Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Νεοελληνική Κεντητική

Νυφική πετσέτα

Στην πορεία της ελληνικής κεντητικής τέχνης, της οποίας τα πρώτα δείγματα ανιχνεύονται στο απώτατο παρελθόν και η εξέλιξη και ευρύτερη διάδοσή της συμπορεύονται με το γενικότερο ελληνικό πολιτισμό, η νεοελληνική κεντητική σημειώνει ιδιαίτερο σταθμό. Μέσα από την τεχνική και τα διακοσμητικά θέματα της τελευταίας συνεχίζεται η ελληνική παράδοση και εκφράζεται το αυθόρμητο και πηγαίο καλλιτεχνικό αίσθημα των δημιουργών της.

Η νεοελληνική κεντητική, ο πλουσιότερος, λαμπρότερος και διακοσμητικότερος κλάδος της λαϊκής μας χειροτεχνίας, όπως μαρτυρούν τα ίδια τα σωζόμενα κεντήματα και οι πληροφορίες που περιέχονται σε προικοσύμφωνα, διαθήκες, συγγράμματα περιηγητών και άλλα γραπτά κείμενα, σημειώνει ιδιαίτερη άνθιση από τα μέσα του ΙΖ’ μέχρι το τέλος του ΙΘ’ αιώνα. Οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν τους τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας και τις πρώτες δεκαετίες του ανεξάρτητου ελληνικού Κράτους υπήρξαν καθοριστικές για την άνθιση αυτή. Οι συνθήκες αυτές και παράλληλα οι ιδεολογικοί προσανατολισμοί υπήρξαν οι ουσιαστικοί παράγοντες αναζωπύρωσης της καλλιτεχνικής ευαισθησίας του ελληνικού λαού, ο οποίος δημιούργησε θαυμαστά έργα, σ’ όλους τους κλάδους της νεοελληνικής χειροτεχνίας.

Τα έργα της νεοελληνικής κεντητικής διατηρούν έντονα την εθνική τους υπόσταση αντικατοπτρίζοντας, όπως οι δοξασίες και τα έθιμα, την λαϊκή ψυχή και το κοινωνικό σύνολο μέσα από το οποίο προέρχεται και ο δημιουργός τους. Μέσα από την μακρόχρονη παράδοση η χειροτεχνία αυτή επιβιώνει, αναδημιουργείται, εκφράζεται με νέα στοιχεία και εμφανίζει νέους μορφολογικούς τύπους που της προσδίδουν τη δική της σφραγίδα.
Νυφική πετσέτα από τον Ίασμο της Θράκης

Η επίδραση του κατακτητή δεν μεταβάλλει την υπόσταση της, γιατί η ζωή στην Τουρκοκρατία είναι συνέχεια εκείνης του Βυζαντίου και ο νεότερος ελληνισμός την ακολουθεί με ασυνήθιστη προσήλωση. Οι ξενικές επιδράσεις εξάλλου, από Ανατολή και Δύση, δεν αλλοιώνουν τον εθνικό της χαρακτήρα. Το κάθε ξένο στοιχείο που δέχεται το αφομοιώνει και το παρουσιάζει με την κατά τόπους αισθητική αντίληψη.

Το νεοελληνικό κέντημα (κεντίδι, πλουμί, ξόμπλι) είναι έργο ανωνύμων και σπάνια επωνύμων δημιουργών και προσδιορίζεται από ειδικούς κανόνες τεχνικής και αισθητικής που του προσδίδουν ιδιαίτερο τύπο και ρυθμό. Το δειγματολόγιο της νεοελληνικής κεντητικής είναι αφάνταστα πλούσιο και ποικίλο σε είδη κεντημάτων της γυναικείας, κυρίως οικιακής, χειροτεχνίας που καλλιεργήθηκε από τις Ελληνίδες με μεγάλη καλαισθησία και υπομονή. Τα διάφορα αυτά καλοδουλεμένα κεντήματα έχουν πάρει τις ονομασίες τους από τα υλικά, την τεχνική, τον προορισμό και τον τόπο της δημιουργίας τους.

Ανάλογα με την τοπική τους προέλευση διακρίνονται στα κεντήματα του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, της Κωνσταντινούπολης, της Κύπρου, στα κεντήματα της Ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών Αιγαίου και Ιονίου. Αυτά με τη σειρά τους προέρχονται από τα χωριά ή τα αστικά κέντρα. Η κεντητική του χωριού ασκείται κατεξοχήν από το γυναικείο δυναμικό για να διακοσμήσει είδη για τις ανάγκες του σπιτιού, να στολίσει εξαρτήματα της ενδυμασίας και προπαντός να ικανοποιήσει τις έμφυτες αναζητήσεις για το ωραίο. Η κεντητική στα μεγάλα αστικά κέντρα καλλιεργείται με τα ίδια κίνητρα, αλλά στα κέντρα αυτά παρατηρείται συγχρόνως η ανάπτυξη εργαστηρίων κεντητικής για επαγγελματικούς σκοπούς. Τέτοια εργαστήρια με αξιόλογη ποιοτική παραγωγή ήταν γνωστά στην Κωνσταντινούπολη, την Μικρά Ασία και τα Γιάννενα.

Ανάλογα με τα χρησιμοποιούμενα υλικά τα κεντήματα ταξινομούνται: α) Σε χρωματιστά τα οποία είναι κεντημένα με βαμμένα νήματα. β) Σε λευκά (ασπροπλούμια, ασπροκέντι), κεντημένα με λευκά μεταξωτά ή βαμβακερά νήματα. γ) Σε δαντέλλες από βαμβακερά συνήθως νήματα, δουλεμένες με την βελόνα, το βελονάκι ή τα κοπανέλια. δ) Σε χρυσοκέντητα, κεντημένα με μετάλλινα νήματα, χρυσά κι ασημένια σύρματα και τιρτίρια.

Οι τρεις πρώτες κατηγορίες που περιλαμβάνουν κεντήματα της απλής κλωστής ανήκουν κυρίως στο χώρο της γυναικείας οικιακής χειροτεχνίας με έντονο τοπικό χαρακτήρα. Η τέταρτη ανήκει στο χώρο της οργανωμένης ανδρικής χειροτεχνίας.
Σχετικά με τον προορισμό τους τα κεντήματα διακρίνονται: α) Σε κεντήματα για το στολισμό του σπιτιού β) Σε κεντήματα για το στολισμό των παραδοσιακών ενδυμασιών γ) Σε κεντήματα για εκκλησιαστική χρήση.

Όσα προορίζονται για το στολισμό του σπιτιού (σεντόνια, κρεββατόγυροι, σπερβέρια, προσκεφάλια, πετσέτες, τσεβρέδες κ.ά.) συμπληρώνουν την εσωτερική γενική διακόσμησή του. Αυτά είναι κεντημένα συνήθως με λεπτά πολύχρωμα μετάξια, βαμμένα με φυτικές και ζωικές ουσίες σε αρμονικές αποχρώσεις και συχνά ποικίλλονται με χρυσά ή αργυρά νήματα. Λαμπρά παραδείγματα τέτοιων κεντημάτων μας κληροδότησαν η Κωνσταντινούπολη, η Μικρά Ασία, η Αττική, τα Επτάνησα, η Ήπειρος, η Σκύρος, τα Δωδεκάνησα, η Κύπρος, η Κρήτη. Τα κεντήματα για τις τοπικές παραδοσιακές ενδυμασίες διακοσμούσαν τραχηλιές, ποδόγυρους, κατωμάνικα, ποδιές, καλύμματα κεφαλιού, γιλέκα, ντουλαμάδες, φέρμελες, τουζλούκια, υποδήματα, τεπελίκια. Αυτά διαφέρουν κατά περιοχές στην απόδοση και την διαρρύθμισή τους.

Ποκάμισο της Τανάγρας

Τέλος από την άποψη της τεχνικής τα κεντήματα διακρίνονται: α) Σε μετρητά ή ξομπλιαστά και β) Σε γραπτά. Στα μετρητά τα διακοσμητικά θέματα δεν έχουν σχεδιαστεί στο ύφασμα και το κέντημα γίνεται με το μέτρημα των κλωστών του υφάσματος, ενώ στα γραπτά το σχέδιο ιχνογραφείται και η εκτέλεση γίνεται πολλές φορές με την χρήση τελάρου.

Τα υφάσματα (υφαντά, μεταξωτά, λινά, βαμβακερά, μάλλινα), οι χρησιμοποιούμενες βελονιές για την απόδοση του διακοσμητικού θέματος, τα νήματα και οι βαφικές ουσίες για τους χρωματισμούς τους αποτελούν αντικείμενα ιδιαίτερης μελέτης στο γενικό κεφάλαιο της νεοελληνικής κεντητικής. Οι βελονιές ή ραφές είναι άλλες για τα μετρητά και άλλες για τα γραπτά κεντήματα. Οι πιο συνηθισμένες είναι η πισωβελονιά, η σταυροβελονιά (φρυγική), η αλυσιδοβελονιά, η χυτή, το ψαροκόκκαλο (βυζαντινή), η φουσκωτή και άλλες που εκτελούνται με περίσσια δεξιοτεχνία από τις Ελληνίδες, ιδίως στα αμφιπρόσωπα και τα ανάγλυφα κεντήματα. Ειδικές είναι εκείνες που χρησιμοποιούνται για το γέμισμα των μεγάλων επιφανειών και για τις ενώσεις.

Τα νήματα είναι από λινάρι, μετάξι, βαμβάκι ή μαλλί. Τα έβαφαν με φυτικές ή ζωικές ουσίες αφού πριν τα βουτούσαν σε στυπτικές ουσίες για ν’ αποκτήσουν φωτεινά και ανεξίτηλα χρώματα. Τις χρωματικές τους διαβαθμίσεις τις πετύχαιναν με τις κατάλληλες αναλογίες των βαφικών ουσιών και την διάρκεια του χρόνου στο βρασμό τους.

Η τεχνική απόδοση και οι χρωματικοί συνδυασμοί των νημάτων αποτελούν τα εξωτερικά στοιχεία του νεοελληνικού κεντήματος ενώ τα διακοσμητικά θέματα είναι εκείνα που μας αποκαλύπτουν τις θρησκευτικές, κοσμογονικές και καλλιτεχνικές ανησυχίες της λαϊκής ψυχής. Τα διακοσμητικά θέματα της νεοελληνικής κεντητικής είναι: α) Απλά διακοσμητικά β) Αφηγηματικά γ) Συμβολικά. Στην επιλογή των θεμάτων παρατηρούνται επιδράσεις από τον διακοσμητικό κύκλο της νεοελληνικής κεραμεικής και ξυλογλυπτικής και από τα ενυφασμένα σχέδια που συναντώνται στα βαρύτιμα υφάσματα ανατολικής και δυτικής προέλευσης. Πολλά επίσης σχήματα και θέματα, όπως υποστηρίζει η Αγγ. Χατζημιχάλη, έχουν σχέση με τους βιογενετικούς νόμους και ανταποκρίνονται σε παμπάλαιες ανθρώπινες συνήθειες της γένεσης, σε λατρείες και μαγικές δοξασίες. Τα θέματα αυτά επαναλαμβάνονται από γενιά σε γενιά από ιερό άγραφο νόμο και από την ανεξήγητη πίστη πως περικλείουν την δύναμη του καλού.

Κερκυραϊκό «πεσελί»

Οι τεχνίτες, γυναίκες και άνδρες, αποδίδουν τα διακοσμητικά θέματα που κεντούν σ’ ολόκληρη την επιφάνεια ή ολόγυρα στο ύφασμα, σχηματοποιημένα χωρίς νατουραλισμό και προοπτική. Επηρεασμένοι έντονα από το φόβο που προκαλεί το κενό οδηγούνται στην συμπύκνωση των θεμάτων και την κάλυψη των μεγάλων επιφανειών. Στη διάταξη επίσης των θεμάτων (οριζόντια, κάθετη, διαγώνια, κυκλική) εφαρμόζουν την μέθοδο της επανάληψης ή της εναλλαγής. Επαναλαμβάνουν π.χ. ομοιόμορφα μπουκέτα λουλουδιών, ή εναλλάσσουν μία ανθοφόρα γλάστρα μ’ ένα κυπαρίσσι. Ορισμένα διακοσμητικά θέματα είναι πολύ αγαπητά και συνηθίζονται σ’ ευρύτατη γεωγραφική κλίμακα, όπως το δένδρο της ζωής σε ποικίλες παραλλαγές, ο σταυρός, τα ανθοφόρα και καρποφόρα κλαδιά, τα πουλιά, τα λουλούδια, τα ζώα, ο δικέφαλος αετός, οι εκκλησίες, οι ρόδακες, τ’ ανθέμια, τα γεωμετρικά σχήματα.

Επίσης παραστάσεις με ανθρώπινες μορφές, γοργόνες και ειδυλλιακές σκηνές από τον γάμο, το κυνήγι, τη ναυτική ζωή στολίζουν συχνά τα νεοελληνικά κεντήματα. Στο σύνολό τους τα θέματα αυτά, μέσα από την αρμονία των χρωματικών αποχρώσεων, την πετυχημένη διακύμανση της φωτοσκίασης και την λιτότητα της μονοχρωμίας, εκτός από τον διακοσμητικό έχουν κι ένα βαθύ συναισθηματικό χαρακτήρα. Η διπλή αυτή υπόσταση, διακοσμητική και συναισθηματική εκφράζεται πηγαία στα χρωματιστά, λευκά και υφαντά κεντήματα της γυναικείας οικιακής χειροτεχνίας που ακολουθεί τους δικούς της κανόνες στην επιλογή θεμάτων εδραιωμένους στην οικογενειακή και τοπική παράδοση.

Την παράδοση ακολουθεί και η νεοελληνική χρυσοκεντητική που έχει χαρακτηριστεί σαν κληρονόμος της πιο ονομαστής χειροτεχνίας του Βυζαντίου. Τα νεοελληνικά χρυσοκέντητα είναι αντίστοιχα των βυζαντινών κλαπωτών. Οι χρυσορράπτες (τερζήδες) και οι χρυσοκεντητές (συρμακέσηδες) κατά την Τουρκοκρατία είχαν οργανωθεί σε συντεχνίες (ισνάφια και ρουφέτια). Τέτοιες συντεχνίες υπήρχαν στην Κωνσταντινούπολη, την Τραπεζούντα, την Θεσσαλονίκη, τα Γιάννενα και άλλα σημαντικά κέντρα.

Μπόλια της Χίου

Οι χρυσορράπτες έρραβαν και κεντούσαν τα εξωτερικά εξαρτήματα της ανδρικής και γυναικείας φορεσιάς ενώ οι χρυσοκεντητές τα κεντήματα για χρήση εκκλησιαστική και κοσμική. Ήταν πλανόδιοι ή διατηρούσαν εργαστήρια σε χειροτεχνικά και εμπορικά κέντρα. Οι πλανόδιοι χρυσορράπτες (καλφάδες ή μαστόροι) που κατάγονταν συνήθως από ορεινές περιοχές της Ελλάδας ξεκινούσαν κάθε άνοιξη με τους βοηθούς τους (μαστορόπουλα ή τσιράκια) από την περιοχή τους και περιόδευαν όλη σχεδόν την Ελλάδα. Εργαστήρια χρυσορραπτών ήκμασαν στην Ήπειρο και την Μακεδονία.
Ένα από αυτά τα εργαστήρια στα Γιάννενα, που ήταν ξακουστό κέντρο χρυσοκεντητικής στα Βαλκάνια την εποχή του Αλή Πασά, είχε σαράντα αρχιτεχνίτες και κατασκεύαζε περίπου χίλιες χρυσοποίκιλτες φορεσιές τον χρόνο. Γνωστό φημισμένο κέντρο χρυσοκεντητικής ήταν και το Κρούσοβο της Μακεδονίας. Η τέχνη του χρυσοράπτη περιελάμβανε ράψιμο, κέντημα (κάρφωμα) και σχηματισμό των διακοσμητικών σχεδίων με τα επιραμμένα στο ύφασμα (μεταξωτό, βελούδο, μάλλινο) χρησογάιτανα ή ασημογάιτανα, σειρογάιτανα (μεταξωτά), ουτράδες (βαμβακερά) και τεχρίλια (μάλλινα). Ο χρυσοράπτης με τα επιραμμένα γαϊτάνια σχημάτιζε τα διακοσμητικά θέματα (συμπλέγματα από ρόδακες, δικέφαλους αετούς, πουλιά, ανθέμια, λουλούδια και γεωμετρικά σχήματα).

Οι χρυσοκεντητές (συρμακέσηδες) δεν ήταν πλανόδιοι αλλά είχαν μόνιμα εργαστήρια όπου δούλευαν ειδικευμένοι τεχνίτες, άνδρες κυρίως αλλά και γυναίκες. Οι γυναίκες δούλευαν συνήθως στο σπίτι τους ή στο σπίτι του αρχιμάστορα. Οι άξιοι αυτοί τεχνίτες κεντούσαν το διακοσμητικό θέμα με σουβλί και βελόνι χρησιμοποιώντας χρυσό σύρμα ή χρυσόνημα. Το σύρμα ήταν από ολοκάθαρο χρυσάφι ή ασήμι ελατό, δηλαδή μακρύ λεπτό εύκαμπτο έλασμα. Το χρυσόνημα ή τέλι ήταν σύρμα τυλιγμένο σε λεπτή κλωστή μεταξωτή ή βαμβακερή.

Την τεχνική αυτή χρησιμοποιούσαν στα κεντήματα εκκλησιαστικής χρήσης (λειτουργικά άμφια, καλύμματα της Αγίας Τράπεζας, πύλες, λάβαρα κ.ά.), σε καλύμματα κεφαλής, υποδήματα, κλινοσκεπάσματα, παραπετάσματα, μαξιλάρες και άλλα είδη για ατομική χρήση ή για την διακόσμηση του σπιτιού. Ανάλογα με τον τρόπο της στερέωσης η τεχνική των συρμακέσηδων διακρίνεται στην καρφωτή και την κρυφή. Η λαμπρή τέχνη της χρυσοκεντητικής απαιτούσε σχεδιαστικές γνώσεις, χρωματική ευαισθησία, ικανότητα σύνθεσης και προσαρμογής και ιδιαίτερα σωστή κατανομή στον διαθέσιμο χώρο.

Τα νεοελληνικά κεντήματα, απομεινάρια παλιάς κληρονομιάς, με ιδιαίτερο λαογραφικό και καλλιτεχνικό ενδιαφέρον μας παρέχουν σήμερα την δυνατότητα μιας ουσιαστικής ανθρώπινης και εθνικής αυτογνωσίας και συνάμα μιας τελετουργικής μύησης στον μυστηριώδη και εκθαμβωτικό κόσμο της νεοελληνικής κεντητικής. [Από το Ελληνικά Κεντήματα, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία, Αθήνα 1998, Μαρία Λαδά – Μινωτού, Ιστορικός, Εικαστικόν]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου