Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Ταξιδεύοντας με το παρακάθʼ (Μέρος Δεύτερο)

Γράφει ο Νίκος Ξενιτόπουλος

Στο πρώτο μέρος έγραψα για την παρέα και ποια χαρακτηριστικά πρέπει να έχει σε ένα παρακάθ’. Στο δεύτερο αυτό μέρος, θα μπούμε στο κυρίως μέρος του παρακαθιού, που δεν είναι άλλο από τη μουσική και το τραγούδι.

Ο λυράρης μας παίρνει τη λύρα του, βάζει ρετσίνι στο τοξάρι, κουρδίζει ανάλογα και ξεκινάει.

Μόλις ακουστεί η πρώτη νότα από το ευλογημένο αυτό όργανο, αυτόματα παύουν όλες οι συζητήσεις, παρακολουθούμε με κατάνυξη την εισαγωγή του Λυράρη και η αδρεναλίνη εκτοξεύεται. Όταν γίνει φανερό πιο σκοπό επέλεξε για αρχή, όλοι ετοιμαζόμαστε για να τραγουδήσουμε. Μικρές διερευνητικές ματιές δεξιά- αριστερά δηλώνουν αυτόν που θα ξεκινήσει το τραγούδι. Σε μια καλή παρέα σπάνια μπερδεύονται οι τραγουδιστές ξεκινώντας ταυτόχρονα δυο μαζί τον σκοπό. Όλοι είναι προσεκτικοί. Ο ένας παραχωρεί τη σειρά στον άλλο. Αυτοί που δεν γνωρίζουν, αναρωτιούνται: Μα ορχήστρα είστε; Πώς δεν μπερδεύεστε; Η λύρα κελαηδά και ο τραγουδιστής αρχίζει: «Βαρύν λόγον μη λέτ’ ατο τ’ εμόν τ’ αρνίν αρλήν έν’». Ένας πολύ γλυκός, μελαγχολικός σκοπός από την Σάντα. Στον σκοπό αυτό τραγουδιούνται με παράπονο, χαμένοι έρωτες, πόνοι καρδιάς και ψυχής. Η λύρα βρίσκει πρόσφορο έδαφος να ξεδιπλώσει τον παραπονιάρικο ήχο της και να κάνει τις καρδιές μας να ακολουθήσουν το ρυθμό της. Τι μαγικό όργανο και τι υπέροχος σκοπός!



Ένα άλλο δίστιχο που τραγουδιέται πολύ σ’ αυτόν το σκοπό είναι:
«Τ’ εμόν η κάρδα γεραλίν, αν κλαίω θα ματούται
Άμον τη λάμπας το γυαλίν απάν κι κρούς τσακούται».
Υπάρχει και δεύτερη παραλλαγή: «Απάν να κρούς τσακούται».

Συζητήσεις επί συζητήσεων για το ποιο είναι πιο σωστό. Κατά τη γνώμη μου το πρώτο δείχνει μεγαλύτερη ευαισθησία.

Η εισαγωγή στο σκοπό ξεκινά με ένα μακρόσυρτο οο…. και ο τραγουδιστής ξεκινά τον πρώτο στίχο. Επαναλαμβάνεται ο στίχος απ’ όλους. Είναι το γνωστό δευτέρωμα. Το Α και το Ω της μάθησης για τους αρχάριους. Μαθαίνουν το δίστιχο, μαθαίνουν το σκοπό τραγουδώντας μαζί με τους έμπειρους και συνηθίζουν να προσέχουν την διαδικασία.

Με τον ίδιο τρόπο επαναλαμβάνεται και ο δεύτερος στίχος.

Ό,τι παραπονιάρικος δεκαπεντασύλλαβος υπάρχει, στην πλειονότητά του μπορεί να τραγουδηθεί σ’ αυτόν τον σκοπό. Θεωρητικά με 15-20 δίστιχα μπορεί κάποιος να τραγουδήσει το 80% των σκοπών.

Βέβαια ανακύπτει το πρόβλημα του κύρους. Διότι ένας παρακαθιστής που σέβεται τον εαυτό του, δεν επαναλαμβάνει δίστιχα.

Για να τιμήσουμε τον τίτλο του άρθρου «Ταξιδεύοντας με το παρακάθ’», ας ταξιδέψουμε λίγο μέσα στο ποντιακό ποίημα- τραγούδι και το ποντιακό δίστιχο, για να δούμε τι ακριβώς είναι.

Ας ξεκινήσουμε με το ποντιακό ποίημα- τραγούδι, το λεγόμενο ιστορικό. Δεν θα επεκταθώ πολύ γιατί θα είναι το κυρίως θέμα σε άλλη ενότητα. Θα αναφέρω μόνο ορισμένες απόψεις διαπρεπών λαογράφων, καθηγητών Πανεπιστημίου για την αξία του ποντιακού ποιήματος.

Ο καθηγητής λαογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης Στίλπων Κυριακίδης αναφέρει: «Τα ακριτικά άσματα του Πόντου είναι εκ των καλλίστων της δημώδους Ελληνικής ποίησης».
Ο καθηγητής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γ. Μέγας, σε διάλεξή του στον Παρνασσό στις 22-12-1957 αναφέρει: «Τα δημοτικά τραγούδια του Πόντου είτε διηγηματικά είτε ιστορικά, έχουν αρετές που τα κατατάσσουν ανάμεσα στα ωραιότερα δημιουργήματα της Ελληνικής λαϊκής ποίησης».
Ο Ακαδημαϊκός Κ. Ρωμαίος στο βιβλίο του «Η ποίηση ενός λαού» αναφέρει: «Οι ποντιακοί στίχοι, ξεπερνούν σε λογοτεχνική αξία και αυτούς τους καλύτερους ιδιόρρυθμους στίχους του Κάλβου και Καβάφη».

Όσοι ασχολούνται με την ποίηση, είτε σαν αναγνώστες, είτε σαν δημιουργοί, ας το έχουν υπόψη τους. Νιώθω περήφανος για τους προγόνους μου, περήφανος για την καλλιτεχνική παρακαταθήκη που μας άφησαν. Στο αμέσως επόμενο φύλλο θα ασχοληθώ με την γλώσσα και εκεί θα αναφέρω περισσότερα.

Ένα μοναδικό χαρακτηριστικό του ποντιακού ακριτικού δημοτικού ποιήματος, είναι το εξής: Έχει στενότατους δεσμούς με το παρελθόν της Ελληνικής φυλής και το δηλώνει με κάθε τρόπο. Το ποντιακό ποίημα- τραγούδι, είναι το μόνο που δεν ξέχασε να αναφέρεται τακτικά στο όνομα Έλληνας, σε αντίθεση με τα άλλα διαμερίσματα της Ελλάδας. Η εθνική ονομασία εκτοπίσθηκε από τους Ρωμαίους και τον Χριστιανισμό. Σχεδόν σε όλο τον Μεσαίωνα, δεν απαντάται σε κανένα τραγούδι των άλλων διαμερισμάτων της Ελλάδας η λέξη Έλληνας. Μόνο στο ποντιακό τραγούδι, το γένος μας και η Ελληνική φυλή, αναπηδά και αναβλύζει σχεδόν σε κάθε ιστορικό τραγούδι:

«… εκεί είναι όλλοι Έλλενοι
… πετ’ α το την μάννα μου την Έλλενον
… πετ’ α το τ’ αδέρφα μου τους Έλλενους»

Ό,τι σπουδαίο και αξιόλογο υπάρχει, είναι ελληνικό. Τα κάστρα, τα κοντάρια, τα τόξα.
«Αλή ντο στέκεις αντικρύ’ς τ’ Ελλενικόν κοντάρι:
Αλή, εσύ ’κ’ εγνώρισες τ’ Ελλέν’κα παλληκάρα»

-Επίσης: «Σκοτώθαν οι δράκ’ Έλλενοι μύριοι μυριάδες
-Την πόλιν όνταν ώριζεν ο Έλλεν Κωνσταντίνον».

Για να τονίσουν δε ακόμη περισσότερο την ελληνικότητά τους:
«Νασάν την μάναν που γεννά τα τράντα χρόνα μίαν
Κι εφτάει υιόν Τραντέλλεναν και νύφεν, γαλαφόραν
Κι εφτάει υιόν Τραντέλλεναν, Ακρίταν ’ς σα ραχία».

