Σελίδες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Του Αγίου Γεωργίου στη Σαντορίνη


Από τον Άγιο Γεώργη τον Απανωμερίτη, στον  Άγιο Γεώργιο τον φτωχό, και από τον Άγιο Γεώργιο τον Ξεχρεωτή στον Άγιο Γεώργιο το Θαλασσίτη
Ιδιαίτερη τιμή και στον Άγιο Γεώργιο γίνεται στη Σαντορίνη. Από την Απάνω Μεριά και την εικόνα με τις σημαίες μέχρι και το θαύμα του Αγίου στο Σκάρο, μέχρι και τον Άγιο Γεώργιο το Θαλασσίτη….. Μικρές σταχυολογήσεις λοιπόν από παλαιότερες αναρτήσεις και όχι μόνο: 
Άγιος Γεώργιος Οίας
Η μεγαλοπρεπής εκκλησία του Αγ.Γεωργίου είναι ο δεύτερος ενοριακός ναός της Οίας μετά τον Καθεδρικό ναό "Παναγία Πλατσανή (Ακάθιστος Ύμνος)".

Είναι πολιούχος άγιος του χωριού και δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα επικρατέστερα αντρικά ονόματα στην Οία είναι Γιώργος και Τζώρτζης προς τιμή του Αγίου!

Το πανηγύρι γίνεται ανήμερα της εορτής του μετά το τέλος της πανηγυρικής θείας λειτουργίας και είναι ένα από μεγαλύτερα παραδοσιακά πανηγύρια της Οίας με πολύ φαγητό και κρασί. 
Την παραμονή της εορτής το απόγευμα, ομάδα από άνδρες του χωριού, παίρνουν τα δύο λάβαρα της εκκλησίας: α) την ελληνική σημαία με αποτυπωμένη πάνω τη μορφή του Αγίου και β) τη σημαία του συλλόγου Οιατών εν Αθήναις «Αγ.Γεώργιος» και με την συνοδεία νησιώτικων οργάνων να παίζουν σαντορινιούς σκοπούς, καταλήγουν στη κεντρική πλατεία. Εκεί τους περιμένει συγκεντρωμένος ο κόσμος με τον ιερέα και τους ψαλτάδες. Ουσιαστικά «το γκράξιμο της σημαίας του Αγίου» όπως το αποκαλούν οι Απανωμερίτες πρόκειται μια μορφή "καλέσματος". Οι καμπάνες της Πλατσανής χτυπούν ασταμάτητα καθώς πλησιάζουν οι σημαίες ενώ τα βαρελότα πέφτουν …με το τσουβάλι!! Αφού φτάσουν στην πλατεία, παραμένουν εκεί για ένα 5λεπτο και ξεκινάνε πάλι αυτή τη φορά όλοι μαζί με πομπή προς την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου για να γίνει ο καθιερωμένος εσπερινός. Της πομπής προπορεύονται τα βιολιά, πίσω ακολουθεί ο παπάς με τους ψαλτάδες, οι σημαίες και τελευταίος ο κόσμος. Μετά το τέλος του εσπερινού, σερβίρονται γλυκά και αναψυκτικά, για "συχώριο" των Γιώργων που έχουν φύγει από τη ζωή.

Την επόμενη μέρα, ανήμερα της εορτής, μετά το τέλος της θείας λειτουργίας και αφού ολοκληρωθεί η λιτανεία της εικόνας του Αγίου στα στενά του χωριού, μεταφέρεται στο "πανηγυρόσπιτο" (ειδικό δωμάτιο όπου σερβίρεται το φαγητό), γίνεται δέηση για να "το ευλογήσει ο Άγιος" και αρχίζει να σερβίρεται στους παρευρισκόμενους. Το γλέντι κρατάει μέχρι αργά το απόγευμα.
Να πούμε ότι η προετοιμασία για το πανηγύρι, αρχίζει από μέρες πριν και συμμετέχει σχεδόν όλοι εθελοντικά, άλλοι στο καθάρισμα της εκκλησίας και άλλοι στην προετοιμασία του φαγητού.
Οι Απανωμερίτες ευλάβονται πολύ τον Αγ.Γεώργιο για αυτό εκτός από τον μεγάλο ενοριακό ναό, υπάρχουν σε όλους τους οικισμούς της Οίας διάσπαρτα μικρά εξωκλήσια αφιερωμένα στο όνομα του.Οι 3 σημαίες που κρατούν είναι:1) η ελληνική σημαία με αποτυπωμένη πάνω τη μορφή του Αγίου2) η σημαία του συλλόγου Οιατών 3) η παλιά σημαία της ακτοπλοίας του Λουκά Νομικού (γιατί ο Νομικός είχε χτίσει τον Άγιο Γεώργιο και είχε ιδρύσει και το σύλλογο των Οιατων...ο γέρο-Νομικός λέμε, ο πατέρας του Λουκά, ο Νίκος!!!..τον έχουν και άγαλμα στο προαύλιο της εκκλησίας)
Άγιος Γεώργης ο Ξεχρεωτής 
Πριν από 150 χρόνια υπήρχε ένας καλλιεργητής από το Ημεροβίγλι, ο οποίος είχε δανεισθεί από τα "αφεντικά τους" και επειδή δεν μπορούσε να πληρώσει τα χρέη του, διότη την χρονιά εκείνη το νησί είχε μια φοβερή ανομβρία και οι σοδιές είχαν πρόβλημα. Εκτός των άλλων τα πολλά μέλη της οικογένειάς του, άρα και τα πολλά έξοδα, τον είχαν οδηγήσει στο να κινδυνεύει να χάσει τα χωράφια του και τα αμπέλια του. 
Όλη τη νύχτα σκεφτότανε, μα είδε πως τπτ δεν μπορούσε να τον σώσει. Την άλλη  μέρα ξεκίνησε με την "πετσέτα του" ( το σημερινό δεκατιανό του....) για τα χωράφια του. Περνούσε απ έξω από τον Άγιο Γεώργη και λέει : " Ας έμπω να πω του Αγίου τι μου συμβαίνει ίσως εκείνος με βοηθήσει."
Πράγματι μπήκε, άναψε το καντήλι και προσευχήθηκε στον Άγιο, τάζοντας οτι άμα του κάνει το θαύμα και σώσει τα αμπέλια του και θα κάνει στη γιορτή του την "Πανήγυρη" με κρέας και πατάτες.  Μα δεν ηπρόκαμε να κάμει λίγα βήματα και άρχισε να βρέχει ασταμάτητα για πολλές ημέρες. Οπότε σώθηκε η σοδειά του και κατάφερε να ξεχρεώσει τα χρωστούμενά του. Απ αυτό το περιστατικό ο Άγιος Γεώργης ονομάζεται " Ξεχρεωτής"
Στο νησί αξιοσημείωτη μπορεί να θεωρηθεί η σύνδεση του Αγιου Γεωργίου με τα ξόρκια. Στο Εμπορείο λένε: « Αη Γιώργη Καβαλάρη, με σπαθί και με κοντάρι, δος μου το κλειδάκι σου, ν ανοίξω το ματάκι μου, να δω τι έχει μέσα κριθάρι ή σιτάρι ή μαργαριτάρι» ( Γεώργιος Βενετσάνος: Λαογραφικά Σαντορίνης, ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ τόμος Β)

Ο Μάρκος Αβ. Ρούσσος ( Σαντορίνη Ήθη Έθιμα και Παραδόσεις) καταγράφει ένα είδος από τις ρίμες προς τιμή του Αη Γιώργη:

«Άγιε μου Γιώργη ξακουστέ και αφέντη καβαλλάρη,
αρματωμένος με σπαθί και με αργυρό κοντάρι.
Θεριό είναι στον τόπο μας σ ένα βαθύ πηγάδι,
ανθρώπους το ταϊζανε κάθε πρωϊ και βράδυ.
Μια μέρα δεν του δώσανε άνθρωπο να δειπνήσει,
Σταλιά νερό δεν άφησε τη χώρα να δροσίσει.
Ας βάλουμε τα μπουλετιά, κι ότινος μέλλει ας πέσει,
Να πάει το παιδάκι του του λιονταριου πεσκέσι.
Τα μπουλετιά ηπέσανε σε μια βασιλοπούλα,
Όπου την είχε ο βασιλιάς μόνη κι αμοναχούλα.
Ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε, αυτό το λόγο είπε:
«πάρτε το βασίλειοο και το παιδί μου αφήστε»
Μα ολαος σαν τοκουσε τρέχει στον βασιλέα:
«δεν φήνεις το παιδάκι σου σε παίρνουμε εσένα».
- Επάρετο κι αμέτετο και ντύσετε το νύφη,
κι άμετετε το του λιονταριού γλυκά να το μασήσει.
Κι άμετετε και στο χρυσοχό να κάμει αλυσίδα,
Να πάτε να το δέσετε στου πηγαδιού τα χείλια.
Κι όταν το πηγαίνανε, όλα τα δέντρα σειόταν,
Και τα πουλάκια στις κορφές πικρά εκελαδούσαν.
Καιόταν την εκρεμούσανε όλα ταόρη τρέμαν,
Κι η κόρη Πάντα έλεγε: « Αλοίμονο σε μένα».
Ξένος κι αγνώριστος περνά τηνκόρη εχαιρέτα,
Κι η κόρη τα αποκρίνεται κι η κόρη του μιλάει.
«Τράβηξε ξένε από δω, τραβήξου παραπέρα,
Γιατί θα βγει το θεριοό να φάει εσέ και μένα

- Στρώσε τα γονατίκια σου για να ακουμπήσω επάνω,
- Κι όταν θα βγει το θεριό, σκούντα με σήκω, επάνω..
Σήκω Ξένε να χαρείς και το νερό αφρίζει,
Κι ο άγριος ο λέντας τα δόντια ακονίζει.
Δράκυ της έπεσε ευθύς, επάν στο μάγουλό του,
Σηκώνεται ανατολικά, και κάνει το σταυρό του.,
Και βγάζει το σπαθάκι του και κόβει το λαιμό του.

Πάλι ξαναδευτέρωσε την παίρνει μές στο στόμα,
Μεγάλη τάραξη έγινε σε όλο της το σώμα.

Πες μου Ξένε να χαρείς πως λένε τ’ όνομά σου;
Κι εγώ θα κάνω χάρισμα διπλό στο θέλημά σου.

Γιώργης στρατιώτης λέγομαι, απ την Καπαδοκία,
Κι αν θέλεις να κάμεις χάρισμα, κτίσε μια εκκλησία,
Και πιάσε και ζωγράφισε Χριστό και Παναγία,
Κι από μεριά της Παναγιάς γράψε ένα καβαλάρη,
Αρματωμένο με σπαθί και μ αργυρό κοντάρι.

Ξένε μου όταν κοιμόσουνα περνά μια περιστέρα,
Που κράτα Τίμιο Σταυρό εις τη δεξά τη χέρα,
Στον Άγιο πάλιέγραφε, ζήτω μου ευλαβεία:
«Αγιε Γιώργη που γλύτωσες την κοπελιά την εμοναχορη»|
Αλλή μία ρίμα του Αη Γιώργη μέσα από το αρχείο της λαογράφου - ερευνήτριας Στέλλας Κοντογιάννη

Ρίμα του Αη Γιώργη, (από: Καλλιόπη Νομικού)

«Ένα θεριό στον τόπο μας
σ’ ένα βαθύ πηγάδι
ανθρώπους το ταϊζανε
κάθε πρωί και βράδυ
μια μέρα δε ντου δώσανε
άνθρωπο να δειπνίσει
σταλιά νερό δεν ήφησε
τη χώρα να δροσίσει
να βάλουμε τα μπουλεθιά
να δούμε τίνος πέφτει
να πάμε τ’ άγριου θεριού
ένα παιδί πεστστσέσι
τα μπουλεθιά ηπέσανε
εις τη βασιλιοπούλα
οπού την είχε ο βασιλιάς
μόνια κι αμοναχούλα
ο βασιλιάς ως τόκουσε
πολύ του βαροφάνη
πάρτε το βίο μου όλο
και το παιδί μου αφήστε
εάν δε θες με το καλό
σε παίρνομε κι εσένα
κι αμέσως την επήγανε
πλησίον εις το πηγάδι
…………………
κι ο Αης Γιώργης ήρχουντα
στον κάμπο ο καβαλάρης
- Φύε μου ξένε απ’ εδώ
ξένε μου απ’ τα ξένα
για θάρθει τ’ άγριο θεριό
να φάει εμέ κι εσένα.
Πλώσε το ποδαράκι σου
απάνω ν’ ακουμπήσω
κι αν έρθει τ’ άγριο θεριό
σκούντα με να ξυπνήσω.
Τρέμαν τα όρη τρέμανε
και το θεριό ηρχούντας
κι η κόρη πάντα έλεγε
- Αλλοίμονο σε μένα.
Τα δάκρυά της πέφτανε
απά στον Άη Γιώργη.
κι ο Άης Γιώργης ξύπνησε
με όλη του την τόλμη.
Γυρίζει ανατολικά
και κάνει το σταυρό ντου.
Μια κονταρκιά του έδωσε
του ‘κοψε το λαιμό ντου.
Πάλι ξαναδευτέρωσε
τη ντρώει μες το στόμα.
Μεγάλη αναταραχή έγινε
στις πέτρες και στο χώμα.
Πες μου ξένε το μέρος σου
πες μου και τ’ όνομά σου.
Να πω εις το πατέρα μου
να κάμει θέλημά σου.
Ο Άης Γιώργης λέγομαι
απ’ τη Μακεδονία
κι αν έχεις ευχαρίστηση
χτίσε μιαν εκκλησία."



Ο Μεγαλοχωριανός λαογράφος Οινολόγος στο βιβλίο του " Λαογραφικά Σαντορίνης - Παραδόσεις" αναφέρει την Ιστορία τ Άη Γιώργη της Λαγκαδιώτισσας στον Πύργο.: "Εκεί υπάρχει μια εικόνα που παριστάνει τον Άγιο καβαλλάρη, να σκοτώνει το δράκο και από πίσω να είναι ένα παιδί. Αυτό είναι ντυμένο σαν τουρκάκι.. Η παράδοση λέει ότι στα χρόνια τση σκλαβιάς μια μητέρα ξαφνικά έχασε το παιδί τζη. Άφού ήψαξε παντού κατάφυγε στον Άη Γιώργη που ήτανε στη γειτονιά τζη. Κάθε μέρα η καμένη ημπροσεύχουνταν στον Άγιο να τση φέρει το παιδί της. Ίσαμε που ο Άη Γιώργης τη λυπήθηκε και ηποοφάσισε να τση το πάει. Ανήμερα λοιπός, τ Άη Γιώργιου, εκειδά που ηλουτρουούσανε ήκουσε ο κόσμος χλοπατα τ αλόγου. Βγαίνουν ίξω και τι να δουν το χαμένο παιδί της κερα Θολοϊνης. και να βαστά στα χέρια του ένα κανάτι και μια νυφτομαντήλα. Περίεργος ο κόσμος των ρώτησε πως βρέθηκε ξανα εδώ: Μια μέρα που ήπαιζα στην αυλή λέει το παιδί μου ρθε στο νου να μην βγω όξω στο δρόμο. Εκείνη την ώρα περνούσανε κάτι αράπηδες , μ αρπούνε, και μονομιας μου βουλώνουν το στόμα μου και φορθωθηκε ένας από αυτούς και με πάει στο καϊκι. Έπειτα μ αφήσανε σε έναν αγριάνθρωπο, όποοιος ήθελε συνέχεια να τον βοηθάω να πλένεται... Εγώ όμως έκλαιγα και παρακολούσα τον Αη Γιώργη που είναι στο Λαγκάδι ( Λαγκαδιώτισσα), να με πάρει απο εκει. Μια μέρα εμφανίστηκε μπροστά μου ο Άγιος και μου λέει:- Καλλίκεψε τ άλογο.... -Δεν ξέρω κι εγώ πως τα κατάφερα και τελικά το καλλίκεψα και μ έφερε ως εδώ  ….Η εικόνα του Αγίου υπάρχει ακόμα στο Ναό!

Άγιος Γεώργιος Μεγαλοχωρίου
(Αφιερωμένο στον αδερφό " Πρόδρομο"),
Γράφει η Γουλιελμία Συρίγου Μονιούδη στο βιβλίο της " Η Σαντορίνη μου"

[....] ανεβαίνοντας τα λιθόκτιστα σκαλοπάθια του, μοσχοβολούσε το αλισμαρί, που ήτανε σκορπισμένο κι από την ορθάνοιχτη θύρα του αντηχούσαν οι αναστάσιμοι ύμνοι που έψαλλαν οι χωριανοί ψαλτάδες ( αιωνία τους η μνήμη): Αντώνης Σιγάλας - Πέρακας, Γουλιέλμος Αργυρός, Ευάγγελος Νομικός- Μπαχάς, Γιώργης Σιγάλας -Μπαλής, κι από κοντά το Νικολέττι του Καφούρου - Χλαπί, βαστούσε πάντα το ίσο πιστη στην οικογενειακή παράρδοση της.
Ασάλευτοι οι αιώνες μέσα στη δίκλιτη καμαρόσκεπη εκκλησιά. το Μελιχρό φως των κεριών στο πολυέλαιο και στα μανουάλια τρεμόπαιζε αναδεύοντας την πανάρχαιη ιστορία της. Έξω στον Αυλόγυρο οι χωριανοί, μελίσσι, αφού το εκκλησιδάκι χωρούσε ίσα με είκοσι νομάτους. Τους φευγάτους εκείνους συγχωριανούς όσους θυμάμαι θα μνημονεύσω που για το συγχώριο τους οι καλοσυνάτες Μεγαλοχωριανές θυατέρες προσφέρουν κονιάκ, και γλεούδια: Τζώρτζη Σαλίβερο- Μπατζάνη, Γιώργη Νομικό ( Αούστριας), Γιώργη Γιακουμέλη, Γιώργη Αλιφραγκή - Μαρκούτσο, Γιώργη Δαμασκηνό - Φούρναρη....[...]


Άγιος Γεώργιος ο Σφουγγατάς (Κοντοχώρι) 
Αη- Γιώργης ο Σφουγγατάς, μια ερμηνεία για το προσωνύμιο: «Ένα παιδί για να ευχαριστήσει τον άγιο για τη βοήθεια που του είχε δώσει, του χάρισε ένα σφουγγάτο. Κάποιοι ναυτικοί, οδηγημένοι από το φως του αγίου Γεωργίου βγήκαν στη στεριά και για να ευχαριστήσουν τον άγιο πήγαν να του ανάψουν κερί. Βρήκαν το σφουγγάτο και το έφαγαν. Η πόρτα της εκκλησίας δεν άνοιγε όμως. Κατάλαβαν πως ήταν για το σφουγγάτο, πλήρωσαν και τότε η πόρτα άνοιξε. Και τότε είπαν: Καλό ήταν το σφουγγάτο σου Αη- Γιώργη μου, αλλά ακριβό». («Θρησκευτικός Τουρισμός, η περίπτωση της σαντορίνης», πτυχιακή εργασία Μαρία Καραμολέγκου, Μιχαλακάκου Σταυρούλα, επιβλέπων Καθηγητής Τερζάκης δημήτριος, Τει Κρήτης).
 
Αγιος Γεώργιος το Κατιφιό
Η Εκκλησία του Αϊ Γιώργη στον Πύργο Σαντορίνης λέγεται ότι κτίσθηκε το 1754.
Την ονομασία κατιφιό το πήρε σίγουρα από το σπήλαιο το οποίο βρίσκεται δίπλα στην εκκλησία. Ιδιοκτήτης της είναι η Μάρθα Καταβάτη Κουτσογιαννοπούλου από τον Πύργο Καλλίστης κόρη του Γεωργίου Καταβάτη από όπου και την κληρονόμησε.    Η εικόνα του ναού φυλάσσεται στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στον Πύργο και μόνον την ημέρα που γιορτάζει ο Άγιος 23 Απριλίου και πάντα μετά το Πάσχα παίρνει την θέση της μέσα στο ξωκλήσι. Λέγεται επίσης ότι έχει κάνει θαύματα.
Όπως μου εξιστόρησε ο κος Γιώργος Καταβάτης ο παππούς του του μίλησε κάποτε για ένα Καΐκι φορτωμένο με ασβέστη που προσέγγιζε το νησί μέσα σε σφοδρή θαλασσοταραχή, και κινδύνευε να καεί (λόγω του φορτίου) καίγοντας μαζί και το πλήρωμα. Ο Καπετάνιος Σαντορινιός στην καταγωγή ο Απόστολος Μουσούρης βλέποντας μπροστά από την πρύμνη του καϊκιού το ξωκλήσι του Αγίου προσευχήθηκε στην χάρη του να γαληνέψει η θάλασσα για να φτάσουν σώοι στο νησί. Έτσι και έγινε. Ο ίδιος και η μετέπειτα φαμίλια του την ημέρα της γιορτής του Αγίου ακόμα και σήμερα επισκέπτονται την εκκλησία και συμμετέχουν στην  πανήγυρη .
Η λαογραφία αναφέρεται, όσον αφορά το Σπήλαιο του Κατιφιού ,ή κατεφιού ,ή βασίλειο σε θρύλους.Λέγεται ότι ένας βασιλιάς θέλοντας να τιμωρήσει την κόρη του την έβαλε σε ένα πλοίο για να την εξορίσει μακριά. Ενώ ταξίδευαν και βρίσκονταν έξω από το Καμάρι η βασιλοπούλα παρακάλεσε τον καπετάνιο να την αφήσει ελεύθερη εφ’ όσον του υποσχέθηκε ότι θα κρυφτεί και κανένας δεν θα μάθει που βρίσκεται. Έτσι και έγινε . Την αποβίβασαν στο Καμάρι και η πριγκίπισσα βλέποντας το εκκλησάκι του Άι Γιώργη στο απρόσιτο σημείο που βρισκόταν αποφάσισε να πάει να κρυφτεί εκεί. Εκεί συνάντησε ένα καλόγερο του οποίου του εξήγησε τι της είχε συμβεί και τον παρακάλεσε να την κρύψει κάπου που κανείς δεν πρόκειται να την ανακαλύψει. Ο καλόγερος λοιπόν της έδειξε το σπήλαιο της εξήγησε ότι είναι απρόσιτο ότι δεν θα ήταν δυνατόν να κατεβαίνει από εκεί και ότι θα έπρεπε να ανεβάζει με καλάθι τις τροφές που αυτός θα τις έφερνε .Έτσι και έγινε ώσπου μια μέρα μετανιωμένος ο Βασιλιάς ψάχνοντας την κόρη του έφτασε εκεί όπου και την βρήκε και την πήρε πίσω στο βασίλειό του.
Άλλοι λένε ότι ήταν τόπος τιμωρίας μιας άπιστης βασίλισσας.
Η λέξη κατιφιό σημαίνει καταφύγιο ή κατίφια μέρος που δεν το βλέπει ο ήλιος και βασίλειο γιατί έμεινε εκεί η βασιλοπούλα.Πολλοί πιστεύουν ότι η είσοδος του σπηλαίου χτίστηκε για να κρύβονται οι κάτοικοι της περιοχής από τους πειρατές και έτσι δικαιολογείται και η ύπαρξη των τριών οπών που είναι σαν πολεμίστρες στον τοίχο που κλείνει την είσοδο του σπηλαίου.Το σπήλαιο Κατηφιό το συνδέουν επίσης με το «Βασίλειο» όπως ονομάζουν την Αρχαία Πόλη της Θήρας. Το σπήλαιο είναι μικρό σε μέγεθος και το σπηλαιολογικό του ενδιαφέρον του είναι ακριβώς η διάνοιξή του σε ασβεστόλιθο ενώ ο κύριος όγκος του ασβεστόλιθου της Θήρας έχει καλυφθεί από τα υλικά του ηφαιστείου. Η είσοδός του έχει άνοιγμα 4,5 μ και ύψος 8 μ. Την είσοδο κλείνει τοίχος που σώζεται προς τα αριστερά 3 μ. , έχει ύψος 3,5 και πάχος 1μ. Στην βάση του σχηματίζεται καμάρα και στερεώνεται σε ογκόλιθο. Σώζονται τρείς τρύπες στον τοίχο που φαίνεται ότι χρησίμευαν για πολεμίστρες. Όλη η είσοδος του σπηλαίου ήταν κτισμένη . Εξωτερικά επικοινωνούσαν με ξύλινη σκάλα που την τοποθετούσαν στην καμάρα και την κατέβαζαν από το σπήλαιο. Το μήκος του είναι 12 μ. και κλείνει σε γωνία. Το ύψος του της εισόδου είναι 8 μ., στο κέντρο 4μ. και στο τέλος 2,2μ. Το κατ’ ευθείαν γραμμή μήκος του 12μ. το δε μεγαλύτερο ύψος της οροφής του 8 μ. και έχει διαφορά δαπέδου από την είσοδο 1,2μ. βάθος στο τέλος του σπηλαίου. Το κτίσιμο του τοίχου στην είσοδο είναι μεσαιωνικό.
Τα λεπτομερή στοιχεία για το σπήλαιο τα ξεσήκωσα από παλαιότερη αναφορά του Ι. Ιωάννου ο οποίος το 1970 ηγήθηκε ομάδας σπηλαιολόγων και μελέτησε το σπήλαιο με συνεργάτες τους Θ. Πίτσιο, Α. Αρώνη, Α. Οικονομάκη και με την συμμετοχή επίσης & η Α. Πετροχείλου.Σίγουρα ο ΄Αϊ Γιώργης και το σπήλαιο του κατεφιού χρειάζονται περισσότερα λαογραφικά και ιστορικά στοιχεία για να ολοκληρωθεί αυτή η μικρή αναφορά στα δύο αυτά όμορφα ,απρόσιτα και παραμελημένα όσων αφορά την αισθητική άποψη του τοπίου από την πολιτεία, μνημεία.
Η επιστροφή στο χωριό είναι πιο εύκολη εφ’ όσον έχεις πλέον συνηθίσει το ύψος και στο μυαλό σου δεν τριγυρνούν άσχημες σκέψεις παρά μόνο το μυστήριο που ξεδιπλώνεται μέσα από την λαογραφία. Υπάρχει και άλλο μονοπάτι 50 μ. περίπου αριστερά μετά τον Άϊ Γιώργη που σε οδηγεί επάνω στον Προφήτη Ηλία. Μου φάνηκε δύσβατο και δεν νομίζω ότι παρέχει καμία ασφάλεια.
Εγώ πάντως επέστρεψα από κει που ήρθα για σιγουριά και για να συναντήσω τον κο Γ. Καταβάτη και την κόρη του Μάρθα οι οποίοι με βοήθησαν πολύ για να μαζέψω αυτό το λίγο αλλά πολύτιμο υλικό. Τους ευχαριστώ πολύ.


Παλαιά Μονή Αγίου Γεωργίου Πύργος
῞Αγιος Γεώργιος
Πρόκειται γιά μονόκλιτη βασιλική, πού ἐφάπτεται μέ τή βόρεια πλευρά τοῦ ναοῦ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου. Κτίσθηκε ἀπό τόν ἱεροδιάκονο Παρθένιο Σιγάλα καί ἀφιερώθηκε στή Μονή τό 1725. Σύμφωνα μέ τό σχετικό ἀφιερωτικό γράμμα ἔπρεπε νά τελοῦνται «τρεῖς λειτουργίαι τὴν ἑβδομάδα καὶ νὰ ἔχῃ ἐφημέριον διαρκῶς». Μεταξύ τῶν ἄλλων ὑποχρεώσεων, πού ἀναλάμβανε ἡ Μονή ἔναντι τοῦ μετοχίου ἦταν «νὰ ἀνάπτεται ἀκοίμητος κανδήλα ἐμπρὸς τῆς Εἰκόνος, νὰ καίεται μία λαμπὰς κατὰ τὰς καθ’ ἑβδομάδα γενομένας παρακλήσεις, τὴν Παρασκευὴν ἢ Κυριακὴν ἑσπέρας ὑπὸ τοῦ ἐφημερεύοντος ἱερέως...». Τούς ὅρους αὐτούς ἐκπλήρωσε ἡ Μονή μέχρι τό 1935. ᾿Από τό 1735 ἕως τό 1830 λειτούργησε ὡς γυναικεῖο μοναστήρι (σώζεται κτηριακό συγκρότημα μέ κελιά). Σύμφωνα μέ τό σχετικό ἐπισκοπικό Γράμμα τοῦ Ζαχαρία Γύζη (8 Φεβρουαρίου 1735), οἱ κάτοικοι τοῦ Πύργου ἀποφάσισαν «νὰ κτίσουν σεβάσμιον μοναστήριον μὲ ἔξοδα τῶν χριστιανῶν... εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ῾Αγίου ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου». Τό μοναστήρι ἦταν κοινόβιο, μέ ἐντολή ὥστε «αἱ καλογραῖαι νὰ μὴν ἠμποροῦν νὰ εὐγαίνουν ἔξω ἀπὸ τὴν πόρταν, μήτε ἄλλος τινὰς νὰ ἐμβαίνῃ μέσα, οὔτε ἡγούμενος, οὔτε ἱερομόναχος, οὔτε λαϊκός, οὔτε γυναῖκα, οὔτε παιδί, οὔτε αὐτὸς ὁ ἀρχιερεύς, πάρεξ διὰ μεγάλην ἀνάγκην».῾Η λειτουργία τῆς Μονῆς σταμάτησε τό 1839, ὅταν διαλύθηκε ἐξαιτίας τοῦ ᾿Οθωνικοῦ διατάγματος ἀρ. 30. Οἱ μοναχές ἐγκαταβίωσαν στή μονή τοῦ ῾Αγίου Νικολάου, λίγο ἔξω ἀπό τά Φηρά. Μέ τούς σεισμούς τοῦ 1856 τό ἐναπομείναν μοναστηριακό συγκρότημα κατέστη σχεδόν ἀκατοίκητο, ἐνῶ οἱ σεισμοί τοῦ 1956 ἐπέφεραν ἐπιπλέον καταστροφές.
Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Γεωργίου Θαλασσίτη 
Βρίσκεται στήν περιοχή τοῦ ᾿Εμπορείου, μεταξύ Περίσσας καί ᾿Εξωμύτη, κοντά στή θάλασσα. ᾿Αρχικά βρισκόταν μέσα σέ ἕναν μικρό ἀμπελώνα τῆς Μονῆς. ᾿Αργότερα, μέ αἴτηση τῶν κατοίκων τοῦ ᾿Εμπορείου, σύμφωνα μέ τήν παράδοση, δόθηκε ἄδεια νά χρησιμοποιηθεῖ ἕνα μέρος τοῦ ἀμπελώνα ὥστε νά ἐπεκταθεῖ ὁ ναός καί νά μείνει ἐφεξῆς ἀνεξάρτητος. ῎Εγινε λοιπόν ἡ ἐπέκταση, μέ ἕναν πλέον τρισυπόστατο ναό μέ τροῦλο, μέ κυκλοειδῆ αὐλή, μέ δύο τραπεζαρίες (μεγάλη καί μικρή), μέ μαγειρεῖο καί δεξαμενή. ῎Εχει κωδωνοστάσιο πρός τό ἄκρο τῆς αὐλῆς, τό ὁποῖο ἀνακαινίσθηκε, λόγω τοῦ κινδύνου κατάρρευσης τοῦ παλαιοῦ ἀπό τό σεισμό τοῦ 1956. Γύρω στό 1970 ἀνακαινίσθηκαν καί τά δύο πλάγια κλίτη καί μετατράπηκαν σέ παρεκκλήσια (νότιο· ἅγιος ᾿Ελευθέριος, βόρειο· εὐαγγελιστής Μάρκος), ὅλα τά ἱερά σκεύη, καθώς καί ξυλόγλυπτο ἐπίχρυσο τέμπλο.῞Ολα ἔγιναν μέ τήν συνδρομή τῶν κατοίκων τοῦ ᾿Εμπορείου, ἰδιαιτέρως ἐκείνων πού ἔμεναν στή Ρωσία, μέ τήν ἀκάματη φροντίδα καί ἐπιστασία τοῦ Νικολάου Μαυρομμάτη, ὁ ὁποῖος ἔφερε ἀπό τήν Ρωσία εἰκόνες, σκεύη καί ἄμφια. Σήμερα, μετά ἀπό τή φροντίδα τῆς ἀδελφότητας τοῦ Προφήτη ᾿Ηλία, ἡ ἐκκλησία συντηρήθηκε καί ἀναπαλαιώθηκε ἐκ νέου, κτίστηκαν κελλιά και βοηθητικοί χώροι και ὁ Ἅγιος Γεώργιος λειτουργεῖ ἀπό τό 2005 ὡς γυναικεῖο ἠσυχαστήριο (2 μοναχές). 
 Πηγή: thesvitis

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Χρήστος Τσιαμούλης - η παραδοσιακή ελληνική μουσική και η σχέση της με τη μουσική των γειτονικών λαών



Με αφορμή το βιβλίο του "Το αριθμητικό τροπικό σύστημα", ο Χρήστος Τσιαμούλης μιλάει για την παραδοσιακή ελληνική μουσική και τη σχέση της με τη μουσική των γειτονικών μας λαών
πηγή

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Φώτης Κόντογλου: Η Κύπρος και η παράδοσή της

Υιέ, μή σε καταλάβη βουλή κακή, ή απολείπουσα διδασκαλίαν νεότητος, και διαθήκην θείαν επιλελησμένη- Υιέ, φύλασσε νόμους πατρός σου και μη απώση θεσμούς μητρός σου- Εισίν οδοί δοκούσαι είναι ορθαί, ανδρί, τα μέντοι τελευταία αυτών βλέπει εις πυθμένα, άδου.
Η Κύπρος, που έχει τόση γερή παράδοση κι αγνόν Ελληνισμό, αρχίζει και κείνη να αρρωσταίνει. Να αρρωσταίνει από την πνευματική αρρώστεια, που λέγεται κοσμοπολιτισμός και νεωτερισμός, δηλαδή λεβαντινισμός.
Ο λεβαντινισμός είναι ο πιο σιχαμερός κι ο πιο ύπουλος οχτρός του Ελληνισμού. Γιατί δεν έρχεται σαν φανερός οχτρός, παρά χαϊδεύει σαν φίλος και παραπλανά τον πολύν κόσμο πως θα γίνει μοντέρνος, Ευρωπαίος, και τον βγάζει από την αληθινή ζωή του και τον κάνει κούφιον και πεθαμένον
, όπως το φίδι που παραπλάνησε τους πρωτόπλαστους με τις ψευτιές του, κι αντί να γίνουνε θεοί, όπως τους είπε, καταντήσανε πονηροί και καταραμένοι. Κι όπως ο Αδάμ, ύσπερ' από την παρακοή, διώχτηκε από τον Παράδεισο και κάθησε απ' όξω θρηνώντας, έτσι κι ο λαός μας θά' ρθει μέρα, σαν χάσει την απλότητά του και την αγνότητά του κι ό,τι πατρογονικό έχει, που θα νοιώσει τί έχασε και θα θρηνεί σαν τον Αδάμ, μα θα' ναι αργά. Τώρα είναι ζαλισμένος και δεν καταλαβαίνει τί χάνει.
Υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζουνται για τη σωματική υγεία τους, για το ψωμί τους, για το κορμί τους, μα για την ψυχή του κανένας δεν νοιάζεται. Και κείνοι οι γραμματιζούμενοι που έχουνε χρέος να φροντίζουνε νύκτα - μέρα για την πνευματική υγεία του, αυτοί ίσια - ίσια συνεργούνε στην πνευματική του αρρώστεια, δίνονατάς του τροφή βλαβερή, ξένη για το στομάχι του. Σε τούτο έχουνε μεγάλο κρίμα, επειδής αντίς οδηγοί, γίνονται πλανευτές του λαού τους, για να χορτάσουνε την κενοδοξία τους και για να φανούνε έξυπνοι και προοδευτικοί. Γίνουνται προδότες της φυλής τους και βοηθάνε τους οχτρούς της, που τους συγχαίρουνε πονηρά για το λάκκο που ανοίγουνε να πέσει μέσα ο Ελληνισμός και να χαθεί. Γιατί πρέπει να καταλάβουμε πως ο Ελληνισμός δεν χάνεται μονάχα σαν χάσει την πολιτική ελευθερία του, αλλά σαν χάσει την πνευματική ελευθερία του. Στα χρόνια της σκλαβιάς, όσοι αλλαξοπιστούσανε, το έθνος τους λογάριαζε για χαμένους. Μα τώρα τί είναι άλλο από αλλαξόπιστοι όσοι αρνιούνται τη μάννα τους και το σπίτι τους και καταφρονάνε τα δικά τους και θέλουνε να τα θάψουνε, και να πάρουν αισθήματα και φερσίματα ξένα ολότελα στον χαραχτήρα τους;
Αν θέλουμε η Κύπρος νά' ναι αληθινά ελληνική, έχουμε χρέος να τη φυλάξουμε από τη φυλλοξηρία του λεβαντινισμού, όπως φυλάχτηκε μοναχή της τόσους αιώνες. Ή, καλύτερα, όχι να την φυλάξουμε, αλλά εμείς να μην την παραμορφώσουμε με τον νεωτεριστικόν υστερισμό που μας έχει πιάσει.
Το ραδιόφωνό μας τί τροφή δίνει στους Έλληνες και τους Κυπριώτες, με τα σαχλά τραγούδια που λένε μέρα - νύχτα ένα σωρό κανταδόροι λεβαντίνοι κι' ένα σωρό εκφυλισμένες γάτες, ακόμα και με τις αχώνευτες όπερες, τον Σοπέν, τον Μότσαρτ, τον Τσαϊκόφσκι και δεν ξέρω ποιους άλλους; Τί ακούνε τ' αυτιά των παιδιών στα χωριά, για νά 'χουνε ψυχή ελληνική σαν μεγαλώσουνε; Πώς να μην εκφυλιστεί η ψυχή τους; Μήπως τα δύο -τρία δημοτικά τραγουδάκια που μεταδίνει ο Σταθμός κάθε βδομάδα, κατά συγκατάβαση, λες και βρίσκεται κανένας στην Βενεζουέλα, και τα βάζουνε σαν παράξενα τραγούδια μιας μακρινής χώρας, όπως ακούμε απ' αλλού κάποια τραγούδια της Γιάβας ή της Ταϊτής; Μόλις ανοίξει ο Έλληνας τα μάτια του το πρωί, ή τους «καμπαλέρους» θα ακούσει ή «τη σάμπα και την καράμπα». Χαθήκανε τα ελληνικά τραγούδια, πού 'ναι αριστουργήματα σαν ποίηση και σαν σκοπός, τραγουδισμένα όχι από τα «ωδεία», αλλά από τραγουδιστάδες του λαού; Τόσο μας στράβωσε η μοντέρνα τσίμπλα; Τί αισθήματα θά 'χει μεθαύριο αυτό το παιδί, που ολοένα ακούγει τέτοια πράγματα; Κ' ύστερα μιλάμε για Ελληνισμό και για φυλή και για αρχαίες κληρονομιές. Ή αποβλακωθήκαμε ή ξεγελάμε τον εαυτό μας.
Λοιπόν στην Κύπρο φτάξανε κιόλας οι ιεραπόστολοι του νεοελληνικού μοντερνισμού, για να «μετεκπαιδεύσουν» τους Κυπριώτες και να τους τελειοποιήσουνε. Κατά δυστυχία, την παντιέρα αυτής της μοντερνοποιήσεως, δηλαδή του θαψίματος του κάθε τι που είναι ελληνικό, την βαστά η Εκκλησία. Οι παπάδες έχουνε πάθει έναν υστερισμό μοντερνοποιήσεως που ξεπερνά και τη μανία των κοσμικών, επειδή πήρανε στραβά το ζήτημα της ζωντανής Εκκλησίας, και νομίζουνε πως «ζώσα Εκκλησία» θα πει «λεβαντίνικη Εκκλησία». Αρχίσανε λοιπόν από τη βυζαντινή μουσική, που θέλουνε να την εξοστρακίσουνε, γιατί ως φαίνεται, δεν είναι ελληνική, αλλά είναι ελληνική η μουσική της Τραβιάτας και του «ντο-ρε-μι-φα». Επειδή, κατά κάποια βαθύτατη θεωρία, ελληνικό θα πει κατάργηση της παράδοσης. Και την καταργούνε, οι αμαθέστατοι, λέγοντας πως την «εξελίσσουν». Εξέλιξις γι' αυτούς δεν είναι ο πλουτισμός της ελληνικής παράδοσης με ελληνικά στοιχεία μέσα στον αιώνιο χαραχτήρα της, αλλά μια ρούσικη σαλάτα από λογιών - λογιών ευρωπαϊκά αποφάγια, που τα νομίζουνε οι ξιππασμένοι χωριάτες της «προόδου» πιο νόστιμα από τα μοσκομυρισμένα ελληνικά φαγητά μας.
Μαθαίνω λοιπόν πως πιάσανε και ψέλνουνε στις εκκλησίες της Κύπρου με τις άνοστες και πρόστυχες πολυφωνίες που τραγουδάνε στις επιθεωρήσεις. Απ' αυτό άρχισε η «μετεκπαίδευσις» της Κύπρου, πριν την πάρουμε. Φαίνεται πως δεν είμαστε καλά! Σκοτώνουμε την ψυχή της Ελλάδας, τρίβουνε τα χέρια τουςοι οχτροί μας γιατί αποστραγγίζουμε τη βασανισμένη φυλή μας από το μαρτυρικό αίμα της, κ' εμείς καμαρώνουμε «ως σκαπανείς της προόδου και του πολιτισμού». Πολιτισμό θάβουμε και για πολιτισμό ανύπαρχτο καυκιόμαστε!
Από που, τέλος πάντων, τον φέρνουμε αυτόν τον πολιτισμό; Από την Ιρλανδία ή το Τέχας ή από το Μεξικό; Πού είναι αυτό το νταμάρι που τον βγάζει αυτόν τον ανάλατον πολιτισμό; Πολιτιστήκαμε εμείς εδώ στην Αθήνα, και κάνουμε και εξαγωγή! Ήμαρτον σοι, Κύριε! Αντίς ο κλήρος να είναι συμπαραστάτης θερμός σε όσους αφιερώσανε τη ζωή τους στο πώς θα σωθεί και θα δυναμώσει η ελληνική παράδοση, παρουσιάζεται θιασώτης κάθε νεωτερισμού στη λατρεία, υποστηριχτής των ανθρώπων που δεν αγαπάνε την Εκκλησία και τις παραδόσεις της και που κάνουνε τον «ελεύθερον στοχαστήν». Δε χρειάζουνται πια για την προκοπή της Εκκλησίας οι Παπαδιαμάντηδες κι οι Μωραϊτίδηδες, αλλά της χρειάζουνται οι κανταδόροι, οι θεατρίνοι, οι κάθε λογής ρεκλαμαδόροι, που δεν έχουνε ιδέα από Ελλάδα, από ευσέβεια, από σεμνότητα, από βαθύ κι αληθινό αίσθημα, κοράκια που τσιμπάνε την ελληνική Κιβωτό!
Προχτές ήρθε στο σπίτι μου ένας αληθινός Έλληνας Κυπριώτης, που δεν ξιππάστηκε από τους μοντερνισμούς, ο Θεόδουλος Καλλίνικος, πρωτοψάλτης της Αρχιεπισκοπής Κύπρου. Μού 'φερε ένα βιβλίο πολύτιμο, την «Κυπριακή λαϊκή μούσα». Μέσα σ' αυτή έχει μαζέψει κι' έχει αποθησαυρίσει με πόθο και με ευλάβεια αθάνατα λαϊκά τραγούδια της Κύπρου, σαν κι αυτά που έκανε ο Βασίλης Μιχαηλίδης. Δε μού 'πε καθαρά το τί γίνεται στην Κύπρο, για να μην παρεξηγηθεί. Αλλά, απ' ό,τι τον ρώτισα, κατάλαβα πως κ' εκεί δουλέβουνε οι νεκροθάφτες, οι «νεωτεριστές». Η λεβαντίνικη μουσική του Σακελλαρίδη ανοίγει τον δρόμο, για να μπούνε μέσα στις εκκλησίες όλα τα κοινά δαιμόνια: κομμένα μαλλιά, ύφος κοσμικό των παπάδων, χαριεντολογία με Γενοβέφες ξανθομαλλούσες κι' ιταλιάνικους Χριστούς με μελοδραματικό ύφος, πετσόκομμα του τυπικού, περιφρόνηση για κάθε σεβάσμια πνευματική κληρονομιά, δηλαδή όλα όσα σιγά - σιγά φέρνουνε την αθεΐα. Ο Καλλίνικος αγωνίζεται να σωθεί η παράδοση, κι είμαι βέβαιος πως, αντίς υποστήριξη, θα ποτίζεται όξος και χολήν. Γιατί οι τέτοιοι άνθρωποί σήμερα στην Ελλάδα βρίσκουνε τον μπελά τους, σαν να κάνουνε κανένα έγκλημα. Το ξέρω από τον εαυτό μου.
Ένας άλλος Κυπριώτης φοιτητής, μού 'πε πως το μοναστήρι της εγκλείστρας, του Αγίου Νεοφύτου, το κάνανε τουριστικό κέντρο, με ηλεχτρικά κι άλλα θεατρικά σύνεργα, από κείνα που αγαπάνε τόσο οι νερόβραστοι κι άψυχοι μεταρρυθμιστές, που πέφτουνε παντού σαν ακρίδα και δεν αφήνουνε τίποτ΄από την ελληνική πρασινάδα. Αντί τους παλιούς απλούς και σεβάσμιους παπάδες, που τους είχανε τα χωριά σαν πατεράδες, μπαίνουνε οι καινούργιοι σπουδασμένοι, γεμάτοι αμάθεια, εγωϊσμό και λεβαντινισμό, οι λεγόμενοι « μορφωμένοι», κι ας μην ξέρουνε ούτε δυο ειρμούς από τις καταβασίες κι ας μην είναι σε θέση να πούνε τρεις αράδες από τον Προοιμιακό χωρίς να κοιτάζουνε στο Ρολόγι. Ερασιτεχνισμός, προχειρολογία, αλλά «πτυχίον της Θεολογικής Σχολής ή της Ριζαρείου». Φτάνει που έχουνε πατέντα! Ξέχασα να πω πως στο μοναστήρι της Εγκλείστρας πήρανε κ' έναν κακορρίζικον αγιογράφο (αμαθέστατον, αφού κι αυτός κάνει τον μοντέρνο), που καταγίνεται να χαλάσει τις παλιές τοιχογραφίες του ΙΔ' αιώνος, πασαλείφοντας τους τοίχους με λαδομπογιές. Τελειοποίησις και μετεκπαίδευσις! Να μην αβασκαθούμε!
Σ' αυτό το αξιοδάκρυτο χάλι βρισκόμαστε. Από δω, από την Αθήνα, αυτή η νεωτεριστική πανούκλα ρίχνει τα πλοκάμια της ως την Κύπρο. Όπως έπεσε στα νύχια της όλη η Παλιά Ελλάδα, έχει σγιαν έχουν ούλοι τους κι' η Κύπρος τα κακά της!
Όσοι απομείναμε πιστοί στην παράδοση, όσοι δεν αρνηθήκαμε το γάλα που βυζάξαμε, αγωνιζόμαστε, άλλος εδώ, άλλος εκεί, καταπάνω στην ψευτιά. Καταπάνω σ' αυτούς που θέλουνε την Ελλάδα ένα κουφάρι χωρίς ψυχή, ένα λουλούδι χωρίς μυρουδιά. Κουράγιο! Ο καιρός θα δείξει ποιος έχει δίκιο, αν και δε χρειάζεται ολότελα αυτή η απόδειξη.

Φώτης Κόντογλου. Από το βιβλίο «Η πονεμένη Ρωμιοσύνη», 1963.
Πηγή:  NOCTOC

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

Η Άλωση της Πόλης, θρύλοι και παραδόσεις

                                  Const3_1453.jpg
Τρίτη 29 Μαϊου:

 Οι Τούρκοι αρχίζουν την επίθεση από την πύλη του Αγ. Ρωμανού όπου το τείχος ήταν σχεδόν κατεστραμμένο. Οι πρώτες επιθέσεις αποκρούσθηκαν μετά από μάχη σώμα με σώμα στις οποίες ήταν παρόντες ο Ιουστινιάνης και ο Κων/νος. Σ' αυτή τη μάχη τραυματίστηκε ο Ιουστινιάνης και κατέφυγε στο Γαλατά.
Η αποχώρηση του Ιουστινιάνη προκάλεσε σύγχυση και οι Τούρκοι άρχισαν να εισβάλλουν στην Πόλη κατά μάζες. Ακολούθησε η τελική αντίσταση κατά την οποία ο Κων/νος έπεσε πολεμώντας ως απλός στρατιώτης. Κι o καίσαρ, όταν άκουσε πώς έγινε πια το θέλημα του Θεού, επήγε στη μεγάλη εκκλησία, έπεσε και προσκύνησε ζητώντας έλεος από το Θεό κι άφεση αμαρτιών. Aποχαιρέτισε τον Πατριάρχη, όλο τον υπόλοιπο κλήρο, τη ρήγισσα, προσκύνησε σ' όλα τα σημεία κι εβγήκε από το ναό, πίσω εβόησε όλος ο κλήρος κι όλοι όσοι βρέθηκαν τότε εκεί, γυναίκες και παιδιά αμέτρητα τον ξεπροβόδισαν με θρήνους κι αναστεναγμούς, τόσο που έλεγες ότι η μεγάλη εκκλησία εσάλεψε από τον τόπο της, κι εμένα μου φαίνεται ότι ή βουή τους θα έφτασε κείνη τη στιγμή ίσαμε τον ουρανό. Καθώς έβγήκε από την εκκλησία είπε ένα μονό: "Όποιος θέλει να θυσιαστεί για τους ιερούς ναούς και την ορθόδοξη πίστη μας, ας με ακολουθήσει" και καβαλίκεψε το φαρί του κι ετράβηξε για τη Χρυσή Πύλη - εκεί ενόμισε ότι θα βρει τον άπιστο. Τον ακολούθησαν ως τρεις χιλιάδες πολεμιστές. Μπροστά στην πύλη είδαν πάρα πολλούς Τούρκους πού καρτερούσαν να πιάσουν τον καίσαρα. Τους εσκότωσαν όλους αυτούς. 'Έτσι ο καίσαρ έφτασε ίσαμε την πύλη, μα από τους πολλούς σκοτωμένους δεν ημπορούσε να προχωρήσει άλλο και πάλι βρέθηκαν μπροστά του άλλοι Τούρκοι κι έπολέμησαν και μ' αυτούς ως το θάνατο. Εκεί έπεσε ο ευσεβής καίσαρ Κωνσταντίνος υπέρ των ιερών ναών και της ορθοδοξίας, μήνας Μάιος, την 29η μέρα, αφού εσκότωσε με το χέρι του, όπως έλεγαν όσοι έμειναν ζωντανοί, πάνω από 600 Τούρκους, κι έτσι αλήθεψε ο χρησμός: "Με Κωνσταντίνο έγινε και πάλι με Κωνσταντίνο θ' αποθάνει". Γιατί οι αμαρτίες έρχεται ή ώρα και κρίνονται από το θεό και, καθώς λέγεται, οι κακουργίες κι οι ανομίες καταλύουν τους θρόνους των ισχυρών.

29η Μαϊου, 2:30 το μεσημέρι:

 Η χιλιόχρονη βυζαντινή αυτοκρατορία είχε καταλυθεί. Καμιάς πολιτείας η πτώση δεν θρηνήθηκε τόσο πολύ όσο της Πόλης του Ελληνισμού, επειδή ως το 1453 είχε παραμείνει το αδούλωτο προπύργιο του Βυζαντινού κράτους. Η αντίσταση των πολιορκουμένων μπροστά στους πολυάριθμους άπιστους για την πατρίδα και τη θρησκεία, έμεινε χαραγμένη στον υπόδουλο Ελληνισμό και δημιούργησε την εθνική συνείδηση στους 4 αιώνες σκλαβιάς. .... Οι Ελληνες μόλις διέτρεξε η φήμη πως έπεσε η Πόλη, άλλοι άρχισαν να τρέχουν προς το λιμάνι στα πλοία των Βενετσιάνων και των Γενοβέζων και καθώς ορμούσαν πολλοί πάνω στα πλοία βιαστικά και με ακαταστασία χάνονταν, γιατί βούλιαζαν τα πλοία. Και έγινε εκείνο που συνήθως γίνεται σε τέτοιες καταστάσεις. Με θόρυβο, φωνές και χωρίς καμιά τάξη έτρεχαν να σωθεί ο καθένας μέσα σε σύγχυση...
Ένα μεγάλο πλήθος άνδρες και γυναίκες, που όλο και μεγάλωνε από τους κυνηγημένους, στράφηκε προς τον πιο μεγάλο ναό της Πόλης, που ονομάζεται Αγια Σοφιά. Μαζεύτηκαν εδώ άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Σε λίγο όμως πιάστηκαν από τους Τούρκους χωρίς αντίσταση. Πολλοί άνδρες σκοτώθηκαν μέσα στο ναό από τους Τούρκους. Αλλοι πάλι σ' άλλα μέρη της Πόλης πήραν τους δρόμους χωρίς να ξέρουν για που. Σε λίγο άλλοι σκοτώθηκαν, άλλοι πιάστηκαν και πολλοί όμως από τους Ελληνες φάνηκαν γενναίοι αντιστάθηκαν και σκοτώθηκαν, για να μη δουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους σκλάβους.
"Σε όλη την Πόλη τίποτε άλλο δεν έβλεπες παρά αυτούς που σκότωναν και αυτούς που σκοτώνονταν αυτούς που κυνηγούσαν και κείνους που έφευγαν".
Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, "Απόδειξις ιστοριών" (μετάφραση).

Ο λαός διέδιδε με το τραγούδι του το σκληρό μήνυμα ως θέλημα Θεού:
Πηραν την πόλιν, πηραν την, πηραν τη Σαλονίκη, πηραν και την Αγία Σοφιά, το μέγα Μοναστήρι, που ειχε τριακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυό καμπάνες κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος. Σιμά να βγουν τά άξια κι ο βασιλιάς του κόσμου φωνή τους ηρθ' εξ ουρανου κι απ' Αρχαγγέλου στόμα. Στις 2:30 το μεσημέρι η χιλιόχρονη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το σύμβολο του Ελληνισμού και Χριστιανισμού, είχε καταλυθεί.

Η Λαϊκή μούσα θρηνεί για την άλωση της Πόλης:

 "Πάψετε το Χερουβικό, κι ας χαμηλώσουν τ' Άγια γιατί είναι θέλημα Θεού, η Πόλη να τουρκέψη". "Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες". Αλλά το γενναίο φρόνημα του έθνους με αισιοδοξία δηλώνει: "Σώπασε, κυρά Δέσποινα, μην κλαις και μη δακρύζης, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα' ναι". Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη, Θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις. Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγία, το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους. Τις το 'πεν; Τις το μήνυσε; Πότε 'λθεν το μαντάτο; Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το: -"Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;" -"Ερκομαι ακ τα' ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος, ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην απέ την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην. Εγώ γομάριν Δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα." (δημοτικό, απόσπασμα). Παραδοσιακοί και θαυμαστοί θρύλοι, αναπτύχθηκαν γύρω από την άλωση της Πόλης, για να θρέψουν τις ελπίδες και το θάρρος του εθνους επί αιώνες. "Πάλι με χρόνους και καιρους".

 Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους, ένα πουλί ανέλαβε να πάει ένα γραπτό μήνυμα στην Τραπεζούντα στην Χριστιανική Αυτοκρατορία του Ποντου για την Άλωση της Πόλης. Μόλις έφτασε εκεί πήγε κατευθείαν στη Μητρόπολη που λειτουργούσε ο Πατριάρχης και άφησε το χαρτί με το μήνυμα πάνω στην Άγια Τράπεζα. Κανείς δεν τολμούσε να πάει να διαβάσει το μήνυμα. Τότε πήγε ένα παλλικάρι, γιός μιας χήρας, και διάβασε το άσχημο μαντάτο "Πάρθεν η Πόλη, Πάρθεν η Ρωμανία". Το εκκλησίασμα και ο Πατριάρχης άρχισαν τον θρήνο, αλλά ο νέος τους απάντησε "Κι αν η Πόλη έπεσε, κι αν πάρθεν η Ρωμανία, πάλι με χρόνους και καιρούς, πάλι δικά μας θα' ναι". Πάρθεν η Ρωμανία Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλην ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια, επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον. Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον, εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον, Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει. Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν. "Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!" Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται, -Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι -Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν. -Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο. (Δημοτικό τραγούδι του Πόντου).

"ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΠΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΝΑ ΚΥΛΑΕΙ": 

 Οι περισσότεροι τοπικοί θρύλοι για την άλωση της Κωνσταντινούπολης μοιάζουν σε ένα σημείο: όλοι δείχνουν ότι ο χρόνος σταμάτησε με την κατάληψη της ιερής πόλης της Ορθοδοξίας από τους άπιστους Τούρκους και ότι η τάξη στον κόσμο θα επανέλθει με την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Έλληνες. Έτσι, και στην Ήπειρο υπάρχει μιααντίστοιχη λαϊκή δοξασία. Συγκεκριμένα, ένα πουλί φέρνει την αναγγελία της πτώσης της Πόλης σε μια ομάδα βοσκών που εκείνη τη στιγμή ποτίζουν τα κοπάδια τους σε ένα ποτάμι, Ο θρύλος λέει ότι στο άκουσμα της φοβερής είδησης τα νερά του ποταμίου σταμάτησαν να κυλάνε, αφού και το φυσικό στοιχείο θεώρησε ότι η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν κάτι το ανήκουστο. Το ποτάμι θα συνεχίσει και πάλι να κυλάει, μόλις απελευθερωθεί η Πόλη, συνεχίζει ο λαϊκός θρύλος...
"ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΥ": 

 Κάποιος καλόγερος είχε ψαρέψει σε ένα ποτάμι ψάρια και τα τηγάνιζε κοντά στην όχθη του ποταμού. Τη στιγμή εκείνη ακούστηκε από ένα πουλί το μήνυμα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους. Ο καλόγερος σάστισε και αμέσως τα μισοτηγανισμένα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι και ξαναβρέθηκαν στο ποτάμι. Εκεί ζουν αιώνια μέχρι τη στιγμή της απελευθέρωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, οπότε και θα ξαναβγούν για να συνεχιστεί το τηγάνισμα τους.
"Ο Πύργος της Βασιλοπούλας":

Στα κάστρα του Διδυμότειχου ένας κυκλικός πύργος, ο ψηλότερος ονομάζεται "πύργος της βασιλοπούλας". Η παράδοση λέει πως κάποτε ο βασιλιάς διασκέδαζε κυνηγώντας και στη θέση του άφησε την κόρη του. Όταν τον ειδοποίησαν ότι έρχονται οι Τούρκοι είχε τόση εμπιστοσύνη στην οχυρότητα του κάστρου ώστε είπε: "αν σηκωθεί από τη χύτρα ο κόκορας και λαλήσει, θα πιστέψω ότι κυριεύτηκε η πόλη". Οι Τούρκοι όμως χρησιμοποίησαν δόλο και έδειξαν το χρυσοκέντητο μαντήλι του βασιλιά στην κόρη του. Αυτή μόλις το είδε, τους παρέδωσε το κλειδί του κάστρου κι έγινε αιτία της άλωσης. Όταν κατάλαβε πως την ξεγέλασαν, δεν άντεξε την ντροπή και αυτοκτόνησε πέφτοντας από τον πύργο. Από τότε ο πύργος λέγεται της βασιλοπούλας.

I ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ":


 Έναν από τους πύργους των τειχών της Πόλης τον υπεράσπιζαν τρία αδέρφια, άρχοντες Κρητικοί που πολεμούσαν με το μέρος των Βενετών (η Κρήτη τότε ήταν κάτω από την κυριαρχία των Βενετών). Μετά την πτώση της πόλης τα τρία αδέρφια και οι άντρες τους εξακολουθούσαν να πολεμούν και παρά τις λυσσώδεις προσπάθειες τους οι Τούρκοι δεν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν τον πύργο. Για το περιστατικό αυτό ενημερώθηκε ο Σουλτάνος και εντυπωσιάστηκε από την παλικαριά τους. Αποφάσισε, λοιπόν, να τους επιτρέψει να φύγουν με ασφάλεια από τον πύργο και να πάρουν ένα καράβι με τους άντρες τους και να γυρίσουν στην Κρήτη. Πραγματικά η πρόταση του έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι έπρεπε να μείνουν ζωντανοί για να πολεμήσουν να ξαναπάρουν τη Βασιλεύουσα πίσω από τους απίστους. Έτσι οι Κρητικοί επιβιβάστηκαν στο πλοίο τους και ξεκίνησαν για το νησί τους. Το πλοίο δεν έφτασε ποτέ στην Κρήτη και ο θρύλος λέει ότι περιπλανιούνται αιώνια στο πέλαγος μέχρι τη στιγμή που θα ξεκινήσει η μάχη για την ανακατάληψη της Πόλης από τους Έλληνες. Τότε το πλοίο των Κρητικών θα τους ξαναφέρει στην Κωνσταντινούπολη για να πάρουν και αυτοί μέρος στη μάχη και να ολοκληρώσουν την αποστολή τους και το ελληνικό έθνος να ξανακερδίσει την Πόλη

πηγή
 

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Οι Σαρακατσιάνοι... στο διάβα των αιώνων


γράφει ο Ν. Ζυγογιάννης, Καθηγητής, Πρ. Πρόεδρος Πανελλ. Σ. Σαρακατσαναίων
Οι Σαρακατσαναίοι είναι ένα πανάρχαιο πρωτοελληνικό φύλο. Νομάδες κτηνοτρόφοι, ζούσαν στα βουνά το καλοκαίρι και το χειμώνα στα χειμαδιά διασκορπισμένοι σ’ ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα.

Κοιτίδα των Σ. ήταν η οροσειρά της κεντρικής και νότιας Πίνδου και η Ρούμελη με επίκεντρο τα ΑΓΡΑΦΑ, χώρος που λόγω της γεωφυσικής του κατάστασης ήταν απάτητος, δεν ήταν γραμμένος πουθενά και γι’ αυτό κατοικούνταν από αυτόνομους και ελεύθερους ανθρώπους. Ο διασκορπισμός τους από την αρχική κοιτίδα τους προς την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα έγινε επί Τουρκοκρατίας και κυρίως τον 18ο αιώνα, στα χρόνια του Αλή Πασά.

Ως προς το όνομά τους υπάρχουν πολλές και διάφορες ετυμολογίες. Σύμφωνα με τη Σ. παράδοση πήραν το όνομά τους από τους Τούρκους. Όταν έγινε η άλωση της Κων/πολης, οι Σ. φόρεσαν μαύρα ρούχα, ως ένδειξη πένθους, και δεν υποτάχθηκαν στον κατακτητή. Οι Τούρκοι τους έβλεπαν στα μαύρα και ανυπότακτους να μετακινούνται συνεχώς. Γι’ αυτό τους ονόμασαν «Καρακατσάν» (καρά =μαύρος και κατσάν=φυγάς, ανυπότακτος ), δηλ. «μαύροι φυγάδες». Από το Καρακατσάν με παραφθορά προήλθε η λέξη «Σαρακατσάνος».Μια άλλη πιθανή ετυμολογία είναι από την τουρκική λέξη σαράν που σημαίνει «φορτώνειν» ή σιαρίκ(=κλέφτης) και την τουρκική μετοχή κατσάν=φυγάς, ανυπότακτος, (σαράν + κατσάν = Σαρακατσάνος) γιατί από καιρό σε καιρό φόρτωναν τα πράγματά τους και μετακινούνταν με τα κοπάδια τους και γι’ αυτό τους έδωσαν αυτό το όνομα οι Τούρκοι.

Ανεξάρτητα από τις μετακινήσεις τους και τον εναλλασσόμενο τόπο διαμονής τους έχουν τα ίδια ήθη και έθιμα και κυρίως μιλούν την ίδια γλώσσα, την Ελληνική, απαλλαγμένη από ξένα στοιχεία, αναλλοίωτη, που φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δωρικής διαλέκτου. Το ίδιο αναλλοίωτοι και αμόλυντοι από αλλόφυλες επιμειξίες παρέμειναν και οι Σ., οι «καταλαγαρώτεροι Έλληνες» όπως έγραψε ο Στέφανος Γρανίτσας. Διατήρησαν τα έθιμα, τις συνήθειες και τους κανόνες συμπεριφοράς και διαβίωσης κατά τρόπο πιστό και αυθεντικό. Στηρίχθηκαν στα παραδοσιακά τους έθιμα και στην ελληνική τους ταυτότητα και δεν επέτρεψαν στην περιβάλλουσα αλλοεθνή και ξενόγλωσση κοινωνία να εισβάλλει στη δική τους. Η οικονομική τους ευρωστία και αυτονομία και η διαβίωσή τους σε καλλίτερες υλικές συνθήκες τους οδήγησε, σε μια ουσιαστικά και τυπικά, εσωτερίκευση, τήρηση και εφαρμογή των εθιμικών κανόνων διαβίωσης και κοινωνικής συμπεριφοράς.

Η χρήση μιας και μόνο γλώσσας, της Ελληνικής, αποδεικνύει ότι οι Σαρακατσιαναίοι είναι διαφορετικοί από τους Βλάχους, (Οι Βλάχοι της Ελλάδας γνωστοί και με άλλα ονόματα κατά περιοχές: Κουτσόβλαχοι, Αρβανιτόβλαχοι, κ.τ.λ .ενώ οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται Βλαχόφωνοι Έλληνες) που μιλούσαν εκτός από τα Ελληνικά και τα Βλάχικα. Επειδή η λέξη βλάχος χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τον άνθρωπο που έχει πρόβατα, τον κτηνοτρόφο, τον βοσκό και επειδή η κτηνοτροφική ζωή ήταν κοινό τους στοιχείο, επήλθε σύγχυση πότε ένας βλάχος (=αυτός που έχει πρόβατα, ο κτηνοτρόφος, ο βοσκός) είναι Σαρακατσιάνος και πότε Βλάχος (=Βλαχόφωνο). Με τη διαφορά όμως ότι οι Σ. ήταν καθαροί νομάδες και δεν είχαν πουθενά χωριό, ενώ οι Βλάχοι ζούσαν νομαδικά και ημινομαδικά, ήταν πριν αιώνες εγκαταστημένοι σε χωριά και ασχολήθηκαν και με το εμπόριο, τις τέχνες και τα γράμματα, ενώ οι Σ. στα μέσα του προηγούμενου αιώνα εγκατέλειψαν το νομαδισμό. Αλλά και στην ενδυμασία, στα ήθη και έθιμα, στον τρόπο ζωής ξεχωρίζουν οι Σαρακατσαναίοι από τους Βλάχους, που δεν έρχονταν σε επιμειξία μεταξύ τους αλλά ούτε και επαγγελματικό αλισβερίσι είχαν..

Ο τρόπος ζωής τους ήταν οργανωμένος με ένα είδος ποιμενικής συνεργασίας, το «Τσελιγκάτο». Είτε βρίσκονταν στα βουνά για ξεκαλοκαιριό, είτε το χειμώνα στα χειμαδιά, αδέρφια, πρωτοξαδέρφια και δεύτερα ξαδέρφια έσμιγαν τα κοπάδια τους σε ένα είδος συνεταιρισμού, για την καλλίτερη παραγωγική συνεργασία και διάθεση των κτηνοτροφικών τους προϊόντων. Αρχηγός του «Τσελιγκάτου» ήταν ο τσέλιγκας (αρχιποιμένας), πλούσιος κτηνοτρόφος, με πολλά πρόβατα, που ξεχώριζε για τις ικανότητές του: έξυπνος, δυναμικός, κοινωνικός, ευέλικτος, τολμηρός, έντιμος και δίκαιος, ανοιχτοχέρης. Αυτός κανόνιζε σχεδόν τα πάντα που είχαν σχέση με το τσελιγκάτο (ενοικίαση βοσκοτόπων, πώληση γάλακτος και τυροκομικών προϊόντων, αρνιών, μαλλιών κ.τ.λ.). Είχε όμως και κοινωνικό ρόλο στη στάνη: συμβούλευε- μαζί με τους γεροντότερους- και έλυνε διαφορές. Όλοι οι σμίχτες είχαν συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημιές του κοπαδιού. Του Αγίου Δημητρίου για το καλοκαίρι και του Αγίου Γεωργίου για το χειμώνα έκαναν λογαριασμό και απολογισμό των εσόδων και εξόδων του τσελιγκάτου και πάντα κρατούσαν παραστατικά (τεφτέρια). Οι Τσοπαναραίοι ήταν αυτοί που είχαν λίγα ή καθόλου πρόβατα και δεν είχαν δικό τους τσελιγκάτο. Με τα πρόβατα αλλά και τα άλλα ζώα τους έδενε στενή σχέση. Τα φρόντιζαν και τα πρόσεχαν ιδιαίτερα, αφού ήταν γι’ αυτούς όλη τους η περιουσία.

Το σπίτι των Σ. (το κονάκι), που το κατασκεύαζαν μόνοι τους, ήταν ένα καλύβι με σάλωμα και ήταν δυο τύπων: α) το ορθό κονάκι (κωνοειδής καλύβα), που κατέληγε στην κορυφή του σε σταυρό και είχε στο κέντρο την εστία (φωτογώνι) και γύρω-γύρω διασκευασμένους χώρους όπου τοποθετούσαν ρούχα, είδη μαγειρικής κ.τ.λ., ενώ υπήρχε σταθερή θέση για το εικόνισμα β) ο πλάγιος τύπος με δίρριχτη στέγη που κατασκευαζόταν από κορμούς δέντρων, ξύλα (πελεκούδια) και κλαδιά ελάτων (μπάτσες).


Τα «κονάκια», ο οικισμός δηλ. το σύνολο των νομαδικών οικογενειών αποτελούσε τη Στάνη. Στάνη και τσελιγκάτο δεν ταυτίζονταν. Μπορεί μια στάνη να είχε δυο ή περισσότερα τσελιγκάτα. Το αντίστροφο όχι.

Η Σ. οικογένεια ήταν πατριαρχική. Αυστηρή πειθαρχία και άγραφοι απαρασάλευτοι νόμοι όριζαν τη συμπεριφορά του κάθε μέλους της. Αρχηγός της οικογένειας ήταν ο άνδρας, ο πατέρας. Στον πατέρα και τη μάνα υπήρχε απόλυτος σεβασμός.

Το κορίτσι το χαρακτήριζε η ντροπαλοσύνη, η καλή ανατροφή και ο καλός ψυχικός κόσμος. Το αγόρι έπρεπε να ήταν σεμνό, συγκρατημένο στις πράξεις, τα λόγια και τους τρόπους του. Ο στυλοβάτης όμως της οικογένειας ήταν η γυναίκα, που σήκωνε όλο το βάρος των ευθυνών. Αυτή είχε καθημερινά αναλάβει όλες τις δουλειές του νοικοκυριού (να φέρει ξύλα, ν’ ανάψει φωτιά, να φέρει νερό από τη βρύση με τη βαρέλα, να περιποιηθεί τα παιδιά, να κάμει το νοικοκυριό του κονακιού κ.τ.λ.), αλλά και τις εξωτερικές δουλειές των προβάτων (παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, κατασκευή, στρώσιμο, ξέστρωμα μαντριών κ.τ.λ.).Η ρόκα, για το γνέσιμο του μαλλιού, ήταν η αχώριστη συντροφιά της. Όπου κι αν πήγαινε την είχε μαζί της. Το γνέσιμο του μαλλιού ήταν για τη Σ. ευχαρίστηση και «σκόλη». Εκείνο όμως που την κρατούσε «σκλαβωμένη» ήταν ο αργαλειός. Η Σ. ήταν μια αφανής ηρωίδα της καθημερινής ζωής. Έπρεπε να υπηρετεί την οικογένεια με θρησκευτική ευλάβεια και προσήλωση. Ενέπνεε όμως σεβασμό και έχαιρε εκτίμηση, ιδιαίτερα όταν γίνονταν μητέρα.

Η παιδεία των Σ. ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Οι σκληρές συνθήκες ζωής και οι συνεχείς μετακινήσεις τους στις ορεινές περιοχές δεν επέτρεπαν τη μόρφωση των παιδιών τους σε σχολεία. Κάποια τσελιγκάτα, το καλοκαίρι, με δικά τους έξοδα μίσθωναν δάσκαλο, συνήθως συνταξιούχο, για να δώσει κάποιες γνώσεις στα παιδιά. Τα παιδιά παρακολουθούσαν τα μαθήματα σε μια ειδικά διαμορφωμένη καλύβα, το «δασκαλοκάλυβο». Είχαν όμως μια βαθιά αίσθηση του ελληνικού γλωσσικού οργάνου. Από τις αφηγήσεις τους διαπιστώνει κανείς μια λιτότητα και παραστατικότητα στην έκφραση, ενώ στα τραγούδια τους φαίνεται μια βαθιά αίσθηση του ρυθμού και του μέτρου.

Οι Σ. ήταν πιστοί χριστιανοί, χωρίς μεγάλη θεωρητική κατάρτιση. Τελούσαν όμως τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και ένιωθαν δέος για τα μυστήρια, ειδικά του γάμου και της βάπτισης. Τις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης και τις ονομαστικές γιορτές τις γιόρταζαν με μεγαλοπρέπεια, όπου κι αν βρίσκονταν. Γλεντούσαν συχνά με χορό και τραγούδια. Τα τραγούδια, προϊόν ιστορικής και συναισθηματικής εσωτερίκευσης γεγονότων και καταστάσεων, κατατάσσονται σε τρεις ενότητες: στα κλέφτικα, στα ποιμενικά και της λεβεντιάς, της Χαράς (γάμου) και της αγάπης, και του χωρισμού και της ξενητειάς. Οι χοροί τους λεβέντικοι, έχουν την καταγωγή τους στον αρχαίο ελληνικό ρυθμό.

Το παίξιμο της φλογέρας – το κατεξοχήν μουσικό όργανο – για το Σ. τσοπάνη ήταν μια ιεροτελεστία. Ιδιαίτερα γλεντούσαν, όταν γίνονταν κάποιος γάμος στο τσελιγκάτο. Ο γάμος μαζί με τη γέννηση των παιδιών αποτελούσε τους δυο κύριους πόλους της Σ. κοινωνίας. Ο γάμος ήταν ένα κοινωνικό φαινόμενο πολυδιάστατο, με ένα κύκλο πράξεων, στάσεων, συμβόλων και συμπεριφορών. Χαρακτηριστικό του ήταν η ενδογαμία. Κοινωνικός σκοπός του γάμου ήταν η αναπαραγωγή (γέννηση και ανατροφή παιδιών) και η κοινωνική κατανομή της εργασίας. Αλλά, και το θάνατο περιβάλουν με ένα κύκλο εκδηλώσεων και πράξεων που φανερώνει ότι ήταν προετοιμασμένοι για το αναπόφευκτο αυτό γεγονός. Στις μετακινήσεις τους, στο ξεκαλοκαιριό ή το χειμαδιό, είχαν πάντα μαζί τους τη νεκροαλλαξιά.
Τα τσελιγκάτα συνέβαλαν αποφασιστικά στους αγώνες της ανεξαρτησίας. Στην επανάσταση του 1821 οι Σ. ήταν τα στηρίγματα της κλεφτουριάς – όπως και όλοι οι άνθρωποι του βουνού – και της εξασφάλιζαν τα απαραίτητα. Κάθε οικογένεια είχε δώσει κι από έναν κλέφτη. Πολλοί ήταν και οι επώνυμοι Σ. αγωνιστές (αρματολοί και κλέφτες) της προεπαναστατικής και της επαναστατικής περιόδου, όπως οι αρματολοί του Καρπενησίου Συκάδες, ο Β. Δίπλας, ο Χασιώτης και ο Λεπενιώτης (αδέλφια του Κατσαντώνη), ο Φαρμάκης, ο Γ. Τσόγκας, ο Αραπογιάννης, ο Λιάκος και κυρίως το καμάρι των Σ., ο Κατσαντώνης, ο πολεμιστής και καπετάνιος των Αγράφων και των Τζουμέρκων. Στον Μακεδονικό Αγώνα βοήθησαν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα ως οδηγοί, αγγελιοφόροι, τροφοδότες και σύνδεσμοι. Περιέθαλψαν τραυματίες στις στάνες τους, διέθεσαν τρόφιμα, ιματισμό, μετέφεραν όπλα και συμμετείχαν οι ίδιοι στα αντάρτικα σώματα, όπως ο οπλαρχηγός Κ. Γαρέφης κ. α. Ο Παύλος Μελάς συνεργάστηκε στενά με τους Σ. Ανώνυμοι αγωνιστές επίσης αντιστάθηκαν σ’ όλους τους κατακτητές…

Αυτό που άφησαν πίσω τους ως κληρονομιά οι Σ. δεν είναι μαρμάρινα αγάλματα, πίνακες ζωγραφικής, βιβλία προγονικά, αλλά μας κληροδότησαν υπέροχα ξυλόγλυπτα και όμορφα υφαντά, αντικείμενα που φιλοτέχνησαν για να κάνουν τη ζωή τους ευκολότερη. Η γυναίκα έφτιαχνε μόνη της τις αντρικές και γυναικείες φορεσιές. Μετά τον κούρο, το ξάσιμο του μαλλιού, το γνέσιμο, η ύφανση, το ράψιμο ήταν δικιά της δουλειά. Οι Σ. δε φόρεσαν ποτέ άλλο ξενικό ύφασμα, παρά μονάχα υφάσματα δικής τους κατασκευής. Η χαρακτηριστική σοβαρότητα των σκούρων χρωμάτων στις φορεσιές, τα υπέροχα χρώματα και σχέδια στις «παναούλες», τις μικρές ποδιές από χοντρό μάλλινο ύφασμα, ο ολοκέντητος κόκκινος φλάμπουρας του γάμου με θέματα αυστηρής συμμετρίας ανάμεσα και γύρω από τις τέσσερις γωνίες του σταυρού είναι μερικά από τα στοιχεία της Σ. τέχνης.

Σήμερα η ποιοτική μεταβολή και ο κοινωνικός μετασχηματισμός των Σ. είναι πραγματικότητα. Η κάθοδός τους από τα βουνά στις πεδιάδες, η εγκατάλειψη του πλάνητα βίου, η αγροτική διαβίωση (ένα μικρό ποσοστό ασχολείται με την κτηνοτροφία) αλλά και η ενασχόληση με ελεύθερα επαγγέλματα, η συμμετοχή τους στις μισθωτές υπηρεσίες, ιδιωτικές και δημόσιες, η ανάδειξή τους στην επιστήμη, τις τέχνες, τα γράμματα και την πολιτική διαμόρφωσαν μια Σ. κοινωνία που συνδυάζει την παράδοση με τον εκσυγχρονισμό. Ιδιαίτερα διέπρεψαν στις επιστήμες, αλλά δεν υπάρχει τομέας στον επαγγελματικό χώρο, στον οποίο να μην έχουν συμμετοχή οι Σ. Όμως οι αρχές τους και οι αξίες της ζωής δεν άλλαξαν. Φιλήσυχοι και φιλόξενοι, νομοταγείς, αξιοπρεπείς, εργατικοί και αξιόπιστοι διακρίνονται για το μαχητικό τους πνεύμα, το σφρίγος και την αγωνιστικότητά τους…

Από το 1960 και μετά, που οι Σ. διασκορπίστηκαν στις πόλεις και τα χωριά, σαρανταπέντε πολιτιστικοί σύλλογοι και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων (ΠΟΣΣ) προσπαθούν να κρατήσουν και να συνεχίσουν τη Σ. παράδοση και να αντισταθούν στην αφομοιωτική και ισοπεδωτική τάση της εποχής μας, με το να συγκεντρώνουν και να καταγράφουν τα Σ. τραγούδια, να μαθαίνουν τους χορούς στους νέους, διατηρώντας δικά τους χορευτικά συγκροτήματα. Με τα τμήματα γερόντων αναπαράγουν το πλούσιο και ανεξάντλητο υλικό, αφού οι γέροντες είναι οι μοναδικοί αδιάψευστοι μάρτυρες της Σ. ιστορίας. Μεγάλη είναι η προσφορά στη διάδοση του Σ. τραγουδιού, των Σ. τραγουδιστών, επαγγελματιών και μη, που έχουν ηχογραφήσει σε δίσκους και κασέτες τα τραγούδια τους. Το Λαογραφικό Μουσείο Σ. στις Σέρρες, όπου εκτίθεται αυθεντικό υλικό απ’ όλες τις περιοχές της Ελλάδας που έχει σχέση με τη ζωή και τη λαϊκή τέχνη των Σ., έτυχε Ευρωπαϊκής αναγνώρισης και βραβεύτηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Μουσείων. Υπάρχουν όμως μουσεία, μικρότερης ίσως εμβέλειας, και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας με υλικό από τη λαϊκή τέχνη και τη ζωή των Σ. Υπαίθριοι παραδοσιακοί οικισμοί (Στάνες) σε διάφορα μέρη της χώρας κατασκευάστηκαν από συλλόγους και αναβιώνουν σκηνές από την καθημερινή ζωή των Σ. Έντυπο υλικό κυκλοφορεί για ενημέρωση των απανταχού Σ., όπως η «Σαρακατσαναϊικη Ηχώ» που εκδίδεται από την ΠΟΣΣ, το ετήσιο περιοδικό «Σαρακατσαναίοι» από την αδελφότητα Σ. Ηπείρου και το Ίδρυμα Σαρακ. Μελετών, το περιοδικό «Τα Δέοντα των Σαρακατσαναίων» από το Σύνδεσμο Σαρακ. Φθιώτιδας κ.ά. Σε συνέδρια πανελλήνια και ημερίδες με εισηγητές διάφορους επιστήμονες συζητούνται ποικίλα θέματα σχετικά με τους Σαρακατσαναίους. Το Πανελλήνιο Αντάμωμα στο Περτούλι Τρικάλων την τελευταία Κυριακή του Ιουνιου και άλλα τοπικά, σε θέσεις που συνήθως ξεκαλοκαίριαζαν οι Σ., που γίνονται κάθε χρόνο καθώς επίσης, συνεστιάσεις, συνάξεις και χοροεσπερίδες βοηθούν στη διατήρηση της παράδοσης αλλά και στη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των Σ. Τέτοια τοπικά ανταμώματα οργανώνονται στο Βελούχι (θέση Άγιοι Απόστολοι Μερκάδας) την πρώτη Κυριακή του Ιουλίου από το Σύνδεσμο Σ. Φθιώτιδας, στην Πάρνηθα (στη θέση Μόλα) του Αγίου Πνεύματος από τους Συλλόγους Σ. Αττικής, στο Γυφτόκαμπο (κεντρικό Ζαγόρι Ηπείρου) την πρώτη Κυριακή του Αυγούστου από την Αδελφότητα Σ. Ηπείρου, στην Ελάτεια Δράμας (θέση Μπουζάλα) στις 20 Ιουλίου από τους Συλλόγους Σ. Μακεδονίας και Θράκης κ. α. Επίσης στη Βουλγαρία (Σλίβεν) από την Ομοσπονδία Σ. Σ., που έχουν μείνει εκεί μετά το κλείσιμο των συνόρων, αλλά διατηρούν τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα της Σ. παράδοσης…

Πολλοί είναι εκείνοι, Έλληνες και ξένοι, ερευνητές, λαογράφοι, κοινωνιολόγοι, ιστορικοί που ασχολήθηκαν και ασχολούνται με τη ζωή και τον πολιτισμό των Σ., όπως οι λαογράφοι Αγγελική Χατζημιχάλη που μελέτησε τον ποιμενικό βίο των Σ., και ο Ε. Μακρής, ο ανθρωπολόγος διδάκτωρ Άρης Πουλιανός που έδωσε νέα διάσταση στο θέμα της προέλευσης των Σ., οι καθηγητές κοινωνιολογίας Γ. Καββαδίας, Δ. Μαυρόγιαννης, Gr. Hoeg, Glaube Fauriel κ.α…

πηγή

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Η Ελληνική Παράδοση - Φώτης Κόντογλου


kondoglou.jpg

 Όπως κάθε άνθρωπος έχει το δικό του χαρακτήρα, έτσι και κάθε έθνος έχει κι αυτό το δικό του χαρακτήρα. Τον πιο ζωηρό χαρακτήρα και τον πιο ιδιόρρυθμο τον έχει η πατρίδα μας, η Ελλάδα.
Αυτή η Ελλάδα έχει μέσα της κάποια δύναμη δραστική, που δεν την έχει κανένα έθνος.
Κι αυτή η δύναμη της είναι δύναμη πνευματική. Δεν είναι μονάχα η εξυπνάδα, αλλά είναι προπάντων η φλόγα της καρδιάς και κάποια ιδιαίτερη σεμνή καρτερία της ψυχής, που δε βρίσκεται σε κανένα λαό.
Πολλά έθνη έχουν μεγάλη ιστορία. Μα όποιος διαβάζει την ιστορία της Ελλάδας νομίζει πως τον τραβά μια ανεξήγητη δύναμη, γλυκιά και ποιητική, σαν ένας μαγνήτης που δεν ξέρει που είναι κρυμμένος.
Απορεί, διαβάζοντας πολέμους και σκληρά βάσανα, πού βρίσκεται αυτή η μυστηριώδης πηγή απ' όπου αναβρύζει τόση ποίηση που τον μαγεύει και τον κάνει να την αγαπήσει. Αυτό το μυστήριο μάγεψε τον κόσμο όλο και ιόν έκανε να παραμιλά για την Ελλάδα.
Και το πιο μικρό επεισόδιο της ιστορίας μας, το πιο τιποτένιο περιστατικό, ένας απλός λόγος που είπε ο Μιλτιάδης, ή ο Επαμεινώνδας, ένα ρητό που είπε ο χρηστός Φωκίωνας, μία χειρονομία που έκανε ο Αγησίλαος, μια απλή προσευχή που είπε ο Παλαιολόγος, παίρνουν τέτοια σημασία στις ψυχές όλων των ανθρώπων, που ζούνε σ' όλη τη ζωή τους μ' αυτά, σαν τα παιδιά που θυμούνται έως τα γηρατειά τους κάποια παραμύθια που γλυκάνανε τη φαντασία τους.
Τι είναι λοιπόν τούτη η μαγική ουσία που έχει μέσα της αυτή η Ελλάδα και κάνει τον κόσμο να νιώθει σαν δική του ιστορία την ιστορία της;
Είναι αυτό το άπιαστο πνεύμα που έχουμε μέσα μας όλοι οι Έλληνες, αυτό που έχετε κι εσείς, και που μπαίνει σε κάθε πράξη σας, σε κάθε σκέψη σας, σε κάθε αίσθημα σας, φυσικά κι αβίαστα, απροσπάθητα, χωρίς καν να το καταλάβετε. Αυτό το ήθος, αυτή η φυσική ουσία που μας δώρισε ο Θεός, είναι στολισμένη με κάποιες μυστηριώδεις χάρες, που αγιάζουνε τον πόνο, ημερεύουνε το θάνατο, νοστιμεύουνε το καθετί που δημιουργούμε, μ' ένα λόγο «κάνουμε την έρημο ν' ανθίσει» κατά το λόγο του
προφήτη Ησαΐα.
Κι αυτά όλα μεταδίδονται από γενιά σε γενιά μέσ' από το αίμα, μα πιο πολύ με κάποια ιερή και καταπληκτική λειτουργία που λέγεται Ελληνική παράδοση.
Αυτή η παράδοση είναι το θησαυροφυλάκιο που κλείνει μέσα του και φυλάγει στον αιώνα την αθάνατη ψυχή μας, την αθάνατη καρδιά μας.

Μ' αυτή ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε. Αυτή έκανε τον τυφλό τον Όμηρο να δείξει στους ανθρώπους που είχανε μάτια τη μυστική ομορφιά του κόσμου, αυτή έκανε τον Αισχύλο να πετά απάνω από τη γη σαν αετός χρυσοφτέρουγος, αυτή έκανε τον Μεγαλέξανδρο να 'χει τον Όμηρο κάτω από το προσκέφαλο του και να ζήσει μια ζωή τριάντα μονάχα χρονών σαν ένα εξαίσιο παραμύθι που βάσταξε αιώνες, αυτή έκανε τον Πολύκλειτο και τον Φειδία και τον Λύσιππο να μεταμορφώσουν σε ανθρώπους τα λιθάρια της Ελλάδας, αυτή έκανε τον Θουκυδίδη να κλαίγει από χαρά ακούγοντας τον Ηρόδοτο να διαβάζει την ιστορία του, αυτή έκανε τον Κολοκοτρώνη να φορά την περικεφαλαία σαν αρχαίος Έλληνας και να πολεμά χαμογελώντας, αυτή έκανε τον Ρήγα να βγάζει φωτιά από το στήθος σαν τον αρχαίο Πίνδαρο, αυτή έκανε τον Νικηταρά, τον Διάκο, τον Ανδρούτσο, τον Τζαβέλλα, τον Ησαΐα Σαλώνων να κλαίνε απάνω στα αρχαία λιθάρια, και να ποθούνε να πεθάνουνε αντρειωμένα πολεμώντας για το βασανισμένο και το ατίμητο χώμα που κληρονομήσανε.
Και δεν έφτασε πως η Ελλάδα τιμήθηκε με την ανθρώπινη δόξα και στάθηκε η χαρά και η ελπίδα της οικουμένης, αλλά σαν ήρθε ο Χριστός στον κόσμο τιμήθηκε και με θεϊκή δόξα, γιατί αυτή την αγαπημένη θυγατέρα Του διάλεξε ο θεός για να της παραδώσει το Ευαγγέλιο του και να της παραγγείλει να το κηρύξει σ' όλο τον κόσμο με τη δική της τη γλυκύτατη γλώσσα, που την άπλωσε ο Μεγαλέξανδρος κατά θεϊκή οικονομία, μέχρι την Ινδία και τη Βακτριανή.
Το Βυζάντιο στάθηκε το χρυσό παλάτι απ' όπου βγήκε η νέα λάμψη του Ελληνισμού.
Ο σκοτεινιασμένος και ξεραμένος κόσμος, πάλι ξανάνθισε σαν περιβόλι μοσχοβολημένο, κι ο σπόρος ήταν ο ένας κι ακατάλυτος σπόρος της ζωής, ο Ελληνικός.
Αυτό έκανε το μεγάλο ποιητή της Ιταλίας Λεοπάρδη να πει κατάπληκτος, γράφοντας για το βυζαντινό φιλόσοφο Πλήθωνα:
«Ακατάλυτη και τρομερή δύναμη Ελλάδα! Χωρίς το δικό σου πνεύμα, τίποτα δε γίνεται στον κόσμο. Όλα τα γονιμοποιείς εσύ. Για μια στιγμή φαίνεται πως πεθαίνεις, κι άξαφνα παρουσιάζεσαι πάλι ολοζώντανη και δροσερή εκεί που δε σε περίμενε κανείς!»

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

Παράδοση! Τρόπος ζωής ή απομίμηση;

 

Τι είναι παράδοση;

Η παράδοση είναι ένας θησαυρός που τον κρατάμε καλά φυλαγμένο και τον δωρίζουμε στις επόμενες γενιές για να μην χάσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα και χαθούν στην χοάνη της παγκοσμιοποίησης.

Παράδοση είναι ...

τα νανουρίσματα που ακούσαμε στην αγκαλιάς της μάνας

οι θρύλοι που μας έλεγε ο παππούς και η γιαγιά

τα κάλαντα

τα χελιδονίσματα

οι μαντινάδες

τα έθιμα μας

οι χοροί και οι σκοποί του τόπου μας

οι πολύτιμες παραδοσιακές μας ενδυμασίες

και πόσα άλλα ακούσαμε , διαβασαμε, βιώσαμε και μας ταξίδεψαν στην παλιά Ελλάδα.

Πόσοι όμως κράτησαν αλώβητο αυτόν τον θησαυρό;
Πόσοι δεν εμπορεύτηκαν την παράδοση;
Πόσοι δεν πρόσφεραν φτηνές απομιμήσεις και δεν αλλοίωσαν τον χαρακτήρα της;

Νομίζω πως είναι ελάχιστοι εκείνοι που πραγματικά σεβάστηκαν την παράδοση και αγωνίστηκαν να ανακαλύψουν το μεγαλείο της χωρίς να την παραποιήσουν.

Έτσι φτάσαμε να παρακολουθούμε χορούς που δεν χορευτηκαν έτσι στις αμμουδέρές πλατείες, σκοπούς και όργανα που δεν ακούστηκαν στις πλατείες των εκκλησιών που πανηγύριζαν,
ενδυμασίες που δεν φορέθηκαν ποτέ,
δίστιχα που δεν ειπώθηκαν...

Αυτό δεν είναι παράδοση!
Η παράδοση είναι συνοδοιπόρος της αλήθειας κι αυτα δεν είναι αληθινά!

Τελικά μήπως μ΄αυτόν τον τρόπο δίνουμε στα παιδιά μας κάτι ψεύτικο, κάτι ανύπαρκτο, κάτι που δεν είναι Ελληνικό;

Δίνω το έναυσμα και σας προκαλώ να αναλύψετε τις αλήθειες του τόπου σας και να κρύψετε  στο κουτί της λήθης οτιδήποτε ψεύτικο.


Νομίζω ότι μας αξίζει η αλήθεια!