανέναν τέτοιον άνθρωπο, παρά πήγε στο μαντρί του Γιάννη του Βλογημένου.Σαν βολέψανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στο γέροντα:

«Γέροντα, μεγάλη χαρά έχω απόψε που ήρθες, ν’ ακούσουμε κι εμείς κανένα γράμμα, γιατί δεν έχουμε εκκλησία κοντά μας, μήτε καν ρημοκλήσι. Εγώ αγαπώ πολύ τα γράμματα της θρησκείας μας, κι ας μην τα καταλαβαίνω, γιατί είμαι ξύλο απελέκητο. Μια φορά μας ήρθε ένας γέροντας Αγιονορίτης και μας άφησε τούτη την αγιωτική φυλλάδα, κι αν λάχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμιά φορά, τον βάζω και τη διαβάζει. Εγώ όλα όλα τα γράμματα που ξέρω είναι τρία λόγια που τά ’λεγε ένας γραμματιζούμενος, που έβγαζε λόγο στο χωριό, δυό ώρες από δω, κι από τις πολλές φορές που τά ’λεγε, τυπωθήκανε στη θύμησή μου. Αυτός ο γραμματικός έλεγε και ξανάλεγε : “Σκώνιτι ου μήτηρ του κι τουν ανισπάζιτι κι του λέγ’ : Τέκνου μου! Τέκνου μου!”. Αυτά τα γράμματα ξέρω…».

Ήτανε μεσάνυχτα. Ο αγέρας βογγούσε. Ο Άγιος Βασίλης σηκώθηκε απάνου και στάθηκε γυρισμένος κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του τρεις φορές. Ύστερα έσκυψε και πήρε από το ταγάρι του μια φυλλάδα κι είπε:

«Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων!».
Ο Γιάννης πήγε και στάθηκε από πίσω του και σταύρωσε τα χέρια του. Η γυναίκα του βύζαξε το μωρό και πήγε κι εκείνη και στάθηκε κοντά στον άντρα της.

Κι ο γέροντας είπε το «Θεός Κύριος» και τ’ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», χωρίς να πει και το δικό του τ’ απολυτίκιο, που λέγει : «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου». Έψελνε γλυκά και ταπεινά, κι ο Γιάννης κι η Γιάνναινα τον ακούγανε με κατάνυξη και κάνανε το σταυρό τους. Κι είπε ο Άγιος Βασίλης τον όρθρο και τον κανόνα της εορτής «Δεύτε λαοί, άσωμεν», χωρίς να πει το δικό του κανόνα «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε». Κι ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση.

Καθίσανε στο τραπέζι και φάγανε, ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, ο Γιάννης ο Βλογημένος, η γυναίκα του κι ο μπάρμπα - Μάρκος ο Βουβός, που τον είχε συμμαζέψει ο Γιάννης και τον βοηθούσε.

Και, σαν αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά.
Κι ο Άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα κι είπε:

«Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!».

Κι έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε: «του Χριστού», έκοψε το δεύτερο κι είπε: «της Παναγίας», κι ύστερα έκοψε το τρίτο και δεν είπε: «του Αγίου Βασιλείου», αλλά είπε: «του νοικοκύρη του Γιάννη του Βλογημένου!».

Πετάγεται ο Γιάννης και του λέγει:

«Γέροντα, ξέχασες τον Αι-Βασίλη!».

Του λέγει ο Άγιος:

«Αλήθεια, τον ξέχασα!».

Κι έκοψε ένα κομμάτι κι είπε:

«Του δούλου του Θεού Βασιλείου!».

Ύστερα έκοψε πολλά κομμάτια, και σε κάθε ένα που έκοβε έλεγε: «της νοικοκυράς», «του μωρού», «του δούλου του Θεού Μάρκου του μογιλάλου», «του σπιτιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».
Λέγει πάλι ο Γιάννης στον Άγιο:
«Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;».

Του λέγει ο Άγιος:

«Έκοψα, ευλογημένε!».

Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο καλότυχος!

Έστρωσε η γυναίκα, για να κοιμηθούνε. Σηκωθήκανε να κάνουνε την προσευχή τους. Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε τις απαλάμες του κι είπε την δική του την ευχή, που τη λέγει ο παπάς στη λειτουργία:

«Κύριος ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμι άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου…».

Σαν τελείωσε την ευχή κι ετοιμαζόντανε να πλαγιάσουνε, του λέγει ο Γιάννης :

«Εσύ, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, πες μας σε ποιά παλάτια άραγες πήγε απόψε ο Αι-Βασίλης; Οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τί αμαρτίες μπορεί νά ’χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί και κακορίζικοι, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε!».
Ο Άγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι απάνω, άπλωσε τις απαλάμες του και ξαναείπε την ευχή αλλιώτικα:
«Κύριε ο Θεός μου, οίδας ότι ο δούλος Ιωάννης ο απλούς εστιν άξιος και ικανός, ίνα υπό την στέγην αυτού εισέλθης, ότι νήπιος υπάρχει, και των τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών…».Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο καλότυχος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.

«Οι κολόνιες»

Στην Κεφαλλονιά, αλλά και στα άλλα νησιά των Επτανήσων, το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, οι κάτοικοι γεμάτοι χαρά για τον ερχομό του νέου χρόνου, κατεβαίνουν στους δρόμους κρατώντας μπουκάλια με κολόνιες και ραίνουν ο ένας τον άλλον τραγουδώντας: "Ήρθαμε με ρόδα και με ανθούς να σας ειπούμε χρόνους πολλούς". Η τελευταία ευχή του χρόνου που ανταλλάσσουν είναι: "Καλή Αποκοπή", δηλαδή με το καλό να αποχωριστούμε τον παλιό χρόνο. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς η μπάντα του δήμου περνάει από όλα τα σπίτια και τραγουδάει καντάδες και κάλαντα.   http://www.kalanta.gr/

Άη Βασίλη, Βασιλιά...


Άη Βασίλη, Βασιλιά
τζιαι πρωτολουτουρκίτη
επήες πέρα των περών
τζ' ηύρες την τύχην, των τυχών
ήυρε τζι' εμέν την τύχην μου
τζιαι πέτης πως την σσαιρετώ
τζιαι νάρτει πόψε να την δω...


Α! δε χωράει δεύτερος λόγος:
 Θάρθει τη νύχτα-  τα μεσάνυχτα, ή προς τα ξημερώματα επί τέλους- ο φίλος των παιδιών, των ορφανών και των δυστυχισμένων. Θα βλογήσει τα χωράφια, τ' αμπέλια, τα πουγγιά, όλα τα σπίτια.
Και στα κλειστά του χείλη θα χαραχτεί ένα άγιο χαμόγελο, που θ΄απλωθεί σ' όλο τον κόσμο σαν ανεξίτηλη σφραγίδα της Πρωτοχρονιάς.

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Παγκοσμιοποιημένα Χριστούγεννα

