Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Κατοχή στο Μύλο του Εμπορείου Σαντορίνης


«Λευτέρης ξύπνα παιδί μου».

«Ναι, ναι».

Μουρμούρισε ο μικρός Λευτέρης μέσα στο βαθύ ύπνο του.

«Έλα παιδάκι μου, σήκω».

Ο Λευτέρης έπαιξε τα μάτια του και κοίταξε γύρω του για να δει που βρίσκετε. Ήταν όνειρο, ήταν αλήθεια, δεν ήξερε. Σκέφτηκε και κοίταξε γύρω του

« Μα που βρίσκομαι » Μουρμούρισε.

Φοβόταν, μα βλέποντας το πατέρα του να σολογάει αισθάνθηκε σιγουριά. Ένιωθε το σώμα του πιασμένο, πονεμένο και τα γόνατα του τον πόναγαν τώρα θυμήθηκε την προηγούμενη μέρα που είχε πέσει κάτω, όταν τον είχε κυνηγήσει ένας γερμανός να του πάρει το ψωμί που κρατούσε κάτω από τη μασχάλη του, όμως εκείνος κατάφερε να του ξεφύγει όταν πέρασε μέσα από ένα μικρό άνοιγμα που είχε ένα βομβαρδισμένο σπίτι .

Μια σκηνή με ένα κήπο με ένα κοριτσάκι με χρυσά μαλλιά μπερδευόταν και ερχόταν στο μυαλό του. Ο μικρός Λευτέρης τώρα δεν ήξερε ποια είναι η αλήθεια, και ποιο είναι το όνειρο.

Κοίταξε τα γόνατα του το αίμα είχε ξεραθεί και το δέρμα του τον τράβαγε. Είχε την αίσθηση ότι είχε ξυπνήσει σε μια άλλη ζωή. Χασμουρήθηκε και έξυσε το κεφάλι του, τα μαλλιά του, του φάνηκαν αφύσικα κοντά. Τώρα θυμήθηκε όταν χτες η μάνα του, του τα είχε πάρει με τη ψιλή για να γλυτώσουν από τις ψείρες. ===

«Τι έγινε πατέρα, θα αλέσουμε;»

Ρώτησε,

Ο πατέρας του, τον λυπόταν που τον ξύπνησε αλλά η πείνα δε του άφηνε περιθώρια για στοργικές εκδηλώσεις.

«Ναι, έλα πριν ξυπνήσουν». Τον προέτρεψε με μια θέρμη στο τόνο της φωνής του και συμπλήρωσε. «Θα κοιμηθείς αύριο όσο θέλεις. Θα πω στη μάνα σου να μη σε ξυπνήσει».

Αν και ήξεραν ότι αυτό ήταν ψέμα, μα είχαν ανάγκη να το πιστέψουν και οι δυο.

Ο μικρός Λευτέρης κάθισε πάνω στα σακιά πήρε μια βαθιά ανάσα για να συνέρθει και προσπαθώντας να δει καλύτερα μέσα από το αδύνατο φως μιας λάμπας που ήταν στερεωμένη στο τοίχο. Δίπλα του υπήρχε ένα φαναράκι από καρπούζι, το είχε φτιάξει μαζί με τα αδέρφια του χτες βράδυ. Το δικό του ήταν το καλύτερο, είχε ένα πρόσωπο χαμογελαστό και δυο τρίγωνα ματάκια. Το έπιασε και το ακούμπησε πιο κει για να μη το σκουντήξει και του χαλάσει.

Για μια στιγμή το κοίταξε. Και μπρος τα παιδικά ματάκια του πέρασαν εικόνες με τραπέζια γεμάτα λιχουδιές μέχρι χαρούμενα χαχανητά του φάνηκε ότι άκουσε.

« Πατέρα». Μουρμούρισε, τεντώνοντας ψηλά τα χέρια του να ξεμουδιάσει. «Είδα ένα περίεργο όνειρο, με πολλά φαγιά».

Ο πατέρας του χαμογέλασε και του είπε γελώντας.

«Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται. Άντε. Έλα να τελειώνουμε. Του φώναξε, που τώρα ανέβαινε τα απότομα σκαλιά του μύλου. Έλεγξα τον καιρό είναι μαΐστρος και άνοιξα τα αντιμόνια. Ο κούντονας* κοιτάζει τον καιρό. Είπε σαν να του έκανε μάθημα. Τράβα ρίξε νερό στα μούτρα σου και τρέξε στα σακιά».

O μικρός Λευτέρης παραμέρισε τη κουρελιασμένη κουβέρτα που ήταν σκεπασμένος, σηκώθηκε και τεντώθηκε.

Ο μύλος έτριξε και τα ξάρτια του άρχισαν να γυρίζουν, στη αρχή αργά αλλά έπειτα με δύναμη. Τράνταζε ολόκληρος με ένα υπόκωφο ήχο που κάτω στο χωριό έφτανε σαν μουγκρητό βγαλμένο από τα έγκατα της γης. Έπειτα από λίγο το αλεύρι αλεσμένο έπεφτε στο κασάκι* και μέσα από τη μάνικα έπεφτε στο σακί αφού πρώτα οι μυλόπετρες είχαν θρυμματίσει το σιτάρι κάνοντας το πούδρα.

Ο Αντώνης πάνω στη κουκούλα του Μύλου κοίταζε από τα τέσσερα παράθυρα έχοντας το νου του για καμιά σπιλιάδα*. Κάτω ο επτάχρονος Λευτέρης γέμιζε τα σακιά με αλεύρι και τροφοδοτούσε από το ποταμό* τις μυλόπετρες με κριθάρι με μηχανικές κινήσει .

Έπειτα από μια ώρα ο μικρός Λευτέρης φώναξε με όλη του τη δύναμη για να τον ακούσει ο πατέρας του.

«Πατέρα να αδειάσω και το άλλο τσουβάλι».

Ο Αντώνης άκουσε αλλά δεν απάντησε αμέσως. Δεν ήξερε τι να κάνει. Να αλέσει και τα άλλα σακιά ή να σταματήσει να αλέθει, μη και ξυπνήσουν οι ιταλοί και του βάλουν ποινή.

Κοίταξε κάτω στο χωριό. Ησυχία. Πάνε τώρα δυο χρόνια που κάθε βράδυ τέσσερις Φινάτσα* καραμπινιέριδες* επιλεγμένοι αξιωματικοί έρχονταν εδώ σταλμένοι από το διοικητής των ιταλών να ξεμένουν τα βράδια για να προσέχουν μη δουλέψει ο μύλος κρυφά χωρίς την έγκρισή τους.

Εκείνο το βράδυ οι ιταλοί είχαν έρθει από νωρίς από το καζέρμα* το φυλάκιο των ιταλών έχοντας μαζί τους τη κουραμάνα τους και το φαγητό τους όπως κάθε βράδυ.

Ο Αντώνης είχε βγάλει πρόγραμμα από νωρίς ότι απόψε θα άλεθε. Η γυναίκα του η Ζαμπιό είχε ετοιμάσει τηγανιτά ψάρια και ο Αντώνης είχε στη γωνία έτοιμη τη νταμιτζάνα με το κρασί. Αφού τάισαν και πότισαν τους ιταλούς μέχρι σκασμού η Ζαμπιό έπιασε τη μούζικα* και άρχιζε να παίζει ιταλική πόρκα.

Οι ιταλοί το ‘ ριξαν στο χορό πάνω στο ντράλικα* του μύλου και γύρω στις 9 έπεσαν ξεροί για ύπνο αποκαμωμένοι από το χορό και ζαλισμένοι από το μεθύσι. Το ίδιο ζαλισμένος ένιωθε και ο Αντώνης αφού κάθε φορά έπινε μαζί τους για να μην υποψιαστούν κάτι οι ιταλοί.

Ο Αντώνης μαζί με τη γυναίκα του, τους έβαλαν σε μια αποθήκη, έπειτα ήπιε ένα δυνατό, πικρό καφέ για να συνέρθει και πήγε γραμμή στο μύλο για να αλέσει. Είχαν μέρες να αλέσουν και όλο το χωριό υπέφερε. Πέρα από τη δική του φαμίλια με δέκα παιδιά ο Αντώνης επωμιζόταν και τη τύχη όλων των συγχωριανών του.

Τώρα εδώ πάνω στη κουκούλα του μύλου κοιτάζοντας κάτω το χωριό αισθανόταν υπεύθυνος για τη ζωή τους.

«Ρίξε και το άλλο» φώναξε.

«Πατέρα κι αν έρθουν».

«Μη φοβάσαι. Δε θα έρθουν». Είπε με σιγουριά για να τον ενθαρρύνει αν και μέσα του κάθε φορά που το έκανε έτρεμε από το φόβο. Ο αέρας δυνάμωνε και τώρα τα ξάρτια του μύλου γύριζαν ακόμα πιο δυνατά τρίζοντας και αγκομαχώντας.

Η καρδιά του Αντώνη άρχιζε να σφίγγει από αγωνία, η ώρα είχε πάει μία.

Έκανε το σταυρό του.

« Έλα Αι μου Μερκούρη».

Ψέλλισε και κοίταξε κάτω τη πλαγιά, στο τέλος του ορίζοντα το φεγγάρι καθρεφτιζόταν μέσα στη θάλασσα λούζοντας το χωριό που κοιμόταν με ένα χρυσό χρώμα . Αύριο ξημερώματα θα έφταναν οι συγχωριανοί του για αλεύρι. Απόψε που άκουγαν το μύλο να δουλεύει ο Αντώνης ήταν σίγουρος ότι θα προσεύχονταν και αυτοί μαζί με εκείνον να τη γλυτώσει και αυτή τη νύχτα από τους ιταλούς. Ο Αντώνης άνθρωπος τίμιος και πονόψυχος είχε γλυτώσει πολύ κόσμο από βέβαιο θάνατο. Μα οι ιταλοί αν τον έπιαναν απόψε δε θα τη γλύτωνε εύκολα.

Ξάφνου κάτι κινήθηκε στο μονοπάτι που οδηγούσε στο μύλο. Ξανακοίταξε να δει καλύτερα.

«Λευτέρης, βάλε το σοκάρο».

Φώναξε με όλη του τη δύναμη, αλλά ο μικρός Λευτέρης είχε απορροφηθεί στη δουλειά. Κοιτάζοντας το αλεύρι να πέφτει στα σακιά φανταζόταν την άμμο της θάλασσας

Αύριο όταν θα έλειπε η μάνα του θα πήγαινε με τους φίλους του για μπάνιο.

Ξάφνου η ξύλινη πόρτα του μύλου άνοιξε διάπλατα από μια δυνατή κλωτσιά. Μια μαύρη σκονισμένη μπότα φάνηκε και έπειτα τέσσερις ιταλοί βρίσκονταν μέσα στο μύλο να βρίζουν στα ιταλικά και να κλωτσάνε ότι έβρισκαν μπροστά τους. Μέσα από αυτή τη μανία δε γλύτωσε το φαναράκι του Λευτέρης που κόλλησε στο τοίχο. Ο ένας ιταλός έβαλε το σόκαρο* το φρένο του μύλου και ο μύλος άρχισε σιγά- σιγά να φρενάρει ώσπου στο τέλος σταμάτησε και το μόνο που ακουγόταν ήταν το φύσημα του αέρα πάνω στα ανοιγμένα πανιά του μύλου. Ο Αντώνης κατέβηκε από τη κουκούλα του μύλου και είδε τους ιταλούς παραζαλισμένους σα κοτόπουλα να χτυπάνε με μια μαγκούρα σα λυσσασμένα σκυλιά ότι υπήρχε τριγύρω. Ένας ιταλός είχε στριμώξει το μικρό Λευτέρης στη γωνία και τον χτύπαγε.

«Μη-μη το παιδί». Τους φώναξε ο Αντώνης τρομοκρατημένος γιατί ήξερε πόσο αδίσταχτοι γίνονταν όταν κάτι δε πήγαινε καλά, και στη δική του περίπτωση τα αντίποινα μπορεί να ήταν πολύ σκληρά. .

Ένας ιταλός τον πλησίασε του πέταξε κάποιες βρισιές στα ιταλικά και έπειτα με μια απότομη κίνηση του ξερίζωσε το μουστάκι. Ένας άλλος τον έπιασε από το μπράτσο και τον έσυρε έξω.

Ο μικρός Λευτέρης έκλαιγε.

«Όχι το παιδί τους φώναξε».

Δυο ιταλοί τώρα τον κρατούσαν από τα μπράτσα και τον έσερναν προς το αρχηγείο τους.

Οι άλλοι δυο ιταλοί έμειναν πίσω. Έδεσαν το μικρό Λευτέρης από τη μέση και με το ίδιο σκοινί όπως ήταν δεμένος τον σήκωσαν ψηλά με το μακαρά. Ο μικρός κούναγε τα πόδια του στο αέρα και έκλαιγε. Ο ένας ιταλός του έπιασε τα πόδια και ο άλλος άρχισε να του βγάζει τις τρίχες από τα τρυφερά πόδια του εφτάχρονου Λευτέρης που έκλαιγε από το πόνο, ώσπου στο τέλος οι φωνές των ιταλών έφταναν στα αυτιά του σαν μελωδικό νανούρισμα. Τώρα δεν άκουγε τίποτα. Μια γλυκιά παραζάλη τον πήρε και χάθηκε σε ένα λήθαργο. Με τα λόγια των ιταλών να φτάνουν στα αυτιά του σαν γλυκό τραγούδι.

« Έλα σήκω. Σήκω.»

Ο μικρός Λευτέρης έπαιξε τα βλέφαρά του, σήκωσε το κεφάλι του και είδε να στέκονται από πάνω του δυο ιταλοί να τον κλωτσάνε μαλακά με τις σκονισμένες μπότες τους. Το δέρμα των ποδιών του τον πόναγε. Μέσα στη ζάλη του και τον φόβο του θυμήθηκε τι είχε συμβεί. Με μια απότομη κίνηση πετάχτηκε όρθιος και στάθηκε με τη πλάτη στο τοίχο κοιτάζοντας τους ιταλούς με τα κόκκινα από το κλάμα μάτια του, τρέμοντας από το φόβο. Οι ιταλοί του γύρισαν τη πλάτη και βγήκαν έξω στο ντράλικα του μύλου μουρμουρίζοντας κάτι στα ιταλικά. Ο μικρός Λευτέρη πετάχτηκε έξω και έτρεξε για το σπίτι του που ήταν λίγο πιο κάτω.

« Μάνα, άνοιξέ μου.»

Χτύπαγε τη πόρτα με τα δυο του χέρια και φώναζε. « μάνα…» Η Ζαμπιό άνοιξε τη πόρτα και ο μικρός τρύπωσε μέσα και έκλεισε πίσω του τη πόρτα.

« Μας καταλάβανε μάνα οι ιταλοί» είπε με κομμένη την ανάσα από το τρέξιμο και από το κλάμα. « Ο πατέρας σου που είναι ;» τον ρώτησε η Ζαπμιό έντρομη.

« Δε ξέρω. Τον πήρανε μάλλον θα τον πήγανε στο καζέρμα*.

Στο ισχνό φως της λάμπας η Ζαμπιό είδε τα πόδια του μικρού Λευτέρη.

« Τι έπαθαν τα πόδια σου;»

Τον ρώτησε και γονάτισε για να δει καλύτερα. Ο μικρός Λευτέρης κοίταξε τα πόδια του και έμπηξε τα κλάματα.

« Οι ιταλοί μουρμούρισε»

Η Ζαμπιό κατάλαβε τι είχε συμβεί άνοιξε τα χέρια της και τον πήρε αγκαλιά.

«Έλα, έλα να σου βάλω λίγο λαδάκι από το καντήλι και θα σου περάσει»

Είπε με θάρρος, μα μέσα της έκλαιγε και πόναγε πιο πολύ από το μικρό Λευτέρη. Η καρδιά της έτρεμε από φόβο για τη τύχη του άντρα της χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι.

Αληθινή ιστορία

Τα ονόματα και τα γεγονότα αντιπροσωπεύουν την αλήθεια.

Αντωνία Δρόσου Βελισσαράτου

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου