Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Μάνα μ' ήρθεν η άνοιξη- παραδοσιακό τραγούδι από τη Σινασό της Καππαδοκίας

Οι παραδοσιακές κυπριακές γυναικείες ποδίνες

Οι παραδοσιακές κυπριακές γυναικείες ποδίνες είναι και αυτές ένα από τα πολλά στοιχεία της κυπριακής ενδυμασίας, που είναι άγνωστα σε μας σήμερα. Φυσικά δεν τις είχε δει κανένας, γιατί ουδέποτε φορέθηκαν από τα λαογραφικά χορευτικά συγκροτήματα της Κύπρου.
Οι γυναικείες ποδίνες που βλέπετε πιο πάνω είναι οι λεγόμενες παφίτικες, επειδή κατασκευάζονταν στην Πάφο. Τις φορούσαν ως επί το πλείστον οι αγρότισσες της Πάφου μαζί με τη σαγιά και αργότερα μαζί και με το φουστάνι. Ήταν καμωμένες από λεπτό και επεξεργασμένο δέρμα και αυτό που τις χαρακτηρίζει είναι η ωραία διακόσμησή τους με βελονιές από μαυρόασπρες και κόκκινες βαμβακερές κλωστές στις άκρες και στο κυρίως μέρος. Το μπροστινό μέρος των ποδίνων αναδιπλώνεται προς τα έξω και καταλήγει σε τρεις μύτες. Στο τελείωμα είναι ραμμένο κόκκινο βαμβακερό γαϊτάνι που προεκτείνεται στις μύτες σε φούντες (φλοκκούδκια). Στις υπόλοιπες περιοχές της Κύπρου οι γυναικείες ποδίνες ήταν σκέτες χωρίς διακόσμηση.
Κατά την αμφίεση της Κυριακής, οι εύπορες αγρότισσες της Κύπρου φορούσαν μικρές μπότες που κατασκευάζονταν σε μεγάλες ποσότητες στη Βηρυτό, και εισάγονταν στην Κύπρο από Άραβες γυρολόγους που τις πουλούσαν ακόμη και στα πιο μικρά και απομακρυσμένα χωριά.

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Νανούρισμα από την Ανακού Καππαδοκίας




Λυδία Κονιόρδου (ερμηνεία)
Σωκράτης Σινόπουλος (λύρα)

Του Χαγιαδιού μου τ' άσλαμα
Τ' Αχτσερενιού μ' το φτέδι
Νενί νενίμ ουγιούρμουλα (άραγε κοιμάται το μωρό μου ;)
Γιαβρίμ, κουτσούκ πεγιούρμουλα (άραγε μεγαλώνει το μικρό μου ;)
Νανί, νανί, μικρό μ' νανί
νανί το χαϊδεμένο
Νενί ντεϊπ ουγιούτ τουγούμ (που το κοίμιζα με νανούρισμα)
Ελμά βερίπ αβρούτ τουγούμ (που το παρηγορούσα μ' ένα μήλο)
Κοιμάται οπού να το χαρώ
Και να το διω μεγάλο
Και να το διω της παντρειάς
Και ακόμα πιο μεγάλο.

Χαγιαδιού: τοπωνύμιο
άσλαμα: απίδια
Αχτσερενιού: τοπωνύμιο (;)
φτέδι: φυντάνι

Στην Καππαδοκία το παιδί ταχταριζόταν συνήθως με τουρκικά στιχάκια. Αλλά τα νανουρίσματα λέγονταν συχνά στα ελληνικά ή και στις δύο γλώσσες όπως σε αυτό εδώ. Όταν τα παιδιά αποκοιμιόνταν η μητέρα ή η γιαγιά έκανε πάντα επάνω τους το σημείο του σταυρού.

Τραγούδια και χοροί της Πάρου

Δείτε την εκπομπή  "Μουσική Παράδοση" που είναι αφιερωμένη στην Παριανή παράδοση , πατώντας εδώ

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

To φουστάνι: Η ενδυμασία του γυναικείου προλεταριάτου της Κύπρου


Αν τα παντελόνια, τα οποία δίνουν ελευθερία στη κίνηση, χειραφέτησαν τη σύγχρονη γυναίκα να ενταχθεί στο εργατικό δυναμικό της καπιταλιστικής Δύσης και τον κρατικό καπιταλισμό των κομμουνιστικών κρατών, το φουστάνι χειραφέτησε τη Κύπρια γυναίκα της υπαίθρου στη κυπριακή οικονομία.
Το φουστάνι εμφανίστηκε στην Κύπρο κατά τα τέλη του 19ού αιώνα μαζί με την έλευση της αγγλικής αποικιοκρατίας στο νησί
. Το κόψιμο του είναι ευρωπαϊκών προδιαγραφών της εποχής εκείνης, αλλά διατηρεί μερικά στοιχεία από τις παλαιές κυπριακές γυναικείες ενδυμασίες, τις οποίες και σταδιακά εκτόπισε. Το φουστάνι είχε ευρύτατη διάδοση, τόσο σε πεδινές όσο και σε ορεινές περιοχές του νησιού. Πολύ γρήγορα διαδόθηκε στη κυπριακή ύπαιθρο και φορέθηκε μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα. Το φουστάνι διετέλεσε ένα δυναμικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό της κυπριακής υπαίθρου.Με τον ερχομό των Άγγλων στο νησί, η Κύπρος και ο λαός της, δεν ήλθαν μόνο σε άμεση επαφή με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, αλλά και το καπιταλιστικό σύστημα. Όλοι γνωρίζουμε ότι ο καπιταλισμός είναι αδύνατο να υπάρξει, αν δεν υπάρχουν καταναλωτές των διάφορων προϊόντων που προωθεί στην αγορά με σκοπό την συσσώρευση κεφαλαίου από το κέρδος. Όμως, καταναλωτές χωρίς ρευστό χρήμα δεν μπορούν να υπάρχουν και αυτό για να γίνει έπρεπε να δημιουργηθούν εργασίες όπου ο εργαζόμενος θα πουλούσε τον κόπο του στον εργοδότη του έναντι μισθού σε χρήματα.
Πριν την έλευση των Άγγλων, στην Κύπρο επικρατούσε ένα είδος χαλαρού φεουδαρχισμού μαζί με ένα είδος πρωτόγονου καπιταλισμού. Η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων ζούσαν στις αγροτικές περιοχές και ασχολούνταν με τα γεωργοκτηνοτροφικά. Ήταν διαιρεμένοι σε γαιοκτήμονες και ακτήμονες. Οι ακτήμονες ζούσαν σε τσιφλίκια μεγαλοκτηματιών και ονομάζονταν μισταρκοί. Ο μισθός των μισταρκών δεν ήταν χρήματα, αλλά κρατούσαν ένα μερίδιο από τη παραγωγή στα τσιφλίκια για να ζήσουν. Τόσο οι γαιοκτήμονες, όσο και οι ακτήμονες ήταν αυτάρκεις σε όλα σχεδόν τα αγαθά που χρειάζονταν για να ζήσουν αφού τα παρήγαγαν ή τα κατασκεύαζαν οι ίδιοι. Άλλες φορές τα προμηθεύονταν μέσο ανταλλαγής προϊόντων.


Για να δημιουργήσουν οι Άγγλοι μια σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία στην Κύπρο έπρεπε πρώτα να δημιουργήσουν καταναλωτές για τα προϊόντα τους. Έτσι, άρχισαν να δημιουργούν εργασίες έναντι μισθού σε χρήματα για να μπορούν οι καταναλωτές να τα αγοράζουν. Ένα μεγάλο μέρος των μορφωμένων αστών του ανδρικού πληθυσμού στις πόλεις προσλαμβάνεται έναντι μισθού σε θέσεις που δημιουργήθηκαν για την λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, και άλλοι τόσοι αμόρφωτοι για δευτερογενείς εργασίες.
Στη ύπαιθρο, δημιουργήθηκαν εργασίες σε λατομεία, σε μεταλλεία, στην κατασκευή αμαξιτών δρόμων, που δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου, αλλά και στην κατασκευή σιδηροδρόμου. Οι πρώτοι που έτρεξαν να εργαστούν ήταν οι ακτήμονες, πρώην μισταρκοί στα τσιφλίκια. Αντίθετα, όμως, από τις γυναίκες των πόλεων, και τις γαιοκτήμονες γυναίκες από τα χωριά, μαζί με τους ακτήμονες άνδρες έτρεξαν να εργαστούν έναντι μισθού σε χρήματα και οι ακτήμονες γυναίκες. Έτσι βλέπουμε να δημιουργείται στην Κύπρο για πρώτη φορά, ένα γυναικείο προλεταριάτο ταυτόχρονα με το ανδρικό. Όμως, οι γυναίκες δεν μπορούσαν να δουλέψουν γρήγορα και με άνεση, φορώντας τα μακριά βρακιά με τις εξίσου μακριές και πλατιές φούστες ή σαγιές.
Το φουστάνι, ως μια πολύ πιο άνετη και πρακτική ενδυμασία, υιοθετείται για πρώτη φορά από αυτές τις εργαζόμενες σε διάφορες χειρωνακτικές δουλειές γυναίκες της υπαίθρου
. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι αρχικά ήταν η ενδυμασία του γυναικείου προλεταριάτου στην Κύπρο. Η άνεση, η ελευθερία και η πρακτικότητα που έδινε στη κίνηση, οδήγησε σταδιακά όλες τις γυναίκες της υπαίθρου να εγκαταλείψουν στις παλαιές τους ενδυμασίες και να το υιοθετήσουν. Ταυτόχρονα στις πόλεις οι παλαιές ενδυμασίες εγκαταλείφθηκαν παντελώς, και αντικαταστάθηκαν από τα ευρωπαϊκά ρούχα.


Το φουστάνι χειραφέτησε τις γυναίκες της κυπριακής υπαίθρου και τις ένταξε ως εργαζόμενες στην κυπριακή οικονομία. Συνέλαβε επίσης ως μία μεταβατική ενδυμασία της Κύπριας χωρικής μεταξύ της παραδοσιακής ενδυμασίας και της σύγχρονης, μεταξύ του παραδοσιακού τρόπου ζωής και του σύγχρονου. Άντεξε μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα, γι αυτό και είναι η πιο γνώριμη σε μας κυπριακή ενδυμασία, έστω και αν δεν είναι και τόσο παραδοσιακή. Για το λόγο αυτό υιοθετήθηκε επίσης και από τα λαογραφικά χορευτικά συγκροτήματα ως η «παραδοσιακή γυναικεία ενδυμασία της Κύπρου». Τα λαογραφικά χορευτικά συγκροτήματα είναι πιθανόν επίσης να την υιοθέτησαν επειδή είναι μια εργατική και φθηνή ενδυμασία, και γι αυτό δεν χρειάζεται πολλά έξοδα. Όμως, ακόμη και με αυτό το φθηνό και απλό φουστάνι, γίνεται συνήθως μια κακόγουστη αντιγραφή από τα χορευτικά συγκροτήματα, χωρίς βέβαια τις ποδίνες γιατί στοιχίζουν κάποια λεφτά. Έτσι, τις αντικαθιστούν με ένα πιο μακρύ φουστάνι, που στην πραγματικότητα ουδέποτε υπήρξε. Στα κυπριακά χορευτικά συγκροτήματα συνήθως βάζουν μαζί με τις κοπέλες που φορούν την κακόγουστη αντιγραφή του φουστανιού, και μία ή δύο άλλες κοπέλες να φορούν εξίσου κακόγουστες και φτηνιάρικες αντιγραφές με δήθεν καρπασίτικες σαγιές. Αυτές είναι οι γυναικείες «παραδοσιακές» στολές της Κύπρου σήμερα.

Βουλγάρικος - χορός από τη Τζια

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Συρτός από τη Τζιά






Το φέσι, η καταγωγή του, και η χρήση του στην παραδοσιακή κυπριακή ανδρική ενδυμασία

Αντίθετα από ότι πολλοί από εμάς πιστεύουμε, το φέσι δεν είναι τουρκικό, και ούτε έχει την προέλευσή του από τους Τούρκους. Αρχικά το φέσι εντοπιζόταν μόνο στις χώρες του Μαγκρέμπ. Το όνομά του το πήρε από τη πόλη Φεζ του Μαρόκου η οποία είχε το μονοπώλιο στην παραγωγή του. Το φέσι εισήχθη στα Βαλκάνια, αρχικά κατά τη Βυζαντινή εποχή, και στη συνέχεια κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, όπου διάφοροι Σλάβοι, ως επί το πλείστον Βόσνιοι, άρχισαν να το φορούν ως κάλυμμα της κεφαλής. Το φέσι φορέθηκε από πολλές διαφορετικές θρησκευτικές και εθνοφυλετικές ομάδες κατά την Οθωμανική Αυτοκρατορία και κυρίως τον 19ο αιώνα. Αρχικά ήταν σύμβολο του οθωμανικού μοντερνισμού αφού είχε αντικαταστήσει τα τουρμπάνια. Όμως, κατά τις αρχές του 20ού αιώνα το φέσι θεωρείται ότι αντιπροσώπευε μια «Ανατολίτικη» πολιτιστική ταυτότητα. Στην Τουρκία η χρήση του φεσιού απαγορεύτηκε δια νόμου το 1925, ως μέρος των εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Σε μια ομιλία του όπου επιτίθεται ενάντια στον οθωμανικό τρόπο ντυσίματος, ο Ατατούρκ χαρακτήρισε το φέσι ως παρακμιακό, και το κατήγγειλε ως «κάλυμμα της κεφαλής των Ελλήνων», συνδέοντάς το με το πρόσφατο ελληνο-τουρκικό πόλεμο. Μέχρι και σήμερα, οι Τούρκοι πιστεύουν ότι το φέσι είναι ελληνικής προέλευσης, και ότι το υιοθέτησαν από τους βυζαντινούς.
Στην Κύπρο το κόκκινο φέσι πρωτοεμφανίζεται κατά τις αρχές του 19ού αιώνα και η χρήση του υιοθετήθηκε αρχικά από τους αστούς του νησιού, Έλληνες και Τούρκους. Πολύ γρήγορα εξαπλώνεται και στην ύπαιθρο, που εκτοπίζει σχεδόν μέχρι αφανισμού, το κυπριακό κωνικό σκούφο. Έτσι, πολύ σύντομα, το φέσι γίνεται ένα αναπόσπαστο μέρος της παραδοσιακής κυπριακής ανδρικής ενδυμασίας. Στις πόλεις το φορούσαν χωρίς άλλο μαντήλι, ενώ οι χωρικοί συνήθιζαν να το φορούν μαζί με κεφαλόδεσμο, για να μη λερώνεται από τον ιδρώτα. Ο κεφαλόδεσμος αυτός ήταν ένα μαύρο ή πόλλες φορές σκούρο μπλε μαντήλι, διακοσμημένο στην άκρη του με άσπρα λουλούδια. Όμως ο κεφαλόδεσμος που συνόδευε το φέσι της επίσημης αγροτικής ανδρικής φορεσιάς, ήταν συχνά από μετάξι. Τα φέσια ήταν εισαγόμενα στην Κύπρο από την Τύνιδα και τη Γαλλία, αλλά υπήρχαν και φέσια εγχώριας κατασκευής.

Τα παραδοσιακά κυπριακά γυναικεία κοσμήματα



Τις γιορτινές κυπριακές παραδοσιακές γυναικείες φορεσιές συμπλήρωναν ποικίλα κοσμήματα. Το σπουδαιότερο κομμάτι των κοσμημάτων ήταν η σπλίγκα (καρφίτσα) την οποία φορούσαν στα μαλλιά. Τις περισσότερες φορές ήταν φτιαγμένη από ασήμι, συχνά είχε μορφή περιστεριού και ονομαζόταν πολλές φορές «περιστέρι» ή «πιτσούνι», ακόμη και αν η μορφή της καρφίτσας δεν απεικόνιζε περιστέρι.
Τα κοσμήματα του στήθους και της κεφαλής - τα φυλαχτά- έφεραν γούρι και προστάτευαν από το βάσκανο οφθαλμό. Το κεντρικό κόσμημα ήταν ένα χρυσό ή ασημένιο περιδέραιο από το οποίο κρεμόταν ένα τριγωνικό ή κυκλικό φυλαχτό διακοσμημένο με ανάγλυφες παραστάσεις. Μερικές φορές περιείχε μια μαγική φράση γραμμένη σε χαρτί από κάποιο μάγο, άλλες φορές περιείχε τίμιο ξύλο από την Ιερουσαλήμ, και άλλες φορές ένα κομμάτι από το λείψανο ενός αγίου.
Η Κύπρια αρεσκόταν, συνήθως, να φορτώνει το λαιμό και το στήθος της με αλυσίδες (ονομάζονταν μυρμίδιν) που κρέμονταν τριπλές, τετραπλές και πενταπλές η μία πάνω από την άλλη και μέχρι τη μέση. Ήταν καμωμένες από γυάλινες πέρλες, πέτρες, ασήμι, επίχρυσες ή ακόμη και από ατόφιο χρυσάφι. Φορούσαν επίσης πολύχρωμα γυάλινα βραχιόλια που τα συνδύαζαν με ασημένια.
Σε ειδικές περιπτώσεις οι πλούσιες Κύπριες αγρότισσες φορούσαν μαζί με τις ασημένιες αλυσίδες τους, ένα περιδέραιο από είκοσι και πλέον βαριά χρυσά βυζαντινά αυτοκρατορικά νομίσματα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, γνωστά ως κωνσταντινάτα. Όπως και τα κρεμαστά κοσμήματα, οι Κύπριες αγαπούσαν ιδιαίτερα και τα σκουλαρίκια, που έπρεπε να είναι και αυτά όσο το δυνατό πιο μεγάλα.
Το σημαντικότερο κόσμημα της Κύπριας γυναίκας ήταν ο σταυρός. Οι κυριότεροι τύποι παραδοσιακού σταυρού ήταν ο τριφουρένος, επιχρυσωμένος σταυρός με τουτούνια και κοράλλια, και ο αμπουστωτός, σταυρός-θήκη για φυλακτό, ασημένιος με έκτυπες παραστάσεις, συνήθως της σταύρωσης.

Κάτι που έκανε εντύπωση στους περιηγητές στην Κύπρου του 19ού αιώνα ήταν η χρήση φυσικών λουλουδιών (φιόρα ή φκιόρα) για το στολισμό της κεφαλής. Τα φορούσαν σαν διακόσμηση μαζί με τα μαντήλια, τα πέπλα, και τα υπόλοιπα στολίδια. Ψεύτικα λουλούδια, τα μαργαριταρένια φιόρα, στόλιζαν το φέσι της επίσημης παλαιάς γυναικείας αστικής φορεσιάς, ενώ διαμαντένια φιόρα ή άλλα κοσμήματα με πολύτιμους λίθους συμπλήρωναν την ίδια φορεσιά γυναικών της αστικής τάξης.

Η παραδοσιακή Κυπριακή γυναικεία ενδυμασία με σαγιά και σάρκα

Η παραδοσιακή κυπριακή γυναικεία ενδυμασία με τη σαγιά είναι μια από τις χαρακτηριστικότερες φορεσιές της Κυπριακής υπαίθρου και την συναντούσε κανείς μόνο στις δύο ακριτικές και απομονωμένες περιοχές του νησιού, την Πάφο στα δυτικά, και την Καρπασία στα ανατολικά. Η ενδυμασία αυτή διατηρήθηκε και στις δύο περιοχές μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Η καρπασίτικη σαγιά είχε ένα ίσιο κόψιμο με μεγάλα πλαϊνά ανοίγματα για άνετο περπάτημα, ενώ η σαγιά της Πάφου είχε μικρότερα πλαϊνά ανοίγματα και κερδίζει φάρδος με πρόσθετα κομμάτια υφάσματος. Κάτω από τη σαγιά φορούσαν ένα μακρή πουκάμισο και μακρυά βρακιά, ενώ στη μέση φορούσαν ζώνη με πόρπη. Πολλές φορές την ενδυμασία με τη σαγιά συμπλήρωνε η παραδοσιακή κυπριακή σάρκα.
Η ύπαρξη της σάρκας στη φορεσιά της σαγιάς, την πιο αρχέγονη γυναικεία φορεσιά της Κύπρου, θα πρέπει να προβληματίσει αυτούς που υποστηρίζουν ότι εισήχθη από την Αθήνα κατά την εποχή της βασιλίσσης Αμαλίας. Αυτό που μάλλον συνέβη είναι ότι στις πόλεις, σε κάποιο χρονικό διάστημα, μεταλλάχτηκε και αστικοποιήθηκε. Η αστική σάρκα θα πρέπει να πήρε τη τελική της μορφή από επιδράσεις μόδας που ήρθαν από το εξωτερικό, ενώ στις απομονωμένες περιοχές της Πάφου και της Καρπασίας θα παρέμεινε στην αρχική της μορφή.

Οι φορεσιές με τη σαγιά απηχούν έναν παλαιότερο ενδυματολογικό τύπο που επικρατούσε στα αστικά κέντρα κατά τον 18ο και τις πρώτες δεκαετίες του 19ού αιώνα. Ο τύπος της φορεσιάς με τη σαγιά, όπως τον συναντούμε στα τέλη του 19ού αιώνα, είναι πλέον ένα ένδυμα αφομοιωμένο και ενταγμένο στην κυπριακή παράδοση, με καθαρά τοπικό χαρακτήρα και με διακόσμηση που φέρει τη σφραγίδα της κυπριακής υφαντικής και κεντητικής.

Η έντονη φαντασία της χωρικής με τις σαγιές προβάλλει με διακριτικότητα μέσα από τον αριστοτεχνικό σχεδιασμό της φορεσιάς της, όπου λεπτομέρεια και σύνολο χωρίζονται και ενώνονται αβίαστα αποπνέοντας ένα αίσθημα κλασικής καθαρότητας και ισορροπίας.

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Πετεγολέτσια ή πετεγόλια

Ένα ιδιαίτερο έθιμο που αναβιώνει στην Κέρκυρα την Τσικνοπέμπτη είναι τα Κορφιάτικα Πετεγολέτσια ή πετεγόλια ή κουτσομπολιά. Πρόκειται για ένα είδος θεάτρου δρόμου που μοιάζει με την Commedia Dell' Arte και εκτυλίσσεται στην κεντρική αγορά της παλιάς πόλης στην Πίνια. Ερασιτέχνες ηθοποιοί, με σατιρικά δεκαπεντασύλλαβα σε κορφιάτικη διάλεκτο, μιμούνται τις κυράδες που βγαίνανε στα παράθυρα και κουτσομπολεύανε τη γειτονιά ή άλλους παραδοσιακούς τύπους παλιών Κερκυραίων. Οι παραστάσεις ολοκληρώνονται με καντάδες και μαντολινάτες

πηγή

Σε καλντερίμια βυζαντινά...

Έλα κοντά - παραδοσιακό τραγούδι από τη Σίφνο

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Η Κυπριακή Παραδοσιακή Ανδρική Φέρμελη


Όλοι μας έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τις βιομηχανοποιημένες, ομοιόμορφες και φτωχές σε φαντασία και γούστο δήθεν κυπριακές παραδοσιακές ενδυμασίες που μας πλασάρονται για τόσα χρόνια από τα διάφορα συγκροτήματα και μη, και τις ταυτίσαμε στο μυαλό μας ως αυθεντικές. Η πραγματικότητα όμως απέχει πολύ από αυτό που μάθαμε να πιστεύουμε. Οι αυθεντικές κυπριακές ενδυμασίες, τόσο οι ανδρικές, όσο και οι γυναικείες, είναι πολύ πιο ποικιλόμορφες, πλούσιες, και καλόγουστες από αυτές τις φθηνές αντιγραφές που πλασάρονται, μάλλον σαν εύκολη λύση. Οι πραγματικά αυθεντικές κυπριακές στολές παραμένουν καταχωνιασμένες, ξεχασμένες και περιφρονημένες σε διάφορα μουσεία λαϊκής τέχνης χωρίς να αναδεικνύονται, ούτε στους ξένους, αλλά ούτε στον ίδιο το λαό που τις δημιούργησε. Μια από αυτές τις καταχωνιασμένες και ξεχασμένες αυθεντικές κυπριακές φορεσιές, είναι και η πανέμορφη και πλουσιότατη σε γούστο και ομορφιά, κυπριακή ανδρική φέρμελη. Ποίος από εμάς την έχει ξαναδεί; Η απάντηση μάλλον θα είναι κανένας.

Η κυπριακή ανδρική φέρμελη είναι κατασκευασμένη από κόκκινη τσόχα. Ένα μονοκόμματο φύλλο αποτελεί την πλάτη, ενώ τα μπροστινά σχηματίζονται από δύο κομμάτια που κουμπώνουν κάθετα με έξι κουμπιά, πλεκτά από μεταξοκλωστή στο φυσικό χρώμα. Στο κέντρο κάθε μπροστινού τμήματος υπάρχει ημικυκλική ψεύτικη ή αληθινή τσέπη, που σχηματίζεται με χρυσογάιτανα και στριφτά χρυσά κορδόνια. Η φέρμελη έχει όρθιο γιακά και μακριά μανίκια, κάθετα ραμμένα στο πίσω μέρος της πλάτης και ελεύθερα ανοιχτά μπροστά.
Πλούσιος διάκοσμος από γαϊτάνια και κορδόνια που δημιουργούν ποικιλία μοτίβων από σπείρες και έλικες, στολίζουν τα μανίκια και τις παριφές των ανοιγμάτων. Το μπροστινό άνοιγμα διακοσμείται επιπλέον με επίρραπτη χρυσοϋφαντή ταινία με ενυφασμένα άνθη και τεθλασμένη γραμμή. Οι θηλίες για το κούμπωμα στερεώνονται με επίρραπτη κατακόρυφη χρυσή ταινία με ενυφασμένο σχέδιο πλοχμού, ενώ γαϊτάνια και κορδόνια από στριφτές πολύχρωμες μεταξοκλωστές διακοσμούν τις ραφές στα πλάγια και στους ώμους.
Η φάρμελη είναι φοδραρισμένη με άσπρο βαμβακερό ύφασμα, ενώ ο γιακάς και τα μανίκια έχουν φόδρα από βαμβακερό ριγωτό ύφασμα με σταμπωτές γιρλάντες και μπουκέτα λουλουδιών.

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Η Κυπριακή Παραδοσιακή Νυφιάτικη Ενδυμασία


Μια άλλη παραδοσιακή κυπριακή στολή, είναι αυτή της νυφιάτικης ενδυμασίας της Κύπριας γυναίκας που αν λάβουμε υπόψη μας τη μεγάλη κοινωνική της σημασία, είναι παραδόξως ξεχασμένη και περιφρονημένη. Η ενδυμασία αυτή ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Καρπασία και τη Μεσαορία.Αυτό που διακρίνει τη κυπριακή παραδοσιακή νυφιάτικη ενδυμασία είναι η σκουρο-κόκκινη βαμβακερή φούστα με τις πολλές πιέτες, που λόγω του χρώματός της ονομάζεται «ρουτζιέτι» από τη γαλλική λέξη «rouge» που βεβαίως σημαίνει κόκκινο. H ρουτζιέτινη αυτή φούστα με τις πολλές σούρες, συμπληρώνεται με τη νυφιάτικη μαύρη τσόχενη κυπριακή σάρκα, η οποία είναι περισσότερο καλοραμμένη και διακοσμημένη από τις κοινές σάρκες.Επίσης το νυφιάτικο πουκάμισο είναι κατασκευασμένο από καλό ριγωτό μεταξωτό ύφασμα στο φυσικό χρώμα, με περίτεχνα σχέδια από πιππίλα της βελόνας στο γύρο του λαιμού, στο άνοιγμα της τραχήλας και στους γύρους των μανικιών. Το κυπριακό παραδοσιακό νυφιάτικο πέπλο αποτελείται από ένα κόκκινο ύφασμα από την κεφαλή μέχρι τα γόνατα και έχει ραμμένα στις άκρες και τις γωνιές μεγάλα και όσο το δυνατό αληθινά χρυσά φλουριά. Το πέπλο συγκρατείται στο κεφάλι από τα λεγόμενα ττέλια. Τα ττέλια είναι μια σειρά από συρμάτινες αλυσίδες με κόκκινες χάντρες στα άκρα και λεπτά κυκλικά χρυσά νομίσματα, τα ππαραούδκια. Στις άκρες τους έχουν καρφίτσα που στην Κύπρο είναι γνωστή ως σπλίνγκα, και με αυτό το τρόπο στερεώνονται στο κεφάλι. Κατά τους ακόμη πιο παλιούς καιρούς, η νύφη άφηνε τα μαλλιά της να πέσουν εντελώς ελεύθερα, κτενίζοντάς τα γύρω από την κεφαλή και στερεώνοντάς τα με πολυάριθμες χρυσοκλωστές.Ο λαιμός στολίζεται με χρυσό ή ασημένιο περιδέραιο, γνωστό στην Κύπρο με το όνομα σκαλέττα, ενώ τη μέση της στολίζει μια κόκκινη λινομέταξη ζώνη με υπίχρυση ή ασημένια πόρπη, γνωστή στην Κύπρο ως πούκλα.

Εκτός από νυφιάτικη ενδυμασία, το ρουτζιέτι, είχε και άλλη κοινωνική σημασία. Η νύφη το φορούσε για πρώτη φορά την ημέρα του γάμου της, αλλά εξακολουθούσε να το φορεί για ένα χρονικό διάστημα και μετά το γάμο της, σε επίσημες μέρες ή γιορτές, αφού βέβαια αντικαθιστούσε το κόκκινο πέπλο με άλλο κεφαλόδεσμο . Το ρουτζιέτι επιδείκνυε στους άλλους ότι αυτή που το φορούσε ήταν ήδη παντρεμένη, κάτι που ίσως ν' απωθούσε τους τυχόντες ξένους άνδρες από κοντά της. Μετά τον γάμο και το χρονικό διάστημα που τον ακολουθούσε, η γυναίκα έπαυε να φορεί το ρουτζιέρι ως φούστα (αφού δεν ήταν νιόπαντρη πλέον) και το μετέτρεπε σε μανδύαν (μαντόν) τον οποίο φορούσε τον χειμώνα σαν πανωφόρι στην εκκλησία. Το ρουτζιέτι αποτελούσε μια αναγκαία ένδυση στη προίκα της νύφης, και η κάθε κοπέλα που το έφτιαχνε ονειρευόταν την ημέρα που θα το φορούσε.

Καρεκλάδικος Λέσβου ... για τους μικρούς μας φίλους

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Οι κυπριακές παραδοσιακές γυναικείες ζώνες με πόρπη



Οι περισσότερες κυπριακές γυναικείες ζώνες (κολάνια ή κολάνες) ήταν καμωμένες από χοντρό ύφασμα, που το κρατούσε μια μεταλλική πόρπη (πούκλα). Η πόρπες αποτελούσαν ζεύγη (ζυγήν πούκλες όπως αποκαλούντο στην Κύπρο), και έκλειναν στη μέση της ζώνης. Σε άλλες πιο σπάνιες περιπτώσεις, τοποθετούσαν τετράγωνες μεταλλικές πλάκες πάνω στο ύφασμα της ζώνης, συνδεδεμένες με ενώσεις, που συγκρατούσαν και πάλι μεταλλικές διπλές πόρπες. Ήταν διαμορφωμένες σαν βραχιόλια.Μεμονωμένα, συναντούμε επίσης και φολιδωτές ζώνες εξ ολοκλήρου από μέταλλο, που αποτελούνται από διαφορετικές οκτάγωνες πλάκες, με την πάντα παρούσα βαριά πόρπη την άκρη. Καμιά φορά κρέμονται και κρόσσια από ύφασμα πάνω στη ζώνη. Στις μεγαλοπρεπείς πόρπες πρόσθεταν εδώ και εκεί ως επιπρόσθετο διάκοσμο μικρές και μεγάλες αλυσίδες, κρόσσια από μέταλλο, και κάποτε ολόκληρα σύνολα από κρόσσια.
Υπήρχαν ζώνες από βαμβάκι και μαλλί, από μαλλί, από λινό, ημιμέταξες και μεταξωτές, μονόχρωμες, και κεντημένες με τετράγωνα σχήματα από τη μια άκρη στην άλλη. Στις ζώνες από ύφασμα, οι μεταλλικές πόρπες ήταν συνήθως ασημένιες, σπάνια από επίχρυσο ασήμι, και σπανιότερα από χαλκό. Όλες οι πόρπες και οι ζώνες ήταν πολύ πλούσιες σε διακόσμηση, οι περισσότερες με τη μέθοδο της συρμάτινης τέχνης (φιλιγκράν), με ή χωρίς τον πολύχρωμο σμάλτο. Άλλες ήταν διακοσμημένες με ανάγλυφες παραστάσεις, σκαλισμένες και κτυπητές. Οι δράκοι ήταν ένα αγαπημένο θέμα.
Μέχρι την αρχή της Αγγλοκρατίας και λίγο μετέπειτα η ζώνη, όπως και η σάρκα και το ρουτζιέτι, ανήκαν στην προίκα της νύφης. Μετέπειτα, όμως, η ζώνη είχε εξαφανιστεί από τις ενδυμασίες, αφού οι ενδυμασίες άλλαξαν και τη θέση τους πήρε το γνωστό φουστάνιν. Λόγο του ότι οι ζώνες δεν ήταν πλέον χρήσιμες, πουλήθηκαν για ψίχουλα σχεδόν όλες στους τουρίστες της εποχής εκείνης ή σε συλλέκτες από διάφορα ευρωπαϊκά μουσεία. Έτσι, οι κυπριακές γυναικείες ζώνες που παρέμειναν στην Κύπρο σήμερα, είναι ελάχιστες.


Παραθύρι


«Έτσι μπορέσαμε να δούμε καλύτερα την πραγματική μας ταυτότητα. Και αυτό πρέπει να το καταλάβουμε καλά. Δηλαδή, αυτό που θαυμάζουμε στην ελληνική τέχνη της ακμής, δεν είναι αυτό που συνεχίσανε οι δυτικοί με τις κολώνες και με τις μετόπες των ανακτόρων τους. Είναι τούτο: η ελληνικότητα σαν τρόπος του να βλέπεις και να κάνεις τα πράγματα, κατά τη γνώμη μου, συνεχίστηκε αποκλειστικά και μόνο από τον λαϊκό μας πολιτισμό. Θέλω να πω ότι μία αυλή σπιτιού με τα πέτρινα σκαλάκια, με τους ασβεστωμένους τοίχους, με τα γεράνια στον τενεκέ, ή ένας περίβολος μοναστηριού με το πηγάδι, με τα κελιά, με τις καμάρες, είναι πολύ πιο κοντά στο πνεύμα που γέννησε τους Απόλλωνες και τις Νίκες ή τις Θεομήτορες και τους οσίους, παρά οι ποιμενικές σκηνές και τα ροζ αγγελάκια που έκαναν οι μετρ της Αναγεννήσεως»

Οδυσσέας Ελύτης
 
πηγή

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Γαϊτανάκι… πλέκοντας κορδέλες!



Από τα λίγα έθιμα που διατηρούνται αυτούσια ως τις μέρες μας, το γαϊτανάκι είναι ένας χορός που δένει απόλυτα με το χρώμα και το κέφι της απόκριας. Το γαϊτανάκι πέρασε στην Ελλάδα από πρόσφυγες του Πόντου και της Μικράς Ασίας και έδεσε απόλυτα με τα άλλα τοπικά έθιμα, αφού η δεξιοτεχνία των χορευτών αλλά και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του δεν αφήνουν κανέναν αδιάφορο! Δεκατρία άτομα χρειάζονται για να στήσουν το χορό. Ο ένας κρατά ένα μεγάλο στύλο στο κέντρο, από την κορυφή του οποίου ξεκινούν 12 μακριές κορδέλες, καθεμιά με διαφορετικό χρώμα. Οι κορδέλες αυτές λέγονται γαϊτάνια και δίνουν το όνομά τους στο έθιμο. Γύρω από το στύλο, 12 χορευτές κρατούν από ένα γαϊτάνι και χορεύουν μαζί, σε 6 ζευγάρια, τραγουδώντας το παραδοσιακό τραγούδι. Καθώς κινούνται γύρω από το στύλο, κάθε χορευτής εναλλάσσεται με το ταίρι του κι έτσι όπως γυρνούν πλέκουν τις κορδέλες γύρω από το στύλο δημιουργώντας χρωματιστούς συνδυασμούς. Όταν πια οι κορδέλες τυλιχτούν γύρω από το στύλο και οι χορευτές χορεύουν όλο και πιο κοντά σε αυτόν, τότε ο χορός τελειώνει και το στολισμένο γαϊτανάκι μένει να θυμίζει το αποκριάτικο πνεύμα

πηγή

Άνω Μερά - παραδοσιακό τραγούδι από τη Μύκονο

Η "κορέλα" και ο "φράγκος"


Η "κορέλα" είναι άντρας ντυμένος με Σκυριανά γυναικεία ρούχα. Κάτω φοράει μια κεντητή φούστα ("σκούτα")· πάνω απ' αυτήν ένα άσπρο πλισεδένιο μεσοφόρι ("κολοβόλι") και μια κεντημένη ποδιά. Στο πάνω μέρος του σώματος φοράει μεταξωτά πουκάμισα κι από πάνω χρυσοΰφαντο "μεντενέ". Στη μέση δένεται μια φαρδιά ζώνη που κλείνει με πόρπες ("κλειδοτήρια"). Η "κορέλα" σκεπάζει το κεφάλι με κίτρινο μαντήλι απ' το οποίο προβάλλουν ψεύτικες πλεξούδες μαλλιών με μεταξωτές κορδέλες και κρύβει το πρόσωπο με χάρτινη γυναικεία μουτσούνα. Στα πόδια φοράει "τροχάδια".

Η "κορέλα" κρατάει στο χέρι ένα μαντήλι, που το κουνά, χορεύοντας γύρω από το "γέρο", όταν αυτός προχωρά, ή στέκεται και τραγουδά τον ιδιαίτερο αποκριάτικο σκοπό, που έχει τ' όνομά της ("της κορέλας"), όταν ο "γέρος" στέκεται, για να ξεκουραστεί, σείοντας πάντα τα κουδούνια του.

Η ονομασία "κορέλα" προέρχεται ίσως από το "κόρη" ή μάλλον από το "κουρέλα" – στη Σκύρο το κουρέλι το λένε "κορέλι" – για την ατημελησιά και την προχειρότητα της αμφίεσης, τουλάχιστον στην αρχική της μορφή. Εξάλλου εμφανίζεται μάλλον σαν γυναίκα και όχι κόρη του "γέρου".


Τέλος, ο "φράγκος" ντύνεται με κοινά "ευρωπαϊκά" παλιόρουχα (παντελόνι, σακάκι, φανέλα ή κάτι ανάλογο). "Ευρωπαϊκά" έλεγαν στη Σκύρο τις σύγχρονες ενδυμασίες σε αντίθεση με τις ντόπιες παραδοσιακές φορεσιές. Στο κεφάλι φοράει ό,τι καπέλο του αρέσει, ενώ το πρόσωπο το κρύβει με μια κοινή αποκριάτικη μουτσούνα. Απαραίτητο στοιχείο της κατά τα άλλα ελεύθερης μεταμφίεσής του, είναι ένα τσοπάνικο κουδούνι που κρεμιέται πίσω στη μέση κι ένα κοχύλι που κρατάει στο χέρι, το γνωστό στους ναυτικούς σαν "μπουρού", όπου φυσά διαρκώς όταν κουνιέται ασταμάτητα πειράζοντας όσους παρακολουθούν το θέαμα.

Ο "φράγκος" ονομάστηκε έτσι γιατί είναι ο μόνος που δεν φοράει Σκυριανά ρούχα, αλλά "φράγκικα" (σακάκι – παντελόνι).


πηγή

Πατήστε εδώ για να δείτε πως γίνεται το ντύσιμο της "κορέλας"

Ο "γέρος" της Σκύρου


Ο "γέρος" που είναι η κυρίαρχη μορφή της μασκαρεμένης συντροφιάς, παριστάνει γέρο-τσοπάνη ζωσμένο με κουδούνια. Κάτω φοράει άσπρο μάλλινο κοντοβράκι ("κοντοβράτσι") των τσοπάνηδων, άσπρες υφαντές κάλτσες χωρίς πέλμα ("τροχαδόκαλτσες") και πέτσινα σανδάλια ("τροχάδια"). Οι "τροχαδόκαλτσες" καλύπτουν μόνο τις κνήμες και στερεώνονται κάτω από το γόνατο με μαύρες καλτσοδέτες ("καρτσδέτες").

Στο πάνω μέρος του σώματος, μέχρι τη μέση, φοράει την τσοπάνικη κάπα ("καπότο"), μαύρου χρώματος, γυρισμένη ανάποδα για να είναι απέξω το μαλλιαρό μέρος και να φαίνονται οι μακριές τρίχες. Η κουκούλα του "καπότου" σκεπάζει το κεφάλι και στερεώνεται με τη μακριά υφαντή και κεντημένη ζώνη των βοσκών ("ζουνάρι"), που πέφτει μπροστά στο στήθος. Στη ράχη παραχώνει κουρέλια ή μαξιλάρι για να σχηματιστεί καμπούρα.

Το πρόσωπο το κρύβει με μάσκα ("μτσούνα") από προβιά μικρού γιδιού με δύο τρύπες για τα μάτια. Στη μέση ζώνεται καμιά πενηνταριά τσοπάνικα κουδούνια που στερεώνονται από τους ώμους και στο χέρι κρατάει το τσοπάνικο στραβοράβδι στολισμένο στη λαβή με αγριολούλουδα.

Ο τρόπος που δένονται τα κουδούνια στη ζώνη της μέσης είναι αρκετά έξυπνος, έτσι που να επιτρέπει να φοριούνται πολλά κουδούνια, χωρίς να στομώνουν από την επαφή τους με την κάπα. Οι άκρες του "καπότου" είναι γυρισμένες στη μέση για ν' αφήνουν τελείως ελεύθερη τη μάζα των κουδουνιών. Κάθε κουδούνι κρατιέται από έναν κρίκο με τον οποίο φοριέται στα πρόβατα κι αυτοί οι κρίκοι είναι περασμένοι σ' ένα σχοινί ("λιτάρι") γύρω στη μέση, ώστε να κρέμονται ελεύθερα και να βροντούν καθώς ο "γέρος" χοροπηδάει.

Ο "γέρος" προχωρεί με ρυθμικούς βηματισμούς, κουνώντας τη μέση του, έτσι ώστε τα κουδούνια που είναι περασμένα σ' αυτή, να δίνουν ήχους φοβερούς, αλλά ρυθμικούς κι εναλλασσόμενους. Κατά διαστήματα στέκεται και "σείεται", και τότε το κούνημα του κορμιού του είναι διαφορετικό, όπως και οι ήχοι των κουδουνιών.

Η ονομασία του "γέρου" οφείλεται μάλλον στη γεροντική εμφάνιση γι' αυτό και φοράει ψεύτικη καμπούρα.

πηγή
 
Πατήστε εδώ για να δείτε πως γίνεται το ντύσιμο του "γέρου"

Γέροι και κορέλες

Του Ντινου Κιουση

Στη Σκύρο, κάθε Σαββατοκύριακο της Αποκριάς βγαίνουν στους δρόμους οι Γέροι με τις Κορέλες τους. Ο Γέρος φοράει χοντρή μαύρη κάπα και άσπρη παραδοσιακή βράκα και στο πρόσωπο μάσκα από προβιά μικρού κατσικιού, ενώ στη μέση του έχει περασμένες 2-3 σειρές κουδούνια, που το βάρος τους μπορεί να αγγίζει και τα 50 κιλά. Περπατάει σειόμενος, ώστε να ηχούν όσο γίνεται περισσότερο τα κουδούνια. Η Κορέλα είναι η ντάμα του Γέρου, φοράει τα παραδοσιακά σκυριανά ρούχα, όπου κυριαρχεί το άσπρο χρώμα, ώστε να είναι σε πλήρη αντίθεση με το μαύρο του Γέρου, ενώ το πρόσωπό της είναι καλυμμένο. Η Κορέλα χορεύει γύρω από τον Γέρο, καθώς αυτός βαδίζει, ανοίγοντάς του δρόμο. Οποια στιγμή ο Γέρος σταματήσει για να πάρει μιαν ανάσα, του τραγουδάει σκυριανό τραγούδι, παινεύοντάς τον για τις αξίες και τις χαρές του:
«Αγγελος έσαι μάτια μου, αγγελικά χορεύεις, αγγελικά πατείς στη γη, κι όλους τους νιους μαραίνεις».

Οι πιο δυνατοί και αντέχοντες Γέροι ανεβαίνουν στο Κάστρο του νησιού για να χτυπήσουν τις καμπάνες στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. Πρόκειται για τους περίφημους Λεβεντόγερους!

Το ζευγάρι πολλές φορές το συνοδεύει ο «φράγκος», που φοράει μεν παραδοσιακά ρούχα, αλλά με παντελόνι, χωρίς δηλαδή βράκα. Αυτός σατιρίζει τους σκυριανούς εκείνους που έβγαλαν τις βράκες και φόρεσαν παντελόνια (φράγκικα).
Υπάρχει η εκδοχή πως αυτό το έθιμο ξεκίνησε από κάποια καταστροφή που ξεκλήρισε όλα τα ζώα του νησιού και ο τσοπάνης ζώστηκε τα κουδούνια των ζώων και ήρθε στο χωριό να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους

πηγή
 
ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΘΙΜΟΥ


Η κύρια λαϊκή εξήγηση του εθίμου είναι πως ο "γέρος" ντύνεται έτσι σε ανάμνηση ενός τσοπάνη που έχασε όλα του τα πρόβατα απ' τη βαρυχειμωνιά κι αφού τα έγδαρε, ήρθε στο χωριό τον καιρό της αποκριάς ζωσμένος στη μέση με τα κουδούνια και τα δέρματά τους για να διαλαλήσει το νέο, μαζί με την κουρελιασμένη γυναίκα του ("κορέλα"). Την εξήγηση αυτή αναφέρει ο Δ. Παπαγεωργίου, αλλά και ο λαϊκός αφηγητής Ανέστης Φραγκούλης, όπως την άκουσε απ' τους παλιότερους. Η ακούσια αυτή παράσταση φαίνεται πως εντυπωσίασε τόσο πολύ τον κόσμο, ώστε στις αναμνηστικές επαναλήψεις, τα επόμενα χρόνια, γινόταν όλο και πιο φροντισμένη, ώσπου καθιερώθηκε σαν αποκριάτικο έθιμο.

Σχετικά με την εξήγηση αυτή, είναι σκόπιμο να σημειωθεί ότι η πλήρης έλλειψη χειμαδιών στις Σκυριανές μάντρες, αφήνει εντελώς απροστάτευτα τα κοπάδια, που σε περίπτωση μεγάλης βαρυχειμωνιάς, παθαίνουν, όχι σπάνια, ολοκληρωτική καταστροφή. Εξάλλου κυρίως οι τσοπάνηδες είναι αυτοί που ντύνονταν "γέροι".

Παλιότερα υπήρχε άλλη μία λαϊκή εξήγηση που ανέφερε, πως το ζευγάρι κρατάει από πολύ παλιά και προέρχεται απ' τη Κωνσταντινούπολη. Η διήγηση λέει πως την παλιά εποχή ξεπεσμένοι και άτυχοι άνθρωποι αναγκάζονταν να ζητιανεύουν μασκαρεμένοι, ιδίως τις αποκριάτικες νύχτες, κάτω απ' τα ψηλά και κλειστά παλάτια των αρχόντων, που βούιζαν απ' το γλεντοκόπημα και πως για ν' ακουστούν μέσα στο θόρυβο του γλεντιού, χτυπούσαν τα κουδούνια που έφερναν μαζί τους.

Πέρα από τις λαϊκές εξηγήσεις, η πιο συνηθισμένη ερμηνεία του εθίμου μένει προσκολλημένη στην υπόθεση για κατάλοιπα της αρχαίας Διονυσιακής λατρείας. Η προβιά του "καπότου" και η κατσικίσια προσωπίδα συσχετίζονται με τη ζωομορφική εμφάνιση των συνοδών του Διονύσου. Οι "γέροι" θεωρούνται σαν μεταμφιεσμένοι τράγοι, οι δε κινήσεις τους για το βρόντημα των κουδουνιών σαν "χορός των τράγων" και μάλιστα με φανερή σεξουαλική σημασία που παραπέμπει στην οργιαστική ατμόσφαιρα των Διονυσίων.
Καθώς ο Διονυσιακός μύθος περιέχει και την ιδέα της επιστροφής από το θάνατο στη ζωή μέσα στον κύκλο της φυσικής αναγέννησης, έγινε προσπάθεια να προστεθεί αυτός ο συμβολισμός και στη Σκυριανή αποκριά με τη μεταφορά στοιχείων της αποκριάτικης παράστασης των Θρακικών χωριών. Υπάρχει, ακόμη, η άποψη πως στην αρχαία Σκύρο λατρευόταν ιδιαίτερα ο Διόνυσος και μάλιστα ήταν ο θεός προστάτης της πόλης. Τη θεωρία αυτή υποστήριξε ο Κώστας Φαλτάϊτς στη μελέτη του "Ναοί και λατρεία του Διονύσου εν Σκύρω", βασιζόμενος κυρίως σε πολλά τοπωνύμια.

Μια άλλη τολμηρή ερμηνεία ανιχνεύει την προέλευση της Σκυριανής αποκριάς στις ρίζες της ανθρώπινης ιστορίας, με την υπόθεση πως στις απόκριες έχει επιβιώσει η νικητήρια γιορτή των αιγοτρόφων φυλών μετά την προϊστορική σύγκρουσή τους με τους γεωργούς - βοοτρόφους στην οποία επικράτησαν (Μάνος Φαλτάϊτς). Ο ακριβής χρόνος και ο τόπος αυτής της μάχης δεν προσδιορίζονται. Ο συμβολισμός των τράγου - κατσίκας με τους "γέρο" - "κορέλα" υποδηλώνει τη μεταμφίεση του θρησκευτικού τους τοτέμ. Μάλιστα συσχετίζεται η τρισεβδομαδιαία διάρκεια της αποκριάς με την ισόχρονη πιθανή διάρκεια της μυθικής μάχης βοοτρόφων - αιγοτρόφων.

Αυτές είναι οι εξηγήσεις που έχουν δοθεί μέχρι σήμερα για την πιθανή προέλευση του αποκριάτικου εθίμου της Σκύρου. Έχουν το μειονέκτημα πως θέτουν εκ των προτέρων (a priori) μια εκδοχή και στη συνέχεια προσπαθούν οπωσδήποτε να εντάξουν σ' αυτήν τα διάφορα στοιχεία που υπάρχουν. Το αν έχουν επιβιώσει τόσο παλιά κατάλοιπα μέσα στις μορφές του "γέρου" και της "κορέλας" είναι υποθέσεις που είναι εξαιρετικά δύσκολο σήμερα να εξιχνιαστούν. Μπορούν όμως να γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις για όσα έχουν κατά καιρούς υποστηριχτεί.

Δεν είναι καθόλου βέβαιο πως ο γέρος είναι μεταμφιεσμένος τράγος. Σε καμιά λαϊκή παράδοση δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, ενώ οι σύγχρονοι Σκυριανοί μένουν απορημένοι για την ευκολία με την οποία μετατράπηκαν σε τράγους οι παραδοσιακοί "γέροι" τους. Μπορεί ο "γέρος" να έχει φοβερή εμφάνιση, αλλά με τράγο δεν μοιάζει σε τίποτα. Δεν έχει κέρατα, το ντύσιμό του είναι καθαρά τσοπάνικο απ' τα "τροχάδια" ως το "στραβοράβδι" και εφόσον αποφάσισε να κρύψει το πρόσωπο του, όπως όλοι οι μασκαράδες, ήταν φυσικό να χρησιμοποιήσει προβιά. Για να φαίνεται γέρος βάζει ψεύτικη καμπούρα, που παράλληλα τον διευκολύνει στο στήριγμα των βαριών κουδουνιών.

Από τη Διονυσιακή λατρεία δεν είναι εύκολο να ανακαλύψουμε θετικά υπολείμματα. Η οργιαστική μορφή είναι μάλλον άγνωστη, οι σχέσεις των "γέρων" με τις "κορέλες" άψογες και οι κινήσεις του "γέρου" είναι αυτές ακριβώς που του επιτρέπουν να βροντάει καλύτερα τα κουδούνια του. Η συνοδεία της "κορέλας" και ιδίως με την παλιότερη μορφή των "νυφών", που μνημονεύουν οι ιστορικοί της Σκύρου, δεν αποκλείεται βέβαια να σχετίζεται με παλιές παραδοσιακές επιβιώσεις, αλλά η διερεύνησή τους απαιτεί πολύ βαθύτερη μελέτη.

Η άποψη ότι ο "φράγκος" μπορεί να θεωρηθεί σαν Βακχικός συνοδός είναι εντελώς ανυπόστατη. Γιατί ο "φράγκος" είναι οπωσδήποτε μεταγενέστερη φιγούρα που προστέθηκε πολύ αργότερα στην αποκριάτικη παράσταση, χωρίς να έχει καμιά σχέση με τη Φραγκοκρατία, όπως υποστηρίζεται από ορισμένους, αφού οι ντόπιοι ιστορικοί ούτε καν τον μνημονεύουν.

Επίσης η παρεμβολή του διονυσιακού στοιχείου για την αναγέννηση της φύσης δεν είναι εύκολο να βρει στηρίγματα στο έθιμο των "γέρων", αφού ούτε αναπαράσταση φόνου υπάρχει, ούτε κανένα ζωντάνεμα νεκρού περιέχεται στη Σκυριανή αποκριάτικη μίμηση. Αβάσιμη, εξάλλου, είναι και η υπόθεση για τη μεταφύτευση του Θρακικού εθίμου στη Σκύρο, αφού ούτε ερήμωση του νησιού, ούτε Θρακικός αποικισμός, πιστοποιούνται.

Για την άποψη ότι επιβιώνει ο γιορτασμός της μυθικής νίκης των αιγοτρόφων φυλών στη Σκυριανή αποκριά, μπορούμε να παρατηρήσουμε πως από τα στοιχεία που παρατίθενται για τη στήριξη της υπόθεσης (σύγκρουση, παρελάσεις, κερατοφορία, κλπ.) κανένα δεν φαίνεται να διατηρήθηκε στην παραδοσιακή μορφή του Σκυριανού εθίμου των "γέρων".

Οπωσδήποτε το έθιμο στη σύγχρονη μορφή του έχει ενιαία εμφάνιση, περιλαμβάνοντας το "γέρο", την "κορέλα" και το "φράγκο". Κι αν δεχτούμε πως ο "φράγκος" είναι νεώτερη προσθήκη – χωρίς ωστόσο να εξηγείται η σημερινή άρρηκτη προσκόλλησή του στο ντουέτο "γέρου"-"κορέλας" – απομένουν ο "γέρος" και η "κορέλα" σαν τα μόνα στοιχεία της συμβολικής αναπαράστασης. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η αναπαράσταση δεν είναι τυχαία αλλά συμβολική. Το μαρτυρεί η επίμονη διατήρησή της που, έστω με παραλλαγές, έφτασε ως τις μέρες μας, ενώ είναι βέβαιο πως οποιαδήποτε άλλη συμπτωματική μεταμφίεση, οσοδήποτε πετυχημένη, δεν θα άντεχε στο πέρασμα του χρόνου, όπως δεν άντεξαν άλλοι μασκαράδες που κάποτε είχαν σημειώσει μεγάλη επιτυχία.

Όλες οι σχετικές ερμηνευτικές προσπάθειες έχουν ένα κοινό στοιχείο, την παλαιότητα του εθίμου. Δηλαδή, ότι το έθιμο επιβίωσε μέσα από τα βάθη της ανθρώπινης προϊστορίας ή στη συγκαταβατικότερη περίπτωση διαμορφώθηκε στους αιώνες της ρωμαϊκής κυριαρχίας, του Βυζαντινού ελληνισμού ή τέλος της Φράγκικης και Τούρκικης σκλαβιάς. Πάνω σ' αυτό, επίσης, δεν έχουμε κανένα θετικό στοιχείο. Κανείς απολύτως απ' όσους έγραψαν για τη Σκύρο στα μεσαιωνικά χρόνια δεν αναφέρει τίποτα σχετικό και καμιά σχετική μνεία δεν έχει ως τώρα βρεθεί σε αρχειακά έγγραφα. Στα νεώτερα χρόνια η πρώτη περιγραφή είναι των αρχών του αιώνα μας.

Αντίθετα υπάρχει ένα βαρυσήμαντο στοιχείο, ειδικά για το θέμα των "γέρων". Ο Γερμανός μεταλλειολόγος Karl Fiedler βρέθηκε στη Σκύρο το Φλεβάρη του 1835 και περιέγραψε τη Σκυριανή αποκριά. Παρακολούθησε τις αποκριάτικες γιορτές, είδε τους τοπικούς χορούς, λίγους μασκαράδες ντυμένους γυναίκες και μερικούς άλλους που μεταχειρίζονταν για άσεμνες χειρονομίες τις νεροκολοκύθες. Δεν αναφέρει ούτε λέξη για "γέρους" και κουδούνια. Οι λεπτομερείς περιγραφές των Σκυριανών εθίμων από τον Fiedler δείχνουν ότι ήταν εξαιρετικά παρατηρητικός. Άρα είναι λογικό να υποθέσουμε πως το έθιμο των "γέρων" δεν είχε ακόμα διαμορφωθεί στα 1835.

Αν, λοιπόν, δεχτούμε ότι το έθιμο δημιουργήθηκε στα νεώτερα χρόνια, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν συγχρόνως δεχτούμε ή απορρίψουμε τη λαϊκή εξήγηση του μισότρελου τσοπάνη. Αληθινό ή όχι αυτό το περιστατικό, δεν στάθηκε παρά μονάχα η αφορμή για να χρησιμοποιήσει ο Σκυριανός μασκαράς το υλικό της μεταμφίεσης απ' το καθημερινό περιβάλλον του.

Είναι φυσικό, εξάλλου, στην εξελικτική πορεία του εθίμου να έγιναν βαθμιαίες παραλλαγές και προσμίξεις που τις βοηθούσε τόσο η ελευθεριότητα που χαρακτηρίζει γενικά τις αποκριάτικες εμφανίσεις όσο και ή επίδραση των μεταβαλλόμενων κοινωνικών συνθηκών. Έτσι μπορεί η "νύφη" που άλλοτε συνοδευόταν απ' τους "φουστανελάδες" και τους "γενίτσαρους", να μετατράπηκε σε "κορέλα" συνοδό του κυρίαρχου "γέρου", όταν η ανάμνηση των γενίτσαρων άρχισε να ξεθωριάζει. Και ακόμα ο "φράγκος" που ξεκίνησε από τη διακωμώδηση αυτών που φορούσαν ευρωπαϊκά ρούχα, ιδιαίτερα των γιατρών και των δικηγόρων, να μετατράπηκε σε υπηρέτη της δυάδας όταν ο αρχικός συμβολισμός είχε ξεπεραστεί.

Ιδιαίτερα σε σχέση με τη μορφή του κουδουνάτου "γέρου", έχει σημασία να μη ξεχνάμε πως η Σκύρος, παρ' όλο που είναι νησί, διατήρησε επί αιώνες ποιμενικό χαρακτήρα. Ήταν φυσικό να διαμόρφωσε μεγάλο μέρος των παραδόσεών της από το χαρακτήρα αυτό και ήταν επίσης φυσικό ν' αναζήτησε και να δανείστηκε για τις αποκριάτικες μεταμφιέσεις στοιχεία από το χαρακτήρα αυτό. Ο τσοπάνης, ήταν το βασικό πρόσωπο που κυριαρχούσε σ' ολόκληρη τη ζωή του νησιού. Η καθαρά ποιμενική εμφάνιση του "γέρου" με τη βασική φορεσιά του τσοπάνη, την προβιά της μάσκας, τα τσοπάνικα κουδούνια της μέσης, παραπέμπει στο χαρακτήρα του νησιού.

Για τους ίδιους λόγους, άλλωστε, η ερμηνεία του αφανισμένου τσοπάνη που φορτώθηκε τα κουδούνια των ψόφιων προβάτων του, βρήκε τόση απήχηση στη λαϊκή φαντασία και κυριάρχησε σαν παραδοσιακή εξήγηση του εθίμου. Όχι γιατί υπάρχει κανένα στοιχείο που να μπορεί να τη στηρίξει, αλλά γιατί προβάλλει σαν πιθανή σε συνδυασμό με τις τοπικές συνθήκες. Και σαν τέτοια είναι ιδιαίτερα ελκυστική.

πηγή

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Το πανηγύρι του Αγίου Χαραλάμπους στα Σφακιά

Στην Κρήτη από την περίοδο των πρώτων Βυζαντινών χρόνων, οι εκκλησιαστικές γιορτές στη μνήμη των μαρτύρων ή των Αγίων, μετά το εκκλησίασμα, ακολουθούνταν από πανηγύρια και μάλιστα σε πολλά απ’ αυτά γίνονταν αγωνίσματα σκοποβολής, αγώνες δρόμου, ιπποδρομίες κ.α.
Τα έθιμα αυτά προκαλούν την καταδίκη της Εκκλησίας, η οποία μάταια προσπαθεί να  τα απαγορεύσει. Στην έκδοση του Εμμανουήλ Παπαδάκη « Μορφαί Λαϊκού Πολιτισμού της Κρήτης του 15ου και 16ου αιώνος» διαβάζουμε τις διαπιστώσεις του Ιωσήφ Βρυέννιου για τα πανηγύρια: «ότι τας ιεράς των εορτών αυλοίς και χοροίς και σατανικοίς πάσιν άσμασι, κώμοις τε και  μέθαις, και αισχροίς άλλοις έθεσιν επιτελείν ου καταισχυνόμεθα». Στα 1600 επειδή οι κάτοικοι της περιοχής του Ρεθύμνου «μετά τυμπάνων και αυλών και ασμάτων αθέσμων … τελούσι μνήμας ιεράς  αγίων…» ο Μελέτιος Πηγάς απο την Αλεξάνδρεια σε επιστολή του προς το κλήρο και τους κατοίκους διατάζει: «ίνα μηδείς τολμήσει εν τη εορτή ορχήσεις και άσματα και τα τοιαύτα παρεισάγειν».
Ο παπάς και ο γιδάρης, δυό βιβλικές φυσιογνωμίες

Τα μέτρα αυτά ουδεμία απήχηση έχουν στους Κρητικούς οι οποίοι συνεχίζουν απτόητοι να τηρούν τα έθιμα και τις συνήθειές τους. Γύρω στο 1546 ο Γάλλος επισκέπτης P.Belon στα Σφακιά περιγράφει παραστατικότατα: «Βρισκόμενος σ’ ένα χωριό,  στην κατοικία του Ι. Μπαρότσο, κοντά στη χώρα Σφακίων, βρέθηκα σε μια γιορτή που ήρθαν χωρικοί, άλλοι με τις αρραβωνιαστικιές τους άλλοι με τις γυναίκες τους. Είχαν κάνει μεγάλη συντροφιά και αφού ήπιαν πολύ, άρχισαν να χορεύουν στη μεγάλη ζέστη, όχι στη σκιά, αλλά στο δυνατό ήλιο του Ιουλίου. Ήσαν φορτωμένοι όπλα και δεν έπαυαν να χορεύουν έως τη νύχτα. Έτσι παράξενα ντυμένοι και φορτωμένοι με φαρέτρα με 150 περίπου βέλη, που την είχαν πίσω στη ράχη και μ’ ένα τόξο καλά τεντωμένο κρεμασμένο στο μπράτσο τους και με μια σπάθα στο πλάι χόρευαν, προσπαθώντας να κάμουν τα ωραιότερα και ψηλότερα πηδήματα».
Την ίδια περιγραφή κάνει και τη παρακάτω μαντινάδα  της εποχής.
 «Σαν θες να  ιδείς άντρες καλούς κι ομορφαρματωμένους,
    άμε ‘ς το Φραγκοκάστελλο να ‘ναι τ’ Αγιού Νικήτα.
Να  κατέβουν τα δυό χωριά, το Νίμπρος και τ’ Ασκύφου
και τ’ άλλα τα γυρόχωρα μαζί με τσοί Ριζίτες.
Να ιδείς σγουρούς, να ιδείς ξανθούς κι όμορφους κοπελλιάρους,
να ιδεις  το Σήφη πως πηδά, τον Κώστα πως χορεύγει.
Να ιδείς τσοί νιούς για τ’ άρματα τσοί νιές γιά το γαϊτάνι,
να ιδής και τσ’ ακρογέροντες πως παίζουν ‘ς το σημάδι».


Ο Ηλίας και το πέλαγος

Στην Χώρα των Σφακίων έβαλα και γώ πρόγραμμα, να επισκεφθώ χειμωνιάτικα με τον φίλο και συνοδοιπόρο Ηλία Προβόπουλο, για να δω τι έχει απομείνει από όλα αυτά τα έθιμα και τους μύθους.  Φθάσαμε στο χωριό χαράματα, ίσα-ίσα που προλάβαμε την Ανατολή του ηλίου στο Λιβυκό πέλαγος. Μιά απέραντη γαλήνη, ο καιρός γλυκός, η θάλασσα λάδι, να την επιείς και ουρανός χωρίς σταλιά σύννεφο.  Η έκπληξη μας ήταν μεγάλη γιατί στον ερχομό μας από τα Χανιά συναντήσαμε  κακοκαιρία, ανέμους, βροχόνερο και ομίχλη. Οχι που μας ενόχλησε στο ταξίδι – το θέαμα ήταν εντυπωσιακό -  αλλά φοβόμασταν μήπως ο παλιόκαιρος θα ακύρωνε το πανηγυράκι που δεν θα γινόταν  και στο πιό ασφαλές και προστατευμένο μέρος. Γιατί το πανηγυράκι που είχαμε επιλέξει ήταν του Αγίου Χαραλάμπους, μέσα σε σπηλιά πάνω σε μιά βραχώδη  ακροθαλασσιά. Εκεί  όπου μαζεύονταν τα παλιά τα χρόνια οι  χρόνια οι Σφακιανοί για να τιμήσουν τον Άγιο που τους προστάτευε απο την πανούκλα.

Ενα συννεφάκι ήλθε κι αυτό στο πανηγύρι

Ο Άγιος Χαράλαμπος όπως  είχα  διάβασει στο βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη «Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη» ήταν ο προστάτης  όλων των Κρητικών από την αρρώστια και γι’ αυτό τον λόγο, συνήθιζαν να κτίζουν τις εκκλησιές του Αγίου, στις εισόδους των χωριών, πάνω στους δρόμους απο όπου θα κατέφθανε. Και εκεί ο Άγιος με την δύναμη της πίστης αλλά και με τις προσευχές των πιστών θα στήλωνε εμπόδια και θα σταματούσε την πανούκλα που εκείνη την εποχή ρήμαζε την περιοχή.
Στα Σφακιά όμως χτίσαν τις εκκλησιές του Αγίου Χαραλάμπους πάνω στο γιαλό, εκεί που σκάει το κύμα, γιατί από εκεί  ήταν από όπου έρχονταν όλα πράγματα στον τόπο, τα εμπορεύματα, τα πλούτη, οι νέες ιδέες, τα μαντάτα αλλά και οι αρρώστιες.  Πράγματι τα Σφακιά εκείνης της εποχής, επειδή η άγονη γη δεν μπορούσε να θρέψει τους κατοίκους της, βρήκαν διέξοδο στη ναυτωσύνη, σκάρωσαν πλοία, ταξίδευσαν στα πέρατα της Μεσογείου και  δημιούργησαν σ’ αυτή τον απομονωμένο  τόπο της Κρήτης μιά  ευημερούσα πολιτεία.
«Πού ‘ναι η Χώρα τω Σφακιώ με τα πολλά καράβια,
με τσ’ εκατό τζη εκκλησιές, τα πλούσια σεράγια;
 To Mεσοχώρι, Μπροσγιαλός, το Θόλος, το Γιωργίτζι;
Ούλα γενήκασι σωρόςκαι δε βγορίζει σπίτι…»
Μ’ αυτό τον τρόπο περιγράφει μιά παλιά μαντινάδα  σε τέσσερεις αράδες, την ακμή και την καταστροφή των Σφακίων μετά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη.
Σαν κάναμε τον περίπατο μας  στο λιμανάκι των Σφακίων, επτά η ώρα το πρωί, θαυμάζοντας την ήρεμη θάλασσα και τα όμορφα καίκια, μας ανησύχησε η απόλυτη ησυχία. Πού λόγος για κανά καφέ, τα πάντα ήσαν κλειστά, αλλά και πουθενά κάποια ψυχή για να μας καθοδηγήσει προς το πανηγύρι. Πέρασε κάμποσος καιρός, εμείς συνέχιζαμε το σεργιάνι και κάπου ακούστηκε θόρυβος  αυτοκινήτου. Τρέξαμε. Ευτυχώς ήταν ο παπάς του χωριού με τις ψάλτριες που ξεκινούσαν για το πανηγύρι. Είχαμε πέσει διάνα. Μπρος αυτοί και πίσω εμείς τραβήξαμε κατά τον Άγιο. Ακολουθήσαμε μιά διαδρομή τριών χιλιομέτρων κατά μήκος της θάλασσας διασχίζωντας ένα βοσκοτόπι, πλημμυρισμένο απο κυκλάμινα, ίσως τα πρώτα που είχαν ανθίσει λόγω καιρικών συνθηκών στην Ευρώπη. Εκατοντάδες πρόβατα και ερίφια βόσκαν αμέριμνα, ενώ  πίσω τους άρχισαν να διαγράφονται καταχιονισμένα και  επιβλητικά  τα  Λευκά όρη.

Τα Λευκά Ορη

 Κατεβήκαμε τον μικρό γκρεμνό, από ένα μονοπάτι που είχε διανοιχθεί προσφάτως και φθάσαμε στον προορισμό μας. Μιά ευρύχωρη σπηλιά που τα τελευταία χρόνια απέκτησε ένα τοιχείο για να  την προστατεύσει απο τα πρόβατα όταν ερχόντουσαν εδώ για να ξαποστάσουν. Μεσ’ το υποτιθέμενο εκκλησάκι παλιά δεν υπήρχε τίποτα εκτός της εικόνας. Ούτε ιερό, ούτε τέμπλο ούτε άμβωνας. Το αρχέτυπο σκηνικό της απόλυτης λιτότητας.  Μόλις πριν δυό χρόνια κτίσθηκε ένα τοιχαλάκι με πόρτα για να διαμορφωθεί το ιερό. Μπροστά του τώρα  τοποθετήθηκε η εικόνα, και ένα μανουάλι για τα κεριά.

Η είσοδος στο εκκλησάκι

Οι ηλιακτίδες περνούσαν από την  ανοικτή πόρτα – φωτίζοντας μ’ έναν τρόπο υπερφυσικό το σπήλαιο -  και γλύκαιναν την  υγρή ατμόσφαιρα  που δεχόταν ήδη  ευωδιαστές ρυπές από το λιβάνι του θυμιατού.
Ο παπά-Αθανάσιος ξεκίνησε την Θεία Λειτουργία με μοναδικούς προσκυνητές εμάς! Σιγά-σιγά άρχισαν να καταφθάνουν οι  πανηγυράδες με τα σύνεργα και τρόφιμα. Η μπουκάλα του γκαζιού με μιά ιδιοκατασκευή για το μαγείρεμα, οι άρτοι, τα φαγητά, το κρασί. Στο εξωτερικό μέρος της σπηλιάς άλλοι στήναν τα τραπέζια και τους πάγκους, άλλοι οργάνωναν την κουζίνα ενώ οι περισσότερες γυναίκες κατευθύνονταν στο εσωτερικό για να προσκυνήσουν.

Το ιερό μεσ' τη σπηλιά

Αυτή τη φορά είχε παρουσιαστεί ένα  πρόβλημα. Οι συνεχόμενες βροχές των τελευταίων ημέρων, καλές, ποτιστικές είχαν κάνει  όμως σουρωτήρι την εξωτερική κυρίως σπηλιά όπου έσταζε σε πολλά σημεία και ήταν αδύνατον  να καθίσει κανείς. Ευρέθη λύση πάραυτα. Επιστρατεύτηκαν οι  παροπλισμένες «ομπρέλλες  πλάζ» ενός παρακείμενου ξενοδοχείου που από την μία μας προστάτευσαν από το νερό αλλά και από τον καυτό ήλιο που ήδη έδειχνε την δύναμή του.

Η ώρα του φαγητού

Η Λειτουργία τελείωσε, μοιραστήκαν οι άρτοι και ο κόσμος κάθισε για φαγητό. Γεμίσαν τα τραπέζια μεζέδες, τηγανητά ψάρια, σκάρους και μπακαλιάρο, ένα ανθότυρο εξαίσιο που δεν έχω ξαναβάλει στα χείλη μου, τα κρέατα και κρασί. Στην γωνιά που είχε πρόχειρα στηθεί το καζάνι, ο μάγειρας ανακάτευε ήδη το πιλάφι. Μας έδωσε τη συνταγή. « Παίρνουμε το κρέας και αφού το βράσουμε περνάμε το ζουμί από ένα σουρωτήρι για να μην ξεφύγουν τυχόν κοκαλάκια και τα ρίχνουμε στο ρύζι. Το καζάνι πρέπει να  ανακατεύεται συνέχως, μαλακά – για να μην κολήσει στον πάτο – μέχρι να τελείωσει η βράση. Στο τέλος ρίχνουμε ένα ποτήρι κρασιού στιμμένο λεμόνι για να ασπρίσει το ρύζι. Το καλύτερο μέρος του πιλαφιού πάντως είναι  το κατακάθι και όσοι το γευθούν, θα συγχωρνούν τα πεθαμένα τους καθώς θα γλείφουν τα χείλια τους από την ευχαρίστηση».
Τοπιλάφι ετοιμασθηκε. Μετά τη δοκιμή αρχισε η διανομή.

 Καθίσαμε στο τραπέζι του παπα-Αθανάσιου – μιά ευγενής και ευσεβής παρουσία – που γεννήθηκε στη περιοχή και είναι τωρα παπάς των Σφακιών κοντά στα δέκα χρόνια. «Το πανηγύρι ξαναγεννήθηκε τα τελευταία δέκα χρόνια, όταν φτιάξαμε όλα αυτά τα έργα. Πιο πρίν υπήρχαν κάτι ερειπωμένοι τοίχοι». Μας συστήνει  τον Νίκο Βοτζάκη, έναν τυπικά κρητικά ντυμένο κτηνοτρόφο, μαυροφορεμένο, με τα στιβάνια και με την μαύρη μαντήλα στο κεφάλι. « Είμαι γιδάρης με χίλια κομμάτια. Την οικογένεια την παρήγγειλα αλλά δεν ήλθε ακόμα…!» Η συζήτηση μαζι τους συνδετημόνες μας δεν είχε τελειωμό. Κάποια στιγμή αρχίσαν τα ριζίτικα. Τα τραγούδια αυτά κατάγονται από την εποχή της Βενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας καθώς ήταν τραγούδια που τραγουδούνταν στα ριζά των βουνών και αργότερα εξέφρασαν όλη την Κρήτη.
««Ηθελα και να κάτεχα και πέτε μου οι καμπίτες
αν τραγουδειτ’ ελεύθερα και σεις σαν τσ’αορίτες»

Και το γλέντι αρχίζει

Το τραγούδι ξεκίνησε πρώτα στο τραπέζι  όπου κάθονταν οι πρεσβύτεροι και ακολούθως σε κάθε νέα στροφή, ακολουθούσαν και  τ’άλλα τραπέζια με τη σειρά τους. Ήταν πράγματι ένα θέαμα-άκουσμα μοναδικό. Κάποια στιγμή αποφασίζω το θέαμα αυτό – το κατά πως γύριζε το τραγούδι από τραπέζι σε τραπέζι – να το πάρω με βίντεο για να έχω κίνηση και ήχο. Καθώς άρχισα να βλέπω και να τραβώ μέσα από την κάμερα, δεν πέρασαν ένα-δυό λεπτά και ξαφνικά ακούω ένα κροτάλισμα από πυροβολισμούς, ένα Καλάσνικωφ στην οθόνη μου, στα κεφάλια  μας να πέφτουν  βροχή οι κάλυκες και μένω εμβρόντητος… Η απόλυτη εμπειρία. Ισως ν’ έννιωσα όπως είχε νιώσει ο Βelon  πέντε αιώνες τώρα. Ζήτησα συγνώμη που κατέγραψα τέτοιες  αναπάντεχες στιγμές  που ενδεχομένως να βλάψουν κάποιον, αλλά η απάντηση που πήρα ήταν αποστομωτική.
 « Δείξε το. Να δουν όλοι πως γλεντάμε εδώ στα Σφακιά, την περίοδο του ΔΝΤ».  Εγώ πάντως το σκέφτηκα καλά,  και περιορίστηκα στο κείμενο με τις φωτογραφίες….

Και η εμπειρία κατεγράφηκε πρώτα στο αγαπημένο μου βιβλίαράκι

Πηγή

Καλό Τριώδιο!

Τριώδιο λέγεται το λειτουργικό βιβλίο [δηλ. βιβλίο που διαβάζεται στην εκκλησία κατά τις διάφορες ακολουθίες, δηλ. τελετές] που περιέχει υμνολογικό υλικό κυρίως του Εσπερινού και του Όρθρου [τι είναι ο Όρθρος (που τον έχεις παρακολουθήσει πολλές φορές, αλλά χωρίς να το ξέρεις), δες εδώ] και χρησιμοποιείται μαζί με το Μηναίο και την Παρακλητική στις Ιερές Ακολουθίες της περιόδου από Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι το Μεγάλο Σάββατο.
Ονομάζεται Τριώδιο, γιατί στις ιερές ακολουθίες του όρθρου, όχι των Κυριακών αλλά των άλλων ημερών της εβδομάδας, οι Kανόνες αντί να έχουν εννέα ωδές, όπως είναι η γνωστή και συνήθης μορφή τους, έχουν τρεις ωδές (=Τριώδιον), οι οποίες είναι σταθερά στην Η΄ και την Θ΄ ωδή και διαδοχικά μία από τις πέντε πρώτες [Κανόνας: σπουδαίο μουσικό και ποιητικό είδος του Βυζαντίου, στο οποίο είναι γραμμένα τα περισσότερα μουσικά μέρη που ψάλλονται στην εκκλησία, κατά τον Όρθρο. Ποιητές κανόνων ήταν και μεγάλοι άγιοι, όπως οι άγιοι Ιωάννης Δαμασκηνός, Κοσμάς ο Μελωδός, Ανδρέας Κρήτης, Ιωσήφ ο Υμνογράφος κ.ά., αλλά υπάρχουν και σύγχρονοι υμνογράφοι, όπως ο Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαναννίτης (δηλ. από τη "Μικρά Αγία Άννα" του Αγίου Όρους) κ.ά.].
Η περίοδος του Τριωδίου έχει σκοπό να μας προετοιμάσει με νηστεία, προσευχή και μετάνοια, για να υποδεχθούμε τα Άγια Πάθη του Κυρίου μας και την ένδοξη Ανάσταση Του. Το Πάσχα μας αποτελεί το διαρκές πέρασμα μας, την είσοδο μας στην «καινή ζωή της Βασιλείας». Για να βιωθεί με περισσότερη εσωτερικότητα η «εορτή των εορτών», είναι απαραίτητη η κατάλληλη εσωτερική προετοιμασία. Αυτή την διασφαλίζει η ευλογημένη περίοδος του Τριωδίου.
Η κατανυκτική περίοδος του Τριωδίου, που μέσα στους κόλπους της περιλαμβάνει τη Μεγάλη Σαρακοστή, αποτελεί για όλους τους πιστούς μοναδική ευκαιρία και δυνατότητα για πορεία μετανοίας. Την πνευματική πορεία μας την χαρακτηρίζει η μετάνοια που πρέπει να είναι συνεχής. Βέβαια, στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής χρειάζεται να είναι πιο έντονη μια και αυτή μας οδηγεί στον εορτασμό του Σταυρο-Αναστάσιμου Πάσχα. Να καθαρίσουμε δηλαδή την ύπαρξη μας από κάθε «μολυσμόν σαρκός και πνεύματος» και να δεχθούμε τον Χριστό στην ζωή μας.
Η περίοδος του Τριωδίου καλύπτει:
α. Τις τρεις εβδομάδες πριν από τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή (22 ημέρες).
β. Τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή (40 ημέρες, από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή πριν από το Σάββατο του Λαζάρου).
γ. Τις δυο ήμερες Σάββατο του Λαζάρου και Κυριακή των Βαΐων (συνδετικές ήμερες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής με τη Μεγ. Εβδομάδα).
δ. Τη Μεγάλη Εβδομάδα (6 ημέρες).

ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΥ
Οι τρεις πρώτες εβδομάδες λέγονται στην εκκλησιαστική γλώσσα «προφωνήσιμοι» διότι προαναφωνούν τους αγώνες που έχουμε να κάνουμε εναντίον των παθών και των δαιμόνων κατά την διάρκεια της Αγίας Τεσσαρακοστής.
 
Την Κυριακή αυτή διαβάζεται η ομώνυμη παραβολή (δες την εδώ), στην οποία διακρίνουμε τα αποτελέσματα της υπερήφανης προσευχής του «δικαίου» Φαρισαίου που τελικά δεν εισακούστηκε και της ταπεινής προσευχής του αμαρτωλού Τελώνου, του οποίου (η προσευχή) ανέβει στον ουρανό ως θυμίαμα και εισακούστηκε.
Με αυτόν τον τρόπο η Εκκλησία μας βοήθα να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη προσεγγίσεως της υψοποιού ταπεινώσεως, την οποία κάθε χριστιανός πρέπει να επιδιώκει μέσα στην περίοδο της αγίας Τεσσαρακοστής και κατ’ επέκταση στη ζωή του.
Ο ταπεινός άνθρωπος δεν κινδυνεύει να πέσει. «Ο υποκάτω πάντων ων, που πεσείται;» λέγουν οι Πατέρες. Δηλ. αυτός που τοποθετεί και θεωρεί τον εαυτόν του κάτω – κάτω, χαμηλότερα απ’ όλους, που θα πέσει; Και ο Μέγας Αντώνιοςέλεγε: «Είδα όλες τις παγίδες του εχθρού να έχουν απλωθεί πάνω στη γη και είπα λυπημένος: Ποίος άραγε μπορεί να τις αποφύγει; Και άκουσα φωνή πού έλεγε: Η ταπεινοφροσύνη!».
Η Εκκλησία μας θέλοντας να μας διδάξει την ταπείνωση του Τελώνη και να μας προφυλάξει από την υπερηφάνεια του Φαρισαίου, μας καλεί να ψάλλουμε: «Φαρισαίου φύγωμεν υψηγορίαν, και τελώνου μάθωμεν τό ταπεινόν, εν στεναγμοίς πρός τόν Σωτήρα».
 
Η παραβολή του «Άσωτου Υιού» ομιλεί για ένα πλούσιο νέο ο όποιος άσωτα κατασπατάλησε την περιουσία του σε χώρα μακρινή και στο τέλος κατάντησε να βόσκει χοίρους. Τότε μετανόησε και επέστρεψε στον πατέρα του, που τον δέχθηκε με άπειρη αγάπη και στοργή.
Η παραβολή είναι ανεξάντλητη σε νοήματα, αφού, όπως λέγεται, ολόκληρο το έργο της Θείας Οικονομίας ευρίσκεται μέσα σ’ αυτή. Το βαθύτερο νόημα της παραβολής είναι τετραπλό:
α. Η απελπιστική κατάσταση στην οποία φθάνει ο αμαρτωλός.
β. Η ανάγκη μετανοίας και τα σωτήρια αποτελέσματα της.
γ. Το μέγεθος της θείας Ευσπλαχνίας στην οποία μπορούν να στηρίζονται και οι πλέον αμαρτωλοί, ώστε να μη φθάνουν ποτέ στην απελπισία. Κανένα αμάρτημα, όσο μεγάλο κι αν θεωρείται, δεν μπορεί να υπερνικήσει τη φιλάνθρωπη γνώμη του Θεού και
δ. Η αποφυγή του αισθήματος της αυτάρκειας του δικαιωμένου, όπως θεωρούσε τον εαυτό του ο πρεσβύτερος υιός.
Εάν λοιπόν συναισθανθούμε την πραγματική πνευματική μας κατάσταση και με ειλικρίνεια ομολογήσουμε τα λάθη μας και την κατασπατάληση των ταλάντων πού μας χάρισε ο Θεός, θα καταλάβουμε ότι αυτή την Κυριακή όλοι μας εορτάζουμε και όλοι, κατά κάποιο τρόπο, είμαστε άσωτοι υιοί, απομακρυνθέντες από τον «Οίκον του Ουρανίου Πατρός μας».
 
Το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω, λέγεται «Σάββατο των Ψυχών» ή Ψυχοσάββατο. Είναι το πρώτο απ’ τα δύο Ψυχοσάββατα του έτους (το δεύτερο επιτελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής).
Ο λόγος που το καθιέρωσε η Εκκλησία μας, παρ’ ότι κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους, είναι ο εξής: Επειδή πολλοί κατά καιρούς απέθαναν μικροί ή στην ξενιτιά ή στη θάλασσα ή στα όρη και τους κρημνούς ή και μερικοί, λόγω πτώχειας, δεν αξιώθηκαν των διατεταγμένων μνημοσυνών, «οι θείοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι θέσπισαν το μνημόσυνο αυτό υπέρ πάντων των άπ’ αιώνος εύσεβώς τελευτησάντων Χριστιανών».
Επειδή την Κυριακή της Απόκρεω ποιούμε ανάμνηση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού και οι κεκοιμημένοι μας ακόμη δεν κρίθηκαν, τους μνημονεύουμε σήμερα και, επικαλούμενοι το άπειρο έλεος Του, παρακαλούμε τον Θεό με το μνημόσυνο πού κάνουμε, να τους αναπαύσει. Συγχρόνως δε, ενθυμούμενοι και εμείς το θάνατο και «διεγειρόμεθα προς μετάνοιαν…».
 
Η Κυριακή αυτή λέγεται έτσι, διότι από την επόμενη ήμερα (Δευτέρα) απέχουμε κρέατος. Δηλ. η Κυριακή της Απόκρεω είναι η τελευταία ημέρα της κρεοφαγίας μέχρι το Πάσχα και δεν επιτρέπεται ή κατάλυση κρέατος, εκτός αν πρόκειται για άρρωστους.
Οι θείοι Πατέρες έταξαν αυτή την Κυριακή να γίνεται ανάμνηση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού για να θυμόμαστε, όχι μόνο τη φιλανθρωπία Του (από την Κυριακή του Άσωτου), αλλά και τη δικαιοσύνη Του στην κρίση που θα γίνει μερικώς την ήμερα του θανάτου μας και τελικώς – τελεσιδίκως στη Δευτέρα Παρουσία Του.
Το Σάββατο των Οσίων Πατέρων
Μετά την προηγηθείσα (με τα προηγούμενα) παιδαγωγία, οι Θεοφόροι Πατέρες, μας προβάλλουν ήδη προς μίμηση και παρηγοριά όλους τους διαλάμψαντες οσίους και θεοφόρους Πατέρες και Μητέρες – Μοναχούς και Μοναχές πού αγίασαν με νηστεία – αγρυπνία – προσευχή και ταπείνωση.
Όλοι αυτοί που αποτελούν παραδείγματα αγώνος και μετανοίας μας παρακινούν και μας προτρέπουν στον πνευματικό αγώνα που αρχίζει, προς απόκτηση των αρετών, απόρριψη των κακιών και τελική κατάκτηση «των έπηγγελμένων ημίν αγαθών» (εγκόσμιων και υπερκοσμίων).
Κακώς επικράτησε να θεωρούνται το Σάββατο αυτό και το Α’ Σάββατο των Νηστειών (του θαύματος του Αγίου Θεοδώρου) ως Ψυχοσάββατα.
 
Η Κυριακή της Τυροφάγου
Μετά τη διακοπή της κρεοφαγίας, αυτή την εβδομάδα (τρίτη του Τριωδίου),όλες τις ημέρες της, τρώμε τυροκομικά, αυγά και ψάρια. Γι’ αυτό ονομάστηκε «Τυροφάγου» ή «Τυρινής».
Η Εκκλησία μας, χωρίς να θεωρεί μολυσμένη καμία τροφή, επιτρέπει τη βρώση γάλακτος και αυγών και όχι το πρόβατο ή το κοτόπουλο, που τα παράγουν, διότιδιακρίνει τις τροφές σε περισσότερο και ολιγότερο βοηθητικές στην εγκράτεια και κατά καιρούς άλλες επιτρέπει και άλλες απαγορεύει.
Μαζί με τη νηστεία λοιπόν, που αρχίζει μερικώς και σταδιακώς από την εβδομάδα αυτή, η Εκκλησία φέρει ενώπιον μας και μας θυμίζει με τα τροπάρια αυτής της Κυριακής, την εξορία των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, που έγινε λόγω της παρακοής τους (δεν τήρησαν τη νηστεία, σχετικά με τον απαγορευμένο καρπό). Αντί του Παραδείσου και της αιωνιότητας, βρήκαν το θάνατο.
Και εμείς καλούμεθα (με την υμνολογία της ημέρας) αυτό που έχασε ο Αδάμ με την ακρασία (ανυπακοή, αμετανοησία, εγωισμό και γαστριμαργία), να το κερδίσουμε με την εγκράτεια (υπακοή, μετάνοια, ταπείνωση και νηστεία) . Γι’ αυτό η Εκκλησία μας αυτή την Κυριακή μας τονίζει ότι: «Το στάδιον των αρετών ηνέωκται (άνοιξε) οι βουλόμενοι αθλήσαι (όσοι θέλουν ν’ αγωνιστούν) εισέλθετε…», ώστε, όσοι είναι καλοπροαίρετοι, ν’ αρχίσουν με όρεξη και χαρά τον αγώνα της Τεσσαρακοστής.
 
 
Οι μασκαράδες του Τριωδίου
Τα αποκριάτικα έθιμα του Τριωδίου, όπως είναι πια γνωστό, δεν είναι χριστιανικά, αλλά προχριστιανικά και ειδωλολατρικά. Κατάγονται από τη δεισιδαιμονία των αρχαίων Ελλήνων (όχι των φιλοσόφων, αλλά των πιστών της αρχαίας θρησκείας) ότι, για να έρθει η καινούργια άνοιξη, πρέπει η “θεά Φύση” να γονιμοποιηθεί σεξουαλικά από τις αρσενικές θεότητες που ζουν στα σκοτεινά δάση και τις σπηλιές. Οι “θεότητες”  αυτές χαρακτηρίζονταν “δαιμόνια” (=κατώτεροι θεοί) και ήταν, υποτίθεται, ζωόμορφες. Ιδίως είχαν μορφές τράγων, επειδή οι τράγοι έχουν μεγάλη σεξουαλική δύναμη – αλλά και άλλων ζώων: οι σάτυροι π.χ., κατά την αρχαία μυθολογία, είχαν αφτιά, πόδια και γεννητικά όργανα… γαϊδάρου.
Έτσι, οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ντύνονταν με προβιές (έπαιρναν δηλ. τη μορφή αυτών των αρσενικών και πρωτόγονων “θεοτήτων”) και χοροπηδούσαν στα δάση για να τις προσκαλέσουν, να κάνουν το “γάμο” τους με τη θεά Φύση. Απ’ τα τραγούδια αυτά (τις “ωδές των τράγων”) εξελίχθηκε αργότερα το πραγματικά σπουδαίο θεατρικό είδος της τραγωδίας (τράγου ωδή).
Επειδή τα ειδωλολατρικά έθιμα παρέμειναν στους λαούς, κατά κανόνα, και μετά την αποδοχή του χριστιανισμού, παρέμεινε και αυτή η συνήθεια με τις μεταμφιέσεις. Γι’ αυτό η παραδοσιακή ελληνική αποκριάτικη μεταμφίεση (το ελληνικό καρναβάλι) είναι τραγόμορφοι μασκαράδες ζωσμένοι με μεγάλες κουδούνες:
Η οργιαστική αυτή “λατρεία” (που δεν είναι πια λατρεία, αλλά παιχνίδι) δεν είναι συμπαθής στους παραδοσιακούς χριστιανούς, που -σοφά- δεν ξεχνούν ότι πρόκειται για πρόσκληση δαιμονίων… Όσο για το μοντέρνο εισαγόμενο καρναβάλι, σίγουρα δεν έχει καμία σχέση με το ορθόδοξο πνεύμα του Τριωδίου. Είναι μάλλον ευκαιρία να ξεχνάμε το Θεό και να πέφτουμε στην αμαρτία, δήθεν “απελευθερωτικά”… . ΚΑΛΟ ΤΡΙΩΔΙΟ!!