Κων/νου Χολέβα
 Πολιτικού Επιστήμονος                                                                                                                            


«Ἐπί γῆς εἰρήνη καί ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» ψάλλουμε τά Χριστούγεννα καί ἔτσι τονίζουμε τό οἰκουμενικό καί πανανθρώπινο μήνυμα τῆς μεγάλης αὐτῆς ἑορτῆς καί πανηγύρεως. Ἡ σύγχυση, ὅμως, τῆς ἐποχῆς μας καί τά ἔξωθεν ἐρχόμενα ρεύματα τῆς ὑλιστικῆς καί ἰσοπεδωτικῆς παγκοσμιοποιήσεως τείνουν νά μετατρέψουν τά Χριστούγεννα σέ ἕνα ἐμπορικό πανηγῦρι καί σέ μία ἀποθέωση τοῦ εὐδαιμονισμοῦ καί τοῦ καταναλωτισμοῦ. Τά περισσότερα μέσα ἐνημερώσεως μιλοῦν γιά δῶρα, διακοπές στά χιόνια, γιά ρεβεγιόν καί ξενύχτια τήν παραμονή τῶν Χριστουγέννων καί μέ κάθε τρόπο προσπαθοῦν νά μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τήν παραδοσιακή ἑλληνορθόδοξη ἑορτή τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου. Προβάλλουν Χριστούγεννα .... χωρίς Χριστό!
Στό βωμό τῆς παγκοσμιοποιήσεως θυσιάζεται ὁ ἀληθινός Ἅγιος καί Μέγας Βασίλειος καί μέ τό ὄνομά του ἐμφανίζεται μία στρουμπουλή κοκκινοφορεμένη κούκλα ἡ ὁποία κατακλύζει καταστήματα καί σπίτια. Τί σχέση μέ αὐτά τά ἐμπορικά τεχνάσματα μπορεῖ νά ἔχει ὁ σοφός Ἐπίσκοπος Καισαρείας, ὁ ὁποῖος χάριζε κυρίως πνευματικά δῶρα καί φώτιζε τούς συνανθρώπους του μέ τήν διδασκαλία καί τήν φιλανθρωπία του; Ἀκόμη καί ὡς πρός τό ὄνομά του ἡ παγκοσμιοποιημένη ἐκδοχή τοῦ ἅη Βασίλη προκαλεῖ σύγχυση. Σάντα Κλάους τόν λένε οἱ Δυτικοί, ὄνομα πού παραπέμπει μᾶλλον στόν Ἅγιο Νικόλαο παρά στόν Ἅγιο Βασίλειο. Ἐμεῖς ἄς προσπαθήσουμε νά γιορτάσουμε ἑλληνορθοδόξως καί ἀνατολικῶς, γιά νά παραφράσουμε μιά σχετική φράση τοῦ Παπαδιαμάντη, καί ἄς διδάξουμε στά παιδιά μας ποιός ἦταν ὁ πραγματικός Ἅγιος Βασίλειος, ποιά ἦταν ἡ πατερική του σοφία, ποιό ἦταν τό τεράστιο κοινωνικό του ἔργο , πῶς δίδασκε τούς νέους νά μελετοῦν ἐπιλεκτικά τά ἀρχαῖα ἑλληνικά κείμενα σάν τή μέλισσα πού ἐπισκέπτεται τά ἄνθη καί ἀποφεύγει τά ἀγκάθια.
Ἡ παραδοσιακή Θεία Λειτουργία τῶν Χριστουγέννων ἀντικαθίσταται ἀπό τά ξενύχτια , τά ρεβεγιόν καί τήν χαρτοπαιξία γιά νά φανοῦμε δῆθεν μοντέρνοι καί παγκοσμιοποιημένοι. Ὄχι, εὐτυχῶς, ἡ ἐπισήμανση αὐτή δέν ἀφορᾶ ὅλους τούς Ἕλληνες. Εὐτυχῶς ὑπάρχουν πολλοί, μικροί καί μεγάλοι, πού θά σηκωθοῦν ἐνωρίς τά ξημερώματα γιά νά μετάσχουν τῆς Χριστουγεννιάτικης Θείας Λειτουργίας καί νά μεταλάβουν μετά ἀπό τή νηστεία πού ἐτήρησαν. Ὑπάρχουν πολλοί, δόξα τῶ Θεῶ πού ἐπιμένουν ἑλληνορθόδοξα καί ἀρνοῦνται νά μποῦν στήν μηχανή τοῦ κυμᾶ πού ἀλέθει ἔθνη, πολιτισμούς, ἰδιαοπροσωπίες, ἀνεξαρτησίες. Στό βωμό τῆς παγκοσμιοποιήσεως ἀρκετοί συμπατριῶτες μας θυσιάζουν τά ἑλληνορθόδοξα Χριστούγεννα γιά νά ταξιδέψουν σέ διάφορους προορισμούς ἐκτός Ἑλλάδος. Ἐπικαλοῦνται τή συγκίνησή τους γιά τήν βραδυνή Θεία Λειτουργία πού θά παρακολουθήσουν σέ κάποιο χιονισμένο Ναό τῆς Κεντρικῆς ἤ Βορείου Εὐρώπης, ἀλλά τελικά ἀντί γιά τό Θεῖο Βρέφος καταλήγουν νά προσκυνοῦν τίς προθῆκες καί τά ράφια τῶν πολυκαταστημάτων τῶν πόλεων τῆς Ἑσπερίας καί ἐπιστρέφουν μέ βαλίτσες διπλᾶ φορτωμένες ἀπό τά........ ἀποδεικτικά στοιχεῖα τῆς εὐλαβείας των.
Παγκοσμιοποιημένες εἶναι καί πολλές ἀπό τίς εὐχετήριες κάρτες πού λάμβάνουμε
αὐτές τίς ἡμέρες. Θά μοῦ πεῖτε ὅτι σημασία ἔχει νά σέ θυμηθεῖ κάποιος καί ὄχι ἡ ἀπεικόνιση ἐπάνω στήν κάρτα. Δέν διαφωνῶ, ἀλλά ἀφοῦ ἀποφασίζεις, Χριστιανέ μου, νά στείλεις γραπτῶς τίς εὐχές σου σέ ὁρισμένους φίλους, γιατί δέν προτιμᾶς κάρτες μέ Ὀρθόδοξη βυζαντινότροπη εἰκονογράφηση καί μοῦ στέλνεις χιονισμένα σκανδιναβικά τοπία μέ ταράνδους ἤ εὐτραφῆ ἀγγελούδια οὐδεμία σχέση ἔχοντα μέ τήν Πίστη μας καί τήν Λατρευτική μας τέχνη; Τό σπουδαιότερο, ὅμως, δέν εἶναι οὔτε οἱ κάρτες οὔτε τά ρεβεγιόν οὔτε ἄλλές ἐξωτερικές ἐκδηλώσεις. Τό σπουδαιότερο εἶναι νά προετοιμασθοῦμε πνευματικά. Ὁ ἐνανθρωπίσας Κύριος μᾶς καλεῖ νά ἐξομολογηθοῦμε, νά νηστέψουμε καί νά μεταλάβουμε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ἔτσι θά τιμήσουμε τήν Γέννησή Του. Ἔσι θά ὑποδεχθοῦμε τόν σαρκωθέντα Λόγο καί θά κρατήσουμε βαθειά μέσα στήν ψυχή μας τό «μήνυμα τῶν Χριστουγέννων». Ὅτι , δηλαδή, ὁ Θεός ἐσαρκώθη ὡς ἄνθρωπος «ἵνα ὁ ἄνθρωπος θεωθῆ». Γιά νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τό σκότος τῆς πλάνης καί νά φωτισθεῖ ἀπό τήν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Ἄς προετοιμασθοῦμε, λοιπόν, γιά ἀληθινά ἑλληνορθόδοξα Χριστούγεννα καί τότε δέν ἔχουμε τίποτε νά φοβηθοῦμε ἀπό τήν ἰσοπεδωτική παγκοσμιοποίηση       http://syndpeiraia.blogspot.com/2010/12/blog-post_22.html

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Φώτης Κόντογλου - Παραμονὴ Χριστούγεννα


Κρύο τάντανο ἔκανε, παραμονὴ Χριστούγεννα. Ὁ ἀγέρας σὰ νά ῾τανε κρύα φωτιὰ κι ἔκαιγε. Μὰ ὁ κόσμος ἤτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Εἶχε βραδιάσει κι ἀνάψανε τὰ φανάρια μὲ τὸ πετρόλαδο. Τὰ μαγαζιὰ στὸ τσαρσὶ φεγγοβολούσανε, γεμάτα ἀπ᾿ ὅλα τὰ καλά. Ὁ κόσμος μπαινόβγαινε καὶ ψώνιζε· ἀπὸ τό ῾να τὸ μαγαζὶ ἔβγαινε, στ᾿ ἄλλο ἔμπαινε. Κι ὅλοι χαιρετιόντανε καὶ κουβεντιάζανε μὲ γέλια, μὲ χαρές.

Οἱ μεγάλοι καφενέδες ἤτανε γεμάτοι καπνὸ ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ φουμάριζε. Ὁ καφενὲς τ᾿ Ἀσημένιου εἶχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Εἶχε μέσα δύο σόμπες, καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θαμπά, ἀπ᾿ ὄξω ἔβλεπες σὰν ἤσκιους τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ μουστερῆδες εἴχανε βγαλμένες τὶς γοῦνες ἀπὸ τὴ ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραῖοι.

Κάθε τόσο ἄνοιγε ἡ πόρτα καὶ μπαίνανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα. Ἄλλα μπαίνανε, ἄλλα βγαίνανε. Καὶ δὲν τὰ λέγανε μισὰ καὶ μισοκούτελα, μὰ τὰ λέγανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἴσαμε τὸ τέλος, μὲ φωνὲς ψαλτάδικες, ὄχι σὰν καὶ τώρα, ποὺ λένε μοναχὰ πέντε λόγια μπρούμυτα κι ἀνάσκελα, καὶ κεῖνα παράφωνα.

Ἀντίκρυ στὸν μεγάλον καφενὲ τ᾿ Ἀσημένιου ἤτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα, ψαθάδικα καὶ τέτοια. Ἴσια-ἴσια ἀντίκρυ στὴ μεγάλη πόρτα τοῦ καφενὲ ἤτανε ἕνα μικρὸ καφενεδάκι, τὸ πιὸ φτωχικὸ σ᾿ ὅλη τὴν πολιτεία, μία ποντικότρυπα.

Ἐνῷ ὁ μεγάλος ὁ καφενὲς φεγγολογοῦσε καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θολὰ ἀπὸ τὴ ζέστη, ἡ ποντικότρυπα ἤτανε σκοτεινή, γιατὶ ἡ λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία ἄναβε, μία ἔσβηνε, ὅπως ἔμπαινε ὁ χιονιᾶς ἀπὸ τὰ σπασμένα τζάμια τῆς πόρτας. Ἡ φιτιλήθρα ἤτανε στραβοβιδωμένη καὶ τσαλαπατημένη σὰν τὸ μοῦτρο τοῦ καφετζῆ, τοῦ μπαρμπα-Γιαννακοῦ τοῦ Χατζῆ, τὸ φιτίλι στραβοκομμένο, τὸ γυαλὶ σπασμένο ἀπὸ τό ῾να μάγουλο καὶ στὴν τρύπα εἴχανε κολλημένο ἕνα κομμάτι ταραμαδόχαρτο. Βάλε μὲ νοῦ σου τί φῶς ἔδινε μία τέτοια λάμπα! Κάτω τὰ σανίδια ἤτανε σάπια καὶ τρίζανε. Στὸν τοῖχο ἤτανε κρεμασμένα δύο-τρία παμπάλαια κάντρα, καπνισμένα σὰν ἀρχαῖα εἰκονίσματα: τό ῾να παρίστανε τὸν Μέγα Πέτρο μέσα σὲ μία βάρκα ποὺ τὴν ἔδερνε ἡ φουρτούνα, τ᾿ ἄλλο τὸν μάντη Τειρεσία ποὺ μιλοῦσε μὲ τὸν Ἀγαμέμνονα, τ᾿ ἄλλο τὸν Παναγῆ τὸν Κουταλιανὸ ποὺ πάλευε μὲ τὴν τίγρη.

Ἡ πελατεία ἤτανε συνέχεια μὲ τὸ καφενεῖο. Ὅλοι-ὅλοι ἤτανε πέντ᾿ - ἕξι γέροι σκεβρωμένοι, σαράβαλα, μὲ κάτι τρύπιες γοῦνες ποὺ δὲν τὶς ἔπιανε ἀγκίστρι. Δύο-τρεῖς ἤτανε γιαλικάρηδες, δηλαδὴ εἴχανε καμιὰ σάπια βάρκα καὶ βγάζανε θαλασσινὰ γιὰ μεζέδες, ποὺ τὰ λέγανε γιαλικά, γιατὶ βρίσκουνται στὸ γιαλό, δηλαδὴ στὰ ρηχὰ νερά. Οἱ ἄλλοι ἤτανε φρουκαλάδες, δηλαδὴ κάνανε φρουκαλιές. «Ἤτανε καὶ κανένας νεροκουβαλητὴς καὶ κανένας καρβουνιάρης. Νά, αὐτὴ ἤτανε ἡ πελατεία.

Ὁ βοριᾶς ἔμπαινε μέσα μὲ τὴν τρούμπα, καὶ στριφογύριζε τὴ λάμπα ποὺ κρεμότανε ἀπὸ τὸ μαυρισμένο ταβάνι, κι ἀναβόσβηνε. Ἀπὸ τὸ κρύο τρέμανε οἱ γέροι καὶ χουχουλίζανε τὰ χέρια τους, τὰ βάζανε κι ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ τσιγάρο, τάχα γιὰ νὰ ζεσταθοῦνε.

Ὁ φουκαρὰς ὁ καφετζής, γιὰ νὰ μὴν παγώσει, ἔκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε ἀπὸ τὸ τεζάκι ἴσαμε τὴν πόρτα, μὲ τὴν παλιογούνα ριχμένη ἀπὸ πάνω του καί, γιὰ νὰ δώσει κουράγιο στὴν πελατεία, ἐκεῖ ποὺ σουλατσάριζε, τὸν ἐπίανε τὸ σύγκρυο καὶ χτυπούσανε τὰ κατωσάγονά του, κι ἕσφιγγε ἀπάνω του τὴν παλιοπατατούκα του κι ἔλεγε:

— Ἐεεέχ! Μωρὲ ζεστὸ ποὺ εἶναι τὸ καφενεδάκι μας!...

Ὕστερα γύριζε κι ἔδειχνε τὸν μεγάλον καφενέ, ποὺ καπνίζανε κάργα οἱ σόμπες, κι ἔλεγε:

— Ἀντίκρυ, σκυλὶ ψοφᾶ ἀπὸ τὸ κρύο..., σκυλὶ ψοφᾶ!

Ὁ καημένος ὁ μπαρμπα-Χατζῆς!

Ἀπ᾿ ὄξω περνοῦσε κόσμος βιαστικός, μὲ γέλια καὶ μὲ χαρές. Ἀπὸ ῾δῶ κι ἀπὸ ῾κεῖ ἀκουγόντανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ μαγαζιά.

Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἀνάριευε σιγὰ-σιγὰ ὁ κόσμος. Τὰ μαγαζιὰ σφαλοῦσαν ἕνα-ἕνα. Μοναχὰ μέσα στὰ μπαρμπεριὰ ξουριζόντανε ἀκόμα κάτι λίγοι.

Στὸ τσαρσὶ λιγόστευε ἡ φασαρία, μὰ στοὺς μαχαλάδες γυρίζανε τὰ παιδιὰ μὲ τὰ φανάρια καὶ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ σπίτια. Οἱ πόρτες ἤτανε ἀνοιχτές, οἱ νοικοκυραῖοι, οἱ νοικοκυρᾶδες καὶ τὰ παιδιά τους, ὅλοι ἤτανε χαρούμενοι, κι ὑποδεχόντανε τοὺς ψαλτάδες, καὶ κεῖνοι ἀρχίζανε καλόφωνοι σὰν χοτζᾶδες:

Καλὴν ἑσπέραν, Ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται, χαίρει ἡ κτίσις ὅλη...
Κι ἀφοῦ ξιστορούσανε ὅσα λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς ἀγγέλους, τοὺς τσομπάνηδες, τοὺς μάγους, τὸν Ἡρώδη, τὸ σφάξιμο τῶν νηπίων καὶ τὴν Ῥαχὴλ ποὺ ἔκλαιγε τὰ τέκνα της, ὕστερα τελειώνανε μὲ τοῦτα τὰ λόγια:

Ἰδοὺ ὁποὺ σᾶς εἴπαμεν ὅλην τὴν ἱστορίαν,
τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ γέννησιν τὴν ἁγίαν.

Καὶ σᾶς καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθεῖτε,
ὀλίγον ὕπνον πάρετε καὶ πάλιν σηκωθεῖτε.

Καὶ βάλετε τὰ ροῦχα σας, εὔμορφα ἐνδυθεῖτε,
στὴν ἐκκλησίαν τρέξατε, μὲ προθυμίαν μπεῖτε.

Ν᾿ ἀκούσετε μὲ προσοχὴν ὅλην τὴν ὑμνωδίαν
καὶ μὲ πολλὴν εὐλάβειαν τὴν θείαν λειτουργίαν.

Καὶ πάλιν σὰν γυρίσετε εἰς τὸ ἀρχοντικόν σας,
εὐθὺς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τὸ φαγητόν σας.

Καὶ τὸν σταυρόν σας κάμετε, γευθεῖτε, εὐφρανθεῖτε,
δότε καὶ κανενὸς πτωχοῦ, ὅστις νὰ ὑστερεῖται.

Δότε κι ἐμᾶς τὸν κόπον μας, ὅ,τ᾿ εἶναι ὁρισμός σας,
καὶ ὁ Χριστός μας πάντοτε νὰ εἶναι βοηθός σας.

Καὶ εἰς ἔτη πολλά.
Μπαίνανε στὸ σπίτι μὲ χαρά, βγαίνανε μὲ πιὸ μεγάλη χαρά. Παίρνανε ἀρχοντικὰ φιλοδωρήματα ἀπὸ τὸν κουβαρντᾶ τὸν νοικοκύρη, κι ἀπὸ τὴ νοικοκυρὰ λογιῶ-λογιῶν γλυκά, ποὺ δὲν τὰ τρώγανε, γιατὶ ἀκόμα δὲν εἶχε γίνει ἡ Λειτουργία, ἀλλὰ τὰ μαζεύανε μέσα σὲ μία καλαθιέρα.
Ἀβραμιαῖα πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οἱ ἄνθρωποι καὶ γινήκανε σὰν ξερίχια ἀπὸ τὸν πολιτισμό! Πᾶνε τὰ καλὰ χρόνια!
Ὅλα γινόντανε ὅπως τά ῾λεγε τὸ τραγούδι: Πέφτανε στὰ ζεστά τους καὶ παίρνανε ἕναν ὕπνο, ὥσπου ἀρχίζανε καὶ χτυπούσανε οἱ καμπάνες ἀπὸ τὶς δώδεκα ἐκκλησιὲς τῆς χώρας. Τί γλυκόφωνες καμπάνες! Ὄχι σὰν τὶς κρύες τὶς εὐρωπαϊκές, ποὺ θαρρεῖς πὼς εἶναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε ὅλοι, βάζανε τὰ καλά τους, καὶ πηγαίνανε στὴν ἐκκλησιά.

Σὰν τελείωνε ἡ Λειτουργία, γυρίζανε στὰ σπίτια τους. Οἱ δρόμοι ἀντιλαλούσανε ἀπὸ χαρούμενες φωνές. Οἱ πόρτες τῶν σπιτιῶν ἤτανε ἀνοιχτὲς καὶ φεγγοβολούσανε. Τὰ τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ᾿ ἄσπρα τραπεζομάντηλα, κι εἴχανε πάνω ὅτι βάλει ὁ νοῦς σου
. Φτωχοὶ καὶ πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οἱ ἀρχόντοι στέλνανε ἀπ᾿ ὅλα στοὺς φτωχούς. Κι ἀντὶς νὰ τραγουδήσουνε στὰ τραπέζια, ψέλνανε τὸ Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε, Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει, Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Ἀφοῦ εὐφραινόντανε ἀπ᾿ ὅλα, πλαγιάζανε «ξέγνοιαστοι, σὰν τ᾿ ἀρνιὰ ποὺ κοιμόντανε κοντὰ στὸ παχνί, τότες ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.
Τώρα ἂς πᾶμε τὴν ἴδια βραδιὰ στὴν ἀντικρινὴ στεριά, ποὺ τρεμοσβήνουνε ἕνα-δύο μικρὰ φωτάκια, πέρα ἀπὸ τὸ πέλαγο ποὺ βογγᾶ ἀπὸ τὸν ἄγριο τὸν χιονιᾶ.

Εἶναι ἕνα μαντρὶ πίσω ἀπὸ μία ραχούλα κοντὰ στὴ θάλασσα, φυτρωμένη ἀπὸ πουρνάρια. Αὐτὸ τὸ μαντρὶ εἶναι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου. Τὰ πρόβατα εἶναι σταλιασμένα κάτω ἀπὸ τὴ σαγιὰ καὶ ἀκούγουνται τὰ κουδούνια, τὶν-τίν, ὅπως ἀναχαράζουνε. Ἐπειδὴ γεννᾶνε, οἱ τσομπαναραῖοι παρὰ-φυλάγουνε καί, μόλις γεννηθεῖ κανένα ἀρνί, τ᾿ ἁρπᾶνε καὶ τὸ μπάζουνε στὸ καλύβι καὶ τὸ ζεσταίνουνε στὴ φωτιὰ νὰ μὴν παγώσει. Ἀπ᾿ ὄξω φωνάζουνε οἱ μαννάδες. Ἡ φωτιὰ ξελοχίζει καὶ τὸ καλύβι εἶναι σὰν χαμάμι.

Ἐκεῖ-μέσα βρίσκουνται ἓξ᾿-ἑφτὰ νοματέοι, καθισμένοι γύρω ἀπὸ τὸν σοφρᾶ. Πρῶτος εἶναι ὁ ἀρχιτσέλιγκας Γιάννης ὁ Βλογημένος, πού, ἅμα τὸν δεις, θαρρεῖς πῶς βρίσκεσαι ἀληθινὰ στὸ μαντρὶ ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός. Εἶναι ἀρχαῖος ἄνθρωπος, ἀθῶος, μὲ γένια μαῦρα, σὰν ἅγιος. Τὰ ροῦχα ποὺ φορᾶ εἶναι βρακιὰ ἀνατολίτικα, στὰ ποδάρια του ἔχει τυλιγμένα πετσιὰ δεμένα μὲ λαγάρες, στὸ σελάχι του ἔχει ἤσκα καὶ τσακμάκι. Κι οἱ ἄλλοι τσομπάνηδες εἶναι σὰν τὸν Γιάννη, μονάχα ποὺ ὁ Γιάννης κάθεται μὲ τὸ πουκάμισο, ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ἐπειδὴ βγαίνουνε ὄξω γιὰ νὰ κοιτάζουνε τὰ νιογέννητα, φορᾶνε προβιὲς προβατίσιες μὲ τὸ μαλλὶ γυρισμένο ἀπὸ μέσα.

Αὐτοὶ ποὺ κάθουνται στὸν σοφρᾶ εἶναι μουσαφιραῖοι. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Παναγῆς ὁ Στριγκάρος, κοντραμπατζῆς ξακουσμένος γιὰ τὴν παλικαριά του. Εἶχε πάγει γιὰ κυνήγι καὶ νυχτώθηκε στὸ μαντρί. Μὲ τὸν Γιάννη γνωριζόντανε ἀπὸ χρόνια, κι εἶχε κοιμηθεῖ πολλὲς φορὲς στὴ στάνη. Οἱ ἄλλοι τρεῖς ἤτανε καρβουνιάρηδες, ποὺ κάνανε κάρβουνα ἐκεῖ-κοντά. Οἱ ἄλλοι δύο ἤτανε ψαρᾶδες, ὁ γερο-Ψύλλος μὲ τὸ γιό του τὸν Κωσταντῆ.

Καθόντανε λοιπὸν γύρω στὸ σοφρᾶ καὶ τρώγανε. Ἀπάνω στὸ τραπέζι ἤτανε κρέατα, μυτζῆθρες ἀνάλατες, μανούρια, ἁγίζια, ψάρια, μπεκάτσες ψητές, τσίχλες, κι ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ.

Ὁ ἕνας ὁ καρβουνιάρης ἤτανε ἀπὸ τὰ μπουγάζια τῆς Πόλης, ἀπὸ τὴ Μάδυτο, κι ἤξερε κι ἔψελνε καλά, εἶχε καὶ φωνὴ γλυκιὰ καὶ βαριά, τζουράδικη. Ἔψαλε τὸ Μεγάλυνον, ψυχή μου, μὲ τέτοιο μεράκι, ποὺ κλάψανε οἱ ἄλλοι ποὺ τὸν ἀκούγανε, κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Τὸ καλύβι γίνηκε σὰν ἐκκλησιά, ἔλεγες πὼς ἐκεῖ μέσα γεννήθηκε ὁ Χριστός.

Ἀπ᾿ ἔξω ὁ χιονιᾶς μούγκριζε καὶ τσάκιζε τὰ ρουπάκια. Ὁ γερο-Στριγκάρος καθότανε στὰ σκοτεινὰ συλλογισμένος καὶ μασοῦσε τὸ μουστάκι του. Φοροῦσε μία κατσούλα ἀπὸ ἀστραχάν, μ᾿ ὅλο ποὺ ἔκανε ζέστη, κι εἶχε χωμένη τὴν ἀπαλάμη τοῦ κάθε χεριοῦ του μέσα στ᾿ ἀνοιχτὸ μανίκι τ᾿ ἀλλουνοῦ χεριοῦ.

Γιὰ μία στιγμὴ σωπάσανε νὰ κουβεντιάζουνε. Ὁ Στριγκάρος, σκυφτός, κοίταζε τὸ χῶμα. Κούνησε κάμποσο τὸ κεφάλι του, κι ἄνοιξε τὸ στόμα του κι εἶπε:

Βρὲ παιδιά, καλὰ ἐσεῖς, γιορτάζετε τὴ χάρη Του, εἴσαστε καλοὶ ἄνθρωποι. Ἂμ ἐγώ, τί ψυχὴ θὰ παραδώσω, ποὺ σκότωσα καμιὰ κοσαριὰ ἀνθρώπους; Ἀκόμα καὶ γυναῖκες ξεκοίλιασα, καὶ μωρὰ πράματα χάλασα!

Κανένας δὲ μίλησε. Ὕστερ᾿ ἀπὸ ὥρα, σὰν νά ῾τανε μοναχός, ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι ἀναστέναξε κι εἶπε:

«Ἄραγες ὑπάρχει Κόλαση καὶ Παράδεισο;...
Καὶ δάγκασε τὸ μουστάκι του. Ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι εἶπε μέσα στὸ στόμα του, σὰ νὰ μιλοῦσε μὲ τὸν ἑαυτό του:
Δὲν μπορεῖ! Κάτιτις θὰ ὑπάρχει…
Καὶ δὲν ξαναμίλησε      http://armenisths.blogspot.com/2010/12/blog-post_9108.html

Χριστούγεννα...

Καλὴ προετοιμασία γιὰ τὰ Χριστούγεννα. Αὐτὸ σημαίνει, ἤρεμη ζωή, χωρὶς παράπονα καὶ πικρίες, γκρίνιες καὶ καβγάδες, κακίες κι ἀναμνήσεις δυσάρεστες. Νιῶσε τὰ πολλὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή σου. Καὶ πὲς εὐχαριστῶ ἀκόμα καὶ γιὰ τὰ δυσάρεστά της ζωῆς. Διότι κι αὐτὰ σὲ δίδαξαν πολλά, σὲ ὡρίμασαν, σὲ δυνάμωσαν, σὲ προσγείωσαν, σὲ ἀπογείωσαν. Ὅλα βγαίνουν σὲ καλό, ἂν εἶσαι κοντὰ στὸ Χριστό. Ἑτοιμάσου γιὰ τὰ Χριστούγεννα μὲ τὴ στολὴ τῆς ταπείνωσης κι ἁπλότητας, ἀγαπώντας ὅλους κι ὅλα. Ἀκόμα καὶ τὸν ἑαυτό σου. Ἀγάπα τὸν, σεβάσου τὸν, πρόσφερέ του αὐτὰ ποὺ ἐπιμελῶς τοῦ στερεῖς γιὰ χρόνια. Ἀξίζεις μία πιὸ ὄμορφη ζωή. Κι εἶσαι ἐσὺ ποὺ μπορεῖς νὰ τὴν προσφέρεις στὸν ἑαυτό σου, ἂν συνεργαστεῖς μὲ τὸ Χριστὸ ποὺ γεννιέται γιὰ νὰ σοὺ δείξει κι αὐτὸ : πόσο ....



σημαντικὴ εἶναι ἡ ζωή σου, πόσο πολὺ ἀξίζει ἡ ψυχή σου! Δὲν εἶσαι γιὰ πέταμα. Εἶσαι γιὰ μεγάλη εὐτυχία, ἀνάπαυση καὶ χαρά. Γι' αὐτὸ πλάστηκες. Μόνο ποὺ ὅλα αὐτὰ ἔρχονται ἀπὸ πράγματα μικρά, καθημερινά, ταπεινά. Μὴν ψάχνεις ἀλλοῦ, σὲ περίπλοκες καταστάσεις, αὐτὸ ποὺ ἀνθίζει δίπλα στὴ Φάτνη. Καλὰ Χριστούγεννα. Κᾶνε γιὰ ὅλους μία εὐχή, μία προσευχὴ μ' ὅλη σου τὴν ψυχή.


http://orthodoxia-ellhnismos.blogspot.com/2010/12/blog-post_8614.html

Τά χείλη σου ἔγιναν κλωστοῦλα κόκκινη...

Παναγιά Γλυκοφιλούσα,17ος αιω., Βυζ . Μουσείο
"Σοῦ τά χείλη πέφυκεν σπαρτίον κόκκινον
καί τί ὡραία ἡ λαλιά σου!
δι'ὧν κατεφίλησας Θεόν,
Παναγία, ὡς βρέφος ἐπωλένιον"

...
Τά χείλη σου ἔγιναν κλωστοῦλα κόκκινη,
καί τί ὡραία ἡ λαλιά σου!
σάν φίλησες πολλές φορές τόν Πλάστη,
Παναγία μου,
σάν βρέφος στήν ποδιά σου!
Από το Θεοτοκάριον, ποίημα Ιωάννου Ευχαϊτών(ΙΑ΄αιών)
http://trelogiannis.blogspot.com/2010/12/blog-post_556.html

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Αφιερωμένο στη μνήμη των Εγκαινίων της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, ήτοι της Αγίας Σοφίας

του Αρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου
…Στην Αγιά-Σοφιά… Το «τάμα» πραγματοποιείται. Βρίσκομαι στον «μέγιστον νεώ». Κάθομαι σ' ένα ξύλινο χαμηλό βάθρο, φοβερής κακογουστιάς και ανορθογραφίας. Δεξιά τω εισιόντι δια της κεντρικής θύρας εις το Καθολικόν, τον κυρίως ναό. Προσθήκη πρόχειρη των «μετά την άλωσιν».
Αριστερά και μέχρι τον τρούλο ένα δάσος ικριωμάτων. Δουλεύουν χρόνια και καθαρίζουν. Καθαρίζουν και αποκαλύπτουν. Τί; Άγνωστον ακόμη...
Ατενίζω στο βάθος την Πλατυτέρα. Ιστορημένη στο κέντρο της αψίδος, λάμπει μέσα στο χρυσό της κάμπο. Το κυανούν μαφόριον τονίζει το αειπάρθενον της αμόλυντου Κόρης. Είς τας αγκάλας φέρει με πολλήν τρυφερότητα τον προαιώνιον Λόγον, τον αμήτορα εκ Πατρός και απάτορα εκ Μητρός. Για πεντακόσια χρόνια ήταν σοβατισμένη. Παχύ κονίαμα εκάλυπτε όλην αυτή την μεγαλειώδη παράστασι, αυτόν τον γλυκασμό των αγγέλων, αυτό το χάρμα των οφθαλμών.
Είναι μεσημέρι. Οι ακτίνες του ηλίου κατακλύζουν κατά δέσμες τον ναό. Ο αέρινος τρούλος λάμπει όλος και πετά, χάνεται προς τον ουρανό. Ώσπου ουρανός και τρούλος γίνονται ένα. Ένας τρούλος πού φαντάζει πως δεν στηρίζεται πουθενά, χωρίς βάρος, άϋλος, όλος φως.
Αποθαυμάζω τα διάτρητα, δαντελωτά θεοδοσιανά κιονόκρανα, με τους πλογμούς, τις άκανθες, τα μονογράμματα. Ακουμπώ την πλάτη μου στη φημισμένη ορθομαρμάρωσι. Αυτά τα μάρμαρα, τα φερμένα απ’ τα πέρατα της Ρωμανίας, ο λαός τα θαύμασε και τα έκαμε τραγούδι:
«Σάν τα μάρμαρα της Πόλης
πούναι στην Αγιά - Σοφιά
έτσι τάχεις ταιριασμένα
μάτια, φρύδια και μαλλιά...»
Μόλις δίπλα μου τα ατόφια μαρμάρινα σκαλιά. Βαθουλωμένα απ’ τα τόσα πατήματα στων αιώνων το πέρασμα. Θεόρατες οι βασιλικές πύλες. Τις διάβηκαν Πατριάρχαι, επίσκοποι, βασιλείς πορφυρογέννητοι, άγιοι και αμαρτωλοί. Λαός άπειρος.
Όλα γύρω μου είναι τέλεια. Όλα ωραία, όλα σεμνά. Καμμιά υπερβολή, ουδεμία έλλειψις.
Σκύβω και βλέπω το δάπεδο. Άσχημο. Πλάκες μαρμάρινες ασύμμετρες, προχειροβαλμένες. Έργο φθηνό, ανάξιο του χώρου. Είναι έργο «δικό τους». Ίσως για να καλύψουν αίματα, ίσως για να εξαφανίσουν δάκρυα, ίσως για να αφανίσουν τέχνη. Ίσως όλα μαζί,
Θα ήθελα πολύ να ονειρευθώ. Να ζήσω για λίγο με τους προπάτορές μου. Να αφουγκρασθώ φωνές μυστικές. Να «συλλειτουργήσω» με παπάδες και δεσποτάδες του καιρού εκείνου. Ν' ακούσω ψαλμουδιές πού να σειούνται οι κολώνες. Να εκστασιασθώ από την «βασίλειον τάξιν».
Δεν μ' αφήνει το βουητό, ο βόμβος των επιδρομέων. Θόρυβος συνεχής, βαζούρα ενοχλητική. Μπουλούκια - μπουλούκια. Μπαίνουν Ισπανοί. Ακολουθούν Γερμανοί, Σκανδιναβοί -άλλοι Βάραγγοι αυτοί- Ιάπωνες, «άγγλοι, γάλλοι, πορτογάλλοι» όπως θα έλεγε ο Καραγκιόζης τελάλης.
Άσχετοι όλοι. Χάσκουν με τα χέρια πίσω, με τα καπέλα τους στο κεφάλι, τις παρδαλές φορεσιές τους.
Πώς μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να κατανοήσουν συμβολισμούς; Γιατί τόσα παράθυρα, γιατί τόσες κολώνες, γιατί τόσες πόρτες; Τι μπορούν να δουν πίσω απ’ τις απαστράπτουσες ψηφίδες των μωσαϊκών; Τι μπορούν να συλλάβουν απ’ τις επιγραφές «εν Χριστώ τω Θεώ πιστός Βασιλεύς των Ρωμαίων»;
Πώς είναι δυνατόν να μπουν στο νόημα: «Πάσα η δόξα της θυγατρός του Βασιλέως έσωθεν εν κροσσωτοίς χρυσοίς περιβεβλημένη, πεποικιλμένη»; Γιατί απ’ έξω σκέτος σοβάς κι' από μέσα μάρμαρο, χρυσός και άργυρος;
Άσχετοι ξεναγοί λένε, λένε, ξελαρυγκιάζονται. Καί λένε τερατολογίες, πράγματα ανιστόρητα. Μ' ένα και μόνο σκοπό: Να αποδείξουν ότι άλλοι οι Βυζαντινοί πού την έκτισαν και άλλοι οι σημερινοί Έλληνες.
Οι περισσότεροι δεν ακούν. Τριγυρνούν άσκοπα. Χάνονται. Δεν τους κάνει και πολλήν εντύπωση. Αρχαίον κάλλος δεν έχει, λέϊζερ δεν έχει, χέβυ μέταλ δεν έχει. Τι έχει;
Είναι για λύπηση. Δεν μπαίνουν εις τα «ένδον», στους συμβολισμούς, στην ουσία του κτίσματος.
Ορθόδοξοι δεν είναι. Ρωμηοί δεν είναι. «Φίλοι» δεν είναι. Τι μπορούν να καταλάβουν; Κάπου εδώ κοντά έχει και χορούς «οριεντάλ». Πότε θα πάμε επί τέλους;
Μούρθε ένας κόμπος στο λαιμό. Ένα πικρό παράπονο. Γιατί, Θεέ μου γιατί; Θέλω να κλάψω. Θέλω τα δάκρυα μου να ενωθούν με τα δάκρυα της πονεμένης Ρωμηοσύνης. Τα δάκρυα πού ποτέ δεν στεγνώνουν...
Αισθάνομαι ότι εν όσω γράφω κάποιος στέκεται πάνω απ’ το κεφάλι μου. Αισθάνομαι το χνώτο του, την ανάσα του. Και είναι βαρειά. Βλέπω τα παπούτσια του. Σηκώνω το κεφάλι. Είναι ένας φύλακας. Αξύριστος, μουστάκι παχύ, βλέμμα βλοσυρό. Μ' αγριοκοιτάζει. Τί να γραφή άραγε ο γκιαούρης παπάς...
Για σένα γράφω, αδελφέ μου και καρντάση μου. Για σένα και το σκυλί σου πού τριγυρίζει μέσα σ' αυτό τον πανάγιο χώρο για να σε βρει.
Για σένα γράφω και για όσους αγνοούν που πατούν. Για σένα και για όλους τους αδαείς. Έλληνες και Ευρωπαίους, Αμερικανούς και Ασιάτες.
Γράφω για σένα, για τους μισόγυμνους και τις μισόγυμνες πού μασώντας τσίχλες και μορφάζοντας άσχετοι μπαίνουν, ασχετότεροι βγαίνουν. Γι' αυτούς πού μολύνουν και μιαίνουν τον τόπο αυτόν τον άγιο.
Ένα και μόνον είναι το δικαιολογητικό σας. Η άγνοιά σας. Δεν ξέρετε τι είναι για μας τους Ρωμηούς (όσοι απομείναμε) αυτός ο χώρος.
Είναι τα άγια των αγίων του ευλογημένου Γένους μας. Είναι η καύχησίς μας, είναι ο πόνος μας, είναι το τείχος των δακρύων μας...
Μπουκάρουν ντόπιοι. Με τον αέρα του κατακτητού. Σκούφιες, γένεια, σαλβάρια. Είναι οι φανατικοί. Η ματιά τους μαχαίρι. Εγώ είμαι ο ξένος, ο ανεπιθύμητος, ο ύποπτος. Πώς ήλθαν τα πράγματα ανάποδα, Θεέ μου! Ο Ρωμηός ξένος στην Αγιά - Σοφιά!
Μπαίνουν κι' άλλοι, κι άλλοι. Να κι' ένας αγιορείτης Ρώσος καλόγηρος με πολιτικά. Μου εξηγεί γιατί. Είναι στο μετόχι του μοναστηρίου τους, στο Πέραν. Μένει συνεχώς εδώ. Και αναγκαστικώς.... Έχει όμως μακρυά γενειάδα κι' ακόμη μακρύτερα μαλλιά. Ο Κεμάλ δεν τ' απαγορεύει.
«Ευλογείτε», «ο Κύριος» και χάνεται μέσα στην πολυκοσμία. Ένα περιστέρι πετά από γείσο σε γείσο. Αγωνίζεται να βρει το στόχο του... το κεφάλι μου.
Κάποια γυναικάρια μαχλώντα και εκβεβακχευμένα με ύποψίαν ενδυμασίας, περνούν από μπροστά μου. Δεν μ' αφήνουν να ονειρευθώ. Με προσγειώνουν. Δεν βρίσκομαι πια μέσα στην Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν, εις τον «κάλλιστον νεώ», εις το όγδοον του κόσμου θαύμα.
Βρίσκομαι μέσα στο Aya Sofya Muzesi!
Πηγή: «Θέλω να πιω όλο τον Βόσπορο» του Αρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου – Εκδ. Ι.Μ. Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας

Κάλαντα Κερασούντος

Χριστός γεννέθεν, χαρά σον κόσμον
α, καλή ώρα, καλή σ' ημέρα
α, καλόν παιδίν οψές γεννέθεν
οψές γεννέθεν, ουρανοστάθεν.

Τον εγέννεσεν η Παναΐα
Το ανέστεσεν αϊά Παρθένα.
Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάριν
εκατήβεν σο σταυροδρόμι.

Έπιασαν άτό' οι σκύλ' Εβραίοι
χίλ' Εβραίοι και μίλ' Εβραίοι.
Ασ' σα κρέντικα κι άσ' στην καρδίαν
γαίμα έσταξεν, χολήν κι εφάνθεν.
γαίμα έσταξε, εμυροστάθεν.

Εμυρίστεν ατ' ο κόσμον όλον
για μυρίστ' άτό και σύ αφέντα.

Σύ αφέντα, καλέ μ' αφέντα
έμπα σoν οντάν κι ελά σην πόρταν.
Φέρ ουβάς και λεφτοκάρυα.
Κι αν ανοί'ς μας χαρά σην πόρτα'ς.

Χριστός γεννέθεν, χαρά σον κόσμον
χα, καλή ώρα, καλή σου μέρα.
Χα, καλόν παιδίν οψέ 'γεννέθεν.
Οψέ 'γεννέθεν, ουράνοστάθεν.

Τον εγέννεσεν η Παναΐαν
τον ανέστησεν Αγιά-Παρθένος.
Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάριν
χρυσοπούλαρον και ανεμοπούλαρον.

Εκατήβεν σο σταυροδρόμιν
ερπαξαν ατον οι χίλ' Εβραίοι
χιλ' Εβραίοι και μύρ' Εβραίοι
χίλ' Εβραίοι και μύρ' Εβραίοι.

Ασ' σα Αρχαντίκα και ασ' σην καρδίαν
γαίμαν έσταξεν, γλεήν κι εφάνθεν.
Εμυρίστεν ατ' ο κόσμον όλον
για μυρίστ' ατό και εσύ αφέντα
άη αφέντα, καλέ μ' αφέντα.

Δέβα σο ταρέζ κι έλα σην πόρταν
δώσ' με το παχτσίς κι ας πάω δεβαίνω.

http://alexandros-akestor.blogspot.com/2008/12/blog-post_25.html

Βυζαντινά κάλαντα (Κοτυώρων Πόντου)



 
Άναρχος Θεός καταβέβηκεν
και εν τη Παρθένω κατώκησεν.
Ερουρεμ, έρουρεμ,
έρου,έρου, έρουρεμ, Χαίρε Άχραντε!.
Βασιλεύς των όλων και Κύριος,
ήρθε τον Αδάμ αναπλάσασθε.
Εριρεμ, τέριρεμ,
έριρεμ και τέμενα, Χαίρε Δέσποινα!.
Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρεσθε,
τάξεις των Αγγέλων ευφραίνεσθε.
Ερουρεμ...Χαίρε Άχραντε!.
Δέξαι βηθλεέμ τον Δεσπότην σου,
Βασιλέα πάντων και Κύριον.
Εριρεμ...Χαίρε Δέσποινα!.
Εξ Ανατολών Μάγοι έρχονται,
δώρα προσκομίζοντες άξια.
Ερουρεμ...Χαίρε Δέσποινα!.
Σήμερον η κτίσις αγάλλεται
και πανηγυρίζει κι ευφραίνεται.
Ερουρεμ...Χαίρε Άχραντε!.

http://christmas.pathfinder.gr/lyrical/kalantachristmas/573585.html

Κάλαντα Χριστουγέννων Ηπείρου

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Άλλο πράγμα ο Santa Claus κι άλλο ο Άϊ Βασίλης της Ορθοδοξίας !

Ο δικός μας Άϊ Βασίλης , ο Άγιος Βασίλειος της Ορθοδοξίας, ο Πατέρας της Εκκλησίας και διδάσκαλος της Οικουμένης, τι σχέση μπορεί να έχει με αυτόν της παγκοσμιοποίησης και της Νέας εποχής ;
1 Είναι λεπτός , ολιγαρκής, ασθενικός, με μακριά μαύρη γενειάδα, αφού δεν πρόλαβε να γεράσει (έφυγε σε ηλικία 49 ετών ) και γενικά πρόσωπο άσκησης και όχι ευτραφέστατος, με προτεταμένη κοιλιά, ροδοκόκκινα μάγουλα, γαλανομάτης και πονηρός γέρος, δηλαδή πρόσωπο της καλοπέρασης που είναι ο άλλος!
2 Έρχεται από την Καισάρεια της Καππαδοκίας ( Μ. Ασία ) και όχι από την Λαπωνία της Φιλανδίας, όπως όρισε η φαντασία κάποιων !
3 Είναι Μέγας και Θεοφόρος Πατέρας της Εκκλησίας, ιδεώδης και στοργικός Ποιμενάρχης, οργανωτής του μοναχικού βίου, αδαμάντινη ψυχή, αληθινός Άγιος, ταπεινός υπηρέτης του Χριστού, με απέραντη αγάπη σε Αυτόν και την Εκκλησία Του, για την οποία αγωνίστηκε μέχρι τέλους και ήρθε σε ρήξη με τους αιρετικούς, αλλά και τις τότε κοσμικές εξουσίες, κατατροπώνοντάς τους με την αγιότητα της ζωή τους και τη δύναμη του πνεύματός του και όχι … ντίλερ των πάσης φύσεως εμπορευμάτων που είναι ο άλλος !
4 Μορφώθηκε πολύ, έγινε πανεπιστήμονας της εποχής του (σπούδασε φιλολογία, μαθηματικά, φιλοσοφία, ρητορική, ηθική, αστρονομία, ιατρική, γεωμετρία και διαλεκτική ) , και στη συνέχεια μέγας διδάσκαλος και απαράμιλλος παιδαγωγός, με πολύτιμο και ανυπέρβλητο συγγραφικό έργο που το μελετά έκτοτε η ανθρωπότητα ( είπαν πως και μόνο αυτό θα αρκούσε να τον δικαιώσει ως μεγάλο ), γι’αυτό και η μέν Εκκλησία τον ονόμασε Οικουμενικό Διδάσκαλο, η δε Ιστορία < Μέγα >, όσο ελαχίστους ως τα σήμερα, ενώ ο άλλος της δύσης, που δεν έχει ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΛΟ ΠΡΟΣΟΝ, πλην αυτό της προώθησης των εμπορευμάτων.
5 Δεν είναι τυχαίο πως τα κάλαντά μας λένε, πως έρχεται από την Καισάρεια όπου < βαστάει πέννα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι >, το καλαμάρι του πνεύματος, που με αυτό το < χαρτί ομίλει > ( = μιλούσε ) και όχι το σακκί που είναι γεμάτο από την ύλη του εμπορίου. Κι όταν ακουμπάει το ραβδί του, το κάνει για < να πει την αλφαβήτα >, δηλαδή ακόμα και τότε που ξαποσταίνει από την πεζοπορία, πάλι διδάσκει τους ανθρώπους < γράμματα σπουδάγματα, του Θεού τα πράγματα > και δεν χαιρετάει τα πλήθη πετώντας με τους τάρανδους ως κομήτης ( ή ως ξωτικό !
6 Ποτέ του δεν μοίρασε δώρα στα παιδιά αλλά τους έδινε πάντοτε την απέραντη αγάπη του, τα διαχρονικά αγαθά της παιδείας και την αρχιερατική του ευλογία και τώρα που βρίσκεται μετά των Αγίων του Θεού ΜΕΣΙΤΕΥΕΙ και παρακαλεί τον Θεό γι’ αυτά , ιδιαίτερα δε όταν τον επικαλούνται, και όχι μια φορά τον χρόνο τα εφήμερα, κάποτε δε και επιβλαβή προϊόντα της κατανάλωσης.
Έτσι προσφέρει τα μέγιστα στα παιδιά και δεν τα παραπλανεί ή και τα ζημιώνει, όπως ο άλλος !
7 Αγαπούσε πλήρως τον πάσχοντα και τον φτωχό, ήταν φιλάνθρωπος και ελεήμων, έδωσε όλη του την περιουσία προς τον σκοπό αυτό, επιτέλεσε σπάνιο έργο αγάπης στα παγκόσμια χρονικά και με το πρωτοφανές για την εποχή του υπέρ-ίδρυμα, την γνωστή Βασιλειάδα, παρείχε ό,τι καθένας είχε ανάγκη και δεν μοίραζε απλώς και μόνο δώρα, χωρίς να κάνει καμιά απολύτως άλλη φιλανθρωπική πράξη( όπως κάνει ο άλλος ) ακριβώς γιατί δεν είναι φιλάνθρωπος αλλά έμπορος (στην καλύτερη περίπτωση )!
8 Με την χάρη και την αγιότητά του κερδίζει τις καρδιές των ανθρώπων και δεν μπαίνει απλώς στα σπίτια τους για τα περιττά προϊόντα των πολυεθνικών και μάλιστα από τις καμινάδες, λες και είναι κάποιο δαιμόνιο σαν τα καλλικαντζάρια (ή είναι , όπως ο άλλος !
9 Δεν πετάει με έλκηθρα και ταράνδους στον αέρα, πράξη μαγική, αλλά καταπολεμά και με τα συγγράμματά του όλες τις μαγικές και αποκρυφιστικές πρακτικές, όπως την αστρολογία, την μαντική, την οιωνοσκοπία κλπ!
10 Η αγιασμένη του μορφή φαίνεται, επίσης, στα κάλαντα πάλι, όπου πήγαινε πεζοπορώντας και με το ραβδί του, το οποίο μόλις το ακουμπούσε κάτω για να πει την αλφαβήτα, πετούσε ξαφνικά κλωνάρια < κι απάνω στα κλωνάρια του πέρδικες κελαηδούσαν > , δείγμα της αντίληψης του λαού, πως η παρουσία ενός τέτοιου Αγίου ήταν μεγάλη ευλογία !
11 Όταν κάποιοι μιμούνται τη ζωή του Αγίου, κατά την προτροπή της Εκκλησίας μας < εορτή Αγίου, μίμηση Αγίου > , κάποιοι άλλοι ντύνονται με την στολή του < Χοντροβασίλη > (!) και κυκλοφορούν στους δρόμους ή συμμετέχουν σε διάφορες εκδηλώσεις ( ως και στο βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες είναι καταγεγραμμένη χορωδία από 408 τέτοιους < Άι Βασίληδες > ! ) , λες και είναι αποκριά, γιατί δεν υπάρχει κάτι ανώτερο που θα μπορούσε αυτός να εμπνεύσει!
12 Αναμφισβήτητα ο Άγιος Βασίλειος της Εκκλησίας μας υπήρξε σε όλα του Μέγας και γι’αυτό το τροπάριο του λέγει πως < ο λόγος του ακούστηκε σε όλη την οικουμένη, δογμάτισε θεοπρεπώς, τράνωσε την φύση των όντων (μέσα από τις ομιλίες τους για τη δημιουργία του κόσμου , την αποκαλούμενη Εξαήμερο) και έβαλε σε τάξη τα ήθη των ανθρώπων > , εκεί που ο άλλος δεν θέλει να τα βάλει τον καταναλωτισμό και το μπούχτισμα της ύλης, σε πλήρη αταξία !
Κι όμως αυτόν τον Μεγάλο Ιεράρχη , έρχεται ο άλλος της Δύσης, το σύμβολο της παγκοσμιοποίησης της εορτής, μετά το δέντρο, να τον επισκιάσει και να τον υποκαταστήσει , ως και αυτό το όνομά του πήρε !
Γιατί η < Ν. Εποχή > αυτόν τον παχύσαρκο γέρο θέλει να προσέχουμε και να αγαπούμε όλοι, αυτόν κάθε φορά με πολύ λαχτάρα να περιμένουμε και να υποδεχόμαστε, αυτόν να έχουμε φωτισμένο στα σπίτια, τις αυλές, τις καρδιές μας.
Η Αγιότητα, η πνευματικότητα, η πίστη στο Χριστό, η αφιέρωση στην υπηρεσία Του, η όντως φιλανθρωπία, η μόρφωση κλπ είναι πράγματα παρακατιανά και απεχθή γι’αυτήν και πρέπει να περιφρονηθούν, να προσπεραστούν, να καταργηθούν! Εκείνο που προέχει είναι η < μαγεία των Χριστουγέννων > με ό,τι αυτό σημαίνει !!!Πρόκειται για ένα τέλεια κατασκευασμένο κοινωνικό ΨΕΜΑ, καθαρά δυτικής προέλευσης κι αυτό,για την προσωποποίηση του < πνεύματος > που η < Ν. Εποχή >θέλουν να έχουν τα Χριστούγεννα, ιδιαίτερα δε στα μάτια των παιδιών, για κλασικό προϊόν της παγκοσμιοποίησης με βάση το οποίο ισοπεδώνονται παραδόσεις, αξίες, αλλά και μεγάλα ή και ιερά πρόσωπα των λαών όπως ο Ιεράρχης Μέγας Βασίλειος, για κλασικό παράδειγμα ενός εξωτικού προσώπου μιας εξωτικής, επιφανειακής , ψεύτικης και γεμάτης … μαγείας εορτής και ΟΧΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ και ΑΛΗΘΙΝΗΣ, όπως την θέλει η Ορθοδοξία μας !Τόσο ψεύτικος, λοιπόν, που δεν θα τον βρείτε ούτε στα παραμύθια της γιαγιάς μας! Ακόμα κι αυτή αναρωτιέται , ποιος είναι αυτός ο < Αι Βασίλης > , που ξαφνικά τώρα τελευταία φέρνει τα δώρα και γιατί δεν τα έφερνε κάποια χρόνια πριν… Τόσο εξωπραγματικού, που ούτε και τώρα δεν μπορεί να σκεφτεί κάτι για να τον βάλει στα παραμύθια της!
Και μετά είναι κάποιοι που αναρωτιούνται γιατί δεν μπορεί ( ο Αι Βασίλης της Κόκα Κόλα ) να μας γεμίσει εκεί στο καταχείμωνο τις καρδιές , ούτε κι αυτών των παιδιών που στο τέλος κυριεύονται με θλίψη!
«Το θάνατο δεν τον φοβά­μαι, όχι βέβαια ένεκα των έργων μου, αλλά επειδή πιστεύω στο έλεος του Θεού».        http://www.agiooros.net/               http://www.24grammata.com/?p=7339       

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Αγκαλιαστός χορός από το νομό Λασιθίου

Στο ορεινό χωριό Κρούστας του Νομού Λασιθίου. Ο λυράρης Γιάννης Βάδρας είναι ο μόνος που ξέρει να παίζει τον Αγκαλιαστό [δείτε το βίντεο] και τον Ζερβόδεξο μαζί με τους μουσικούς Μηνά Γιαχνάκη, λαούτο, και Μανώλη Φραγκάκη, νταούλι. Ο Αγκαλιαστός αρχίζει με τον πηδηχτό, μετά από λίγο ο λυράρης σταματάει κι αρχίζει να παίζει τον σκοπό του αγκαλιαστού τραγουδώντας το χαρακτηριστικό στιχάκι «αγκαλιαστό θα κάνουμε».

Πηγή:http://www.blogger.com/goog_2073569350

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Καληνύχτα Ζωή, με το φόβο μιας νέας προσφυγιάς.

NET am_ZOH_0139.jpg

Έξι χρονών ήλθε, το 22, από τα Φάρασα της Καππαδοκίας
ορφανή και πιασμένη από το χέρι κάποιας άγνωστης γυναίκας
να γλιτώσει, μόνο αυτή από όλη την υπόλοιπη φαμελιά της
που την ξεκλήρισαν.
Έζησε μια ζωή με το φόβο μιας νέας προσφυγιάς,
όπως συχνά μου έλεγε.
Επέζησε ξενοπλένοντας και καθαρίζοντας ξένα σπίτια,
στην μητέρα πατρίδα.
Επιβίωσε κάνοντας την υπηρέτρια.
Αρχόντισσα πραγματική σε όλα της και με το χαμόγελο πάντοτε .
Πανέξυπνη αν και αναλφάβητη και σοφή
στα λόγια της αλλά και στις σιωπές της.
Πριν από λίγες ημέρες της έκανα πάλι το πορτραίτο της
 ή το πορτρέτο της (συνήθεια η παλιά ορθογραφία)
και πίνοντας την τελευταία μου γουλιά από τον καφέ
που με είχε κεράσει την ρώτησα πάλι τι θα έκανε αν,
 έστω και τώρα σε αυτή την ηλικία, της έλεγαν
να ξαναγυρίσει πάλι στα μέρη που γεννήθηκε
 και να ζήσει εκεί τα υπόλοιπα χρόνια της
επιστρέφοντάς της και την οικογενειακή της περιουσία.
Πάντοτε της έκανα αυτήν την ερώτηση, όσα χρόνια τη γνώριζα
 και η απάντηση ήταν πάντοτε καταφατική.
-  Ναι, μου έλεγε, θα το έκανα .
Αυτή τη φορά όμως με κοίταξε και χαμογέλασε.
Τα χείλη της παρέμειναν κλειστά και μόνο τα μάτια της μίλησαν.
-  Καταλαβαίνω, της είπα, είναι πολύ αργά
ενώ την ίδια στιγμή σήκωνα τη μηχανή μου
και σα να το έκανα  από αμηχανία, πάτησα το κουμπί.
-   Είναι αργά, συμπλήρωσα τη φράση μου, πολύ αργά
είναι πολύ αργά και πρέπει να φύγω, συνέχισα να λέω
 περισσότερο για να δικαιολογήσω αυτό που άκομψα είπα.
-    Καληνύχτα Ζωή !

Πηγή:  http://kartson.pblogs.gr/2007/10/kalhnyhta-zwh-me-to-fobo-mias-neas-prosfygias.html

Ο χορός των μαντηλιών - Φάρασα Καππαδοκίας

Xριστούγεννα στο Φυλακτό Σουφλίου


      Το Φυλακτό, χωριό της επαρχίας Σουφλίου, του Δήμου Τυχερού, βρίσκεται 48 χιλιόμετρα βόρεια από την Αλεξανδρούπολη. Οι κάτοικοί του είναι πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη.
      Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων προήλθε από το, τουρκικής ονομασίας, χωριό Γιακούμπ-Μπεη, στα ελληνικά Σιταριά  (περίπου 80 οικογένειες). Το δεύτερο μεγαλύτερο μέρος προήλθε από το γειτονικό Καβακλί (περίπου 8 οικογένιες). Και οι υπόλοιποι από: τα Καράμτζια, το Τσαλί, τους Ψαθάδες της Ανατολικής Θράκης καθώς και από το Χατζή Πάου του Πανόρμου της Μ. Ασίας.
      Στο Φυλακτό, την περίοδο των Χριστουγέννων αλλά και στη διάρκεια του Δωδεκαήμερου, υπήρχαν πολλά και διαφορετικά  δρώμενα. Τα αγόρια (πολύ αργότερα και τα κορίτσια)  γυρνούσαν  τα σπίτια του χωριού, λέγοντας  το: «κόλλιντα, μπάμπω».
      Την παραμονή των Χριστουγέννων γυρνούσαν τα παλικάρια από  σπίτι σε σπίτι και λέγανε το τραγούδι : « Σαράντα μέρες έχουμε…»

    Σαράντα μέρες έχουμι                    Γεννιέτι και βαφτίζετι

    Χριστόν που κατρερούμι                στο μέλι και στο γάλα

    κι αυτές σαράντα τώρα                  Το μέλι το τρων όλοι οι άρχοντες

    θέλω να τον τραγουδήσω.              το γάλα οι αφεντάδες

    Χριστούγεννα, να Χριστούγεννα    Και μεις να σας τραγουδήσουμι

    Χριστός τώρα γεννιέται                  Χριστός να σας φυλάει

                                                                             Και του χρόνου!

      Κάθε χρόνο, την παραμονή των Χριστουγέννων, αυτοί που ήτανε να φύγουνε για φαντάροι, αυτοί πήγαινανε και λέγανε αυτό το τραγούδι για «να μάσουν λεφτά», για να έχουν για το στρατό. Και πηγαίνανε σε κάθε σπίτι. Και όταν τελειώνανε πια, πηγαίνανε και γλεντούσαν μέχρι το πρωί στα καφενεία.

http://www.psathades.gr/bibliothiki/rafi2/afieromata/christougena/kalanda_evrou.htm