Ας πούμε και λίγα λόγια για το δίστιχο.

Ορισμένοι μελετητές αναφέρουν ότι το δίστιχο πρωτοεμφανίστηκε τον 15ο αιώνα, ενώ άλλοι αναφέρουν ότι είναι ακόμα πιο παλιό και τοποθετούν την γέννησή του τον 13ο αιώνα.

Τα δίστιχα εμφανίζονται «σαν αποσπάσματα από παλαιότερα μικρότερα άσματα», λέει ο Band Bovy.

Κάποιοι άλλοι αναφέρουν, ότι η ανάγκη ήταν αυτή που γέννησε το δίστιχο. Μετά την πτώση του Ελληνισμού και την υποδούλωσή του στους Οθωμανούς, δεν υπήρχε χρόνος για μακροσκελή τραγούδια. Έτσι περιορίζονται σε μικρά τραγούδια και ιδίως στα δίστιχα, διότι είναι συντομότατα, με συμπυκνωμένο και πλήρες νόημα. Αν προσθέσουμε και την ομοιοκαταληξία, τότε έχουμε ένα εύκολα απομνημονεύσιμο δίστιχο.

Ο Ακαδημαϊκός Κ. Ρωμαίος , βάζει μια άλλη διάσταση για το δίστιχο. Αναφέρει ότι εκεί που υπήρχε σαν όργανο η λύρα, βρίσκουμε και το δίστιχο. Σαν παράδειγμα αναφέρει τα Κρητικά, τα Ροδίτικα, τα Καρπαθιακά, τα Κυπριακά και τα Ποντιακά δίστιχα.

Κοινό σημείο όλων των παραπάνω είναι η ύπαρξη της λύρας. Στα άλλα διαμερίσματα της Ελλάδας που η λύρα δεν υπήρχε σαν μουσικό όργανο, δεν υπήρξε άνθιση του δίστιχου. Συνήθως όταν μιλάμε για δίστιχο, αναφερόμαστε στον 15σύλλαβο Ιαμβικό, που χαρακτηρίζεται δίκαια Εθνικός στίχος, γιατί εμφανίζεται σε όλα τα δημοτικά τραγούδια της Ελλάδας. Ας τον αναλύσουμε λίγο:

1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15

όλα
τα τρι
αντά
φυλλα

απές
σην κάρ
δας κεί
νταν

α) ο στίχος αποτελείται από 15 συλλαβές

β) ο στίχος αποτελείται από τονισμένες και άτονες συλλαβές

Ο τόνος (γραμματικός ή μουσικός) πέφτει σε κάθε δεύτερη συλλαβή. Τονίζονται δηλ. οι συλλαβές 2,4,6,8,10,12,14

γ) ο συνδυασμός μιας άτονης και μιας τονισμένης συλλαβής, δημιουργεί το μετρικό πόδι που ονομάζεται ίαμβος

δ) η τελευταία λέξη του στίχου τονίζεται στην παραλήγουσα (παροξύτονος στίχος). Συμβολισμός άτονης U τονισμένης

ε) ο στίχος μοιράζεται σε δυο ημιστίχια. Το σημείο που ο στίχος κόβεται σε δυο ημιστίχια ονομάζεται τομή. Η τομή που γίνεται μετά την όγδοη συλλαβή συμπίπτει με το σημείο που παίρνουμε μια μικρή ανάσα, όταν απαγγέλουμε ή τραγουδάμε.

Στο φυσικό κυματισμό της γλώσσας μας και στη ροή της ομιλίας μας, υπάρχει εν δυνάμει ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος. Γι’ αυτό πολλές φορές μιλώντας φυσικά και αβίαστα, σχηματίζουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε φράσεις που έχουν τον μετρικό ρυθμό του δεκαπεντασύλλαβου στίχου.

Ένας ιαμβικός στίχος με βάση τον αριθμό των συλλαβών, μπορεί να είναι επτασύλλαβος, εννεασύλλαβος, ενδεκασύλλαβος κλπ.

Στα ποντιακά δίστιχα ο δεκαπεντασύλλαβος ιαμβικός, είπαμε ότι είναι ο πλέον διαδεδομένος.

Επίσης απαντάται και ο τροχαϊκός ρυθμός ή τροχαϊκό μέτρο, σε μικρότερη έκταση όμως.

Τροχαϊκός ρυθμός είναι ο συνδυασμός μιας τονισμένης () και μιας άτονης (U) συλλαβής. Οι στίχοι που ακολουθούν μια εναλλαγή τονισμένων, άτονων συλλαβών λέμε ότι είναι γραμμένοι σε τροχαϊκό μέτρο. Αυτονόητο επίσης είναι ότι και οι τροχαϊκοί στίχοι διακρίνονται με βάση τον αριθμό των συλλαβών τους. Στο ποντιακό δίστιχο οι πιο συνηθισμένοι είναι οι δεκατετρασύλλαβοι και δεκαεξασύλλαβοι στίχοι. Παράδειγμα δεκατετρασύλλαβου τροχαϊκού:

«Αγαπώ είναν κουτσήν, π’αγαπά την καλατσήν
Κ’επορώ να φέρ’ατεν σο σπίτι μ’ έναν βραδύν».

Ο τονισμός στην τελευταία λέξη γίνεται στη λήγουσα.

Δεκαεξασύλλαβος:
«Άρ ατώρα χερομύλ’τσον, χερομύλ’τσον και κοσκίντσον
Και χοντρά μ’εφτάς τ’αλεύρα, με τ’εσέν την πέλα μ’εύρα».

Ορισμένα από τα δίστιχα αυτά, χρησιμοποιούνται σαν επωδοί (ρεφραίν) σε άλλα τραγούδια. Υπάρχουν και οι μικτοί στίχοι:

«Έτα, έτα Παναέτα, κόρ’φέρον φτερά και πέτα
Αντρίεις και πας εσύ σην Κρώμ’ και στείλ’νε σε σά θέρτα».

Κάθε δίστιχο πρέπει να εκφράζει ένα αυτοτελές νόημα και να δημιουργεί μια πλήρη εικόνα.
Για την ομοιοκαταληξία ο Σ. Κυριακίδης αναφέρει ότι «Η ομοιοκαταληξία γέννησε το δίστιχο».

Ο μεγάλος μας καλλιτέχνης, ποιητής και μελετητής της ποντιακής παράδοσης Στάθης Ευσταθιάδης , αναφέρει «Η ομοιοκαταληξία δημιουργεί από τη φύση της μια μουσικότητα. Συμβάλλει ουσιαστικά στην ποιητική αρμονία των δύο στίχων. Σφυρηλατεί την ενότητά τους. Η ομοιοκαταληξία αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη συντήρηση της μνήμης των δύο στίχων. Φέρνοντας στη μνήμη του κάποιος τον πρώτο στίχο, βοηθούμενος από τον ήχο της τελευταίας λέξης του, θυμάται εύκολα και τον δεύτερο στίχο, που έχει ομόηχη κατάληξη. Το πρακτικό αυτό αποτέλεσμα μαζί με την μουσικότητα και την ποιητική αρμονία των δυο στίχων, εξασφαλίζονται με την ομοιοκαταληξία. Έτσι λοιπόν συνδέεται η ομοιοκαταληξία με την γέννηση και την τύχη του δίστιχου.

Η άποψη ότι κάθε στίχος έχει αυτοτελές νόημα, στηρίζεται στους κανόνες της Γραμματικής και του Συντακτικού. Με τα κριτήρια αυτά είναι ορθή. Όμως ο διαχωρισμός έτσι των νοημάτων των δύο στίχων δεν ανταποκρίνεται στο γενικότερο και πλατύτερο περιεχόμενο κάθε δίστιχου. Οι δυο στίχοι μαζί αποτελούν ποιητικό καρπό μιας ψυχικής συγκίνησης.

Ο ποιητής δεν περιορίζεται ποτέ στην κατασκευή ενός και μόνο στίχου. Φτιάχνοντας τον πρώτο στίχο, δίνει μια έννοια που την συμπληρώνει με τον δεύτερο στίχο. Υπάρχει θα έλεγε κανείς, ένας ποιητικός σκοπός, που πραγματοποιείται με τους δυο στίχους.

Τα δυο επί μέρους νοήματά τους, συγκροτούν ένα ολοκληρωμένο νόημα, όπου εικόνες, περιστατικά και στοχασμοί, αιτιολογούν τον συναισθηματισμό τους και θεμελιώνουν την πίστη του για το ιδανικό που στοχάζεται. Παράδειγμα:

Έ … Ουρανέ παράκλητε, κατήβα κα και κρίσον
Εμέν και το πουλόπο μου σ’ έναν μερέαν ποίσον.

Το νόημα του πρώτου στίχου, χωρίς τον δεύτερο στίχο μένει μετέωρο. Δεν έχει νόημα η έκκληση στον Θεό να κατέβει κάτω στη Γη να κρίνει και να αποδώσει δικαιοσύνη, χωρίς τον προσδιορισμό του αντικειμένου της. Αυτό το κάνει ο δεύτερος στίχος.

Τα ποντιακά δίστιχα, αποτελούν ξεχωριστό κεφάλαιο των ποντιακών τραγουδιών. Εκφράζουν ευγενικά συναισθήματα του ποντιακού λαού και καλύπτουν όλους σχεδόν τους τομείς της ζωής του».

Αυτά γράφει ο μεγάλος Στάθης Ευσταθιάδης.

Πολλές φορές δίστιχα με ομοειδή θέματα, μπορούν να συγκεντρωθούν και να φτιάξουν ένα τραγούδι. Είναι δε τόσο πετυχημένος ο τρόπος αυτός, που πολλές φορές νομίζει κάποιος, ότι είναι ένα αυτοτελές τραγούδι.

Υπάρχουν πολλές μελέτες και έχουν εκδοθεί πολλά βιβλία για το ποντιακό ποίημα και τραγούδι. Το ίδιο συμβαίνει και με τα δίστιχα.

Επιστήμονες ικανοί και ειδικοί στο αντικείμενο, έχουν αναλύσει και καταγράψει σχεδόν τα πάντα. Τα περισσότερα από αυτά τα συγγράμματα είναι καταχωρημένα στο Αρχείο του Πόντου και άλλα πολλά που κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία.

Γνωρίζοντας ότι οι περισσότεροι δεν έχουν πρόσβαση στο Αρχείο του Πόντου και κάποιοι άλλοι δεν γνωρίζουν ότι κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία, ειδικά συγγράμματα γι’ αυτό τον σκοπό, θεώρησα ότι μια μικρή αναφορά θα βοηθήσει όσους ενδιαφέρονται να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους για τον θησαυρό αυτό της φυλής μας.

Η ποντιακή διάλεκτος, τα τραγούδια και ό,τι έχει σχέση με την χαμένη πατρίδα, έχουν μελετηθεί και καταγραφεί πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φυλή στην Ελλάδα.

Εναπόκειται σ’ εμάς να αποθησαυρίσουμε τον πλούτο που μας έχει παραδοθεί, να μάθουμε, να εκτιμήσουμε και τότε είναι σίγουρο ότι πέρα από την περηφάνια που θα νιώσουμε για την ιστορία της φυλής μας, θα αποκτήσουμε την ικανότητα να είμαστε και άξιοι συνεχιστές της.

Το μόνο πράγμα που δεν έγινε, είναι η καθιέρωση εκμάθησης της ποντιακής γλώσσας στα σχολεία. Έτσι ο μόνος τρόπος διδαχής της, είναι ο προφορικός λόγος και το τραγούδι. Ο παππούς, η γιαγιά, ο πατέρας, η μάνα και το τραγούδι, κράτησαν τη γλώσσα μας.

Αυτός είναι ο λόγος, που γράφω για τα τραγούδια και τα δίστιχα. Το τραγούδι συνοδεύεται από μουσική και η μουσική από χορό. Το αδιαίρετο αυτό τρίπτυχο είναι ο τρόπος μας για να κρατήσουμε ζωντανή τη γλώσσα και την παράδοσή μας.

πηγή http://www.elverias.gr/content/view/467/1/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου