Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Χριστούγεννα στον Βόρειο Έβρο


ΚΑΛΑΝΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Την παραμονή των Χριστουγέννων, πριν ακόμη ξημερώσει, τα παιδιά του χωριού ξεχύνονταν στους δρόμους για να φέρουν στα σπίτια του χωριού το μήνυμα του μεγάλου γιορτασμού, τραγουδώντας τα κάλαντα. Όσπου να ’ρθει η ώρα για τα κάλαντα, τα παιδιά ετοίμαζαν τις "ζοπανίκες" ή ''τζιομάκες", που ήταν από χλωρά ξύλα με χοντρό κεφάλι στο τέλος. Αυτά τα ξύλα δεν ήταν μόνο σύμβολα της γιορτής, αφού συμβόλιζαν τα ραβδιά των ποιμένων, μα και προστατευτικά μέσα για τις επιθέσεις των σκυλιών τα οποία ήταν άφθονα τότε σε κάθε χωριό.

    Στο Ορτάκιοϊ, που σήμερα ανήκει στη Βουλγαρία, αλλά παλιά υπαγόταν στη Μητρόπολη Διδυμοτείχου, τα παλικάρια την παραμονή των Χριστουγένων, πριν τα μεσάνυχτα, γύριζαν χωρισμένα σε ομάδες και σε κάθε σπίτι τραγουδούσαν:
                                                                                                                                                                                               

                              Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες

                              η Παναγιά μας κοιλοπονούσε,
                              κοιλοπονούσε παρακαλούσε
                              τους Αποστόλους, τους Ιεράρχες.

                              Σεις Απουστόλοι και Ιεράρχες

                              να ’πα να ’φέρτε μύρα και μόσχο

                              Οι Αποστόλοι για μύρα πάνε

                              κι οι Ιεράρχες για μόσχο τρέχουν.

Και ύστερα, τα παλικάρια άλλαζαν σκοπό και το τραγούδι γινόταν χαρούμενο:

                              Ως που να πάνε και ως που να έρθουν

                              η Παναγιά μας ηλευθερώθει,
                              μέσα στους μόσχους, μέσα στα κρίνα,
                              μεσα στις δάφνες και στα λελούδια.

                             Χριστός γεννιέται         Χριστός γεννιέται

                             χαρά στον κόσμο          χαρά στον κόσμο
                             χαρά στον κόσμο          χαρά στον κόσμο
                             στα παλικάρια.              στους Αποστόλους...
(Απο ηχογράφηση)

    Στο Αλεποχώρι Διδυμοτείχου, του οποίου το κοντινότερο σημείο του απέχει μόλις 800 μέτρα από τα Βουλγαρικά σύνορα λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα, κατά τον εξής τρόπο: Οι νέοι του χωριού αποτελούν χορό, διαιρημένο σε δύο ημιχόρια, τα οποία το καθένα έχει επικεφαλής τον εξάρχοντα. Το πρώτο ημιχόριο προήγειτε και το δεύτερο επαναλαμβάνει τους στίχους του πρώτου.


                       Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες         

                       κι’ Παναγιά μας κοιλοπονούσε             (δις)

                       κοιλοπονούσε, παρακαλούσε,               (δις)
                       τους Αποστόλους, τους Αρχαγγέλους.  (δις)

                 5.   Κ’ οι Απουστόλοι μαμές ζητούνε.        (δις)

                       Κι όσου να πάνι κι όσου να έρτουν      (δις)
                       κ’ η Παναγιά μας ξιλευθερώθη.            (δις)
                       Μέσα στις δάφνες, τα κυπαρίσσα         (δις)
                       Χριστός γεννάται, σαν ήλιος λάμει,      (δις)
               10.   σα λάμπα φέγγει, φέγγει κι αυτόνα       (δις)
                       το νοικοκύρη με τη φαμίλια,                (δις)
                       με τα παιδιά του, με την καλή τη νοικοκυρά του.

    Από ποιητικής  απόψεως τα καλαν τα αυτά είναι πράγματι αριστουργηματικά. Ο ρυθμός, ο αριθμός των συλλαβών, η συμμετρία, οι είκόνες, οι παρομοιώσεις, κάνουν το ποίημα αυτό έξοχως ωραίο, αποδεικνύουν οχι μόνο το βαθύ θρησκευτικό αίσθημα του Θρακικού λαού, αλλά και την ποιητική πλαστική του διάθεση.
(Αντλιώμενα τα παραπάνω από του Γρηγορίου Ευθυμίου καθηγ. «Χριστουγεννα Αλεποχωρίου Διδυμοτείχου» του « Αρχείου Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσικού Θησαυρού» τομος 17ος (1952), σελ 267-269).


    Σε πολλά χωριά της περιφερείας Διδυμοτείχου, οι χωρικοί γιόρταζαν τη γέννηση του Χριστού όπως τα “γεννητούρια” ενός παιδιού, γι’ αυτό φαντάζονταν την Παρθένο σαν λεχώνα και το τραπέζι της Παραμονής ήταν γι’ αυτούς  “Τραπέζι της Παναγιάς”. Αυτό άλλωστε μαρτυρεί και το τραγούδι που έλεγαν τα παλικάρια το χάραμα της παραμονής.                                          

                                      Κυρά Θεοτόκο

                                      εκοιλοπόνα,
                                      εκοιλοπόνα,
                                      και παρακάλειε.

                                    - Βοηθήσετέ με
                                      αυτή την ώρα
                                      τη βλογημένη
                                      τη δοξασμένη.

                                      Μαμμή να πάτε

                                      μαμμή να φέρτε.

                                      Ωσπού να πάσι
                                      και να γυρίσουν
                                      Χριστός γεννήθη.

                                      Σαν ήλιος λάμπει

                                      σαν νιό φεγγάρι
                                      σαν παλικάρι.

    Το τραγούδι αυτό μοιάζει σαν λόγιο κι ίσως πράγματι να είναι. Πάντως ο Γ. Μέγας το αναφέρει σαν Θρακιώτικο τραγούδι και σαν δημοτικό το έχω τραγουδίσει και εγώ όταν ήμουν μαθητης του Δημοτικού (Σ. Ζεχερλής).


Ευχές και παινεματα

    Τη μέρα των Χριστουγέννων, αμέσως μετά την εκκλησία, δυο ομάδες από παλικάρια 18-20 χρόνων, με μιά “γκάιντα” γύριζαν στο χωριό τραγουδώ-ντας. Ξεκινούσαν πάντα από το σπίτι του παπά, ο οποίος τους ελογούσε, και τότε αυτοί άρχιζαν αμέσως το τραγούδι.

                               - Κυρά μου, τον υγιόκα σου
                                παπά να τόνε κάνεις
                                να μπαίνει να σε λειτουργεί,
                                να βγαίνει να σε ψέλνει,
                                να τον ρωτούν οι άρχοντες:
-  Παπά μου τι μυρίζεις;

                              - Όταν με γέννα η μάνα μου
                                κι όταν κοιλοπόνα,
                                μοσχότρωγε απ’ το πρωί,
                                μόσχο το μεσημέρι
                                και το ηλιοβασίλεμα
                                αφράτο παξιμάδι.

    Έπειτα συνέχιζαν για τ’ υπόλοιπα σπίτια.  Σαν έφταναν μπρος στο σοκάκι του σπιτιού, τραγουδούσαν:

                                Απ’ αρχοντικά σπίτια βγαίνουμι,
                                σ’ αρχοντικά θα πάμι,
                                θα πάμι σ’ άλλου σύνουρου
                                κι σ’ άλλου βιλαέτι.

                                 Εδώ μας είπαν κι ήρθαμι

                                στου τσιουρμπατζή τα σπίτια,
                                που είνι δίκιους και άδικους
                                που κρίν’ τις δικιουσύνις.


    Κατά κανόνα ο νοικοκύρης του σπιτιού τους καλοδεχόταν και τους κερνούσε πρόθυμα άφθονο σπιτικό κρασί, που το συνόδευαν χοιρινοι μεζέδες. Τότε τα παλικάρια άρχιζαν με τη σειρά για όλους τους “σπιτιανούς” τα παινέματα, τα οποία αποτελούν μία πολύ μεγάλη κατηγορία ανάμεσα στη θρακική δημοτική ποίηση. Για τον πρώτο άρχοντα του χωριού ή για τον πρόεδρο της κοινότητας έλεγαν αυτό:

               Έδώ στ’ αρχόντου τις αυλές, αυλές μαρμαρωμένες,
               εδώ  εξαφνίζουν τα φλουριά, ξαφνίζουν το λογάρι.
               Στο ξάφνισμα του λογαριού, αποκοιμήθ’ αφέντης.
             - Φέρτε κανί ροδόσταμο, φέρτε κι αφράτο μήλο.

               Ώστε να πει έχε γειά, σαράντα μίλια πήρε

               ώστε να πει στο καλό άλλα σαρανταπέντε.

               Μ’ ένα κλωνί βασιλικό εξύπνησ’ ο αφέντης.
             - Σ’ εσένα πρέπ’ αφέντη μου να γίνεις καπετάνιος,
               να κασκινίζεις τα φλουριά, να δερμονίζεις τ’ άστρα
               και τ’ αποκοσκινίδια τους δος τα τα παλικάρια.
               Θέλουν να φαν, θέλουν να πιούν, θέλουν να τραγουδήσουν.

               Και μεις πολυχρονούμε σε, τον σπιτονοικοκύρην

               να ζήσει χρόνια περισσά και πάντα να περάσει
               και με τα χίλια κι ύστερα ν’ ασπρίσει να γεράσει.

Ενώ για τους άλλους νοικοκύρηδες, τραγουδούσαν αυτό το τραγούδι:

                     Αφέντη μας πρωτύτερε και πρωτοτιμημένε,
                     πό ’χεις υγιό στα γράμματα, υγιό και στό ψαλτήρι,
                     του χρόνου, σαν εσήμερα να βάλει πετραχήλι.
                     Πουλλά ’παμι τ’ αφέντη μας, τώρα και της κυράς μας.
                     Κυρά καλή, κυρά χρυσή, κυρά γαϊτανοφρύδα,
                     πό ’χεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη
                     και του κοράκου το φτερό το ’χεις γαϊτανοφρύδι.


    Αν στο σπίτι υπήρχε νεογέννητο αγόρι, συνέχιζαν:

                 Ένα μικρό μικρούτσικο Σαββάτο γεννημένο,

                 Σάββατο μέρα γένηκι, την Κυριακή βαφτίσ’κι

                 κι την Τιτράδη του προυί, βγήκι στου μισουχώρι.
                 Του ’διαν παπάδις κι άραξαν κι άρχόντοι συλλουγίσκαν...
    Στη Μακρά Γέφυρα (Ουζούν-Κιόπρι) της Ανατολικής Θράκης τραγουδούσαν πάρα πολύ όμορφα παινέματα για την ελέυθερη κοπέλα. Να τι λέει ένα απ’ αυτά:

                 Κι εμείς να τραγουδήσουμι γι’ αυτήν την κοπελούδα

                 που ’ναι καλή κι ευγενική, στον κόσμο ξακουσμένη.
                 Στη μέση μέσ’ τη θάλασσα βαζ’ αργαλειό κι υφαίνει,
                 βάζει τα μ’τάρια αργυρά, χτένι μαλαματένιο
                 και τη σαίτα πόρριχνε όλο μαργαριτάρι.

    Ας δούμε όμως άλλο ένα επαινετικό τραγούδι για την κόρη που είναι όλο ομορφιά και χάρη.

                 Προξενητάδες βγήκανε ’πο μεσ’ από την πόλη

                 ρωτούνε και ξαναρωτουν που να ’βρουν τέτοια κόρη,
                 τέτοια ξανθή, τέτοια σγουρή, τέτοια δαχτανοφρύδα,
                 πόχει το μάτι σαν ελιά, το φρύδι σαν δαχτάνι
                 πόχει το ματοτσάμπουρο σαν της ελιάς το φυλλο.


    Ύστερα άρχιζαν τα ωραιότατα υμνητικά τραγούδια μικρών και μεγάλων.

                 Κυρά μ’ τη θυγατέρα σου, κυρά μ’ την ακριβή σου,
                 απ’ το φλουρί δεν φαίνεται κι απ’ το μαργαριτάρι
                 στο σύννεφο την έκρυψες να μην την αβασκαίνουν.
                 Την είδαν κόσμοι κι έφεξαν, παπάδες εθαμάξαν,
                 την είδε η γραμματικός, πέφτει λιγοθυμάει,
                 τρία κανιά ροδόσταμο ώσπου να ξελιγοθυμήσει
                 κι άλλα τρία κρύο νερό, να ’ρθει η ψυχή στον τόπο.


    Τελειώνουμε τα επαινετικά τραγούδια με ενα ακόμη, για τον κανακάρη της μάνας.

                              Και τι τραγούδι να ’βρουμει     (δις)
                              ν’ αρέσ’ στο παλικάρι;              (δις)
                              Η μάνα πούχει τουν’ υγιό         (δις)
                              τουν πουλιουκανακάρη.            (δις)

                              Τουν έλουζε τουν χτένιζε          (δις)
                              και στο σχουλιό τον  στέλνει,   (δις)
                              για να μαθαίνει γράμματα         (δις)
                              να γένει γραμματέας.                (δις)

                              Η δάσκαλος τον έδειρνει          (δις)
                              με μια χρυσή βιργίτσα.             (δις)
                              Πααίνει στο σπίτι κλέοντας      (δις)
                              κι η μάνα του του λέει:             (δις)

                          -  Που είνει γιέμ τα γράμματα σ’, (δις)
                              σαν που είνει γιέμ ο νούς σου; (δις)
                          -  Τα γράμματα είνει στο χαρτί     (δις)
                              κι ο νούς μου πέρα διάβει.        (δις)

                              Πέρα στις ρούσες στις ξανθιές  (δις)
                              πέρα στις μαυρομάτες,              (δις)
                              πόχουν το μάτι σαν ελιά            (δις)
                              το φρίδι σαν γαϊτάνι.                  (δις)

                              Κι έχουν τα ματοτσίνουρα        (δις)
                              σαν τις ελιάς τα φύλλα,             (δις)
                              κι έχουν τα μαλλιά τσ’ μακριά  (δις)
                              σαράντα-πέντε πίχεις.               (δις)

- Ήρθαμε στον αφέντη μας τον πουλιχρονιμένο, μας  έδωσε ένα φούρνο ψουμιά κι άλλα τόσα φλουριά. Όσα άστρα απ’ τον ουρανό κι φύλλα απ’ τα δέντρα, τόσα καλά να ’τ’ δώσει Θεός. Εδώ που τραγουδούμει χέρι να μην τουν πουνάει, πουδάρι να μην τουν πουνάει, κεφάλι να μην τουν πουνάει, καρδιά τ’ να μην τουν πουνάει. Πέτε παλικάρια μ’ Αμήν.

- Αμήν!
                                                                                                                                               
Να και ένα πειρακτικό για το παλικάρι του σπιτιού: «Ο παλικαράς»



Εδώ ’ναι ένας παλληκαράς
άξιος κι’ ανδρειωμένος
βάζει τα γρόσια στην κεσιά
και τα φλουριά στην τσέπη
πηγαίνει ν’ αρραβωνιαστεί
πηγαίν’ να δωσ’ σημάδι.
Πήγε στα βράχια δε βρήκα
και στ’ αξαδέρφια κι’ όχι.
Πήρε το ντουφέκι του
πα’ στη δεξιά του πλάτη.
Πήρε τα πλάγια ανάπλαγα
περδίκια να σκοτώσει.
Ούτε περδίκια σκότωσε
ούτε τράχωμα βρήκε.
Γυρεύει μύλους δώδεκα
Μαζί με τους μυλωνάδες.
Ζητάει αμπέλια ατρύγητα
Μαζί με τρυγητάδες.



(Χρήστος Μαυρ. Κρικόπουλος «Το Κρυόνερο της Αν. Θράκης», «Θρακκά», τόμος 2ος  σειρά Β’ , σελ. 157).


    Όπως γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τα παλικάρια, αν τύχαινε ν' ανταμώσουν καμιά κοπέλα, με πολλή χάρη τραγουδούσαν γι' αυτή:

                     «Άσπρα πουδάρια που ’δια γώ στο κίτρινο το μέστι,
                     θάριψα είνι Πασκαλιά κι είπα Χριστός Ανέστη . . .»

    Παρ’ όλο που τα παλικάρια ήταν πάντα καλοδεχούμενα, μερικές φορές τύχαινε κανένας σπαγγοραμμένος νοικοκύρης, που κρατούσε την πόρτα κλειστή. Γι’ αυτόν είχαν έτοιμο το τραγούδι που του ταίριαζε.



    Εσένα πρέπ’ αφέντη μου

    τορβάς με δεκανίκι
    να σε τραβάνε τα σκυλιά
    και πέντε-δέκα λύκοι.

    Την κόρη σου την όμορφη

    βάλ’τηνα στο ζεμπίλι
    και κρέμασέ τηνε ψηλά
    να μη την τρών οι ψύλλοι.
  
(Σ. Ζεχερλή «Οι ρίζες της Θράκης μας», σελ. 95-96, 191-194).

http://www.psathades.gr/bibliothiki/rafi2/afieromata/christougena/kalanda_evrou.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου