Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά.... Εθιμα της Πρωτοχρονιάς στη Σαντορίνη

 " Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά..."

¨Παραμονή το βράδυ τα παιδιά όπως συνηθιζονταν παντού πήγαιναν να πουν παντού τα κάλαντα στο χωριό.

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς υπήρχε ένα παλιό έθιμο που οι ρίζες του φθάνουνε στους βυζαντινούς χρόνους. Όλα τα παιδιά του δημοτικού σχολείου έπρεπε μετά τη λειτουργία να πάνε την "καληχέρα" στο δάσκαλό τους και να του πουνε τα χρόνια πολλά. Του πηγαίνανε ότι είχανε προαίρεση χρήματα, αυγά, ή κοτόπουλα.

Ο αφέντης κάθε φαμέλιας από την άλλη έπρεπε να επισκεφθεί τους συγγενείς του για να δώσει και εκείνος τις "καληχέρες" στα παιδιά. το ίδιο και ο σάντουλος στους φιλιότσους του.

Ενα χαρακτηριστικό γλυκό της Σαντορίνης για το οποίο η συνεργάτης μας από την Οία μας στέλνει και τη συνταγή είναι οι τηγανίτες.

Οι "τηγανίτες" στην Οία ουσιαστικά είναι τα αντίστοιχα Μικρασιάτικα "κατιμέρια" δηλαδή μικρά τηγανητά πιτάκια από αλευροχυλό (κάτι σαν λουκουμάδες) περιχυμένα με πετιμέζι.

1 πακέτο αλεύρι κόκκινο ("που φουσκώνει μόνο του"),  μισο κουτάλι αλάτι, 1 κουτάλι σόδα, 2 ποτήρια χλιαρό νερό, λάδι για το τηγάνισμα

πετιμέζι

Σε μια λεκάνη βάζουμε το αλεύρι, το αλάτι, τη σόδα ανακατεύουμε και κατόπιν σιγά-σιγά ριχνουμε το νερό, ανακατεύοντας μέχρι να γίνει ένας πηχτός χυλός. Βάζουμε το λάδι στο τηγάνι και το αφήνουμε να κάψει. Αφου κάψει το λάδι...βάζουμε στη χούφτα μια κουταλιά απο τον πηχτό χυλό, το πλάθουμε να γίνει "πλακουτσωτό" να πάρει δηλαδή σχήμα σαν ένα πιτάκι και το ρίχνουμε στο τηγανι. Το αφηνουμε μέχρι να ροδίσει η μια πλευρά, το γυρίζουμε απο την αλλη. Αφού φτιάξουμε όλες τις τηγανίτες, τις περιχύνουμε με πετιμέζι και τις σερβίρουμε.

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Οίας Σαντορίνης

Άγιος Βασίλης έρχεται γεμάτος με τα δώρα
φέρνει ευχές και ευλογιές σε Φοινικιά και Χώρα

Φέρνει μαζί του αγιασμό, να αγιάσει τα αμπέλια
για να γεμίσουν με κρασί, άφουρες και βαρέλια

Φέρνει και κάτω στο γιαλό, κατάρτι ασημένιο
για να γενεί με το καλό, και αυτό μαλαματένιο

Για αυτό αν έχεις γιο μικρό, βάλτο’ νε στο μουράγιο
να αξιώσει ο Άγιος, να γίνει καπετάνιος

Κι αν έχεις κόρη παντρειάς, δωσ’ της Πανωμερίτη
για να τη δεις αρχόντισσα, να κουμαντάρει σπίτι

Χρόνους πολλούς να χαίρεστε, α είστε ευτυχισμένοι
και από καράβια και κρασί, να είστε πλουτισμένοι


Και άλλα Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Σαντορίνης

Αρχιμηνιά κι αρχίχρονιά κι αρχή του Γεναρίου
Κι αρχή που βγήκε ο Χριστός στη γη να περπατήσει
Κι εκεί που επερπάτησε χρυσό δενδρί εβγήκε
Χρυσά ταν τα κλωνάρια του κι ολάργυρη η κορφή του

Και στα περικλωνάριά του πουλιά κι εκελαδούσαν
Και ΚΑτεβαίναν τα πουλιά μαύρα μου μάτια και γλυκά
Και πίναν και ανέβαιναν και ροδόσταμο ερραίναν
Δεν ήταν μόνο πέρδικες γαρουφαλιές λεβέντισσες

Ήταν και τρυγονάκια μαύρα μου γλυκά ματάκια.
Κι έρραιαν τον αφέντη μας, τον Ρήγα τον λεβέντη μας,
Τον πολυχρόνεμένο μας και στον κόσμο ξακουσμένο.

Εσένα πρέπει αφέντη μου καράβι ν αρματώσεις
Και τα σκοινιά του καραβιού να τα μαλαμτώσεις
\και πάλι ξαναπρέπει σου καρέκλα καρυδένια
Για να ακουμπας τη μέση σου τη μαργαριταρένια.

Και πάλι ξαναπρέπει σου καρέκλα να καδίζεις
Με το ένα χέρι να μετράς, με το άλλο να δανείζεις
Και πάλι ξαναπρέπει σου καρέκλα να κοιμάσαι
Βελούδα να σκεπάζεσαι να μην κρυολοάσαι.

Πολλά παμε τ’ αφέντη μας ας πούμε και της κυράς μας,
Κυρά ψηλή, κερά λιγνή κερά καμαροφρύδα,
Κυρά μ όντας θα στολιστείς, να πας στην εκκλησιά σου,
Βανείς τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι σου στα στήθη
Και του κοράκου τα φτερά βάνεις καμαροφρύδι.

Πολλά παμε και της κυράς ας πουμε και της κόρης
Έχεις και κόρη όμορφη γραμματικός την θέλει.
Μ αν είναι και γραμματικός πολλά προυκιά γυρεύει.
Γυρεύει αμπέλι ατρύητο, χωράφια με τα στάχυα.
Γυρεύει και τη Βενετιά, μ όλα της τα καράβια
Γυρεύει και τον κυρ Βοριά να τα καλαρμενίζει.

Έχεις και γιο στα γράμματα και σέρνει το κοντύλι
Να τον αξιώσει ο Θεός να βάλει πετροχείλι.
Για δώσε μας τον πετεινό, για δώσε μας την κόττα
Για δώσε μας την σφαντζικα να φύουμε από την πόρτα.

Βγάλτε τη μπότσα με κρασί, κορώνα μου ζωγραφιστή,
Βγάλε να μας κεράσεις που να ζεις και να γεράσεις.
Επάνω στο παράθυρο στέκει ένα γαρούφαλλο,
Στέκει μια περιστέρα και του χρόνου τέτοια μέρα.

Καλή Χρονιά γεμάτη μεράκι                                                        http://kallistorwntas.blogspot.com/2010/12/blog-post_30.html

Η τελευταία Πρωτοχρονιά στη Μικρά Ασία


Ογδόντα οκτώ χρόνια από την Τελευταία Πρωτοχρονιά της Μικρασίας, την Πρωτοχρονιά του μοιραίου έτους 1922, ας στρώσουμε τη θύμησή της με ροδανθούς και υάκινθους, αφήνοντας τη φαντασία να μας σεργιανίσει σε παρα­δείσους χαμένους αλλά όχι ξεχασμένους: το Αϊβαλί, τα Αλάτσατα, το Αδραμύτιο και τοΑίδίνι∙ τα Βουρλά, το Δικελί, την Έφεσο και τον Τσεσμέ∙ τη Μενεμένη και τα Μουδανιά∙ το Μαρμαρίσι και τα Μοσχονήσια∙ την Προύσα, την Πάνορμο και την Πέργαμο∙ τη Σινώ­πη, τη Σαμψούντα και την Τραπεζούντα∙ τις Φώκιες και τη Σμύρνη, το “Διαμάντι της Ανατολής”, το “Στέμμα της Ιωνίας” την “πόλη του θρύλου και του πόνου”…

Η Σμύρνη, η “γκιαούρ Ισμίρ”, υποδέχεται την Πρωτοχρονιά του ’22 με ευχές στα αρμενικά, τα ιταλικά, τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ολλανδικά και κυρίως στα ελληνικά, αφού η συντριπτική πλειο­ψηφία είναι Έλληνες. Η Σμύρνη με τα τριάντα σχολεία (: την Ευαγγελική Σχολή, το Κε­ντρικό Παρθεναγωγείο, το Ομήρειο Ίδρυμα κλπ,), με τα τέλεια οργανωμένα νοσοκομεία (με πρώτο και καλύτερο το Γκραικικόν) και τους αρρώστους που καταφθάνουν από παντού για να θεραπευτούν, με τα δραστήρια φιλανθρωπικά της ιδρύματα (: το Άσυλο των Αστέγων, το Λαϊκό Κέντρο, το Ορφανοτρο­φείο, τη Φιλόπτωχη Αδελφότητα, το Ταμείο Φτωχών, την Αδελφότητα “Ευσέβεια”, το Σύλλογο Κυριών κ.ά.), με τους δημιουργικούς πνευματικούς συλλόγους της (όπως ο Φι­λολογικός Σύλλογος “Όμηρος”, ο Καλλιτεχνικός, ο δημοσιογραφικός κ,ά,), με τα αθλη­τικά σωματεία της (όπως ο Πανιώνιος και ο Απόλλων) και τις λέσχες της, που συγκέντρωναν όλη την “εκλεκτή κοινωνία”, με τα πολυτελή θέατρα (όπως η Νέα Σκηνή, το Θέατρο Σμύρνης, το Σπόρτιγκ Κλαμπ, το Κράιμερ ή το Γκαίυ) και τους δώδεκα κινηματογρά­φους της, με τις κατάμεστες τράπεζες…και προπαντός η ονειροπόλα Σμύρνη με τον απελευθερωτικό ελληνικό στρατό και με τις δεκαέξι πανέμορ­φες ορθόδοξες εκκλησίες της υποδέχεται τον Αϊ-Βασίλη και τον καινούριο χρόνο….

Η μητρόπολη Αγία Φωτεινή λαμποκοπά μέσα κι έξω. Ο επιβλητικός μητροπολίτης Χρυ­σόστομος με τα χρυσά άμφια και την πατερίτσα του αστράφτει σαν αληθινός βυζαντινός αυτοκράτορας πάνω στο θρόνο του. Το βλέμμα του όμως είναι βυθισμένο στοχαστικά και ανήσυχα στο μέλλον. Λαλεί χαρμόσυνα το πανύψηλο καμπαναριό της Αγίας Φωτεινής καθώς το μεγάλο βαυαρικό ρολόι του δείχνει ακριβώς 12 κι αντιλαλούν οι καμπάνες των άλλων εκκλησιών απ’ την πόλη και τα μαγευτικά περίχωρά της: το Κορδελλιό, το Αλάμπεη και την Παπασκάλα∙ τα Πετρωτά, την Αγία Τριάδα και το Μερσικλή∙ το Βαϊρακλή και το Δραγάτς∙ το Καρατάσι και το Σαλαγανό∙ την Καλλιθέα(Καραντίνα), την Ενόπη (Γκιοζ Τεπές) και τη Μυρακτή (Κοκάρ-Γιαλή)∙ το Βουρνόβα, το Χατζηλάρ και το Βουνάβασι∙ τον Παράδεισο, το Βουτζά και το Σεβδήκιοϊ…

«Τα στενά της σοκάκια, οι φαντασμαγορικοί βερχανέδες της, τα αρχαϊκά της σπίτια, τα καφασωτά παράθυρα, τα αιώνια μπαλκόνια, οι μιναρέδες, τα ψηλά κωδωνοστάσια, οι τρούλοι της, τα σαχνισίδια της μέσα στο τρεμουλιαστό φως των φαναριών της έδιναν στην πόλη μια εντύπωση έντονα ειδυλλιακή, κάποιο μυστικισμό…»(2) πάντοτε. Μέσα όμως στη νύχτα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς του ’22 οι μιναρέδες και τα κωδωνοστάσια έμοιαζαν να αποκρεμιούνται σ’ ένα αγκάλιασμα ερωτικό ή θανατηφόρο – δεν ήξερες!

«Το Και, το Παραλλέλι, η Μπελαβίστα, οι Βερχανέδες, οι Μεγάλες Ταβέρνες, το Μπουλβάρ-Αλιότι, ο Κουλές, τα Τράσα (…), τα βαποράκια του Κορδελλιού, το τραμ της πλακόστρωτης προκυμαίας που το ‘σερναν άλογα, τα κατάμεστα με εύθυμο κόσμο κέντρα, τα μονά ζυγά φιστίκια, τα “πολιτάκια” με τα σαντούρια, όλα έμοιαζαν σαν εύθυμες κτυπητές κορδέλες που έπλεκαν ένα χαρωπό γαϊτανάκι. Και μέσα σ’ αυτά η μητέρα να μπαινοβγαίνει με τα παιδιά στα καταστήματα και ν’ αγοράζει τη χαρά του περιττού μέσα σε μεγάλα και μικρά πακέτα…».(3)

Άσε τι γινόταν με τη βασιλόπιτα. «Η νοικοκυρά έβαζε μέσα το φλουρί. Η ίδια σχεδίαζε δικέφαλους αητούς και διάφορα πλουμιά με καρεφύλλια και μύγδαλα [Συνή­θως πατούσε στη μέση μια ρομβοειδή σφραγίδα με το δικέφαλο αητό, απ' αυτές που σκά­λιζαν οι μοναχοί στο Άγιο Όρος]. Η ίδια σκαρίφιζε με ζυμάρι τη χρονολογία. Σαν τρελά μπαινόβγαιναν τα παιδιά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Πότε θα ‘ρθει η ώρα να κό­ψουν την πίτα… Να δουν σε ποιον θα πέσει το φλουρί… Πότε θα μοιράσουν τα ρεγάλα και τους μποναμάδες… Κι οι μεγάλοι αγωνιούσαν για τα ρεγάλα. Ήξεραν ότι όλα ήταν αγο­ρασμένα απ’ του Ξενόπουλου, απ’ τον Μπον Μαρσέ, απ’ τα μεγάλα καταστήματα της Σμύρνης. Πάνω στο στρογγυλό τραπέζι της τραπεζαρίας, η γελένη γεμάτη καρύδια, μύ­γδαλα, φουντούκια, “μάνα του Ουρανού”, κουκουνάρια, σταφίδες, σύκα, κουρμάδες, δα­μάσκηνα, λεμπλεμπούδες. Στη μέση ένα αναμμένο κερί, και τα παιδιά να μπαινοβγαί­νουν, να γεμίζουν τις τσέπες και να μασουλίζουν. Δε σταματούσαν τα κάλαντα και οι ευ­χές στην ξώπορτα…».(4)

Βέβαια, «κάθε παλιά Σμυρνιά, την παραμονή στον εσπερινό, έστελνε στον εφημέριο της ενορίας το κόνισμα του Αγίου Βασιλείου με τον άρτον για το Ύψωμα. Και την άλλη μέρα, ξωλείτουργα ο παπάς ήθελε να πάει στο σπίτι να ψάλει το Απολυτίκιον και το Μεγαλυνά­ριον του Αγίου: “Τον ουρανοφάντορα του Χριστού…”. Η νοικοκυρά κρατούσε μια άσπρη πετσέτα ανοιχτή και ο παπάς βαστώντας τον άρτον τον ύψωνε εκ τρίτου αναφωνών: “Μέγα το όνομα…”. “Της Αγίας Τριάδος”, συμπλήρωνε η οικοδέσποινα. “Πάτερ όσιε, βοήθει τους δούλους σου”, ξανάλεγε ο παπάς κι έκοβε ανάλογες μερίδες, ευλογία για τους εορτάζοντας… Στο Γιαμανλάρ νταγ το πρωί της Πρωτοχρονιάς, όταν ξυπνούσαν οι άνθρωποι, ήθελε να κοιτάξουν το βουνό και να ευχηθούν: “Να είναι στερεωμένοι όλο το χρόνο”. Αν το βουνό ήταν χιονισμένο, αυτό σήμαινε ότι ο χρόνος θα τους ήταν ευτυχισμένος…».(5)

Παρόμοιες σκηνές εκτυλίσσονται παντού…

Στην Κρήνη (Τσεσμές), μετά το κόψιμο και το μοίρασμα της πίτας, άφηναν όλα τα κομμά­τια της πάνω στο τραπέζι μαζί με γλυκά και νερό, για να κατέβει τη νύχτα ο Αϊ-Βασίλης να φάει και να ξεδιψάσει.(6) Επίσης , έσφαζαν στο κατώφλι της πόρτας μια κόττα ή ένα διάνο “για το καλό”.(7)

Στη Χίο της Βιθυνίας, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ο νοικοκύ­ρης κάρφωνε ένα κλαδάκι ελιάς πάνω στη βασιλόπιτα, που ακουμπούσαν όρθια στον τοίχο και λειτουργούσε ως ειδώλιο του Αϊ-Βασίλη. Πάνω στο κλαδάκι όλα τα μέλη κρεμούσαν τα χρυσά τους (βραχιόλια, αλυσίδες, σκουλαρίκια, δακτυλίδια κ.ά.) και τα άφηναν εκεί όλη τη νύχτα, για να τους φέρει ο Αϊ-Βασίλης ευτυχία.(8)

Στις Κυδωνίες (Αϊβαλί) η νοικοκυρά σχημάτιζε με ένα πιρούνι πάνω στην πίτα ένα σταυρό “τσιμπιστό”, για να… βγαίνουν τα μάτια των εχθρών και να μην τους γλωσσοτρώνε, ενώ με ένα κλειδί έκαναν διάφορα πλουμιά για να “κλειδώνεται” το στόμα των εχθρών. (9) Εξάλλου, όποιος κέρδιζε το φλουρί δεν το έπαιρνε. Το εξαγόραζε η νοικοκυρά, γιατί ήταν γρουσουζιά να φύγει από το σπίτι.(10)

Στον Πόντο τοποθετούσαν στο εικονοστάσι έξι κλαδιά ελιάς και έξι δάφνης με την ευχή: “ήρθε καλοχρονιά, ας πάει κακοχρονιά”. Επίσης τα κορίτσια έριχναν στη θάλασσα στάρι και αλάτι και έφερναν στο σπίτι θαλασσινό νερό με βότσαλα, που σκόρπιζαν στα δωμάτια, για να έχουν αφθονία αγαθών. Στη Σινώπη, ειδικότερα, κάθε Πρωτοχρονιά κάρφωναν πάνω από το τζάκι ένα νέο κλαδί ελιάς, για να τους δίνει νέα ζωή (11), ενώ όποιος έβρισκε το φλουρί έπρεπε να πάει πρωί πρωί στη βρύση να αφήσει ένα κομμάτι πίτα αλειμμένο με μέλι και βούτυρο, για να εξευμενίσει το στοιχειό που κατοικούσε σ’ αυτή, και να φέρει στο σπίτι ένα κουβά “αγιοβασιλιώτικο νερό” για ανανέωση. (12)

Στα Κοτύωρα καλό σημάδι για την οικογένεια ήταν να πέσει το νόμισμα στην Παναγία, που της “μελετούσαν” και το πρώτο κομμάτι. (l3)

Στην Κασταμονή, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, οι νοικοκυρές εκτός από τη βασι­λόπιτα ετοίμαζαν και τον αϊβασιλιώτικο χαλβά και μάλιστα με ιδιαίτερη φροντίδα, γιατί από την επιτυχία του εξαρτούσαν την τύχη της χρονιάς. Μετά τον Εσπερινό, τέσσερις ομάδες μαθητών με λευκούς χιτώνες, γαρνιρισμένους με θαλασσί χρώμα και με πολύχρω­μα φαναράκια στα χέρια επισκέπτονταν όλα τα σπίτια. Τα κεράσματα ήταν ρακί και μεζέ­δες για τους μεγάλους και ξηροί καρποί ή φρούτα για τους μαθητές. Με τα χρήματα που εισέπρατταν κάλυπταν έξοδα του σχολείου…(14)

Έτσι έγιναν όλα, όπως κάθε χρόνο, την Πρωτοχρονιά του 1922. Όμως, μήπως δε σταύ­ρωσαν την πίτα “τρις” με το μαχαίρι; Μήπως δε “μελέτησαν” σωστά τα κομμάτια της; Μήπως δεν πάτησαν σωστά πάνω της τη σφραγίδα και ο δικέφαλος αποτυπώθηκε μονοκέ­φαλος ή ακέφαλος; Μήπως το “φλουράκι” το κέρδισε το Τουρκάκι που παραστεκόταν ή του το “μαρτύρησε” το πονηρό Φραγκάκι; Μήπως δεν πέτυχε ο αϊβασιλιώτικος χαλβάς της Κασταμονίτισσας; Μήπως ξέχασαν να ανανεώσουν τα παλιά κλαδιά ελιάς και δάφνης στα εικονοστάσια τους; Ή μήπως το πρωί της Πρωτοχρονιάς του ’22 πυκνή ομίχλη έκρυβε τη θέα του αχιόνιστου Γιαμανλάρ Νταγ; Μήπως, πάλι, έπιασαν κάποιες κατάρες των Λε­βαντίνων εμπόρων που είχαν θησαυρίσει κάτω απ’ το παλιό τουρκικό καθεστώς των διο­μολογήσεων και τώρα έβλεπαν ότι δεν μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τους Έλληνες; Ή μήπως πίσω απ’ τα καφάσια των παραθύρων τα κατακόκκινα από λύσσα μάτια των Τούρκων “μάτιαζαν” το Ελληνικό στοιχείο, που ζούσε το όνειρο της Ανάστασης; Δεν μπορεί, κά­ποιο κακό σημάδι θα είδαν οι Μικρασιάτες την παραμονή ή ανήμερα της Πρωτοχρονιάς!…

Την Πρωτοχρονιά του 1922 η τραγωδία του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας βρί­σκεται σε κορύφωση. Όλα όμως έγιναν όπως κάθε χρόνο στη “Βασιλίδα της Ιωνίας” και τα περίχωρά της. Γιατί, όπως γράφει ο Η. Βενέζης, «Η καταιγίδα, η καταστροφή πλησία­ζαν. Εμείς ήμαστε τότε σχεδόν παιδιά, δεν είχαμε νου και μάτια να δούμε. Αλλά οι πατέρες μας, που είχαν και τα δυο, δεν ήθελαν να δουν. Δεν είχαν μήτε φαντασία. Η ζωή των ελληνικών κοινοτήτων συνεχιζόταν μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα ευφορίας – που είναι χαρακτηριστική των απελπισμένων καταστάσεων…».(12) Για κάποιους ασφαλώς στα παρασκήνια ή και στις κερκίδες του παγκόσμιου αυτού θεάτρου όλα αυτά είναι απλώς στοιχεία τραγικής ειρωνείας, αφού το ξέρουν ή το φαντάζονται ότι πρόκειται για την τελευταία Πρωτοχρο­νιά των Ελλήνων στη Μικρά Ασία.

Το τελευταίο, βέβαια, επεισόδιο της τραγωδίας (η «κα­ταστροφή», η «έξοδος») θα παιχτεί «επί σκηνής» τον Αύγουστο του ίδιου έτους…

Από τότε οι Ελληνομικρασιάτες, μπορεί να μετρούσαν όπως όλοι οι χριστιανοί το χρόνο με αφετη­ρία τη Γέννηση του Χριστού, ως πρόσφυγες όμως αναμετρούσαν το χρόνο με αφετηρία την αποφράδα εκείνη μέρα του Αυγούστου που οι πύρινες γλώσσες έζωσαν θανατηφόρα τον Ελληνι­σμό της Μικρασίας, αφανίζοντας ένα μεγάλο κομμάτι του και ξεριζώνοντας το υπόλοιπο από τα χώματα όπου για τριάντα ολόκληρους αιώνες ζούσε και δημιουργούσε έργα θαυ­μαστά. Γι’ αυτό και η βασιλόπιτά τους ουσιαστικά ήταν συνδυασμός του “εορτα­στικού” άρτου και του “μελίπηκτου” των αρχαίων προσφορών προς τους θεούς και προς τους νεκρούς αντίστοιχα!…

Υ.Γ. Πριν από 15 χρόνια, παρουσιάζοντας τα έθιμα αυτά στην εκδήλωση κοπής της πίτας του ενιαίου τότε Συλλόγου Μικρασιατών Ρεθύμνου στο Δημαρχείο της πόλης μας, είχα προτείνει να κόβονται δύο βασιλόπιτες, όπως ήταν το έθιμο στην Αρτάκη της Κυζίκου(15): μια «ανεβατή», αφιερωμένη στο Χριστό, τον Αϊ-Βασίλη και τους οικείους και μία «λειπανάβατη», αφιερωμένη στους νεκρούς μας, θαμμένους και άταφους. Πράγματι οι Μικρασιάτες του Ρεθύμνου δεν άργησαν να κόβουν δύο πίτες∙ όχι, όμως, κατά το έθιμο της Κυζίκου αλλά κατά τις ε-πιτα-γές του διχασμού, που του επέτρεψαν να τους κάνει “ποδαρικό”!!…

Ι) Ισαβέλλα Μαλόβρουββα, «Σμύρνη, Διαμάντι της Ανατολής. Περιοδεία φαντασίας στην παλαιά Σμύρνη», Μικρασιατικά Χρονικά, τόμος Α’, σελ. 181-184. 2) Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν, σελ. 54. 3) lφιγένεια Χρυσοχόου, Ξεριζωμένη Γενιά, σελ. 394. 4) Σωκράτης Ρωνάς, «Λαϊκό Μηνολόγιο Σμύρνης», Μικρασιατικά Χρονικά, τόμος Ζ’, σελ. 310. 5) Δημ. Λουκάτος, ” Το έθιμο της Βασιλόπιτας”, Μικρασιατικά Χρονικά, Τόμος Ι΄, σελ. 121. 6) Δημ. Λουκάτος, ό.π., σελ. 123. 7) Γεώργιος Μέγας, Ελληνικαί εορταί και έθιμα λαϊκής λατρείας, Αθήνα 1956, σελ. 61. 8 ) Δημ. Λουκάτος, ό.π., σελ. 124. 9) Γ. Μέγας, ό.π., σελ. 60-61. 10) Δημ. Λουκάτος, ό.π., σελ. 125. 11) Γ. Μέγας, ό.π., σελ. 72. 12) Γ. Μέγας, ό.π., σελ. 70. 13) Λύσανδρος Θεοδωρίδης, «Η Παραμονή του Αγίου Βασιλείου εις Κασταμονήν», Μικρασιατικά Χρονικά, τόμος Β’, σελ. 172. 14) Ηλίας Βενέζης, Μικρασία, Χαίρε, σελ. 37-38. 15) Δημ. Λουκάτος, ό.π., σελ. 108

πηγή: άγονη γραμμή

ΚΙΟΣ ΒΙΘΥΝΙΑΣ - Έθιμα Πρωτοχρονιάς


Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς η νοικοκυρά έκανε μια πίτα, τον «Αϊ-Βασίλη». Μέσα στην πίτα έβαζε ένα φλουρί κι απάνω πατούσε το δικέφαλο αετό, τέσσερις φορές σταυρωτά, με τις κεφαλές προς τη μέση. Το βράδυ στις 8 έστηναν τον ψημένο Αϊ-Βασίλη στην άκρη του τραπεζιού όρθιο κι ακουμπούσε στον τοίχο. Έπαιρνε τότε ο νοικοκύρης το κλωνάρι της ελιάς που είχε κόψει το πρωί και το κάρφωνε στον Αϊ-Βασίλη λέγοντας τις παρακάτω ευχές : «Με το καλό να μπει Αϊ-Βασίλης», «Να 'μαι γερός να ξανακάμομε την πίτα». Κατόπιν, αν είχαν χρυσή αλυσίδα την έβγαζαν και την κρεμούσαν στον Αϊ-Βασίλη. Ένα - ένα μέλος της οικογένειας τότε πλησίαζε και κρεμούσε ό,τι χρυσό αντικείμενο είχε κι έλεγαν «Και του χρόνου να 'μαστε καλά!». Το πρωί, ύστερα από την εκκλησιά, έκοβαν την πίτα. Κάθιζαν όλοι γύρω από το τραπέζι κι ο νοικοκύρης έκοβε την πίτα σε κομμάτια. Το πρώτο ήτανε του νοικοκυριού, το δεύτερο του Αϊ-Βασίλη, το τρίτο της νοικοκυράς, το τέταρτο της δουλειάς, τα υπόλοιπα των μελών της οικογένειας και ένα για τους ξένους. Αμέσως ψάχνει καθένας να δει αν του έτυχε το φλουρί. Κοιτάζουν και το κομμάτι της δουλειάς. Αν τύχει εκεί το φλουρί η δουλειά θα πάει καλά όλο το χρόνο
http://www.pass2greece.gr/culture_det.asp?culture_id=28

Τα Αγιοβασιλιάτικα καραβάκια της Χίου




Στην πόλη της Χίου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς υπάρχει ένα έθιμο, τα αγιοβασιλιάτικα καραβάκια. Σύμφωνα με αυτό, οι ενορίες κατασκευάζουν πλοία, σε σμύκρινση. Αυτά συναγωνίζονται μεταξύ τους ως προς την ποιότητα κατασκευής και ως προς την ομοιότητα με τα πραγματικά πλοία, ενώ οι ομάδες, το πλήρωμα, του κάθε πλοίου τραγουδούν κάλαντα.

πηγή

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Γυναικεία ενδυμασία Μεγάρων


Γυναικεία ενδυμασία Μεγάρων - Αττική, 19ος - 20ός αι. Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α. Μ. 6299

 Στην τοπική ορολογία η μεγαρίτικη νυφική φορεσιά ονομάζεται κατηφένια. Βασικό εξάρτημά της είναι το φουστάνι αναγεννησιακού τύπου, που το χρώμα του υποδηλώνει την ηλικία της γυναίκας (πράσινο γιατις νέες, μπλε για τις ηλικιωμένες). Πάνω από αυτό φορούν το βελούδινο ζιπούνι με τα χρυσοκεντήματα ενώ η ποδιά είναι επηρεασμένη από σχέδια περιοδικών μόδας της εποχής. Το στήθος καλύπτεται με άλυσες ή καδένα ενώ το κεφάλι στολίζεται από το φέσι με τους ασημοπαράδες και την ομπόλια.

μεγέθυνση

πηγή:  http://www.europeana.eu/portal/record/08540/8A88DD9D25024954DCAA032D35B9FC900CDD3155.html?start=5

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Μεντενές


Μεντενές 19ος αι., Ύψος, 43 εκ. Σκύρος, Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α.Μ. 13540

Μεντενές, εξάρτημα της νυφικής φορεσιάς της Σκύρου. Πρόκειται για κοντό ζακετάκι μέχρι τη μέση, εφαρμοστό, χωρίς κούμπωμα με μακριά μανίκια σχιστά στο σημείο της ραφής. Φοριέται μεταξύ πρώτου και δεύτερου πουκάμισου και βοηθάει να στέκεται όμορφα το πουκάμισο με το μάλαμα (χρυσοκέντημα). Αποτελείται από χρυσοϋφασμένη στόφα με κόκκινο κάμπο και φυτικά διακοσμητικά μοτίβα με άνθη και φύλλα και είναι φοδραρισμένο με άσπρο βαμβακερό ύφασμα, ενώ τα φύλλα των μανικιών με πράσινο μεταξωτό ύφασμα.

μεγέθυνση

πηγή:  http://www.europeana.eu/portal/record/08540/C6FC0152ADAB02DFC7960AF6ED51FA3901114FB8.html

Ανδρική τσοπάνικη ενδυμασία Σκύρου


Ανδρική τσοπάνικη ενδυμασία Σκύρου 19ος - 20ός αι. Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α. Μ. 5281

Η ανδρική ενδυμασία της Σκύρου είναι γνωστή ως τσοπάνικη. Το πουκάμισο λινομέταξο ή μεταξωτό έχει στις ενώσεις του αρατζιδέλα, είδος σκυριανής δαντέλας με τη βελόνα. Η βράκα είναι από χοντρό βαμβακερό ύφασμα, βαμμένη μπλε σκούρα και γυαλισμένη από ειδικό τεχνίτη. Το ζωνάρι είναι λευκό, υφαντό βαμβακερό. Το σταυρωτό γιλέκο λευκό, φέρει πρόσθετο κέντημα στο ύψος του λαιμού. Στα πόδια οι αμπαδόκαλτσες, λευκές περικνημίδες και τροχάδια τα παπούτσια που μοιάζουν με πέδιλα. Στο κεφάλι φορούν μαντήλι σε χρώμα μπλε με λευκά κυρίως σχέδια.

μεγέθυνση

πηγή:  http://www.europeana.eu/portal/record/08540/F9A8ED930DBCE039F01671CA6CBCB7E1A5C6A010.html?start=5

Γυναικεία νυφική ενδυμασία Σκύρου


Γυναικεία νυφική ενδυμασία Σκύρου 19ος - 20ός αι. Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α. Μ. 5363

Στην τοπική ορολογία η ενδυμασία ονομάζεται χρυσή, τα αλλαμένα ή νυφάδα. Φοριέται ακόμη και σήμερα στους γάμους και τις γιορτές. Το κοντό πτυχωτό φόρεμα είναι ραμμένο από στόφα. Κάτω από αυτό φοριούνται απανωτά μισοφόρια για να κάνουν τη φούστα πιο φουντωτή. Το πουκάμισο, με χρωματιστό, μεταξωτό χρυσο- κέντητο πανωκόρμι και άσπρη, βαμβακερή φούστα, κεντημένη με πολύχρωμα μετάξια, είναι από τις πιο ωραίες ποικιλίες του είδους. Τη μέση σφίγγει η ζώνη με την πόρπη. Διακριτικά εξαρτήματα της η γ’νέλα (γουνέλα) και τα κλειδωτήρια μαρτυρούν την κοινωνική θέση του ζευγαριού. Ο κεφαλόδεσμος γίνεται με τέσσερα απανωτά μαντήλια με σπουδαιότερο το εξωτερικό μαντήλι τον φτα. Το επιμετώπιο κόσμημα που το στολίζει λέγεται φεγγάρι και φοριέται μόνο από τις παντρεμένες.

μεγέθυνση

πηγή:  http://www.europeana.eu/portal/record/08540/D907E1C88EF86AF5066E752A11B76FCCF1C351CE.html?start=6

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Κάλαντα Χριστουγέννων Πόντου

Χριστός γεννέθεν χαράν σον κόσμον
χα καλή ώρα, καλή σ' ημέρα
χα καλόν παιδίν οψέ γεννέθεν.
Οψέ γεννέθεν ουράνοστάθεν
τον εγένεσεν η Παναϊα
τον ενέστεσεν αει Παρθένος
Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάριν
κι εκατήβεν σο σταυροδρόμι
σταυροδρόμι και μυροδρόμι
Ερπαξάν ‘ατον οι χιλ' Εβραίοι
χιλ' εβραίοι και μύρι' Εβραίοι (δις)
Α ‘σα ακροντικά κι α ‘σήν καρδίαν
αίμαν έσταξεν, χολή κ' εφάνθεν
ούμπ' αν έσταξεν και μύρος έτον
μύρος έτον και μυρωδία
Εμυρίστεν ‘ατό ο κόσμος όλεν
για μυρίστ' ατό και εσύ αφέντα
συ αφέντα μ'  καλέ μ' αφέντα
Έρθαν τη Χριστού τα παλληκάρ(ε)α
και θυμίζνε το νοικοκύρην
νοικοκύρην και βασιλέαν  
 Δέβα σο ταρέζ κι' έλα ‘σην πόρταν
δόσ' μας ούβας και λεφτοκάρ(ε)α
κι αν ανοίεις μας χαρά ‘σην πόρτας.
πηγή

Τα κάλαντα του Ελληνισμού

Τα Κάλαντα, ή Καλήμερα, ή άσματα του αγερμού είναι τραγούδια με θρησκευτικό κυρίως χαρακτήρα και όχι μόνο. Λέγονται κυρίως από παιδιά, σε συγκεκριμένες μέρες του χρόνου, από πόρτα σε πόρτα και συνοδεύονται πάντοτε από φιλοδώρημα από τους νοικοκύρηδες προς τους καλαντιστές.

Τέτοια τραγούδια λέγονταν τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, τα Φώτα, το Σάββατο του Λαζάρου, την Κυριακή των Βαΐων και το βράδυ της Ανάστασης. Παλαιότερα δε είχαμε τα χελιδονίσματα*, την περπερούνα** τον Μάν, τον κλήδονα, το τραγούδι του Ζαφείρη στην Ήπειρο, του Λειδινού στην Αίγινα. Σήμερα έχουν παραμείνει κυρίως τα κάλαντα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Για τη σημερινή τους μορφή - ή την κατάντια καλύτερα - θα αναφερθούμε αργότερα.

Η ονομασία “Κάλαντα” προέρχεται από τις αρχαίες Ρωμαϊκές Καλένδες  (σ.σ δική μου -calenta :που διαμορφώθηκε από το ελληνικό ρήμα καλώ), που ήταν γιορτές που γίνονταν στην αρχαία Ρώμη κατά τις πρώτες πέντε ή επτά μέρες κάθε μήνα. Στη διάρκειά τους που ήσαν μέρες αργίας, επικρατούσε μεγάλη ευθυμία και γίνονταν μεγάλες ολονύχτιες διασκεδάσεις οινοποσίες, μεταμφιέσεις και όργια. Ήταν δε ιδιαίτερα λαμπρές οι καλένδες του Γενάρη που συνέπιπταν με την αρχή του χρόνου και τις γιορτές προς τιμή του θεού Ιανού (εξ’ ου και ο Ιανουάριος).

Παρ’ όλο όμως που τα κάλαντα πήραν την ονομασία τους από τις Ρωμαϊκές Καλένδες η προέλευσή τους είναι αρχαία ελληνική - από το έθιμο της Ειρεσιώνης. - Πέρασαν μετά στο Βυζάντιο και έφτασαν μέχρι τις μέρες μας.

H Ειρεσιώνη ήταν ένα έθιμο της αρχαίας Ελλάδας που εγίνετο δυο φορές το χρόνο. Μια την Άνοιξη για να παρακαλέσουν τους θεούς να προστατέψουν τη σοδειά, και μια το Φθινόπωρο για να τους ευχαριστήσουν για την καλή συγκομιδή που είχαν.

Κατά το έθιμο αυτό “παίδες αμφιθαλείς” που είχαν δηλαδή ζώντες και τους δύο γονείς γύριζαν από σπίτι σε σπίτι κρατώντας κλαδί ελιάς πάνω στο οποίο είχαν κρεμασμένα, κομμάτια από άσπρο και κόκκινο βαμμένο μαλλί, - σύμβολα της υγείας και της ομορφιάς -, διάφορους καρπούς, και τρία δοχεία, με λάδι, κρασί και μέλι, τραγουδώντας ευχές για την καρποφορία της γης και παινέματα για τους νοικοκυραίους.

Η Ειρεσιώνη πήρε το όνομά της από τη λέξη “Είρος”, που αργότερα έγινε έριον και στη συνέχεια μαλλί. Όμως με τον καιρό η Ειρεσιώνη πήρε την έννοια κάθε τραγουδιού που είχε χαρακτήρα ευχετικό και επαινετικό όπως τα δικά μας κάλαντα. Τα παιδιά λοιπόν γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδούσαν την Ειρεσιώνη και οι νοικοκύρηδες τους έδιναν για φιλοδώρημα διάφορα γεννήματα. Σαν τέλειωναν άφηναν την Ειρεσιώνη έξω από το ναό, και έμενε εκεί να ξηρανθεί μέχρι την επόμενη άνοιξη ή το Φθινόπωρο, που θα έφτιαχναν άλλη.

Το έθιμο λοιπόν αυτό καθώς και άλλα αρχαία ελληνικά έθιμα, πέρασαν στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους, στη συνέχεια στο Βυζάντιο και από κεί διατηρήθηκαν μέχρι τις μέρες μας.

Αξιοποιώντας οι πατέρες της Εκκλησίας το εορταστικό κλίμα που επικρατούσε στις μεγάλες ειδωλολατρικές γιορτές κατά την περίοδο από τις 22 Δεκεμβρίου μέχρι και τις πρώτες μέρες του Γενάρη, όπως η γιορτή του αήττητου Ήλιου, του Μίθρα, κατά την οποία γιόρταζαν τη νίκη του ήλιου κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο οπότε αρχίζει πλέον να μεγαλώνει και πάλι η μέρα, να νικά δηλαδή το φως το σκοτάδι και να γεννιέται καινούργια ελπίδα, μα και για να εκτοπίσουν τα παλιά ειδωλολατρικά έθιμα, τοποθέτησαν τις μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης, Χριστούγεννα, Περιτομή, Φώτα, μέσα σ’ αυτή την περιόδο.
...

Έτσι τα κάλαντα κατά την περίοδο του Βυζαντίου, με τη συμμετοχή λογίων ανθρώπων της εκκλησίας, αλλάζουν θεματολογία και αναφέρονται πλέον στο θρησκευτικό γεγονός της ημέρας, διατυπώνοντας μάλιστα και θεολογικές θέσεις. Διατηρούν όμως τις ευχές για τους νοικοκύρηδες, την καρποφορία της γης και τις επικλήσεις για φιλοδώρημα. Αυτό δίνει και την εξήγηση γιατί αρκετά κάλαντα έχουν λόγιο ύφος και γλώσσα, και βασίζονται πάνω σε εκκλησιαστικούς ύμνους. Αναφέρω ένα παράδειγμα.

Λέει ένας Βυζαντινός ύμνος του 14ου αιώνα μ.Χ.
Σήμερον η κτίσις - φωτίζεται
και πανηγυρίζει - ευφραίνεται
Από της ερήμου - ο Πρόδρομος
ήλθε να βαπτίσει - τον Κύριον

Ένα δε κάλαντο των Θεοφανείων:
Σήμερον τα φώτα κι’ οι φωτισμοί
Η χαρά η μεγάλη κι’ οι αγιασμοί
Άη Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή
έλα να βαφτίσεις, Θεού παιδί.

Παίρνοντας ο λαός αυτά τα κάλαντα που γράφτηκαν και διαδόθηκαν από λόγιους ανθρώπους επέφερε αλλαγές στην εξιστόρηση των γεγονότων που πολλές φορές είναι τελείως εξωπραγματικές και δεν στέκουν καθόλου στην λογική. Οστόσο παραμένουν πάντα συγκινητικές και όμορφες με μια αντίληψη του θαύματος όπως το νοιώθει ο απλός λαός και κυρίως τα παιδιά.

Τα δικά μας κάλαντα δεν έχουν καμιά σχέση μ’ αυτό το θλιβερό φαινόμενο που βλέπουμε σήμερα. Ομάδες παιδιών που παπαγαλίζουν ξενόφερτα δυτικά Χριστουγεννιάτικα τραγούδια για να βγάλουν το χαρτζιλίκι τους ή κάποιους  ντυμένους Santa Claus να περιφέρονται μ’ ένα μαγνητόφωνο, παίζοντας στη διαπασών και παραμορφωμένα κάποια κάλαντα που την άκραν.
http://paylosfarmakhs.spaces.live.com/blog/cns!4E990FC0DDDA5BF1!734.entry

Χριστούγεννα Πρωτούγεννα - Κάλαντα από τη Σκιάθο

Κάλαντα Χριστουγέννων Καρπάθου

Τα κάλαντρα (Κρήτη)


Τα κάλαντα (αρχαίο έθιμο σχετικό με την αρχή του χρόνου), κάλαντρα στην κρητική διάλεκτο, είναι τραγούδια που, με αφορμή το θρησκευτικό περιεχόμενο της εορτής, ζητουν φιλοδωρήματα για τους τραγουδιστές, τους καλαντράδες. Η βάση των παραδοσιακών καλάντων σε όλη την Ελλάδα είναι κοινή: αφού λένε για την εορτή, περνάνε στα παινέματα (επαίνους) για το νοικοκύρη, την «κερά», το γιο και τη θυγατέρα, με στίχους που είναι ένας ποταμός από εικόνες εκπληκτικής ομορφιάς, γεμάτες όμορφες κοπελιές, ξομπλιαστές, υφαντά, γραμματικούς με χρυσά κοντύλια (μολύβια), σπαθιά και ευαγγέλια κ.λ.π. (που τα σημερινά παιδιά της πολυκατοικίας και της τηλεόρασης, χωρίς να φταίνε βέβαια τα ίδια, μάλλον δεν θα τα καταλάβαιναν καν), και καταλήγουν στα δοσίματα: γ-ή απάκι γ-ή λουκάνικο γ-ή από λαγού κομμάτι, γ-ή από τη μαύρη όρνιθα κιανένα-ν-αβγουλάκι, κι αν είν’ κι απού τη γαλανή (άσπρη) ας είν’ και ζευγαράκι (δύο αβγά). Κι απού το λαδοπίθαρο κιαμια οκά λαδάκι, κι αν είν’ και περισσότερο, κρατούμε μεις τ’ ασκάκι (να το βάλουμε)…

Όχι εφετζίδικα δώρα, όχι εμπορεύματα, αλλά είδη πρώτης ανάγκης!

(Από το περιοδικό του Ρεθύμνου «Πολιτεία»)

Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η φύσις όλη
εν τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων
ο Βασιλεύς των ουρανών και ποιητής των όλων

Κερά καμαροτράχηλη και φεγγαρομαγούλα
και φουσκαλίδα του γιαλού και πάχνη από τα δέντρα
να που τον έχεις τον υγιόν, τον μοσχοκανακάρη
λούεις τον και χτενίζεις τον και στο σχολειό τον πέμπεις
Κι ο δάσκαλος τον έδειρε μ' ένα χρυσό βεργάλι
κι η κυρά δασκάλισσα, με το μαργαριτάρι
είπαμε δα για την κερά, ας πούμε για τη Βάγια
άψε βαγίτσα το κερί, άψε και το λυχνάρι
και κάτσε και ντουχιούντηζε ήντα θα μας εβγάλεις

Γι απάκι, για λουκάνικο, για χοιρινό κομμάτι
κι από τον πύρο του βουτσού να πιούμε μια γιομάτη
κι από τη μαύρη όρνιθα κανένα αυγουλάκι
κι από το πιθαράκι σου ένα κουρούπι λάδι
κι αν είναι κι ακροπλιάτερο, βαστούμε και τ' ασκάκι
Φέρε πανιέρι κάστανα, πανιέρι λεπτοκάρυα
και φέρε και γλυκό κρασί να πιούν τα παλικάρια
κι αν είναι με το θέλημα, άσπρη μου περιστέρα
ανοίξετε την πόρτα σας, να πούμε καλησπέρα
και ακόμα δεν τον ηύρηκες τον μάνταλο ν' ανοίξεις
να μας κεράσεις μια ρακή κι ύστερα να σφαλίξεις...
http://dim-rizou.pel.sch.gr/ergasies/xristougena/page09.htm

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Έθιμα από την Ήπειρο: «Tο αναμμένο πουρνάρι»

Μια ωραία συνήθεια που βασίζεται σε μια παλιά παράδοση. Όταν γεννήθηκε ο Χριστός και πήγαν, λέει, οι βοσκοί να προσκυνήσουν, ήταν νύχτα σκοτεινή. Βρήκαν κάπου ένα ξερό πουρνάρι κι έκοψαν τα κλαδιά του. Πήρε ο καθένας από ένα κλαδί στο χέρι, του έβαλε φωτιά και γέμισε το σκοτεινό βουνό χαρούμενες φωτιές και τριξίματα και κρότους. Από τότε, λοιπόν, έχουν τη συνήθεια στα χωριά της Άρτας, όποιος πάει στο σπίτι του γείτονα, για να πει τα χρόνια πολλά, καθώς και όλα τα παιδιά τα παντρεμένα, που θα πάνε στο πατρικό τους, για να φιλήσουν το χέρι του πατέρα και της μάνας τους, να κρατούν ένα κλαρί πουρνάρι, ή ό,τι άλλο δεντρικό που καίει τρίζοντας. Στο δρόμο το ανάβουν και το πηγαίνουν έτσι αναμμένο στο πατρικό τους σπίτι και γεμίζουν χαρούμενες φωτιές και κρότους τα σκοτεινά δρομάκια του χωριού.

Ακόμη και στα Γιάννενα το ίδιο κάνουν. Μόνο που εκεί δεν κρατούν ολόκληρο το κλαρί το πουρνάρι αναμμένο στο χέρι τους – είναι μεγάλη πολιτεία τα Γιάννενα – αλλά κρατούν στη χούφτα τους μια χεριά δαφνόφυλλα και πουρναρόφυλλα, που τα πετούν στο τζάκι, μόλις μπούνε και καλημερίζουν. Κι όταν τα φύλλα τα ξερά πιάσουν φωτιά κι αρχίσουν να τρίζουν και να πετάνε σπίθες, εύχονται: «Αρνιά, κατσίκια, νύφες και γαμπρούς!» Αυτή είναι η καλύτερη ευχή για κάθε νοικοκύρη. Να προκόβουν τα κοπάδια του, να πληθαίνει η φαμελιά του, να μεγαλώνουν τα κορίτσια και τα παλικάρια του, να του φέρνουν στο σπίτι νύφες και γαμπρούς, να του δώσουν εγγόνια που δε θ’ αφήσουν τ’ όνομα το πατρικό να σβήσει                                http://www.forthnet.gr/templates/newsPosting.aspx?p=144000

Το Λατρευτικό και εθιμικό σκηνικό του Δωδεκαημέρου στα Φάρασα


Το Άγιο Δωδεκαήμερο περιλαμβάνει 4 εορτές . Τα Άγια Χριστούγεννα την Πρωτοχρονιά , τα μικρά φώτα και τα μεγάλα Φώτα.

 Τα Άγια Χριστούγεννα

Τα Άγια Χριστούγεννα ο χειμώνας ήταν βαρύς. Οι παρκαμίνες με τις πύρινες Φλόγες τους, φώτιζαν και ζέσταιναν τα σπίτια. Με τα παρακάθια όμως, ή γειτονέματα ή γοντσιλίχε ¨όπως τα έλεγαν, μια και δεν υπήρχε τηλεόραση συντρόφευγαν η μία οικογένεια την άλλη, για να μικραίνουν κάπως οι μεγάλες νύκτες. Καθώς πλησίαζαν τα Χριστούγεννα παράλληλα με την καθαριότητα των χώρων οι Βαρασιώτες φρόντιζαν και για τον καθαρισμό της ψυχής. Τηρούσαν με πολλη ευλάβεια τη Σαρακοστή και φρόντιζαν να αλληλοσυγχωρεθούν και να εξομολογηθούν.

Έτρωγαν όσπρια, και τρυφερά χορταρικά που αφθονούσαν στις όχθες των ποταμών Ευκάση και Ζεμάντη.τα βρυσέλινα , καμούθε, τσουρκουτούμε και τα πολύ δημοφιλή ούπα που κρέμαγαν σε αρμάθες μέχρι του Αγίου Σπυρίδωνα έτρωγαν ψάρι που ψάρευαν , σπάζοντας τον πάγο στο ποταμό Ζαμάντη . Στη καυτή χόβολη της παρκαμίνας ψήναμε τα ΅κουρόκα΅ μικρά στρογγυλά ψωμάκια καθώς και τα παζλαμάδε είδος μικρής πίτας. Με ξηρούς καρπούς (δαμάσκηνα,βερίκοκκα) φτιάχναβ κομπόστα , πετιμέζια από σταφύλια και από τις μεγάλες κολοκύθες πίτες και νηστίσιμα φαγητά .

Τα Άγια ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΑ ήταν οι μέρες που μαζευονταν και ξανάσμιγαν οι διασκορπισμένες οικογένειες . Οι ξενιτεμένοι προσπαθούσαν να βρίσκονται στα Φάρασα , κοντά στους δικούς τους, για να γιορτάσουν όλοι μαζί. Τις μέρες αυτές οι Βαρασιώτες ένοιωθαν ελευθεροι. Δεν ήταν σκλάβοι κανενός , γιατί ζούσαν με το Χριστό το μόνο τους Αφέντη και Κύριο.Τις 12 αυτές μέρες οι γυναίκες δεν έπλεναν και απέφευγαν κάθε εργασία . Το βράδυ δεν δάνειζαν φωτιά και τις 12 μέρες έτρωγαν καλά και διασκέδαζαν όλοι στα Φάρασα. Τις έλεγαν μεγάλες μέρες ή Βγοημένα ημέρες ,(μεγάλες ευλογημένες ημέρες). Έπιναν πολύ κρασί κι΄ως τα τέλη του Γενάρη είχαν καταναλώσει σχεδόν όλο το κρασί που βρίσκονταν στο σπίτι . Το Άγιο Δωδεκαήμερο οι νοικοκυρές άναβαν στα εικονίσματα τον κόντζορο ένα κερί κουλουριασμένο του οποίου έκοβαν τη μία άκρη και την άναβαν.


Τις 12 αυτές ημέρες πίστευαν πως έρχονταν στα σπίτια τη νύκτα οι μνημοράτοι (πεθαμένοι). Γι΄αυτό έκαιγαν λιβάνι στη φωτιά . Το θυμίαμα παραγόταν από τα στουράτσε ( τον αρχαιοελληνικό θάμνο στύρικα ) Ο θάμνος είχε στενά φύλλα και άσπρα άνθη . από το ίδιο φυτό και τους καρπούς του, παρασκεύαζαν σκόνη που την μεταχειρίζονταν για σαπούνι.έκαναν οι βαρασιώτες λειτουργίες για τους κεκοιμισμένους με την ποσορά

Πηγή: http://www.moschatonews.com/

Μικρασιάτικα Έθιμα Χριστουγέννων

Αρχείο Πολιτιστικής Κληρονομιάς Λήμνου
Έρευνα: Σταυρούλα Παλαιολόγου
Επιμέλεια: Ελένη Λίβα
Απομαγνητοφώνηση: Άννα Βαζιργιαντζίκη

.Β.Μ.: Ε, κείνα τα χρόνια, κόρη μου, τι γινόνταν κείνα τα χρόνια; Στολίζαμε το τραπέζι, η μαμά μου η καημένη, ό,τι είχε αποβραδίς ήθελε να τα βάλει πάνω στο τραπέζι.

Σ.Π.: Τα Χριστούγεννα;

Β.Μ.: Την Πρωτοχρονιά. Εμείς πια εκαθόμασταν ένα γύρω και δεν θα μιλήσει σε καμιά μας για να κάνει τη δουλειά της. Είχε ένα λάχανο και το τρυπούσε με ένα κλαδί από αμυγδαλιά, το τρυπούσε και το ’βαζε πάνω και κει πέρα πια κρεμούσε κάτι πραματάκια, τι είχε τώρα πάνω;…

Μ.Τα.: Ένα κομμάτι τυράκι…

Β.Μ.: ...και είχε τώρα τις δίπλες, τα παραδοσιακά, εμείς τα λέγαμε μπουρεκάκια, αυτοί τώρα [εννοεί τους Λημνιούς] σαμσάδες που λένε. Τώρα η νύφη μου λέει, «φούρνισα σουσάμι», για να το κάνει σαμσάδες, γιατί αλλιώς είναι με το χέρι σου άμα το κάνεις. Και καλό να μη σου βγει, λες «το έκαμα εγώ, είναι δικό μου πράμα».

Μ.Τα.: Τα Χριστούγεννα, που λες, θέλα κάνουμε τα χριστόψωμα. Άλλες τα τυλίγανε, [δείχνει ότι τα κάναν κουλούρα] αλλά και στρογγυλό που το κάνανε, θέλα κάνουν πάνω ένα σταυρό. Με το ίδιο ζυμάρι κάναν ένα σταυρό και βάζαν από πάνω.

Β.Μ.: ...με σουσαμάκι.

Μ.Τα.: Να πάνε στα βαφτιστήρια ένα χριστόψωμο.

Σ.Π.: Αυτό δεν το κάνανε το Πάσχα;

Β.Μ.: Και το Πάσχα. Το ίδιο πράμα. Μπορώ να σου πω, πιο καλά. Στο ζυμάρι πρώτα απ’ όλα βάζουμε μαστίχα, στο νερό που το ζυμώναμε, το θερμό που λέμε τώρα εμείς, κόβεις φύλλα από δάφνη και το ρίχνεις μέσα… και τώρα αν θες το βάζεις. Εγώ ήβαλα.Τώρα βγήκαν αυτά τα… που φουσκώνουν και τα κάνουν. Οι μαγιές και τέτοια, όλα αυτά είναι όλα τεχνητά κι όλα προσθετά.

Μ.Τα.: Και να σφάξουμε και την κότα, ή τον πετεινό, να φτιάξουμε τη σούπα, να βάλουμε στο τραπέζι τη σούπα τα Χριστούγεννα.

Β.Μ.: Εγώ θέλω να φάω και σουπίτσα, πώς θα καταλάβω ότι σήμερα είναι τα Χριστούγεννα και κρύο, να φάμε τη σουπίτσα να ζεσταθούμε.

Μ.Τα.: Είχαμε τη σούπα τα Χριστούγεννα.

Σ.Π.: Τώρα εσείς είσαστε και οι δύο δεύτερη γενιά Μικρασιάτισσες; Εδώ γεννηθήκατε;

Β.Μ.: Ναι, εδώ γεννηθήκαμε.

Μ.Τα.: Όχι, η πρώτη γενιά είμαστε. Οι γονείς μας ήταν Μικρασιάτες. Τα παιδιά τους είμαστε εμείς. Τα παιδιά μας είναι η δεύτερη.

Β.Μ.: Ναι, εμείς είμαστε η πρώτη γενιά που γεννηθήκαμε εδώ. Η μαμά μου τώρα πέθανε, το διάβασες, ενενήντα τεσσάρων χρονών. Πάνε δυο τρία χρόνια. Εκείνοι ήτανε οι παθόντες, που τα περάσανε και τσι διωγμοί και…

Σ.Π.: Όταν ήρθανε εδώ πέρα οι γονείς σας κάναν τα έθιμα που φέραν από τη Μικρά Ασία;


Β.Μ.: Ό,τι μπορούσανε, τα κάνανε. Τα κάνανε.

[Διακοπή]

Μ.Τα.: .....Αφού είπαμε ότι κάνανε τα χριστόψωμα, - χριστόψωμα τα λέγανε τα κολίκια αυτά - και μεγάλα που τα κάνανε, βάζανε το σταυρό πάνω.


Β.Μ.: Και το ψωμί που κάναμε να πούμε, το βάζαμε, γιατί οι φούρνοι μας κείνο τον καιρό ήτανε με πλάκα, πάλι το βάζαμε στο ταψί και το κάναμε να πούμε για πιο καλό και βάζαμε πάλι το σταυρό.

Μ.Τα.: Και χτυπούσαμε αυγό και το αλείβαμε και γυάλιζε από πάνω, και βάζαμε σουσάμι.

Β.Μ.: Και λαδάκι κομμάτι μέσα και κάνει ένα χρώμα ωραίο. Και να μυρίζει πια το σπίτι....! Τώρα εμείς όμως οι παλιές, εμείς τώρα τα κάνουμε αυτά τα πράματα. Εγώ που έχω χάσει τον άνθρωπο μου, τώρα πάει στα τέσσερα χρόνια και δηλαδή αυτό το πράμα ήθελα να το κάμω γω. Τα ζύμωσε η νύφη μου αλλά εγώ τα έπλασα για να μου μυρίσει το σπίτι ζυμάρι, όχι γλυκά και τέτοια.

Σ.Π.: Την παραμονή τι τραγούδια λέγατε; Κάλαντα;


Β.Μ.: Τραγούδια απάνω σ’ αυτά τα πράματα..... Γιατί τα πιο μικρά δεν ξέρανε και εμείς τώρα που είμαστε πιο μεγάλες…


Σ.Π.: Λέγατε μικρασιάτικα κάλαντα;


Β.Μ.: Όχι μικρασιάτικα. Το ίδιο πράμα είναι από κει που ήρθανε. Αυτά λέγαμε για να τα μαθαίνουν και τα παιδιά μας.


Σ.Π.: Ποια δηλαδή;


Β.Μ.: Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη, πρώτη γιορτή του χρόνου… Τώρα το λένε κιόλας, Καλήν ημέρα άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας…


Μ.Τα.: Τον Άγιο Βασίλη λέγανε παλιά, αλλά δεν θυμάμαι πώς τον λέγανε.


Σ.Π.: Λένε ότι υπήρχε ένας Άγιος Βασίλης της προσφυγιάς. Τον έχετε εσείς εδώ πέρα; Το έχετε ακούσει ποτέ αυτό;


Μ.Τα.: Έλεγε η μαμά μου, που κρατάει χαρτί και καλαμάρι… Έλεγε πολλά αλλά εγώ δεν τα θυμάμαι, εκείνες οι γυναίκες λέγανε πολλά... Και τα Χριστούγεννα, που λες, είχαμε το τζάκι αναμμένο, μέχρι το πρωί ν’ ανάβει για να ζεσταθεί ο Χριστός, δεν το σβούσαμε το τζάκι.


Β.Μ.: Και βάζαμε ξυλαράκια.


Σ.Π.: Και στρώνατε το τραπέζι αποβραδίς;


Μ.Τα.: Tην Πρωτοχρονιά. Τα Χριστούγεννα το στρώναμε μεσημέρι.


Σ.Π.: Και γιατί το στρώνανε αποβραδίς το τραπέζι;


Β.Μ.: Να πάει ο Άγιος Βασίλης να…


Μ.Τα.: … να περάσει κι ο Χριστός να φάει, να μη βρει το τραπέζι άδειο, λέει. Να το βρει γεμάτο το τραπέζι.


Σ.Π.: Και τι βάζανε πάνω στο τραπέζι;


Β.Μ.: Και τι δεν βάζανε! Βάζανε λουκουμάδες, κατιμέρια, φοινίκια, κουραμπιέδες, αμύγδαλα, σταφίδες, μπακαλιάρο, ο,τιδήποτε είχανε οι ανθρώποι τα βάζανε γιατί δεν είχανε και περισσέματα.


Μ.Τα.: Γλυκά, ξηροί καρποί, και κανα μεζέ άμα είχανε, κανα κομματάκι κρέας, …


Σ.Π.: Εδώ πέρα έχουνε ένα έθιμο που σφάζουνε τα γουρτζέλια, κάνουνε το τάμα στο Χριστό. Εσείς το κάνατε αυτό;

Β.Μ.: Ο άντρας μου που έπαιζε όργανο, έπαιζε βιολί δηλαδή, πήγαν και κάναν ένα γάμο στον Κάσπακα και αυτοί το είχανε έθιμο. Αφού ξημερωθήκανε στο καφενείο, τον πήρανε με έναν άλλο φίλο, γιατί οι άλλοι φύγανε, να ’ρθεις να πάμε να σφάξουμε το γουρούνι, με συγχωρείτε.

Μ.Τα.: Εκεί δεν θρέφαν, δεν κάναν τέτοια πράματα. Τα χοιρινά τα βρήκαν εδώ, οι Λημνιοί τα κάναν αυτά, οι ντόπιοι.

Β.Μ.: Και παίζαν τραγούδια για να σφάξουν το γουρούνι, γιατί ήτανε ξημερωμένοι αλλά ήτανε φίλος και του κάνανε τη χάρη....Μου τα ’λεγε…

Μ.Τα.: Οι δικοί μας τα Χριστούγεννα αυτό κάνανε: κάνανε τη σούπα, να βάλουνε τη σούπα πάνω στο τραπέζι, να φάνε όλη η οικογένεια μαζί, το τζάκι όλη νύχτα να ανάβει, να πάνε στην εκκλησία το πρωί, την ώρα που θα χτυπήσει η καμπάνα. ...

Β.Μ.: Τραγουδούσαμε,

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψιλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή, κι αρχή καλός μας χρόνος…
Κι αρχή που βγήκε ο Χριστός …
στη γη να περπατήσει…

και αυτό τώρα που λέει,

Βασίλη πόθεν έρχεσαι και δεν μας καταδέχεσαι,
κι από, κι από πού κατεβαίνεις και δεν μας, και δεν μας εσυντυχαίνεις,
πώς το λέει;

Μ.Τα.: Κι ήπρεπε να περάσουνε παρέες πολλές απ’ το κάθε σπίτι, που είχανε το τραπέζι στρωμένο, να περάσει μια παρέα να φάνε, να πιούνε, μετά να έρθει η άλλη, ναι, παρέες συνέχεια, και να πούνε τον Άγιο Βασίλη και μετά να κάτσουν να πούνε, άντε και του χρόνου να είμαστε καλά…

Β.Μ.: Και να πούνε ύστερα τα δικά τους παραδοσιακά και ν’ αρχίσουνε να λένε…

Σ.Π.: Τι παραδοσιακά λέγανε;

Β.Μ.: Α, κει να δεις τραγούδια. [Αναπολούνε και οι δυο τους και μιλάνε και οι δυο μαζί]

Μ.Τα.:

Πού ’σουνα βρε πού’ σουνα και δεν εφαινόσουνα ...,
το ’λεγε ο μπαμπάς μου αυτό....
Βάλε με κόρη, βάλε με….

Β.Μ.: [Απαγγέλλει]

Σ’ αυτό το σπίτι που ’ρθαμε πέτρα να μη ραΐσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει.
Σ’ αυτό το σπίτι που ήρθαμε τα ράφια είναι ασημένια,
του χρόνου σαν ξανάρθουμε να ’ναι μαλαματένια.
Να πούμε και για την κυρά…,
και δεν ξέρω τι   http://www.lemnosheritage.net/apkl/node/317

Το έθιμο της ζύμης στην Κρήτη

Σε χωριά της επαρχίας Αμαρίου, στην Κρήτη, τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων βάζανε λίγη κοινή ζύμη σ’ ένα πιάτο και κάποια στιγμή, ενώ βεγγερίζανε (ξενυχτούσαν συζητώντας) περιμένοντας, η ζύμη ανέβαινε και γινόταν προζύμι. Τότε, κατά την πίστη των ανθρώπων, ήταν η ώρα που γεννάται ο Χριστός (ο Χριστός γεννάται κι ανασταίνεται κάθε χρόνο, γιατί για την Εκκλησία ο χρόνος έχει άλλους συμβολισμούς).

(Από το περιοδικό του Ρεθύμνου «Πολιτεία»)

http://dim-rizou.pel.sch.gr/ergasies/xristougena/page05.htm

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Χριστούγεννα στην καθ΄ ημάς Ανατολή

Η Άννα Συνοδινού διαβάζει κείμενα του Φώτη Κόντογλου


πηγή

Χριστούγεννα στην "αλλοτινή" Σαντορίνη


Ας δουμε το λοιπός λίγα πράγματα για τον τρόπο βίωσης των Χριστούγεννων στη Σαντορίνη.

Οι φιλόθρησκοι κάτοικοι του νησιού μας γιορτάζουν ιδιαίτερα βυζαντινά και τις γιορτές του Δωδεκαημέρου. Παλιότερα όπως γράφει η Γουλιελμία Συρίγου «υπήρχε ένα έθιμο στη Θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων το φερτάρισμα του ιερέα και των πιστών για τον μικρό βοηθό της εκκλησίας. Ήταν ένα είδος καληχέρας για το ακούραστο κοπέλι .» Όταν έψαλλαν το «Στέργειν μεν ημας ως ακίνδυνον φόβω…»που συνήθως το έλεγε το ίδιο το παιδι στο σημείο που τελείωνε ο ύμνος με τη φράση «όση πέφυκεν η προαίρεσις διδού», ο ιερέας θυμιάζοντας, πλησίαζε το δισκάριο που είχαν θέξει γι αυτό το σκοπό και έριχνε το φιλοδώρημά του

Το βράδυ βγαίναν τα παιδιά με καράβια κ αι φαναράκια για τα κάλαντα

Από μία λαογραφική εργασία της Μαρίας Μαυρομάτη το 1969 η οποία εντοπίστηκε στο Λαογραφικό Αρχείο –Πανεπιστημιακή Συλλογή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εκτός από τους βασικούς στίχους στα Πανελλήνια Κάλαντα έχουμε και τα παρακάτω…:

«Καλην εσπέρα Άρχοντες κ.τ.λ.

Απάνω στο παράθυρο γαρυφαλάκι πράσινο στέκει μια περιστέρα και του χρόνου τέτοια μέρα ( τσάκισμα)

Φέρτε πανέρια κάστανα Φέρτε και πορτοκάλια


Για φέρτε και γλυκό κρασί να πιουν τα παληκάρια….».

Τα κάλαντα τα λέγανε και οι μεγάλοι ….. Σύμφωνα δε με την προαναφερθείσα εργασία «το λιγότερο που ημπόργιες να τσι δώκεις ήτανε το τάλληρο…». Σαν μια ξεβάρεση και εκείνοι από τις έγγνοιες τις καθημερινές

Στη Σαντορίνη τα παλιά τα χρόνια συνήθιζε όλη η οικογένεια να νηστεύει …. Το βράδυ λοιπόν μετά τον εσπερινό των Χριστουγέννων, συνηθισμένο φαγητό ήταν ο πετεινός ή η κόττα αλλά όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και ο Μάρκος Αβ.Ρούσσος, ο «κοφτός από σιτάρι και λαρδί….῾

Φυσικά η νοικοκυρά του σπιτιού θα πρεπε μέχρι το απόγευμα το πολύ της παραμονής να είχε τελειώσει το εργόχειρό τση γιατί πίστευαν ότι θα το τελείωναν οι καλλικάτζαροι…

Τα παλιά τα χρόνια την παραμονή των Χριστουγέννων βάζανε έξω από την πόρτα ένα κόσκινο με πολλές τρύπες και σα ριβαίρνανε οι καλλικάτζαροι ώσπου να μετρήσουνε τις τρύπες του κόσκινου κτυπούσε η καμπάνα οπότε απομακρύνονταν από τα σπίτια.

Στον Πύργο υπάρχει και το εξής χαρακτηριστικό στοιχείο της εορτής των Χριστουγέννων Τη δεύτερη μέρα γιορτάζει σύμφωνα με το έθιμο το εξωκκλήσι της Γέννησης στους Πρόποδες του Προφήτη. Απ όσο μπορώ να ξέρω πολύ παλιά πηγαίναν από βραδύς παραμονή των Χριστουγέννων όχι μόνο Πυργιανοί αλλά και από άλλα μέρη μαζί με τα φαναράκια τους και κάνανε τον Εσπερινό των Χριστουγέννων εκει… μένανε το βράδυ στο Εκκλησάκι όσοι μπορούσαν και τιμούσαν τα Χριστούγεννα το επόμενο πρωι…..

Δεν είχαν στην ουσία κάποιο ιδιαίτερο έθιμο για τα Χριστούγεννά αλλά βίωναν πολύ έντονα με θρησκευτική ευλάβεια το Σαραντάμερο της Εορτής …. Σε λίγο καιρό θα αναφερθούμε και στα έθιμα της Πρωτοχρονιάς και με τα τοπικά κάλαντα..


Υ.Γ. όποιος –α γνωρίζει στοιχεία ή θυμάται για ιδιαίτερα λαογραφικά έθιμα των Χριστουγέννων τα οποία μπορεί να μην είναι τόσο γνωστά ας συμβάλλει με τον τρόπο του στη γνώση της «αλλοτινής»Σαντορίνης
 
Πηγή:  http://kallistorwntas.blogspot.com/2010/12/blog-post_20.html

Kι τι τραγούδι νά ’βρουμι - Ευχές και παινέματα Θράκης



Kι τι τραγούδι νά ’βρουμι ν’ αρέσ’ στου παλικάρι.
Η μάνα που ’χει τουν ιγιό τουν πουλυουκανακάρη,
τουν έλουζι, τουν χτένιζι κι στου σκουλειό τουν στέλνει
για να μαθαίνει γράμματα να γένει γραμματέας,
κι ου δάσκαλους τουν έδειρνι μι μια χρυσή βιργίτσα.
Πααίν’ στου σπίτι τ’ κλαίγουντας κι η μάνα του του λέει:
- Πού είνι γιε μ’ τα γράμματα σ’, σ' απού είνι γιε μ’ ου νους σου;
- Tα γράμματα είνι στου χαρτί κι ου νους μου πέρα διάβη,
πέρα στις ρούσις, στις ξανθιές, πέρα στις μαυρουμάτις,
πο ’χουν του μάτι σαν ιλιά, του φρύδι σαν γαϊτάνι
κι έχουν τα ματουτσίνουρα σαν της ιλιάς τα φύλλα
κι έχουν και τα μαλλιά τ’ς μακριά σαράντα πέντι πήχις.
Ήρθαμι στουν αφέντη μας τουν πουλυχρουνιμένου,
μας έδουσι ένα φούρνου ψουμιά κι άλλα τόσα φλουριά.
Όσ’ άστρα ’π’ τουν ουρανό κι φύλλα απ’ τα δέντρα,
τόσα καλά να τ’ δώσ’ Θιός ιδώ που τραγουδούμι.
Xέρ' να μη τουν πουνάει,
πουδάρ' να μη τουν πουνάει,
κιφάλ' να μη τουν πουνάει,
καρδιά τ’ να μη τουν πουνάει.
Πέτε παλικάρια μ’ αμήν...
Aμήν

Πιδιά μ’ ήρθαν τα κόλιαντα - Κάλαντα από τη Σιάτιστα



Πιδιά μ’ ήρθαν τα κόλιαντα κι όλοι να ’τοιμαστείτι
πάρτε και τις τζιομάκες1 σας και στουν αϊ-Λιά να βγείτι
κι απ’ τον αϊ-Λιά στον Πρόδρομο, στα τρία τα πηγάδια
εκεί θα γεν’ το σύν(τ)αγμα, θα γεν’ το συναγώγι,
εκεί θ’ ανάψ’ τις κλαδάρες, θα πούμε κι από χρόνου.


Παινέματα σε τσέλιγκα

Εδώ ’χουν χίλια πρόβατα και πεντακόσια γίδια
λύκους να φάει τα πρόβατα και τσάκαλος τα γίδια.
Εσένα πρέπ’ Κωστάκη μου τσέλιγκας για να ίσι
μα κάτ’ στους κάμπους μην τα πας, στα πράσινα λιβάδια
ικεί βόσκουν τα πρόβατα κι αστοχούν τ’ αρνιά τους.
--------------------------------------------------------------------------------

1 τζιομάκα ή τζιουμάκα: ξύλο με το οποίο τα παιδιά χτυπούν τις πόρτες των σπιτιών.
2 αστοχούν: ξεχνάνε

πηγή: http://www.domnasamiou.gr/?i=portal.el.songs&id=610

Κάλαντα

Τὰ Κάλαντα εἶναι ἔθιμο ποὺ διατηρεῖται ἀμείωτο ἀκόμα καὶ σήμερα μὲ τὰ παιδιὰ νὰ γυρνοῦν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι σὲ ζεύγη ἢ καὶ περισσότερα καὶ νὰ τραγουδοῦν τὰ κάλαντα συνοδεύοντας τὸ τραγούδι τους μὲ τὸ τρίγωνο ἢ ἀκόμα καὶ κιθάρες, ἀκορντεόν, λύρες, ἢ φυσαρμόνικες. Τὰ παιδιὰ γυρνοῦν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι, χτυποῦν τὴν πόρτα καὶ ρωτοῦν: «Νὰ τὰ ποῦμε;». Ἂν ἡ ἀπάντηση ἀπὸ τὸν νοικοκύρη ἢ τὴν νοικοκυρὰ εἶναι θετική, τότε τραγουδοῦν τὰ κάλαντα γιὰ μερικὰ λεπτὰ τελειώνοντας μὲ τὴν εὐχὴ «Καὶ τοῦ Χρόνου. Χρόνια Πολλά». Ὁ νοικοκύρης τὰ ἀνταμοίβει μὲ κάποιο χρηματικὸ ποσό, ἐνῶ παλιότερά τους πρόσφερε μελομακάρονα ἢ κουραμπιέδες. Κάλαντα λέγονται τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων, τῆς Πρωτοχρονιᾶς καὶ τῶν Φώτων καὶ εἶναι διαφορετικὰ γιὰ κάθε γιορτή.

Ἡ λέξη κάλαντα προέρχεται ἀπὸ τὴ λατινικὴ «calenda», ποὺ σημαίνει ἀρχὴ τοῦ μήνα. Πιστεύεται ὅτι ἡ ἱστορία τους προχωρεῖ πολὺ βαθιὰ στὸ παρελθὸν καὶ συνδέεται μὲ τὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα. Βρῆκαν, μάλιστα, ἀρχαία γραπτὰ κομμάτια παρόμοια μὲ τὰ σημερινὰ κάλαντα (Εἰρεσιώνη στὴν ἀρχαιότητα). Τὰ παιδιὰ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κρατοῦσαν ὁμοίωμα καραβιοῦ ποὺ παρίστανε τὸν ἐρχομὸ τοῦ θεοῦ Διόνυσου. Ἄλλοτε κρατοῦσαν κλαδὶ ἐλιᾶς ἢ δάφνης στὸ ὁποῖο κρεμοῦσαν κόκκινες καὶ ἄσπρες κλωστές. Στὶς κλωστὲς ἔδεναν τὶς προσφορὲς τῶν νοικοκύρηδων. Τὸ τραγούδι τῆς Εἰρεσιώνης τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὁμήρου, τὸ ἀπαντᾶμε σήμερα μὲ μικρὲς παραλλαγὲς στὰ κάλαντα τῆς Θράκης:

«Στο σπίτι ἐτοῦτο ποὔρθαμε τοῦ πλουσιονοικοκύρη
ν᾿ ἀνοίξουνε οἱ πόρτες του νὰ μπεῖ ὁ πλοῦτος μέσα
νὰ μπεῖ ὁ πλοῦτος κι ἡ χαρὰ κι ἡ ποθητὴ εἰρήνη
καὶ νὰ γεμίσουν τὰ σταμνιὰ μέλι, κρασὶ καὶ λάδι
κι ἡ σκάφη τοῦ ζυμώματος μὲ φουσκωτὸ ζυμάρι».

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tradition/christmas-carols-hellenic.htm

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Γυναικεία ενδυμασία Νομάδων Πίνδου


Γυναικεία ενδυμασία Νομάδων Πίνδου 19ος - 20ός αι. Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α.Μ. 3448

Νυφική ενδυμασία Νομάδων Πίνδου. Η ενδυμασία φοριόταν από τους Αρβανιτό- βλαχους που ονομάζονταν Καραγκούνηδες της Ηπείρου. Αποτελείται από λευκό πουκάμισο με κέντημα στον ποδόγυρο και την τραχηλιά, μαύρο σεγκούνι και υφαντή ποδιά. Στο κεφάλι φορούν πρόσθετες κοτσίδες ενώ ο κεφαλόδεσμος αποτελείται από ψηλό κωνοειδές καπέλο που τη βάση του περιτρέχει ασημένιο έλασμα, ως διάδημα. Οι ασημένιες αλυσίδες στο στήθος, η ζώνη με την πόρπη, το κεμέρι, και τα βραχιόλια συμπληρώνουν τη φορεσιά.
μεγέθυνση

πηγή:  http://www.europeana.eu/portal/record/08540/1E11C4377062BB8B7298999363E1598EFA956928.html?start=9

Τ΄Εζ Βασίλη - Κόνιαλης




Τ' Ες Βασίλη

-[Θεοδωρίδης 1972, 36] Βαρασός Φαράσων Καππαδοκίας: Τα Φάρασα ήσαν έξη χωριά με κεφαλοχώρι τους τον Βαρασό. Τ' Ες-Βασίλη ο χορός είναι κυκλικός, όπως όλοι οι γιορταστικοί χοροί των Φαράσων που είναι 10, και γυρίζει απ' αριστερά προς τα δεξιά. Είναι μικτός, αλλ' οι γυναίκες είναι πάντα μεταξύ δύο μελών της οικογενείας των. Τον διευθύνει "η πρώτη" δηλαδή ο πρώτος με το ραβδί στο δεξιό χέρι, και αυτός πρέπει να είναι πάντοτε ο πιο σεβάσμιος της συντροφιάς. Στην αρχή μπαίνει ο ιερεύς, φέρνει δύο-τρεις κύκλους και τον παραδίνει στον κορυφαίο. Πιάνουνται από τα ζωνάρια τους. Ο πρώτος στο δεξί χέρι κρατεί το ραβδί με το οποίο δίνει τον ρυθμό και όταν χρειαστεί κτυπά στο πόδι που χάνει τον βηματισμό. Ο δεύτερος με το δεξί χέρι πιάνει τον πρώτο απ' το ζωνάρι και τον τρίτο με το αριστερό, και έτσι κάνουν και οι επόμενοι. Τα βήματα είναι τρία. Πρώτα αρχίζει το δεξί πόδι, έπειτα το αριστερό, τρίτο πάλι το δεξί, τέταρτο αντί βήματος σηκώνεται το αριστερό σε μισή κάμψη και κινείται προς τα μέσα σε δύο χρόνους από το γόνατο και κάτω, πατεί το αριστερό και επανέρχεται προς αυτό το δεξί πόδι, οπότε και στις δύο περιπτώσεις το σώμα κάμει ελαφρά κλίση σαν εκδήλωση σεβασμού. Αυτή η φάση λέγεται ραδίεσμα (αράδιασμα) και είναι αργόσυρτη για να συμπληρωθεί το ημίκυκλο σχήμα του χορού. Οταν οι τραγουδισταί και οργανοπαίκται που στέκονται στο κέντρο του κύκλου δούνε ότι συμπληρώθηκε ο κύκλος, τότε γυρίζουν τον σκοπό στο δεύτερο μέρος του τραγουδιού, που το λένε έμωσμα, εντονώτερο και ζωηρότερο, οπότε ζωηρεύουν τα βήματα. Υστερα από το δεύτερο μέρος του, ο χορός γυρίζει στο πέττεμα (πήδημα) σύμφωνα με το τρίτο μέρος του τραγουδιού, και σ' αυτή την φάση αντί να σείεται το αριστερό πόδι κεκαμμένο, κάμπτεται μεν αλλά το δεξί πόδι κάμει επιτόπιο πήδημα για να γίνει το δεύτερο πήδημα του αριστερού ποδιού.


 
Κόνιαλης σημαίνει "από το Ικόνιο" (Κόνια, στα τουρκικα).
 
 
πηγή

Μαλαματένιος αργαλειός - γυναικείος κυκλικός χορός από τη Σινασό της Καππαδοκίας




Χορεύει η Ομάδα Ελληνικού Λαϊκού Χορού του Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου Καλλιθέας.
Επιμέλεια - διδασκαλία: Βασίλης Καρφής

«Ίσσος» από την Σινασό της Καππαδοκίας

video

Χορεύει η Ομάδα Ελληνικού Λαϊκού Χορού του Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου Καλλιθέας.
Επιμέλεια - διδασκαλία: Βασίλης Καρφής

Σουρουντίνα



Πηγή : Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Χορού ,Ευρετήριο : E-6EAE1

-[Κωστάκης 1977, 136] Μιστί Καππαδοκίας: Τα κορίτσια της παντρειάς "πιάνισκαν ένα Σουρουντίνα", έναν (χορό που τον έλεγαν) Σουρουντίνα και που, όπως κάθε χορός, απαιτούσε κι αυτός συγχρονισμό στα βήματα: "άμα χάσει ένας το πόδι (το βήμα), χαλάει ο χορός". Χόρευαν χωριστά τα παλικάρια και χωριστά τα κορίτσια, πιασμένα χέρι με χέρι, όχι Καρσιλαμά, αντικριστά. Ο πρώτος του χορού κρατούσε ένα μαντίλι που το κουνούσε την ώρα που χόρευε. Η Σουρουντίνα ήταν χορός που, όπως ισχυρίζονται οι Μιστιώτες, τον χόρευαν μόνο αυτοί και οι Χριστιανοί του Σεμέντερε, και μοιάζει σαν αναπαράσταση κάποιου γεγονότος, ίσως αρπαγής χριστιανής κοπέλας από Τούρκους, όπως λένε και οι στίχοι ενός από τα τραγούδια που τραγουδιόνταν σ' αυτόν το χορό. Μετείχε συνήθως σ' αυτόν, σαν οδηγός στο χορό των γυναικών, ένας άντρας. Τον έβαζαν μπροστά για να τις "σουρουντίσει", να τις τραβήξει δηλαδή, όπως λένε. Ούτε σ' αυτόν το χορό υπήρχαν όργανα. Οι γυναίκες πιάνονταν σταυρωτά, όπως στη μεγαρίτικη Τράτα. Ούτε κύκλο έκαναν σ' αυτόν το χορό. Μόνο στην αρχή χόρευαν κυκλικά, έπειτα ο χορός ίσιωνε, η μία χόρευε πίσω από την άλλη και όλες πίσω από τον άντρα-οδηγό. Ο χορός άρχιζε αργά και κρατούσε έτσι όσο ήταν κυκλικός. Οσο προχωρούσε όμως το τραγούδι, τόσο γινόταν πιο γρήγορος, ώσπου σε μια στιγμή οι γυναίκες έβγαιναν - πιασμένες όπως ήταν - από τον κύκλο κι έκαναν αντίθετη πορεία, έτσι που οι ράχες των πρώτων να βλέπουν τις ράχες των επόμενων. Σιγά σιγά άρχιζε τότε να γίνεται γρηγορώτερος ο χορός, τόσο γρήγορος που πολλές από τις γυναίκες, μη μπορώντας να παρακολουθήσουν τις άλλες, έβγαιναν απ' αυτόν κουρασμένες. "Από τα σπίτια πιάνισκαμ', αναβαίνισκαμ' ντετσού Χατζή Γιορντάν ντου μύλου κοντά", μιαν απόσταση ως χίλια μέτρα. Το τραγούδι που τραγουδιόταν σ' αυτόν το χορό ήταν πάλι τούρκικο κι έλεγε: "Ανταβάλ μπαγλαρί σεϊρ γιορουντού..." (Πήγαν στ' αμπέλια του Ανταβάλ...).

-[Κωστάκης 1977, 542] Μιστί: Λόγια και μουσική καταγραφή του τραγουδιού "Andavaldaglari..." (Στα βουνά του Ανταβάλ...), χορός Σουρουντίνα.

-[Στράτου 1979, 173] Λάρισα, πρόσφυγες από το Μιστί Καππαδοκίας: Ο χορός Σουρουντίνα, που φαίνεται να είναι ο βασικός τους χορός, έχει όλα τα στοιχεία που μας πείθουν πως πρόκειται για χορό συσχετιζόμενο με τον μύθο της Δήμητρας-Περσεφόνης. Ενας άντρας οδηγούσε τον χορό των γυναικών. Τον έβαζαν μπροστά για να τους τραβήξει. Οργανα δεν υπήρχαν. Οι γυναίκες πιάνονταν σταυρωτά, όπως στη μεγαρίτικη Τράτα. Ούτε κύκλο κάνανε στο χορό αυτό. Μόνο στην αρχή χόρευαν κυκλικά, έπειτα ίσιωνε ο χορός, η μια χόρευε πίσω από την άλλη και όλες πίσω από τον άνδρα-οδηγό. Ο χορός άρχιζε αργά και κρατούσε έτσι όσο ήταν κυκλικός. Οσο προχωρούσε όμως το τραγούδι, τόσο γινόταν πιο γρήγορος, ώσπου σε μια στιγμή οι γυναίκες έβγαιναν - πιασμένες όπως ήταν - από τον κύκλο κι έκαναν αντίθετη πορεία, έτσι που οι ράχες των πρώτων να βλέπουν τις ράχες των επομένων. Σιγά-σιγά άρχιζε τότε να γίνεται γρηγορότερος ο χορός, τόσο γρήγορος που πολλές απ' τις γυναίκες έβγαιναν κουρασμένες.

-[Καραλίδης 1985, 42] Τσαρικλί Νίγδης Καππαδοκίας: Στις μεγάλες γιορτές του χρόνου χόρευαν κυρίως Σουρουντίνα (σουρουϊζου = σέρνω, οδηγώ με τη βία, αρπάζω). Ενας άνδρας μπροστά έσερνε το χορό και ακολουθούσαν κοπέλλες της παντρειάς. Στην αρχή ήταν αργός, αλλά προς το τέλος γινόταν πολύ γρήγορος. Πρόκειται πιθανόν για αναπαράσταση κάποιου γεγονότος, αρπαγής κοπέλλας από Τούρκο. Τα τραγούδια, που όπως αναφέραμε ήταν Τούρκικα και που χορεύονταν Σουρουντίνα, ήταν αρκετά. "Γαρα-σάρνταν γκιάλαν, μπένιν ντουσμανούμ...". Το τραγούδι αυτό χορευόταν Σουρουντίνα, αλλά το τραγουδούσαν και καθώς οι νυφάδες στούμπιζαν πλιγούρι ή κορκότι με μποϊλάχ-χαβά.

-[Κόκκινος 1987, 309] Καππαδοκία: Η Σουρουντίνα είναι μεικτός κυκλικός χορός με λαβή από τις παλάμες σταυρωτά. Χορευόταν στις πλατείες από ομάδες του πάνω μαχαλά και του κάτω, προσπαθώντας η κάθε μια να σπάσει τον κύκλο της άλλης. Χαρακτηριστικό είναι το σύρσιμο των ποδιών, από όπου πήρε το όνομά του. Εχει δύο μέρη, αργό και γρήγορο, τα οποία εναλλάσσονται. Το μουσικό μέτρο είναι δίσημο. Τα βήματα είναι 6 και ολοκληρώνονται σε 2 μουσικά μέτρα. Περιγραφή βημάτων και σχήμα πελμάτων.

-[Τυροβολά 1992, 130] Μιστί Καππαδοκίας: Παλιότερα χόρευαν και τη Σουρουντίνα, κυκλικό χορό με χιαστί λαβή, που εξελίσσεται σε μορφή πομπής με ηγέτη άντρα

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Κόλλιντα και Καλαντάρηδες (Φυλακτό Έβρου)



Αντίστοιχο έθιμο με τα κάλαντα σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, οι καλαντάρηδες την παραμονή των Χριστουγέννων αφορούν στην περιφορά των νεαρών που πρόκειται να πάνε φαντάροι, κατά την οποία τραγουδούν το παραδοσιακό τραγούδι:
"Σαράντα μέρες έχουμι Χριστόν που καρτερούμι, κι αυτές σαράντα τώρα θέλω να τον τραγουδήσω. Χριστούγεννα, να Χριστούγεννα, Χριστός τώρα γεννιέται. Γεννιέτι και βαφτίζετι, στο μέλι και στο γάλα. Το μέλι το τρων οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες. Και μεις να σας τραγουδήσουμι, Χριστός να σας φυλάει, Και του χρόνου".
 Σκοπός των καλαντάρηδων είναι η συλλογή κάποιου χρηματικού ποσού, που θα έχουν στη διάθεσή τους όσο διαρκεί η θητεία τους, η οποία θεωρείται προθάλαμος της ωρίμανσής τους. Έτσι, το έθιμο συνδυάζει τον εορτασμό των Χριστουγέννων με το πέρασμα των νεαρών στην ενηλικίωση.

πηγή

Χριστουγεννιάτικα έθιμα της Κύπρου


Οι γιορτές των Χριστουγέννων παραδοσιακά εορτάζονταν πολύ πιο απλά στον Ελληνορθόδοξο χριστιανικό κόσμο σε σύγκριση με τους χριστιανούς της Δύσης. Ο λόγος γι' αυτό ήταν ό,τι τα Χριστούγεννα για εμάς τους Ελληνορθόδοξους χριστιανούς ήταν μια κυρίως θρησκευτική και πνευματική εορτή παρά να είναι κοσμική. Τόσο το χριστουγεννιάτικο δέντρο, όσο και τα δώρα των Χριστουγέννων ήταν άγνωστα στην Κύπρο. Αντί αυτού, είχαμε δικά μας χριστουγεννιάτικα έθιμα.
Τις παραμονές των Χριστουγέννων όλες οι γυναίκες της Κύπρου ζύμωναν ψωμιά που τα ονόμαζαν «γεννόπιττες», τα πανελλήνια γνωστά χριστόψωμα . Ήταν στρογγυλά ψωμιά με σησάμι ή χωρίς που στη μέση είχαν ένα μεγάλο σταυρό, φτιαγμένο με λωρίδα από ζυμάρι, ενώ στα τέσσερα τμήματα που σχηματίζονταν από το σταυρό έφτιαχναν διάφορα σχέδια, με πιο συνηθισμένο τη φοινικιά.

Μέχρι πολύ πρόσφατα από το καλοκαίρι η κάθε οικογένεια στα χωριά της Κύπρου αγόραζε από ένα μικρό χοίρο τον οποίο έτρεφαν οι ίδιοι με βαλανίδια, τρεμίθια, αγριόχορτα, κριθάρι και νερό. Έτσι τα Χριστούγεννα ο χοίρος ήταν έτοιμος για σφαγή. 2-3 μέρες πριν τα Χριστούγεννα έσφαζαν τον χοίρο, τον καθάριζαν και τον έκοβαν σε κομμάτια. Άλλα κομμάτια τα έβαζαν στο κρασί, αφού πρώτα τους έβαζαν αλάτι, αρτισιά και κόλιανδρο. Με το χοιρινό αυτό κρέας κατασκεύαζαν ζαλατίνες, λούντζες, χοιρομέρια, παΐδες, τσιρίγκες και λουκάνικα. Αν ο καιρός ήταν βροχερός κρεμούσαν τα λουκάνικα και άλλα είδη ψιλά μέσα στην τσιμινιά (τζάκι) για να ψήνονται σιγά-σιγά, αν υπήρχε ηλιοφάνεια τα έβγαζαν έξω στον ήλιο. Για να μην τα πειράζουν οι καλικάντζαροι τους έβαζαν πάνω κλαδιά ελιάς.

Όλα τα μέρη του χοίρου, χρησιμοποιούνταν για την διατροφή της οικογένειας. τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Ότι έμενε τα έψηναν και τα φύλαγαν μέσα σε κούμνες (πήλινα δοχεία), μαζί με το λαρτί (λίπος), που έλειωνε με το ψήσιμο. Μ’ αυτό τον τρόπο, είχαν απόθεμα φαγητού για αρκετό καιρό. Τις τσιρίγκες τις έτρωγαν το καλοκαίρι στο θέρος ενώ το λίπος το χρησιμοποιούσαν για τηγάνισμα, αφού το λάδι ήταν ακριβό.


Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στην Κύπρο έφτιαχναν ένα ψωμί παρόμοιο με τη γεννόπιττα που ονόμαζαν «Βασίλης» και που στο οποίο τοποθετούσαν ένα νόμισμα. Έβαζαν μέσα σε μια μεγάλη τσιάρτα (κούπα) κόλλυβα και από πάνω τον «Βασίλη», μ' ένα κερί αναμμένο στο κέντρο του και τα τοποθετούσαν πάνω στο καλό τραπέζι του σπιτιού. Δίπλα τοποθετούσαν ένα μπουκάλι κρασί, ένα ποτήρι και το πορτοφόλι του νοικοκύρη καθώς και ένα κλαδί ελιάς. Πίστευαν ότι το βράδυ της παραμονής θα επισκεπτόταν το σπίτι τους ο Άγιος Βασίλης, θα έτρωγε, θα έπινε και θα ευλογούσε το πορτοφόλι του νοικοκύρη να είναι πάντα γεμάτο. Το δε ευλογημένο κλαδί ελιάς θα έφερνε ειρήνη στο σπίτι και θα απέτρεπε και τους καλικάντζαρους από το να πειράξουν τον «Βασίλη». Την επόμενη μέρα έπαιρναν τα κόλλυβα, που τα θεωρούσαν ευλογημένα και τάιζαν τα ζώα τους για να ευλογηθούν και αυτά. Τον «Βασίλη» τον έκοβαν το μεσημέρι στο τραπέζι και έπαιρναν όλα τα μέλη της οικογένειας από ένα κομμάτι. Αυτός που θα έβρισκε το νόμισμα ήταν το τυχερός της χρονιάς. Το βράδυ της παραμονής της πρωτοχρονιάς η οικογένεια έπαιζε το παιχνίδι της ελιάς. Έριχναν φρέσκα φύλλα ελιάς στη τσιμινιά (τζάκι), ρωτούσαν τον Άη- Βασίλη αν τους αγαπούσε το πρόσωπο που ονόμαζαν, κι αν το φύλλο πεταγόταν, αυτό σήμαινε πως τους αγαπούσε, αν όχι, δεν τους αγαπούσε.


Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Καππαδοκικά έθιμα Χριστουγέννων


Υπήρχε μια πληθώρα ηθών και εθίμων που συνόδευαν την καθημερινή ζωή των κατοίκων ης Καππαδοκίας σε όλες της σχεδόν τις εκδηλώσεις. Τα περισσότερα από αυτά έχουν λατρευτικό χαρακτήρα λόγω του έντονου θρησκευτικού συναισθήματος που διακατείχε τους Καππαδόκες. Ελάχιστα είναι τα εξωχριστιανικά έθιμα και αυτά αναφέρονται στην απομάκρυνση κακών πνευμάτων και δαιμόνων. Καταγράψαμε τα ήθη και τα έθιμα και τα συνθέσαμε κατά ενότητες παρακολουθώντας τα παράλληλα με το χρόνο που τελούνταν.

Τα Χριστούγεννα τα έλεγαν οι Καππαδόκες Μικρό Πάσχα. Από την παραμονή 24 Δεκεμβρίου άρχιζαν οι προετοιμασίες, Έσφαζαν κοτόπουλα ή μεγαλύτερα ζώα που τα μοιράζονταν περισσότερες οικογένειες. Σ' όλα τα σπιτικά ζύμωναν πίττες με αλεύρι, γάλα, αυγά, ζάχαρη και βούτυρο. Οι γυναίκες πήγαιναν στους στάβλους όπου άναβαν κεριά στα παχνιά των ζώων και θυμιάτιζαν.

Τη νύχτα της παραμονής, περασμένα μεσάνυχτα κτυπούσε η καμπάνα της εκκλησίας. Αν δεν υπήρχαν καμπάνες χρησιμοποιούσαν σήμαντρα ή ακόμη και συνεργεία από ιεροδρόμους με επικεφαλή τον κανδηλανάφτη που διάβαιναν το χωριό απ' άκρη σ' άκρη και ειδοποιούσαν τους πιστούς πως ήρθε η ώρα της εκκλησίας κτυπώντας τις πόρτες τους.

Οι άνδρες φορούσαν γιορτινά και οι γυναίκες τις κεντημένες φορεσιές από τσόχα. Πήγαιναν όλοι μαζί οι γείτονες και για να βλέπουν στο σκοτάδι κρατούσαν πυρσούς. Η Λειτουργία, τελείωνε, πριν ξημερώσει και γύριζαν στα σπίτια τους Ασπάζονταν οι μικρότεροι τα χέρια των μεγαλυτέρων και ευχόταν «Χριστός γεννάται», «Αληθώς γεννάται», «Χρόνια Πολλά» κ.α.

Έστρωναν το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι που περιελάμβανε σούπα τραχανά και γιουβαρλάκια. Απαραίτητα έπρεπε να υπάρχει στο τραπέζι την ημέρα αυτή και το " χερσέ" πιλάφι από ψιλοκομμένο στάρι που είχε βράσει σε ζωμό από κόκαλα. Το φαγητό αυτό το έδωσαν και στην Παναγία να φαει όταν ήταν λεχώνα.

Δεν είχε ξημερώσει και οι περισσότεροι έπεφταν πάλι για να κοιμηθούν. Όλες τις μέρες από τα Χριστούγεννα μέχρι του Αγίου Βασιλείου γιόρταζαν, συγκεντρωμένοι στα σπίτια διασκέδαζαν χορεύοντας χωριστά οι άντρες και χωριστά. οι γυναίκες, στα δώματα, στις στέγες που ήταν επίπεδες, σε μικρές πλατείες αν ο καιρός το επέτρεπε..

Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά γύριζαν στα σπίτια και έλεγαν τα κάλαντα Ομάδες, συνήθως από έξι αγόρια η καθεμιά σκόρπιζαν στο χωριό. Τα τρία παίδια από την κάθε ομάδα ανέβαινα στο δώμα των σπιτιών και από το φεγγίτη (πετζέ) κρατούσαν με σκοινί ένα φανάρι δικής τους κατασκευής και το άφηναν να κατέβει μέσα στο σπίτι. Ανεβοκατέβαζαν μέσα στο δωμάτιο του σπιτιού το φανάρι τους και έψελναν το τροπάριο του Αγίου Βασιλείου " Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου ...» και πολλές φορές στο τέλος πρόσθεταν : Καλησπέρα στη βραδιά σας, όποιος δώσει να κάμει αγόρι, όποιος δε δώσει, να κάνει κορίτσι, κι αυτό ως το πρωί καμπουριασμένο. Την ίδια στιγμή τα άλλα τρία παιδιά είχαν μπει μέσα στο σπίτι, για να πάρουν τα δώρα που θα τους προσφέρουν, αυγά, πλιγούρι, βούτυρο, ξηρούς καρπούς. Και στoν Τούρκων τα σπίτια πήγαιναν παιδιά για να ψάλουν τα κάλαντα τα παιδιά τα έτρωγαν μαζί σε ένα σπίτι .

Τη νύχτα εκείνη γινόταν από πολλούς προσκύνημα στα λαξευτά παρεκκλήσια του Αη-Βασίλη και των 40 Μαρτύρων. Οι δρόμοι φωταγωγημένοι από τα κεριά των προσκυνητών που πήγαιναν και έρχονταν παρουσίαζαν υπέροχο θέαμα.

Πίστευαν πως τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς ανοίγει ο ουρανός. Αν τη νύχτα της παραμονής γεννιόταν παιδιά, θα ήταν τυχερά. Αν ήταν αγόρια, τους έδιναν στη βάφτιση το όνομα Βασίλης.

Ξημερώματα Πρωτοχρονιάς οι γυναίκες έτρεχαν στη βρύση να φέρουν νερό τον Αη-Βασίλη «σουγιού». Γέμισε η κάθε μία τη στάμνα της και κρατούσε ύστερα κάτω από τη βρύση σακούλα μικρή με νομίσματα, για να τρέξει μέσα το νερό και να πολλαπλασιαστούν τα νομίσματα.

Ιδιαίτερη ήταν η φροντίδα για το γεύμα το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς. Στο τραπέζι έπρεπε να έχουν κότα γεμιστή με πλιγούρι, ρόδια που επάνω τους κολλούσαν μικρά κεριά και τα άναβαν, μέσα σε ταψί με ξηρούς καρπούς και κεριά αναμμένα, στημένα στη μέση.

Το είχαν σε κακό να δανείσουν ή να δώσουν ελεημοσύνη την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, θα έφευγε η σοδειά, το μπερεκέτι του σπιτιού.

Σαράντα μέρες συνέχεια μετά την Πρωτοχρονιά πολλοί συνήθιζαν να πηγαίνουν στο παρεκκλήσι του Αη-Βασίλη να ανάβουν το καντήλι και να παρακαλούν να τους βοηθήσει...

πηγή: http://www.kappadokes.gr/

Το Χριστόξυλο - έθιμο από την Μακεδονία



Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας , από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό , το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του.

Αυτό ονομάζεται Χριστόξυλο και είναι το ξύλο που θα καίει για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών (από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα) στο τζάκι του σπιτιού.

Πριν ο νοικοκύρης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι , ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο , για να μή βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια. Έτσι το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων , όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι , ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και μπαίνει στην πυροστιά το Χριστόξυλο.

Ο λαός λέει ότι καθώς καίγεται το Χριστόξυλο , ζεσταίνεται ο Χριστός , εκεί στην κρύα σπηλιά της Βηθλεέμ .

Σε κάθε σπιτικό , οι νοικοκυραίοι προσπαθούν το Χριστόξυλο να καίει μέχρι τα Φώτα.

πηγή

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Γυναικεία νυφική ενδυμασία Αγίας Άννας - Εύβοιας


Γυναικεία νυφική ενδυμασία Αγίας Άννας - Εύβοιας 19ος - 20ός αι. Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α. Μ. 4301

Η φορεσιά -στην τοπική ορολογία- ονομάζεται το καλό σιγκούνι. Κύριο χαρακτηρι- στικό της είναι τα επάλληλα πουκάμισα. Τα κεντήματα στο μεγάλο πουκάμισο, υποδηλώνουν την ηλικία και την οικογενειακή κατάσταση της έγγαμης γυναίκας. Σε ένα από τα πουκάμισα ή σε ειδικό μπούστο ράβονται οι μάνικες, συνήθως μεταξωτές λευκές, με κεντήματα ή δαντέλες. Το σιγκούνι είναι λευκό με μαύρα μεταξωτά σιρίτια και πρωτοφοριέται την ημέρα του γάμου. Το καντέμι, μεγάλο κόκκινο μεταξωτό ζωνάρι, φοριέται μόνο το πρώτο δεκαπενθήμερο μετά το γάμο. Η ποδιά είναι κεντημένη ή στολισμένη με σιρίτια, κορδέλες και κρόσσια. Χαρακτηριστικό του κεφαλόδεσμου είναι η μεταξωτή μπόλια. Τη φορεσιά συμπληρώνουν πολλά χρυσά κοσμήματα.
μεγέθυνση

πηγή:  http://www.europeana.eu/portal/record/08540/FAAEF10E1EF87B063E2411C3F2041F25798B579D.html?start=10

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Το έθιμο του Χριστουγεννιάτικου Καραβιού




Ως χώρα της θάλασσας, η Ελλάδα είχε το έθιμο του στολισμού του καραβιού.


Το καράβι συμβολίζει την καινούργια πλεύση του ανθρώπου στη ζωή, μετά τη γέννηση του Χριστού. Έθιμο που υποχώρησε με το χρόνο, μπροστά σε αυτό του δέντρου, αλλά κανένας δεν δείχνει να το έχει ξεχάσει.

Το ελληνικό παραδοσιακό καραβάκι αποτελεί παράδοση των παλαιών εποχών της χώρας μας, που τα παιδιά με αγάπη, χαρά και δημιουργικό νου κατασκεύαζαν τα παιχνίδια τους. Αποτελούσε, όμως, και ένα είδος τιμής και καλωσορίσματος στους ναυτικούς, που επέστρεφαν από τα ταξίδια τους.

Πριν από 50 χρόνια, δηλαδή έως και την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, συναντούσαμε το καραβάκι σε πολλά ελληνικά σπίτια και στα χέρια των παιδιών που έλεγαν τα κάλαντα. Σήμερα, η παράδοση αυτή τείνει να εξαφανιστεί, μιας και έχει αντικατασταθεί από το έλατο.

Συνυφασμένο με αποχωρισμούς και δυσάρεστες αναμνήσεις, αλλά και ως τάμα των ναυτικών σε στιγμές κινδύνου στη θάλασσα, το καράβι δεν θα μπορούσε να συμβολίσει οικογενειακές συνεστιάσεις θαλπωρής, με παρόντα όλα τα μέλη, ή να τονώσει το οικογενειακό αίσθημα. Για το λόγο αυτό, το καράβι σπάνια αποτέλεσε στοιχείο διακόσμησης των ελληνικών σπιτιών τα Χριστούγεννα.

Εντούτοις, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, συζητήθηκε έντονα στη χώρα μας το ζήτημα κατάργησης του χριστουγεννιάτικου δέντρου και αντικατάστασής του από το καράβι, δεδομένου ότι αυτό συνδύαζε την παράδοση με την οικολογική συνείδηση. Το ζήτημα βεβαίως δεν ήταν τόσο απλό, καθώς παρουσιάστηκε αδιάσειστη επιχειρηματολογία και από τις δύο πλευρές, με αναφορές σε οικολογικά ζητήματα και προτάσεις από ειδήμονες για χρήση φυτών και δέντρων, πλην του ελάτου.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι το Χριστουγεννιάτικο δέντρο εκτόπισε το παραδοσιακό καραβάκι που στόλιζαν οι Έλληνες τις ημέρες των Χριστουγέννων. Σε ορισμένες περιοχές (κυρίως στα νησιά) εξακολουθούν να στολίζουν «καραβάκια», ενώ τα τελευταία χρόνια γίνεται μια αξιέπαινη προσπάθεια ορισμένων Δήμων της χώρας, να επαναφέρουν το έθιμο στην αρχική του μορφή, στολίζοντας στις πλατείες τους καραβάκια αντί για έλατα. Ωστόσο, το χλωρό κλαδί πάντα έμπαινε στο ελληνικό σπίτι τις ημέρες του Δωδεκαημέρου, για να φέρει την ελπίδα για μια καινούρια ανθοφορία, για ένα καλύτερο μέλλον.

Στον ξεχωριστό, το λαμπρό διάκοσμο της γιορτινής ατμόσφαιρας των ημερών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς που έρχονται, το παραδοσιακό καραβάκι αλλά και το εξωτικά φορτωμένο δέντρο θα χαρίσουν ένα ξεχωριστό άρωμα σε κάθε σπίτι που θα κυριαρχήσουν με τα χαρούμενα και ζωηρά χρώματά τους.

πηγή