Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

H Νενητούσικη φορεσιά

 

Μετάφραση : Μενεξέ Μαριάννα
Κλούβα Αγγελική

Νενητούσικη   φορεσιά 


Τον καιρό της τουρκοκρατίας και όχι μόνο, οι Χιώτισσες ήταν ξακουστές για το κάλλος και την χάρη τους. Όσο και αν ακούγεται περίεργο τα περίτεχνα και πλουμιστά φορέματα τους προκαλούσαν δέος και θαυμασμό στους περιηγητές εκείνης της εποχής, γι αυτό και έχουν γραφτεί πολλά βιβλία με περιγραφές και εντυπώσεις για το πως ντυνόταν και στολιζόταν οι Χιώτισσες που θεωρούνταν από τις πλέον κομψές και μοντέρνες γυναίκες της εποχής εκείνης. Θα πρέ­πει να πούμε ότι εκτός του ότι οι λεύτερες φορούσαν άλλα ρούχα από τις παντρεμένες, οι απλές χωρικές είχαν μόνο δύο φορεσιές, την καθημερινή και την καλή τους την νυφική. Η τοπική φορεσιά του χωριού μας έχει αρκετές ομοιότητες με αυτήν της Καλλιμασιώτικης που τότε ήταν κεφαλοχώρι και όπως ήταν λογι­κό τα υπόλοιπα χωριά το αντέγραφαν ή ακολουθούσαν τα βήματα του.

 

ΚΕΦΑΛΟΜΑΝΤΗΛΟ (ΣΑΡΙΚΙ)


Το κεφαλομάντηλο φοριόνταν όπως και στην Καλλιμασιά, ονομάζονταν σαρίκι. Η βάση του (το πρώτο μαντήλι ή σκουφάκι που κρατούσε τα μαλλιά) ήταν φτιαγμένο από πολύχρωμο βαμ­βακερό τετράγωνο ύφασμα που διπλω­νόταν διαγώνια, οι δύο άκρες σταυρώ­νονταν στο πίσω μέρος του κεφαλιού και κατέληγαν στο μέτωπο όπου και δενόταν, αυτό το ονόμαζαν βελέτο. Πάνω από αυτό φορούσαν το σαρίκι ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο ύφασμα μήκους 4 μέτρων που θύμιζε φουλάρι ή κασκόλ ήταν στολισμένο με κεντίδια διαφόρων χρωμάτων και το τύλιγαν γύρω από το κεφάλι σαν στε­φάνι. Τα τελειώματα του προεξείχαν στα δεξιά και στα αριστερά με μια διαφορά στο μήκος, αυτό που προεξείχε από την δεξιά πλευρά ήταν μακρύτερο από την αριστερή. Τα αριστερά και δεξιά τελειώματα (κόμποι που συγκρα­τούσαν το σαρίκι στο κεφάλι ονομαζό­ταν μαγουλικά) ήταν στολισμένα με τούλι ή κρόσσι και αντί για γαζί χρη­σιμοποιούνταν στρατάκι, πλέκονταν και σταυρώνονταν κάτω από το σαγόνι. Τα μαλλιά ήταν πιασμένα σε πλεξούδες που ονομαζόταν σάρδες ήταν τραβηγμένες μπροστά και κρέμονταν έξω από τα μαγουλικά. Ένα μικρό μαντίλι τυλί­γονταν στην δεξιά πλευρά του κεφαλι­ού για να δώσει πάχος και σταθερότη­τα το στερέωναν με καρφίτσες και το ονόμαζαν κουμπάτοι.

ΦΟΥΣΤΑ


Οι γυναίκες στο χωριό μας φορούσαν μια αρκετά φαρδιά άσπρη βαμβακερή φούστα, η οποία ήταν ραμμένη διπλή και η ένωση καλύπτονταν από μία φάσα που ονομαζόταν αζούρ ή κουφογαζί όπως ακριβώς και η ποδιά της Καλλιμασιώτικης φορεσιάς. Η φούστα δένονταν γύρω από την μέση με ένα σκοινί που περνιόταν προσεκτικά από μία οπή τη βρακοθηλειά. Συχνά στο κάτω μέρος της φούστας ήταν ραμμένη μια μεταξωτή φάσα και τότε η φούστα ονομαζόταν φούστα με μεγάλο φηκάρι.


 

ΜΠΟΥΣΤΟΣ


Το μακρυμάνικο πουκάμισο επονομα­ζόμενο και μπουστομάνικο, ήταν φτιαγμένο από άσπρο μετάξι, και το τελείωμα των μανικιών ήταν στολισμέ­νο με κομμάτια από χρωματιστό μετα­ξωτό ύφασμα σε τριγωνικό σχήμα τα οποία τα αποκαλούσαν πιτσιλιά. Έφτανε μέχρι και λίγο πιο κάτω από το στήθος είχε μεγάλο καρέ και έκλεινε με μια μεταξωτή κορδέλα στον λαιμό. Το μπουστομάνικο ήταν το τελευταίο κομ­μάτι από τα εσωτερικά της Νενητούσικης φορεσιά. Πρώτα φορού­σαν κατάσαρκα την καμιζόρα, ακολουθούσε το στενομάνικο και τέλος πάνω από όλα αυτά φορούσαν το μπουστομάνικο.

ΖΑΚΕΤΑ (ΣΑΜΑΡΑΚΙ)


Πάνω από το μπουστομάνικο φορού­σαν μία φανελένια ζακέτα χωρίς μανί­κια που ήταν ή χρωματιστή ή λευκή, το φουστάνι, η οποία έφτανε μέχρι την μέση και ήταν ανοικτή μπροστά. Ήταν ραμμένη σύμφωνα με το σχέδιο της Καλλιμασιώτικης φορεσιάς με μόνη διαφορά στο χρώμα η Νενητούσικη ήταν λευκή σε αντίθεση με της Καλλιμασιάς που ήταν μπλε. Οι τιράντες μαζί με το ζευκτήρα, τραχηλιά, καλύπτονταν από μετάξι ή βελούδο και ταφτά όπως επίσης και τα ανοίγματα για τα χέρια που είχαν μεταξωτές φάσες στο τελείωμα τους, αυτά ονομάζονταν μαριέλλη. Κάτω από τον ζευκτήρα το πίσω μέρος του φουστανιού είχε όρθιο πλισέ συνολικού μήκους 3 μέτρων. Οι θυλάκες (πλισές) ήταν ραμμένος στα πλάγια. Αυτό το ένδυμα υποτίθεται ότι έμοιαζε με το σαμάρι που φορού­σαν στα γαϊδουράκια και για αυτό και ονομαζόταν στα αστεία σαμαράκι.

ΜΠΡΟΣΤΕΛΛΑ Ή ΣΤΗΘΟΜΑΝΤΗΛΟ


Δύο ποδιές φορούσαν συνήθως, η κάτω (πρώτη εσωτερική) το μεγάλο καμοχένο ήταν μια μακριά ορθογώνια ποδιά από σταμπαριστό μετάξι διαφόρων χρωμάτων, συνήθως λευκή και σκούρα μπλε με μικρές φούντες, έφτανε τουλάχιστον μέχρι τα γόνατα στερεωνόταν όπως της Καλλιμασιας, κάτω από τικ μασχάλες περνώντας την μέσα από τα μανίκια της ζακέτας (σαμαράκι). Το μικρό καμοχένο ή δεύτερη εσωτερική ποδιά ήταν ένα μικρότερο κομμάτι ύφασμα ίδιου σχήματος με το πρώτο στερεωνόταν και αυτή κάτω από τις μασχάλες όπως η προηγούμενη και επιπλέον καρφιτσώνονταν πάνω στο μεγάλο καμοχένο. Αυτή φτιαχνόταν είτε από πολύχρωμο μετάξι είτε από δαμα­σκηνό μετάξι. Στην περίπτωση που φτιαχνόταν από δαμασκηνό μετάξι ονο­μαζόταν στόφα. Τελευταία φορούσαν μια βελούδινη ποδιά με κρόσσια και χρυσά κεντήματα που ονομαζόταν βέλιο. Σε περίπτωση που ήθελαν να ντυθούν πιο απλά δεν φορούσαν μικρό καμοχένο και στην θέση αυτού φορού­σαν μια μεταξωτή ποδιά που ονομαζό­ταν μπροστέλλα.

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΑ ΡΟΥΧΑ


Το χειμώνα όταν φορούσαν την καλή τους ενδυμασία, εσωτερικά φορούσαν ένα μακρυμάνικο μπουστάκι που το ονόμαζαν και καμιζόρα (αναφερθήκα­με και σε αυτό προηγουμένως). Ήταν φτιαγμένο από μαύρο ύφασμα και στο­λισμένο με μεταξωτό βαθυκόκκινο σιρίτι. Για καθημερινή ενδυμασία φορούσαν το σεϊμένικο ένα μακρομάνικο ζακετάκι που έφτανε μέχρι την μέση και ήταν φτιαγμένο από φαντό βαμβακερό ύφασμα μαύρου χρώματος, είτε από βουχούρι (που ήταν κάποιο ντόπιο ύφασμα) είτε από μαύρο σατέν που λεγόταν σαντίνι. Στην περίπτωση που δεν φορούσαν το σεϊμένικο χρη­σιμοποιούσαν το μεϊντάνι που ήταν περίπου το ίδιο με σεϊμένικο με την διαφορά ότι αυτό ήταν αμάνικο και κουμπώνονταν σταυρωτά όπως το μεϊ­ντάνι που φορούσαν οι βρακάδες. Το πίσω μέρος ήταν φτιαγμένο από φωτει­νό μπλε ύφασμα και το μπροστά από βελούδο διακοσμημένο με μεταξωτό σιρίτι.

ΚΑΛΤΣΕΣ ΚΑΙ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ


Κάλτσες: άσπρες μεταξωτές ή βαμβακερές και βελούδινες παντόφλες στολι­σμένα με διάφορα χρώματα και σχέδια. Το πιο συνηθισμένο σχέδιο ήταν με λουλούδια αποτελούμενα από πράσινα φυλλώματα και κόκκινους ανθούς (τριαντάφυλλα) στην θέση που είναι το μεσαίο δάχτυλο.

Σχόλια περιηγητών για τις χιώτισσες…


Η φορεσιά των Χιωτών είναι διαφορετικη από όλους τους άλλους νησιώτες. Οι γυναίκες φορούν τα πανωφόρια τους μέχρι τον αστράγαλο. Ο μπούστος είναι κοντός και χονδρός στη μέση, ο κεφαλόδεσμος είναι από λινό, φορεμένος μέχρι τα αυτιά, ανασηκωμένος πίσω (περίπου όπως ο κεφαλόδεσμος του Δόγη της Βενετίας) και σκεπάζει όλα τα μαλλιά. Οι χονδρές γάμπες και οι μικρές πατούσες εκτιμώνται στη Xίο και μερικές Χιώτισσες για να είναι στη μόδα, φορούν μαζί τέσσερις ή και περισσότερες χονδρές κάλτσες.Μπροστά στο στήθος τους κρεμούν μια μαντίλα σαν σαλιάρα, που φτάνει λίγο κάτω από τη μέση και που από κάτω κρύβουν διπλωμένα τα χέρια τους όταν κυκλοφορούν έξω. Όταν χορεύουν τον κυκλικό χορό κρατούν ένα μαντίλι στο χέρι, για να μην ακου­μπά ο ένας τα χέρα του άλλου. Φοράνε σκουλαρίκια, περιδέραια και βραχιό­λια από χρυσό. Οι άνδρες ίδια πανω­φόρια, που καταλήγουν σε τέσσερα τεμάχια κάτω από τη μέση, ίσιες κοντοβράκες, που κουμπώνουν ή δένουν στα γόνατα, παπούτσια και κάλτσες όπως των Γενοβέζων. Έχουν μια φαρδιά λωρίδα από λινό, που στε­ρεώνεται στην κορδέλα του λαιμού της πουκαμίσας και κρέμεται πίσω στην πλάτη τους. Τα μαλλιά τους είναι κομμένα κοντά έως τα αυτιά και συνήθως φορούν μικρά κόκκινα σκουφιά ή πλατύγυρα καπέλα. Οι γέροντες φορούν μακριά και φαρδιά πανωφόρια πάνω από τις ζακέτες και τις βράκες τους.

Ber. Randolf 1687


Οι γυναίκες της Χίου είναι πολύ καλές, χαριτωμένες και ευτυχισμένες, τις ακούς συνέχεια να τραγουδούν. Επιπλέον είναι πολύ ηθικές. Εάν αμφισβητείται κάποιας η τιμή, καθένας πρέπει να πιστέψει ότι αυτή δεν είναι Χιώτισσα, αλλά κάποια ξένη που υπέ­κυψε στην αμαρτία. Ντύνονται σεμνά, στολίζουν τα μαλλιά τους με λουλού­δια και φορούν βελούδινα πασούμια. Μιλούν στον πληθυντικό της ευγε­νείας διότι η ελληνική γλώσσα αν και επηρεασμένη από την ιταλική γίνε­ται πιο εκλεπτυσμένη με τον πληθυ­ντικό.

Francesco Lupazolo 1638


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου