Σελίδες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραδοσιακές ενδυμασίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραδοσιακές ενδυμασίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Η κόκκινη φορεσιά της Σκοπέλου ή "Μόρκο"







"... πόσο είναι θλιβερό να βλέπει κανείς εκείνα τα λαμπρά και μερικές φορές υπέροχα κοστούμια κλεισμένα στα μπαούλα να διαποτίζονται με ναφθαλίνη. Ποιος τολμά να εμπνευστεί και να φτιάξει σήμερα ανάλογες φορεσιές, πιο πρακτικές και ελαφρές αλλά πιστές στο ίδιο πνεύμα. Οι νύφες ντύνονται πλέον, αλίμονο, όπως στο Ντάλας, με νυφικά μπουκωμένα στη βιομηχανική νταντέλα, ενώ οι γιαγιάδες τους στολίζονταν σαν βασίλισσες. Μόνον όταν κάποια εγγόνια επιστρέφουν στο χωριό και, μέσω της εκπαίδευσής τους, συμβαίνει να έχουν απορρίψει τις αξίες του "νεοπλουτισμού", αρχίζει κάπως να αποκαθίσταται η τιμή της παραδοσιακής κουλτούρας της ομάδας...."
  από το βιβλίο του Μαρκ Ελντ, Σκόπελος

πηγή

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Η παραδοσιακή νυφιάτικη φορεσιά της Λευκάδας όπως την κατέγραψε ο Πανταζής Κοντομίχης

IMG_1139

Το νυφικό φουστάνι είναι μεταξωτό ή μαλλινομέταξο, βαρύ, σε πυκνή και γυαλιστερή ύφανση. Δεν σχηματίζει κανάλια, όπως τ’ άλλο, μόνο απλώνεται φαρδύ σχηματίζοντας πλατιές και φουσκωτές πτυχές. Είναι μακρύ και σέρνεται, σαρώνει τις ρούγες. Κάτω στο γύρο του είναι ραμμένα περιφερειακά πλατιά χάρτζα, αστραφτερά, χρυσαφένια. Στολισμένη με χάρτζα και κεντήματα είναι και η καμπζέλα του φουστανιού καθώς και ο γύρος των μανικιών.
Τα χρώματα που προτιμούσαν για τα νυφικά φορέματα ήταν: Το παγωνί, το καναρινί, το μελιτζανί, το τριανταφυλλί, το λαδί, το θαλασσί, το ροζ και το ουρανί.

IMG_2537

Τη χάρη, ωστόσο, και τον αέρα της αρχοντιάς τη δίνει στο νυφικό ο τσουμπές, ένας επενδύτης, που σκεπάζει τους ώμους και τις πλάτες, κατεβαίνει ως κάτω στα πόδια και σέρνεται απλωτός με καλοσιδερωμένα κανάλια – πιέτες. Είναι κατακόρυφα ανοιχτός και δεν κουμπώνει πουθενά. Τον τσουμπέ της νύφης κατά τη συνοδεία της για το στεφάνωμα, και κατά τη διάρκεια του στεφανώματος, τον κρατάνε πίσω δυο σερνικά παιδιά και για να μη λερώνεται, αλλά και για να κάμει σερνικά παιδιά.

DSCN8724 DSCN8753

Νύφη χωρίς τσουμπέ δε γίνεται. Τα μανίκια του τσουμπέ (που δείχνουν αιγαιοπελαγίτικη επίδραση) είναι κοντά και περίεργα. Φτάνουν λίγο πιο πάνω από τους αγκώνες. Στην κλείδωση του ώμου είναι φουσκωτά κι από κει και κάτω, στενά και εφαρμοστά. Στο στένωμα των μανικιών υπάρχουν ωραιότατες διακοσμήσεις με χάρτζα, πάλι, μεταξογάιτανα και χρυσά σιρίτια.

123
Ωραιότατο είναι και το κέντημα της πλάτης στον τσουμπέ. Όλη η επιφάνεια από τους ώμους μέχρι τη μέση κολυμπάει στο μετάξι και στη χρυσοκλωστή. Το σχέδιο είναι πολυσύνθετο, φαρδύ πάνω, στενό κάτω. Τέλος, πρέπει να σημειώσουμε πως ο τσουμπές που ήταν πολύ ανοιχτός μπροστά χωρίς να κουμπώνει πουθενά, στολιζόταν μ’ όμορφο χρυσό ή ασημένιο χάρτζο σ’ όλο το μήκος της περιφέρειάς του.
Το χρώμα του τσουμπέ είναι συνήθως το ίδιο με το χρώμα του φορέματος. Τα χρώματα που προτιμούσαν ήταν το τριανταφυλλί, το κόκκινο, το μελιτζανί, το καναρινί, το ουρανί, το θαλασσί και σπανιότερα το μαύρο και το άσπρο.

DSCN8727

Εντυπωσιακό και πανέμορφο επίσης στολίδι της νυφικής φορεσιάς είναι η σπαλέτα. Η νυφική σπαλέτα είναι από καθαρό μετάξι, πλούσια, αστραφτερή, με πλήθος ξεχυτά και καφασωτά κρόσσια. Από μέσα το καμπζέτο κολπώνει φανταχτερά το στήθος και πάνω στο ξεχωριστό νυφικό στηθομάντιλο, φιγουράρουν τα χρυσαφικά: σπίλες, ποντάλια, καρφοβελόνοι, αλυσίδες, καρδιές κ.λπ.

DSCN8786 IMG_1160

Υπέροχο επιστέγασμα της νυφικής στολής είναι το φέσι. Το φεσάκι αυτό που μοιάζει σαν αναποδογυρισμένο πιατάκι μας θυμίζει τα βλάχικα φεσάκια. Οι νύφες το φορούν στραβά και πάντα στο αριστερό μέρος έτσι που να πιάνει ένα κομμάτι της χωρίστρας και να σκεπάζει λίγο το μέτωπο. Η διάμετρός του είναι γύρω στα 15-20 εκατοστά. Η παρουσία του είναι διακοσμητική και φοριέται μονάχα από τη νύφη την ημέρα του γάμου, ή όσες φορές θα ξαναφορέσει τα νυφικά.
Το φέσι το συναντάμε από τις αρχές του Ι9ου αιώνα σε προικοσύμφωνα και καταγραφές. Είναι χρυσοκέντητο και όμορφα στολισμένο. Το χρώμα της πρώτης του επιφάνειας είναι μαύρο σε ύφασμα βελούδινο. Πάνω στη βελούδινη επιφάνεια κεντούσαν με χρυσοκλωστές, ασημοκλωστές, χρυσογάιτανα και σιρίτια και σχημάτιζαν άνθη, φύλλα και διάφορες γραμμικές συνθέσεις.
Το πιο όμορφο και χαρακτηριστικό κόσμημα που στολίζει το φέσι είναι η τρέμουλα. Μια μετάλλινη δηλαδή βέργα ως 10 εκατ., το λεγόμενο κοτζί, που στέκει όρθιο στην άκρη του φεσιού. Στην κορυφή του ο μετάλλινος μίσχος έχει ένα άνθος με δυο-τρία φύλλα χρυσά, πλουμισμένα με διαμαντόπετρες. Καθώς κινείται η νύφη, το κοτζί τρέμει ελαφρά και στραφταλίζει.
Πάνω από το φέσι μπαίνει το νυφικό αραχνοΰφαντο κεντητό κεφαλοπάνι, που Πέφτει πλούσιο και στραφτερό στις πλάτες και στους ώμους. Στο γύρο του ο χρυσός μέρλος του δίνει μεγαλοπρέπεια.

101 001

Στ’ αυτιά η νύφη φορεί όμορφα σκουλαρίκια με πολύτιμες πέτρες. Κόσμημα του αυτιού είναι και οι μπόκολες, Πιο μικρές από τα σκουλαρίκια. Κοσμήματα κρεμούσαν και στο λαιμό με χρυσή αλυσίδα (καρδιές κ.λπ.) στολισμένα με χρωματιστή πέτρα.

DSCN8766 DSCN8774

Τελευταία φορούν και άσπρα γάντια στα χέρια τους. Τη νύφη τη στολίζει η στολιδατόρισσα, που επικρατέστερα λέγεται φκιάστρα, γιατί φκιάνει τη νύφη από την αρχή ως το τέλος: Τη λούζει, τη ντύνει και τη χτενίζει, σηκώνοντας τις κοτσίδες της στεφάνι στην κορφή της κεφαλής της.
Τη νυφική στολή συνήθως τη δανείζονται. Πολλές όμως έχουν τη δική τους, που ή την αγόρασαν ή την πήραν προίκα από τη μάνα τους. Τη φορούν την Κυριακή του γάμου κι ακόμα δύο Κυριακές. Την πρώτη Κυριακή μετά το γάμο, που γίνονται τα πιστρόφια και την μεθεπομένη Κυριακή, που πάει στην εκκλησία και δέχεται απολείτουργα στο σπιτικό της τους γονείς της, που της ανταποδίδουν την επίσκεψη. Μπορεί όμως να την ξαναφορέσει και σαν παράνυφη σε γάμο συγγενούς της.
Τα νυφικά τα ‘ραβαν και τα κεντούσαν οι ράφτρες. Επιτήδειες και αξιοχέρες γυναίκες. Δούλευαν με πολύ κέφι, αδιαφορώντας για το μόχθο τους κι έβαζαν στη φορεσιά την προσωπική τους σφραγίδα…*

140

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Πανταζή Κοντομίχη «Η Λευκαδίτικη Λαϊκή Φορεσιά από τον 17ο αιώνα ως τα μέσα του 20ου». Έκδοση ΕΟΜΜΕΧ, 1989
Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι του 1957 και περιλαμβάνονται στο λεύκωμα που εξέδωσε το 2012 το βιβλιοπωλείο Τσιρίμπαση με τίτλο: «Λευκάδα αλισάχνη στα ίχνη της ζωής μας», ISBN: 978-960-99166-2-2

πηγή

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Το στόλισμα της νύφης με την παραδοσιακή Λευκαδίτικη φορεσιά (βίντεο)


Το βίντεο που ακολουθεί στηρίχτηκε σε μια αυθόρμητη σκέψη και με την πολύτιμη βοήθεια του Θανάση Κατωπόδη έγινε ένα βίντεο. Θα μπορούσε να αποτελέσει μια καταγραφή. Προσπαθήσαμε τα ρούχα και τα στολίδια της νύφης να είναι όσο το δυνατόν πιο αυθεντικά. Η Ντίνα Μικρώνη η «φκιάστρα» – κατά Πανταζή Κοντομίχη- είναι η πιο γνήσια που θα μπορούσαμε να βρούμε. Γεννημένη στους Πηγαδισάνους, μεγάλωσε βλέποντας τις γιαγιάδες και τις θειάδες της να ντύνονται με τα «χωριάτικα» ρούχα. Η μητέρα της είναι από τις ελάχιστες που έχουν απομείνει, που ράβει ακόμα τη παραδοσιακή νυφιάτικη φορεσιά. Η ίδια είναι χορεύτρια στον «Πήγασο» Λευκάδας και βεβαίως ντύνει όλες σχεδόν τις άλλες νύφες του χορευτικού. «Νύφη» ντύσαμε την Ελεάννα Ματαράγκα. Η μουσική υπόκρουση είναι από τη «Βαρκαρόλα» του Δημήτρη Λάγιου.

πηγή

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Οι ριγωτές ζερβέττες ή μαντηλιές της Πάφου

Οι ζερβέττες ή μαντηλιές, οι κοινώς γνωστές πετσέτες ήταν υφαντά τα οποία σε πιο παλιά χρόνια ύφαιναν σχεδόν όλες οι γυναίκες της Κύπρου. Εκτός από το σερβίρισμα στο τραπέζι, οι μαντηλιές χρησίμευαν επίσης για να τυλίγουν τα κεριά οι γιορτάριδες που θα προσέφεραν στους πιστούς στην εκκλησία, στους γάμους, και για άλλες κοινωνικές συνευρέσεις.
Στην Πάφο τα υφαντά γίνονταν κυρίως από ντόπιο βαμβάκι ή μαλλί αλλά και από μετάξι. Το κέντρο της υφαντικής τέχνης στην Πάφο ήταν το χωριό Φύτη. Τα φυθκιώτικα υφαντά χαρακτηρίζονται από πολύχρωμες γεωμετρικές ανάγλυφες διακοσμήσεις και το πιο κοινό είδος με φυθκιώτικες διακοσμήσεις ήταν οι μαντηλιές. Οι φυθκιώτικες μαντηλιές είναι οι πιο γνωστές, όμως, σε άλλες περιοχές της Πάφου ύφαιναν λιγότερο γνωστές μαντηλιές οι οποίες στα δύο άκρα είχαν κυριώς ριγωτές διακοσμήσεις σε διάφορα χρώματα.  

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Η Ναουσαία του χθες



Η γυναίκα στο μεγαλείο της.
Ελάτε να να δούμε μαζί τη δόξα της Ναουσαίας μέσα από τις παραδοσιακές της φορεσιές.

Να περπατήσουμε στο χρόνο, και να θυμηθούμε το πως η υπομονή και επιμονή στην ομορφιά, μας κρατά μακριά από τον κακό εαυτό μας και μας φέρνει πιο κοντά  στις ρίζες και στο συνάνθρωπο μας. 

Να αποκρυπτογραφήσουμε τον κώδικα ένδυσης, και να αφεθούμε  στη λεπτομέρειά του. 
Αισθάνομαι ότι είναι χρέος μου να μοιραστώ το υλικό από την εκδήλωση που έκανε το Λύκειο Ελληνίδων Θεσσαλονίκης τον Δεκέμβριο του 2011, αφιερωμένη στην Ναουσαίϊκη φορεσιά, που παρουσίασε η πρόεδρος του Λυκείου Ελληνίδων Νάουσας Βάσω Μπάιτση και οι χορεύτριες του ΛΕΝ Αντιφακου Ρία, Μπάιτση Ελισάβετ και Μπάιτση Νίκη, που φόρεσαν φορεσιές από την μουσειακή συλλογή του ΛΕΝ και του Τάκη Μπάϊτση.

Λίγη ιστορία για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την εξέλιξη των ενδυμασιών στο διάβα του χρόνου...
Η πόλη μας η Νάουσα είναι μια πόλη με μεγάλη και σημαντική ιστορία που όπως γνωρίζετε βρίσκεται στους πρόποδες του Βερμίου και δίπλα στην αρχαία  μακεδονική πόλη τη; Μίεζας και στους αρχαιολογικούς χώρους των Λευκαδίων και των Ανθεμίων. Κτήτορες της πόλης είναι ο Άγιος Θεοφάνης, ο μετέπειτα πολιούχος της και ο στρατηγός των Τούρκων Γαζή Εβρενός.


Η Νάουσα ή Νιάουστα ή Αγοστός στην Οθωμανική αυτοκρατορία γνώρισε μεγάλη οικονομική ευμάρεια με τους κατοίκους της να ασχολούνται με την καλλιέργεια αραβοσίτου και αμπέλου από την οποία παρασκεύαζαν το περίφημα κρασί και για το οποίο μέχρι σήμερα λένε την φράση « κρασί από την Νάουσα το φέρνουν στο μαντήλι» θέλοντας να δηλώσουν την καλή του ποιότητα και ρευστότητα.
Αλλά και με την σηροτροφία , το εμπόριο και τις τέχνες . Λέγεται δε, πως τα προϊόντα της πόλης έφταναν μέχρι την Οδησσό, τη Μόσχα, την Βιέννη, την Πεστη και την Λειψία.
 
Η ειρηνική και ανθηρή περίοδος της Νάουσας , με εξαίρεση το παιδομάζωμα που επιχειρήθηκε το 1705 διαρκεί μέχρι το 1822 οπότε και καταστρέφεται ολοσχερώς από τους Τούρκους.
Η ζωή στην  πόλη φαίνεται ότι επέστρεψε αρκετά νωρίς και η προσπάθεια αναδημιουργίας έφερε γρήγορα καρπούς. Αρχές του 1832 απαντώνται οι πρώτες μαρτυρίες για ανέγερση εκκλησιών και το 1875 εμφανίζονται οργανωμένες βιομηχανίες ενώ αρχίζουν και οι εμπορικές συναλλαγές με την Αίγυπτο και τις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Η Νάουσα ενώνεται με το ελεύθερο ελληνικό κράτος  στις 17 Οκτωβρίου 1912 μετά από έντονη παρουσία των κατοίκων της στον Μακεδονικό Αγώνα.
Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα η πόλη ηγείται μιας πρωτοπόρου πορείας στο χώρο της βιομηχανίας ειδικά της κλωστοϋφαντουργίας. Τα τελευταία χρόνια προσπαθεί ώστε  τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτιστικό επίπεδο η παρουσία της να είναι αντάξια της ιστορίας της.
                               Η λεπτομέρεια σε όλο της το μεγαλείο. Eίναι αξιοθαύμαστος ο χρόνος και η υπομονή που απαιτείται για την προετοιμασία τους.


Στον πολιτιστικό χώρο της πόλης δραστηριοποιείται και το Λύκειο μας εδώ και σαράντα πέντε  χρόνια αφού ιδρύθηκε το 1966. Σε όλη  δε αυτή την πολύχρονη παρουσία του προσπαθεί με σεβασμό και επίγνωση να διαφυλάξει τους θησαυρούς της λαϊκής μας κληρονομιάς και να κρατήσει στέρεους τους δεσμούς με την εθνική μας παράδοση. Οι διακρίσεις του Λυκείου των Ελληνίδων Νάουσας είναι πάρα πολλές τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. 
Συμμετέχουμε σε όλες τις εκδηλώσεις της πόλης προβάλλοντας τα ήθη και τα έθιμα μας και παρουσιάζουμε παραστάσεις αναδεικνύοντας την ιστορία μας και την πολιτιστική μας κληρονομιά.
Έχουμε εκδώσει δυο βιβλία: μια επανέκδοση του βιβλίου της βάρδου της Νάουσας Θάλειας Σαμαρά, που τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών , με τίτλο «Στου Βερμίου την αντάρα» και άλλη μια έκδοση με την παραδοσιακή φορεσιά της Νάουσας και το δημοτικό τραγούδι. Το 2009 διοργανώσαμε το 14ο Πανελλήνιο Συνέδριο του Λυκείου των Ελληνίδων με θέμα» από τον λαϊκό πολιτισμό στις πολιτιστικές αγορές» του οποίου τα πρακτικά εκδόθηκαν το 2010.
 Το Λύκειο των Ελληνίδων έχει μια μεγάλη λαογραφική συλλογή που παραχώρησε στο Λαογραφικό Μουσείο της πόλης και η οποία αποτελεί το 90% των βασικών εκθεμάτων του. Είμαστε δε στην ευχάριστη θέση να έχουμε δική μας στέγη που αποκτήθηκε τον Μάιο του 2009, ένα από τα λιγοστά εναπομείναντα νεοκλασικά της πόλης.
Σήμερα θα σας παρουσιάσουμε την φορεσιά μας, την γυναικεία φορεσιά της Νάουσας που φορέθηκε  από τις γυναίκες μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα.
 Η Ναουσαία εκείνα τα χρόνια ασχολείται μέσα στο σπίτι με το νοικοκυριό και την ανατροφή των παιδιών και συμμετέχει εκτός σπιτιού μόνο σε κοινωνικές υποχρεώσεις. Η μόρφωση των γυναικών στην Νάουσα εμφανίζεται το 1897 με την ίδρυση του πρώτου παρθεναγωγείου ενώ η πρώτη γυναικεία οργάνωση με φιλανθρωπικό σκοπό ιδρύεται από επιφανείς Ναουσαίες το 1905 και είναι η αδελφότης κυριών.
Σε ότι αφορά την παιδική κοριτσίστικη φορεσιά από προφορικές μαρτυρίες ξέρουμε ότι ήταν ένα μακρύ λουλουδάτο φόρεμα  από απλό ύφασμα, κοντόμεσο με σούρες με κλειστό μπούστο και όρθιο γιακαδακι. Για πανωφόρι τα κορίτσια φορούσαν λιμπαντί  υφαντό ή από τσόχα και στο κεφάλι τα μαλλιά τα εδεναν σε μια πλεξούδα. Στις έφηβες και τις αρραβωνιασμένες η ποιότητα των υφασμάτων γίνεται καλύτερη και στο λαιμό εσωτερικά φορούν την μικρή τραχηλιά που φαίνεται λίγο από το φουστάνι, χαρακτηριστικό δε της αρραβωνιασμένης είναι τα  φλουριά που φορούσε στο λαιμό , δώρα της στον αρραβώνα.
Στην καθημερινότητα της η Ναουσαία φορούσε φουστάνι σε  χρώματα σκούρα, μπλε, καφέ και οι πιο ηλικιωμένες γκρι η μαύρο από απλό υφαντό ύφασμα με την ποδιά τους και για πανωφόρι χρησιμοποιούσε το λιμπαντί σε σκούρο χρώμα και αυτό χωρίς κεντήματα. Στο κεφάλι έβαζε ένα τρίγωνο μαντήλι μεταξωτό ή βαμβακερό που το έδενε τριγωνικά στην αριστερή μεριά και το λεγανε τσίπα. Κάτω από το φουστάνι φορούσε πουκάμισο υφαντό και στο στήθος μαρουλάτη τραχηλιά. Όταν το φουστάνι, η ποδιά και το λιμπαντί είχαν το ίδιο χρώμα και αυτό εμφανίζεται γύρω στο 1930 η φορεσιά λέγεται τακίμι.
Επειδή σήμερα θέλαμε να σας δείξουμε αυθεντικές παλιές φορεσιές που υπάρχουν σε συλλογές στην Νάουσα και όπως καταλαβαίνετε δεν σώζονται σε καλή κατάσταση ούτε παιδικές φορεσιές αρραβωνιασμένης, ούτε και καθημερινές φορεσιές της σχόλης, προτιμήσαμε να αρκεστούμε στην περιγραφή και μόνον των παραπάνω και να δώσουμε μεγαλύτερη βαρύτητα στις αυθεντικές που βλέπετε.


Ξεκινάμε λοιπόν με μια εκδοχή Ναουσαιϊκης φορεσιάς που φορέθηκε από γυναίκες γύρω στα 35-45 χρονών σε καλές , γιορτινές μέρες που είναι από μεταξωτό μονόχρωμο μπορντό ύφασμα  με την ποδιά τους και την ζώστρα του και δυο τραχηλιές  και απλά μανικακια με λίγη δαντέλα που φαίνεται στην άκρη. Σαν επενδύτη – πανωφόρι φορά ένα απλό λιμπαντί που είναι και αυτό χωρίς χρυσά κεντήματα αλλά κεντημένο στις απολήξεις του με μπιρσίμι. Σε αυτές τις επίσημες εμφανίσεις τους φορούσαν στο κεφάλι το φιτόσι , ένα καπέλο χωρίς φούντα που άλλοτε έχει στην άκρη του λουλούδια από δαντέλα ή δεν έχει, ο μπόγος του είναι σκούρος και δεν υπάρχουν χρυσά κεντήματα.
Και πρέπει να αναφέρουμε ότι σε πενθούσες γυναίκες ο μπόγος στο καπέλο γινόταν μαύρος , το φόρεμα γίνεται μαύρο και το μαφέσι πάνω από τις τραχηλιές και αυτό μαύρο.
 

Όπως ήδη είπαμε η πόλη της Νάουσας χαρακτηρίζεται από μια ευμάρεια οικονομική και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας αλλά και μετά την ανασυγκρότηση της μετά τον χαλασμό του 1822. Η ευμάρεια αυτή αντανακλάται και στον τρόπο ένδυσης των κατοίκων της και ιδίως των γυναικών, Φαίνεται δε πως ο πλούτος της ναουσαίικης φορεσιάς επηρεάζει αργότερα και την ενδυματολογική επιλογή των ανακτόρων αφού δελτάριο της εποχής απεικονίζει κόρη μεγαλοαστικής οικογένειας της Νάουσας που φέρεται να βρίσκεται στην βασιλική αυτή με φορεσιά που μοιάζει πόλη αυτή της Νάουσας.

Οι διαφορές που υπήρχαν στην φορεσιά αντικατοπτρίζουν την κατάσταση της γυναίκας που την φορούσε ανάλογα με την χρήση , την ηλικία και την κοινωνική θέση. Εξ άλλου η οικονομική κατάσταση της οικογένειας καθρεφτιζόταν και στο ένδυμα. Έτσι οι πλούσιες οικογένειες εμφάνιζαν τις φορεσιές με τα πιο καλά σε ποιότητα υφάσματα και με τα πιο πλούσια κεντήματα. Αυτά τα υφάσματα ήταν συνήθως εισαγόμενα από την Ευρώπη ή την Αίγυπτο. Τα ραβανε  άνδρες ραφτάδες και τα κεντούσαν πάλι άνδρες οι λεγόμενοι τερζήδες. 
Στις κατώτερες οικονομικές τάξεις τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν συνήθως μεταξωτά η αλατζάδες που τα ύφαιναν οι ίδιες οι Ναουσαίες στα σπίτια τους.
 Στην Νάουσα έλεγαν και μια παροιμία
  « φάι ότι σε τρώγιτι κι βαλι ότι σε πρέπει» θέλοντας να τονίσουν την τάξη της κάθε οικογένειας στο θέμα της φορεσιάς.
Όσο μεγαλώνει η γυναίκα τόσο η φορεσιά της αλλάζει σε ότι αφορά την ποιότητα των υφασμάτων, αλλά και την ποσότητα του διάκοσμου. 
Έτσι αυτό κορυφώνεται με τον γάμο της κοπέλας και μετά αρχίζει πάλι να μειώνεται σταδιακά μέχρι που φτάνουμε σε αρκετά λιτή φορεσιά της ηλικιωμένης καθόλα όμως αρχοντική και επιβλητική.
Τα ανοίγματα που υπάρχουν σε όλα τα μέρη της φορεσιάς είναι συνήθως διακοσμημένα με διπλό γαϊτάνι και με χρυσά κεντήματα. Ένα βαθύ δε κόκκινου χρώματος φουστάνι υπάρχει σχεδόν σε όλες τις προίκες.Αυτές τις δύο φορεσιές που βλέπετε τώρα είναι εκδοχές της καλής φορεσιάς. Είναι βαριά και πλούσια με συμβολική σημασία για την γυναίκα μιας και με αυτήν περνά από την ζωή της ελεύθερης στην ζωή της παντρεμένης.

Το φουστάνι είναι από πολύτιμη μεταξωτή στόφα με βαθύ ημικύκλιο άνοιγμα στο μπούστο, έχοντας δυο διαδοχικά μικρά στρώματα στην απόληξη του, τις λεγόμενες σκάλες, κοντόμεσο και η φούστα του ξεκινά αμέσως μετά το στήθος , είναι φαρδιά με σούφρες, σούρες που διαμορφώνονται σε πιέτες καλά σιδερωμένες. Είναι κεντημένο στο γιακά, στην σκάλα. Στον μπούστο δηλαδή, και τις μανσέτες με χρυσή κλωστή. Συνοδεύεται από την ποδιά που  είναι συνήθως από το ίδιο ύφασμα με το φόρεμα, έχει λεπτές πιέτες σιδερωμένες και δένεται σφιχτά στο πλάι ακριβώς κάτω από το στήθος και όχι στην μέση.
Κάτω από το φουστάνι φοριέται το πουκάμισο που διακρίνεται από καλό κισμιρενιο ύφασμα με τις μπιμπίλες στα ανοίγματα του και η Ναουσαία το φορούσε πρώτη φορά στο γάμο τόσο μπούστος καλύπτεται από δύο τραχηλιές. 
Η μια φαίνεται λίγη, είναι λιγότερο χρυσοκεντημένη ενώ η άλλη βγαίνει από έξω με χάρη λίγο πάνω από το φόρεμα και αφήνει να φαίνονται τα πολύτιμα χρυσοκεντήματα αλλά και η δαντέλα φτιαγμένη με βελόνα, την μπιμπίλα.



Ανάλογα με το κέντημα οι τραχηλιές  είχαν και διάφορες ονομασίες, όπως σελινάτη, μακεδονήσι, κυπαρισσάκι  Στα χέρια φορούσαν κισμιρενια μανικακια στην απόληξη τους χρυσοκεντημένα που η Ναουσαία τα βγάζει από το μανίκι του φορέματος προς τα έξω να φαίνονται.
Το μαφέσι είναι ένα διπλωμένο τετράγωνο μεταξωτό συνήθως χρωματιστό ύφασμα που μπαίνει πάνω από τις τραχηλιές λοξά και είναι ενδεικτικό παντρεμένης γυναίκας.
Ο λαιμός καλύπτεται από το γκιορντάνι ή από μαργαριτάρια και πιο κάτω τα φλουριά που τα έπαιρνε προίκα η κόρη στο γάμο. Οι πιο πλούσιες φορούν και καρφίτσα στο μαφέσι και αλυσίδα με ρολόι. Στα αυτιά φορούσαν σκουλαρίκια , τα τσουράκια και στα χέρια δαχτυλίδια και μπιλιτζίκια, βραχιόλια.
Η ζώστρα , που μπαίνει πάνω από την ποδιά είναι άλλες φορές ένα μεταξωτό παραλληλόγραμμο ύφασμα με κρόσσια και με πλούσιο κέντημα μα επιδεικνύεται στην αριστερή μεριά ή ένα μακρόστενο μεταξωτό ύφασμα με κρόσσια που δένεται έτσι που να φτάνει λίγο πιο πάνω από την ποδιά.
 
Κάτω από το στήθος και πάνω στην ζώστρα δεσπόζουν τα συρματερά κολλάνια απαραιτητο εξάρτημα στην γυναικεία φορεσιά είναι δώρο του γαμπρού στο γάμο που είναι περασμένα σε ζώνη δερμάτινη από κάτω και βελούδινη από έξω με χρυσοκέντημα.


Το κεφαλοκάλλυμμα τέλος της Ναουσαίας  είναι η φούντα ή  το τεπελούκι που είναι πάντα δώρο του γαμπρού στην νύφη.


Η φούντα είναι από κόκκινο φέσι που ο τεπές του , το επάνω μέρος δηλαδή, έχει κεντημένο το οκτακτινο ή εξακτινο αστέρι που κατά μια εκδοχή μπορεί να συμβόλιζε το μακεδονικό άστρο.


 Από την κορυφή του τεπέ κρέμεται και πέφτει από πίσω προς τα εμπρός μια χρυσή φούντα με κρόσσια που έρχονται και φαίνονται στον αριστερό ώμο. 




Η φούντα μπορεί να είναι και μπλε με χρυσές κλωστές, ο μπόγος είναι λουλουδάτος και καλύπτεται από χρυσά κρόσσια , την φράντζα. Στο τεπελούκι δεν υπάρχει φούντα έχει όμως ένα εντυπωσιακό δαντελένιο λουλούδι από μικρά ανθάκια δουλευμένα με μπιμπίλα (αυτό φορέθηκε μετά το 1915)
Τα μαλλιά είναι πιασμένα μέσα στο καπέλο αφήνοντας να φανούν μόνον τα τσουλούφια από το μέτωπο που είναι πάντα μαύρα  και που τα τυλίγουν στο κεφάλι και σκεπάζουν το μισό αυτί.
Πάνω από το φουστάνι φοριέται η σαλταμάρκα , κοντός επενδύτης από ύφασμα ντρα με πολύ χρυσοκέντημα σε όλη την επιφάνεια του γιακά και στα δύο μπρός μέρη του άλλα και στην μασχάλη στα μανίκια. Υπάρχει και το λιμπαντί που είναι και αυτός επίσημος επενδύτης αλλά με λιγότερα κεντηματα. Σαν χειμερινό επενδύτη φορούσαν το μακρολέμπαντο, επανωφόρι πιο κοντό από το φόρεμα που το τελείωμα του κεντιόταν με χρυσό στριφτό κορδόνι, το τιρτίρι. Χρυσό κέντημα έχει και στα μανίκια και στο γιακά Στο πίσω μέρος κάτω από την πλάτη ξεκινούν πολλές σιδερωμένες πιέτες που δίνουν όγκο στο ρούχο.
Υπήρχε βέβαια και η σκουρτέλα που είναι βαρύς χειμερινός επενδύτης , μοιάζει με το μακρολέμαπαντο, έχει χρυσά κεντήματα στο γιακά  και στο εμπρός μέρος έχει φαρδιά χρυσαφί γούνα την λεγόμενη μηλογούνα.




Kαι για να ξεφύγουμε λίγο από το καταγραφικό κλίμα, σας παραθέτω το σημαντικότερο συστατικό της κάθε γυναικείας ενδυμασίας. Και το όνομα αυτού.....  Κουτσομπολιό! Παραμένει ακόμη αθάνατο.
 
Εύχομαι πραγματικά μέσα από το λεπτομερέστατο κείμενο αλλά και την εικονική απόδοση, να γευτήκατε λίγο από την ζωή της ηρωικής γυναίκας της Νάουσας. 

Θυμούμενοι πάντα την θυσία τους στην Αραπίτσα τον Απρίλιο του 1822 για την οποία θα αναφερθούμε σε ξεχωριστό άρθρο.

Πριν κλείσω θα ήθελα να εκφράσω το βαθύτατο σεβασμό στους  αγαπητούς  Βάσω και Τάκη Μπαϊτση που μας έδωσαν την ευκαιρία να θυμηθούμε οτι η παράδοση ακόμα ζει και πως από εμάς πλέον περιμένει  να κρατήσουμε τη φλόγα της αναμμένη....