Σελίδες


Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Της Μαρίας

της Μαρίας

Ο χορός "της Μαρίας" χορεύεται στην περιοχή Ρουμλούκι Ημαθίας, που αποτελείται απο καμιά πενηνταριά καμποχώρια του Νομού.
Ρουμλούκι σημαίνει Ρωμιότοπος, ελληνική γή ή γη που δεν πάτησαν ποτέ Τούρκοι.
Φημισμένη η περιοχή για τους γυναικείους τελετουργικούς χορούς της
, που είναι αφιερωμένοι σε ονόματα γυναικών της Μαρίας, της Λισάβως, Δημητρούλα κλπ.
Λέγεται ότι οι γυναίκες αυτές έκαναν κάποιες ηρωικές πράξεις.
Φημισμένη είναι και η πανέμορφη φορεσιά τους επειδή αντί για μαντήλι στο κεφάλι, φορούν περικεφαλαία , στολισμένη βεβαια με φλουρια, κοσμήματα και λουλουδια.
Η παραδοση λέει ότι τους τη φορεσε ο ίδιος ο Μεγας Αλέξανδρος όταν σε μιά μάχη οι αντρες του δείλιασαν και οπισθοχώρησαν. Τότε οι γυναίκες που ήταν στο στρατόπεδο και κουβαλούσαν ακούραστα νερό και τρόφιμα, μπηκαν στη μάχη και πολέμησαν. Πολύ θυμωμένος με τη δειλία των αντρών του ο Μέγας Αλέξανδρος, πήρε τις περικεφαίες απο τα κεφάλια τους και τις φόρεσε στις γυναίκες.
Κι έτσι έφτασε ως τις μέρες μας κι είναι πραγματικά παράξενο, γιατι καμία άλλη γυναικεία φορεσιά στην Ελλάδα δεν έχει αυτή την ιδιαιτερότητα.
Οι κοπέλες της φωτογραφίας είναι ντόπιες (απο την Άγκαθιά ) κι απο το ύφος τους και μόνο μπορεί να καταλάβει κανείς τη δύναμη αυτού του χορού

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Η γυναίκα του τόπου μου.

Γράφει η Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη

Aσε με να σε σεργιανίσω στην ιστορία, στο περιβόλι πιο σωστά να πω, της γυναίκας του τόπου μου. Θα αρχίσω μετά την κραυγή «Έάλω η Πόλις», τότε πού «όλα τα ‘ σκίαζε ή φοβέρα καί τα πλάκωνε ή σκλαβιά». Τότε πού «σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μέσ’ στη χώρα», μια γυναίκα έλαμψε, ή Ρηγούλα Μπενιζέλου, ή Φιλοθέη. Πρίν υπάρξει Κοσμάς Αιτωλός, οϊ δάσκαλοι του Γένους, πρώτα μια γυναίκα κατάλαβε πώς οποίος χαθεί για την Όρθοδοξία, εΐναι χαμένος για το Γένος. Στήν Τουρκοκρατούμενη Αθήνα μαζεύει τα σκλαβωμένα Ελληνόπουλα να τους μάθει Τέχνη, Γράμματα. Φτιάχνει Νοσοκομείο, Γηροκομείο- μαζεύει τίς ανύπαντρες μητέρες, κρατά τα μωρά τους- ξενοδοχείο κάνει, για τους γυρολόγους• πηγάδι να πίνουνε νερό οί διψασμένοι, το Ψυχικό, Οπως ονομάστηκε. Στά Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, το Γένος μου δίνει ιδιαίτερη τιμή στη μάνα. Στά Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς «κάτσε να φας, κάτσε να πιεις» παρακαλάμε τον “Αγιο Βασίλη. Μα αυτός βιάζεται. «Που πάς;» τον ρωτάμε. «”Από τη μάνα μου έρχομαι, στο δάσκαλο πηγαίνω» απαντά ό Άη-Βασίλης, το Γένος μου δηλαδή. Βραβεύεται παγκόσμια ό ποιητής μας Σεφέρης με Νόμπελ. Στό τέλος πρέπει να ευχαριστήσει. Το κοινό -ή αφρόκρεμα της υφηλίου. Καί αρχίζει:«Προέρχομαι από ένα Γένος πού ξέρει πώς καρπός της μάνας μας είμαστε. Για νανούρισμα λέει «Κοιμήσου καί σου κέντησα άητούς στο μαξιλάρι. Άγια Σοφιά καί Παναγιά νάχεις για προσκεφάλι».

Ή γυναίκα του τόπου μου νανούριζε το σκλαβωμένο Ελληνόπουλο με το: «Πέφτω κάνω το Σταυρό μου, άγγελο έχω στο πλευρό μου• δούλος του Θεόυ λογιοϋμαι καί κανέναν δε φοβούμαι».

Ή γυναίκα του τόπου μου δεν ήξερε πολλά γράμματα. Μάθαινε όμως μια μοναδική πρόσθεση στα παιδιά καί στα εγγόνια της, πρόσθεση ολο δόγμα καί στέριωμα για τη ζωή: Ένας εΐν’ ό Κύριος, δεύ τερη ή Παναγιά, τρίτος εΐναι ο Πρόδρομος, τέσσερα τα Εύαγγέλια, πέντε ή πεντάτευχος, εξι τα έξαπτέρυγα, εφτά είν’ τα Μυστήρια οχτώ το όχταήχι εννιά είναι τα τάγματα, δέκα είν’ οί εντολές, έντεκα τα έωθινα, δώδεκα οί “Απόστολοι».

Χριστό καί Ελλάδα ή γυναίκα του τόπου μου έδινε με το γάλα της στο μωρό. Γυναίκες πού, όπως λέει ό ποιητής, «με το Ψαλτήρι έθέριεψαν, καί το χρυσό στεφάνι τη; Υπερμάχου έφίλησαν καί παλι στο μακελιό!!!» Γιατί εγνοια τους -ή λευτεριά του τόπου τους. Ή Λενιώ Μπότσαρη ήταν ή σημαιοφόρος στο Σουλιώτικο σώμα, ήταν ή «Μπαϊρακτάραινα». Καί ή ήρωϊκή μάνα των Λαζαίων έλεγε στα παιδιά της: «Κατάρα ναχετε παιδιά, μη λυγισουν τα κορμιά σας, όσο να ζείτε, τη Τουρκιά να μη την προσκυνάτε!!». Ήταν αυτή ή Γυναίκα πού έδωσε 30.000 νεομάρτυρες πού δεν έπρεπε να ξεχάσουν πώς εΐναι Χριστιανοί καί “Ελληνες. Στόν ένοπλο Μακεδόνικο αγώνα, όπως τονίζει ό Ακαδημαϊκός Βαφόπουλος, έντονη ή παρουσία της. «Όποιος ξεχάσει τη Μακεδονία μας, γιος μου δε λογιαριάζεται, καταραμένος ναναι!!», έλεγε στα παιδιά της. Μετέφεραν όπλα, τρόφιμα, πληροφορίες, κρύβοντας στα σπίτια τους αγωνιστές, νοσηλεύοντας τραυματίες καί αρρώστους. Πολλές φορές καί φυσέκια έκρυβαν ανάμεσα στις πλούσιες πλεξούδες τους καί όπλα κάτω από τίς κάπες τους. Οι γεροντότερες έπλεκαν ακάματα μάλλινα για τους αγωνιστές καί κεντούσαν τα διακριτικά στα πηλίκιά τους.
Το Παρθεναγωγείο της Θεσσαλονίκης ετοίμαζε δασκάλες πού πήγαιναν στα σχολειά της Μακεδονίας πού αναστέναζαν κάτω από τον Βούλγαρο κομιτατζή να μάθει το Ελληνόπουλο ελληνικά. Πυρπολούσαν το σχολειό οι Βούλγαροι, καιγότανε μαζί καί ή δασκάλα, άφου προλάβαινε να χτυπήσει τον εχτρό. Το λάβαρο της Αγίας Λαύρας πού ό Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός το έβγαλε άπ’ την ωραία πύλη καί κηρύττει την έναρξη του αγώνα, το κέντησαν γυναίκες στη Σμύρνη.Προτού να αρχίσουν το κέντημα τα κορίτσια, άναβαν το καντήλι, έκαναν το σταυρό τους καί καθώς κεντούσαν έλεγαν προσευχές καί έψελναν σιγά τροπάρια. Στό τέλος δε του κάθε κεντήματος θύμιαζαν το ιερό αυτό εργόχειρο. Ό συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός στο βιβλίο του «Συναξάρι “Ανδρέα Κορδοπάτη» γράφει: «…καί πέθανε ή μάνα… Το είχε καταλάβει. Μας πήρε κοντά της. Την Πίστη σας, μας είπε, να μην την αλλάξετε. Αυτό θυμάμαι…».


Δασκάλα 18 χρονών, μόνη της μέσα στην καταστροφή της Σμύρνης, διέσωσε 100 παιδιά του ορφανοτροφείου Σμύρνης. Τα πήγε στη Θεσσσαλονίκη με καράβια, παρακαλώντας, καί περίμενε να τελειώσουν δλα, να μάθουν μια τέχνη, καί μετά παντρεύτηκε.

Τί να σου πω για τις γυναίκες της Πίνδου! Σκαρφάλωσαν εκεΐ πού τα μουλάρια δεν μπόραγαν να σκαρφαλώσουν, ζαλωμένες με πολεμοφόδια, γιατί οι φαντάροι μας είχαν απομείνει σε ένα οχυρό χωρίς πολεμοφόδια. Να, κι άλλο θα σου πω. Οί νικητές της Πίνδου προχωρούσαν. Καθώς έφτασαν στον ποταμό Βογιούσα τρόμαξαν. Το απότομο ρέμα εμπόδιζε τους σκαπανείς. Οί γυναίκες μπήκαν οι ίδιες μέσα στα νερά καί πιασμένες οφιχτά από τους ώμους, σχημάτισαν πρόχωμα πού άνάκοπτε την ορμή του πόταμου καί ευκόλυνε τους γεφυροποιούς.

Ό Νικηφόρος Βρεττάκος θα τραγουδήσει τη γυναίκα της Πίνδου: «Στής ιστορίας το διάσελο όρθιος ό / γιος πολέμαγε κι ή μάνα κράταε τα / βουνά, όρθιος να στέκει ό μπροΰντζος, χιόνι καί σύννεφο. Κι άχολόγαγε ή Πίνδος. Τα φαράγγια κατέβαζαν / τραγούδια κι άναπήδαγαν τα έλατα / καί χόρευαν οι πέτρες. Κι δλα φώναζαν «ϊτε παίδες Ελλήνων…». Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν / Παναγιές τις ανέβαιναν. Με την ευχή στον ώμο τους κατά το /γιο πήγαιναν…»

“Η Ιωάννα Τσάτσου γράφει για μια νοσοκόμα Ελληνίδα, πού κρατούσε στην αγκαλιά της έναν Ιταλό στρατιώτη πού ήταν σε αφασία. Στό ένα της χέρι είχε ένα ιταλικό λεξικό καί ψιθύριζε Ιταλικά «γιε μου… γιε μου». «Με νομίζει για μάνα του», είπε στην έκθαμβη Τσάτσου.


Επί 40 χρόνια ή Δέσποινα Άχλαδιώτη ύψωνε στο μικρό νησί της Ρω την Ελληνική σημαία. Ή “Ακαδημία (1975) Αθηνών τίμησε την Κυρά της Ρω, τη γυναίκα με τη σημαία.

Ή Γυναίκα του τόπου μου στεριώνει τα γιοφύρια. Μη ξεχνάς το γιοφύρι της “Αρτας «”Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν». Μα ή γυναίκα του πρωτομάστορα θεληματικά δέχεται να στεριώσει, με το θάνατο της, το γιοφύρι.

Καί το Γένος μου, μια γυναίκα -τη Γοργόνα- έβαλε φρουρό στο Αιγαίο, καί να σε ρωτάει με αγωνία μήπως καί πέθανε ό Μεγαλέξανδρος στη μνήμη σου.
Καί τελειώνει το σεργιάνι με το ποίημα του Κωστή Παλαμά:
 «Χαίρε Γυναίκα, 
 εσύ Αθήνα, Μαρία, Ελένη, Εύα, να ή ώρα σου!
Τα ωραία φτερά δοκίμασε  κι άνέα 
καί καθώς είσαι ανάλαφρη 
καί πια δεν είσαι σκλάβα
προς τη μελλόμενη “Αγια Γη πρωτύτερα  εσύ τράβα 
 κι ετοίμασε τη Νέα Ζωή,
μιας Νέας Χαράς Υφάντρα, 
 κι υστέρα αγκάλιασε, ύψωσε καί φέρε εκεί τον άντρα
 Καί πλάσε τον Πρωτοπλάστη».

περιοδικό ”ΤΟΛΜΗ"
πηγή

Πολίτικη λύρα

Η πολίτικη λύρα είναι τύπος αχλαδόσχημης λύρας, η οποία διαμορφώθηκε κυρίως στην Κων/πολη. Είναι όργανο τοξωτό, άταστο με τρεις εντέρινες ή μεταλλικές χορδές, οι οποίες παίζονται με τα νύχια του αριστερού χεριού. Η πολίτικη λύρα παίζεται στηριζόμενη ανάμεσα στα πόδια του οργανοπαίκτη (λυράρη). Η μουσική του έκταση είναι 2 οκτάβες. Το κούρδισμα του είναι ΛΑ-ΡΕ-ΛΑ. Συναντάται ως όργανο κλειστού χώρου στην αστική μουσική της Κων/πολης.

πηγή

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

Σαν σήμερα έφυγε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης...


Ανάμεσα στις ηγετικές μορφές που ανέδειξε ο εθνικός αγώνας των Ελλήνων για ανεξαρτησία του 1821 ξεχωρίζει αυτή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Το όνομα του αγνού αυτού πολεμιστή πέρασε στο πάνθεον των αθανάτων της Ιστορίας μας όχι μόνο εξαιτίας της ηρωικής του συνεισφοράς στον ένοπλο ξεσηκωμό εναντίον των Τούρκων, αλλά και για την γενικότερη παρουσία του στα μετεπαναστατικά χρόνια, όταν το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος επιχειρούσε τα πρώτα του άρρυθμα βήματα.
ΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ “ΤΟΥΡΚΟΦΑΓΩΝ “

Όπως αναφέρει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, είδε το φως της ζωής «εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής… εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο από κάτω, εις την παλαιά Μεσσηνία, ονομαζόμενο Ραμαβούνι». Η περιοχή βρίσκεται στο ακατοίκητο σήμερα χωριό Λιμποβίσι του Δήμου Φαλάνθου, σε απόσταση 30 χιλιομέτρων από την Τρίπολη. Κατά την τελευταία περίοδο της τουρκοκρατίας το Λιμποβίσι διοικητικά ανήκε στο Βιλαέτι της Καρύταινας, αλλά με την λήξη της επανάστασης του 1821 οι κάτοικοί του μεταφέρθηκαν στην Κατσίμπαλη. Στο επίσης εγκαταλελειμμένο σήμερα χωριό Αρκουδόρεμα οι Κολοκοτρωναίοι διατηρούσαν προεπαναστατικά τα λημέρια τους.
Στο Λιμποβίσι λοιπόν είχε καταφύγει τον 16ο αιώνα ο Τριανταφυλλάκος Τζεργίνης (κατ’ άλλους Τσεργίνης), όταν οι Τούρκοι έκαψαν το χωριό του, το Ρουπάκι Αρκαδίας. Αυτός θεωρείται και ο γενάρχης των Κολοκοτρωναίων. Ο γιος του, Δημητράκης, απέκτησε 3 γιους: τον Χρόνη, τον Λάμπρο και τον Δήμο. Μετά από πόλεμο 12 ετών με τους Τούρκους της Ρούμελης, οι γιοι του επέστρεψαν στην Πελοπόννησο. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ο Χρόνης ήταν ο προπάππους του. Κάποια στιγμή ο Δήμος άλλαξε το όνομά του σε Μπότσικας, που στα αρβανίτικα σημαίνει μαυριδερός (ο ίδιος ήταν πράγματι μικρόσωμος και μελαψός). Όταν ένας ντόπιος Αρβανίτης είδε το παιδί που απέκτησε ο Δήμος, τον Γιάννη, το αποκάλεσε “μπιθεκούρα”, δηλαδή με πισινό σαν πέτρα. Έτσι έμεινε το επίθετο Κολοκοτρώνης.

Η περικεφαλαία και το σελαχλίκι του Κολοκοτρώνη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)

Ο Γιάννης απέκτησε 5 γιους: τον Αναγνώστη, τον Κωνσταντή, τον Βασίλη, τον Αποστόλη και τον
Γιώργη. Όλοι τους ακολούθησαν το παράδειγμα των προγόνων και καταπιάστηκαν με τον αγώνα εναντίον των κατακτητών, αλλά περισσότερο από όλους διακρίθηκε ο Κωνσταντής, μετέπειτα πατέρας του Θεόδωρου, που αναδείχθηκε ηγέτης των Αρματολών της Κορινθίας. Η δράση του υπήρξε τόσο φοβερή, ώστε οι Τουρκαλβανοί ορκίζονταν με την φράση “να μην σώσω από του Κολοκοτρώνη το σπαθί!”
Το καλοκαίρι του 1769, κι ενώ μαινόταν ο Ρωσο-τουρκικός πόλεμος του 1768 – 1774, η Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας διέταξε 14 πλοία με 600 στρατιώτες να αναχωρήσουν από το λιμάνι της Κρονστάνδης για την Πελοπόννησο, με σκοπό να αναπτύξουν πολεμική δράση σε βάρος των Τούρκων, υποκινώντας ταυτόχρονα επανάσταση. Αυτή ήταν η πρώτη ναυτική μοίρα των Ρώσων που στάλθηκε στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, η οποία ενεργοποίησε άμεσα την ανταπόκριση των τοπικών προκρίτων και του κλήρου. Ο Κωνσταντής ήταν από τους πρώτους που έσπευσαν στην Μάνη για να παραθέσουν τα όπλα τους στον κοινό αγώνα για την ανεξαρτησία. Όταν στις αρχές του 1770 αφίχθη στο Οίτυλο της Μάνης η δεύτερη ρωσική ναυτική μοίρα με επικεφαλής τον Θεόδωρο Ορλόφ και τον ναύαρχο Σπυριδόφ, ο Κωνσταντής ήδη βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Τούρκους της Μάνης. Η σύζυγός του, Ζαμπία ή Ζαμπέτα (το γένος Κωτσάκη), κρυβόταν στο βουνό για λόγους ασφαλείας. Ουσιαστικά αυτός ήταν ο λόγος που ο γιος του, Θεόδωρος, γεννήθηκε κατ’ αυτόν τον άβολο και οδυνηρό τρόπο (μολονότι το να γεννούν οι γυναίκες στις ερημιές εκείνη την εποχή δεν ήταν και τόσο ασύνηθες).
Ο ερχομός των “Μοσχόβων”, του “ξανθού γένους”, όπως αποκαλούσαν τους Ρώσους, είχε αναθαρρέψει τι ελπίδες του υπόδουλου γένους και οι κληρικοί έτρεχαν να τους προϋπαντήσουν με εικονίσματα και σταυρούς στα χέρια, διακηρύσσοντας πως είχε φτάσει η ώρα που ο Θεός θα ελευθέρωνε το χριστιανικό βασίλειο των Ελλήνων και θα αναβίωνε το θρυλικό Βυζάντιο! Η αποτυχία εκείνης της πρόωρης επανάστασης έμελλε να σημαδέψει βαθιά την ζωή του Θεόδωρου. Ο πατέρας του συνέχισε τον πόλεμο για 10 ολόκληρα χρόνια, ώσπου το 1780 φονεύθηκε σε συμπλοκή με δυνάμεις του πασά Χασάν Τζεζαερλή, κατά την πολιορκία των πύργων της Καστάνιτσας. Μαζί του σκοτώθηκαν και δυο από τους αδελφούς του, όπως επίσης ο Κλέφτης Παναγιώταρος με πολλούς ακόμη πατριώτες. Ο Αναγνώστης επέζησε και φρόντισε για την ασφάλεια της χήρας του αδερφού του και των δύο ορφανών (τα άλλα τέσσερα παιδιά πέθαναν), φυγαδεύοντάς τους στο χωριό Μηλιά της Μάνης, όπου έμειναν τρία χρόνια. Κατόπιν πήγαν στην Αλωνίσταινα της Μαντινείας, στα Σαμπάζικα, από όπου κρατούσε η καταγωγή της μητέρας του Θεόδωρου.

ΠΡΩΤΟΠΑΛΙΚΑΡΟ ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝ – ΖΑΧΑΡΙΑ

Τα χρόνια που ήρθαν ήταν γεμάτα φόβο και υποψίες. Η οικογένεια έπρεπε να φυλάγεται, κρυβόταν συνέχεια, “στεκόταν στο πόδι, πλάγιαζε με το μάτι ανοιχτό και τ’ αφτί στο πορτί.” Οι Τούρκοι ποτέ δεν λησμόνησαν το όνομα Κολοκοτρώνης. Σε ηλικία 15 ετών ο Θεόδωρος έγινε Αρματωλός, μα σύντομα βγήκε Κλέφτης στο βουνό.
Το 1790, σε ηλικία 20 ετών, νυμφεύθηκε την Αικατερίνη Καρούζου, κόρη προεστού του Λεονταρίου. Από τον γάμο τους γεννήθηκαν 3 αγόρια (ο Πάνος, που σκοτώθηκε το 1825, ο Γιάννης ο Γενναίος και ο Κωνσταντίνος) και 3 κορίτσια, τα οποία φρόντισε να παντρέψει νωρίς, σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής. Είχε ήδη αποκτήσει την δική του κλέφτικη ομάδα, που γρήγορα έγινε τρόμος των Τούρκων και “κακό σπυρί” των Κοτζαμπάσηδων της Πελοποννήσου. Χτυπούσε κι αμέσως κρυβόταν στα “απάτητα”, προκαλώντας το τρελό μίσος των εχθρών του. Δυο χρόνια έμεινε Κλέφτης, κατά την διάρκεια των οποίων διακρίθηκε για την ανδρεία του και ονομάστηκε πρωτοπαλίκαρο του καπετάν Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Τις πρώτες σημαντικές μάχες τις έδωσε στο πλευρό του Ανδρούτσου (πατέρα του Οδυσσέα), τον οποίο μάλιστα βοήθησε να διαφύγει στην Στερεά Ελλάδα, όταν σε κάποια φάση το 1792 κινδύνεψε η ζωή του. Κατόπιν, χρίστηκε “τέσσερις πέντε χρόνους Αρματωλός”, έχοντας στην επίβλεψή του το Λεοντάρι και την Καρύταινα.
Από τον πρώτο κιόλας καιρό ο Θεόδωρος ξεχώρισε για την ευφυΐα του στην στρατηγική και την ωριμότητα κατά την λήψη των αποφάσεων. Έχαιρε όχι μόνο της αποδοχής των ανδρών του, αλλά και της εκτίμησης των παλαιότερων οπλαρχηγών και των κατοίκων των χωριών που τύγχανε να τον γνωρίζουν. Στο άκουσμά του ακόμη και οι πιο υποτακτικοί ξεσπάθωναν. Οι Τούρκοι, που στο μεταξύ είχαν βάλει σκοπό να αφανίσουν τους αντάρτες των βουνών, ορκίστηκαν να “χαλάσουν” τους Κολοκοτρωναίους. Προς τούτο προσέγγισαν τους Κοτζαμπάσηδες (που έβλεπαν με φθόνο την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος, γιατί μια τυχόν επιτυχία του θα διακινδύνευε τα προνόμιά τους) και κατάφεραν να εξαγοράσουν αρκετούς.

Πίνακας του Διονυσίου Τσόκου, όπου αναπαρίσταται όρκος αγωνιστή στα ιδανικά της Φιλικής Εταιρίας (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)

Το 1802 ο Βοεβόδας (διοικητής) της Πάτρας έστειλε φιρμάνι στους προεστούς και τους Κοτζαμπάσηδες να δολοφονήσουν τον Κολοκοτρώνη και τον αγωνιστή πατριώτη Νικόλαο Πετιμεζά. Τον τελευταίο ήδη τον είχε “στριμώξει” ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, γιός του προεστού των Καλαβρύτων, ενώ ο ισχυρός πρόκριτος της Γορτυνίας, Ιωάννης Δεληγιάννης, όρκισε δυο προεστούς να δολοφονήσουν τον πρώτο. Μετά από καταγγελία του Δεληγιάννη, τον Σεπτέμβριο του 1803, ότι ο Κολοκοτρώνης είναι Αρματωλός, οι Τούρκοι αρμάτωσαν 400 άνδρες τους και τον Μάρτιο του 1804 προσπάθησαν να αποκλείσουν τους Κολοκοτρωναίους σε κάποιο χωριό. Μετά από μάχη δύο ημερών αυτοί κατάφεραν να διαφύγουν κάνοντας έξοδο. Τόπο δεν είχαν να σταθούν. Έτσι κατέφυγαν στην Τσακωνία ζητώντας βοήθεια από τους εκεί προεστούς, αλλά αυτοί απάντησαν πως “για τα τομάρια σας έχουμε μόνο βόλια!” Ακολούθησε μακελειό. Οι Κολοκοτρωναίοι κατέσφαξαν τους προεστούς και όσους είχαν ταχθεί με το μέρος τους. Κάποιοι που κατάφεραν να σωθούν διέφυγαν στην Τρίπολη, καταγγέλλοντας τα συμβάντα στον Τούρκο διοικητή. Αυτός προθυμοποιήθηκε να συγκεντρώσει ένα ισχυρό σώμα εκστρατείας και να ριχτεί στο κυνήγι των επαναστατών.

ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ

Το 1805 ο Κολοκοτρώνης αναγκάστηκε να καταφύγει στην Ζάκυνθο, όπως και πολλοί Ρουμελιώτες, Σουλιώτες και συμπατριώτες του Πελοποννήσιοι. Κάποια στιγμή οι Έλληνες πατριώτες θεώρησαν σκόπιμο να απευθύνουν έκκληση βοηθείας προς τον τσάρο Αλέξανδρο, αλλά η Αγία Πετρούπολη απέφυγε να δεσμευτεί και αντιπρότεινε την κατάταξή τους στον Ρωσικό Στρατό με σκοπό να μεταφερθούν στην Ιταλία και να πολεμήσουν εναντίον του Ναπολέοντα. Κάποιοι πείστηκαν και πήγαν πράγματι στην Νάπολη. Ο Κολοκοτρώνης φυσικά αρνήθηκε.
Απογοητευμένος, το 1806 επέστρεψε στην Πελοπόννησο, ακριβώς στην κρισιμότερη περίοδο των τουρκικών βιαιοτήτων κατά των επαναστατημένων πατριωτών, ιδίως των Κλεφτών και των Κολοκοτρωναίων (τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς είχε βγει διάταγμα δίωξής του). Η πίεση του Σουλτάνου είχε εξαναγκάσει τον Οικουμενικό Πατριάρχη να αφορίσει τους αγωνιστές, προσδίδοντας στην προδοτική στάση των προεστών μιαν επίφαση νομιμότητας και εθνικοφροσύνης. Πολλοί Κολοκοτρωναίοι βρήκαν τότε τραγικό θάνατο, αλλά και παλιοί σύντροφοι του βουνού, όπως ο Πετιμεζάς και ο Ζαχαριάς. Συγκεντρωμένοι γύρω από τον Θεόδωρο, οι 150 περίπου εναπομείναντες Κολοκοτρωναίοι ορκίστηκαν “καλή αντάμωση στον άλλο κόσμο” και χωρίστηκαν σε ομάδες διαφυγής. Ο Θεόδωρος απέμεινε με 19 συγγενείς του κι έναν ονόματι καπετάν Γιώργη. Ήταν οι μόνοι που τελικά σώθηκαν. Μετά από δραματική καταδίωξη από τους Τούρκους και τους Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου, πέρασαν από την Λακωνία στα ρωσοκρατούμενα Κύθηρα, με ενδιάμεση στάση στην Ελαφόνησο λόγω κακοκαιρίας. Από εκεί έφτασε στην Ζάκυνθο, όπου ήρθε σε επαφή με τον στρατηγό του Ρωσικού Στρατού Παπαδόπουλο. Για άλλη μια φορά αρνήθηκε να ενταχθεί στις τσαρικές δυνάμεις, υποστηρίζοντας πως σκοπός του ήταν η επιστροφή στον Μοριά για να εκδικηθεί τον χαμό των συγγενών και φίλων του.

Οι Μαμελούκοι Τούρκοι υπήρξαν ο πυρήνας του Αιγυπτιακού Στρατού την περίοδο της ελληνικής επανάστασης του 1821. Ο Ιμπραήμ, ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα του σουλτάνου της Κωνσταντινούπολης, αποβιβάστηκε με χιλιάδες από αυτούς στην Πελοπόννησο προκειμένου να καταπνίξει την επανάσταση (πίνακας του L. Dupré)

Το καλοκαίρι του 1807 παρευρέθη στην σύσκεψη, που έλαβε χώρα στην Λευκάδα υπό τον Ιωάννη Καποδίστρια προκειμένου να αποφασιστεί η στάση ων Ελλήνων έναντι της απειλής των Ιονίων νησιών από τον Αλή πασά. Την ίδια χρονιά, όταν η ναυτική ρωσική μοίρα υπό τον ναύαρχο Σενιάβιν αναχώρησε από την Κέρκυρα με σκοπό την υποκίνηση εξέγερσης των νησιών του Αιγαίου εναντίον των Τούρκων, ο Κολοκοτρώνης για διάστημα 10 μηνών δραστηριοποιήθηκε στην περιοχή μεταξύ Σκιάθου και Αγίου Όρους με το πλοίο του Γεωργίου Αλεξανδρή. Την άνοιξη του 1808, ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση του Τουρκαλβανού πατρικού φίλου του, Αλή Φαρμάκη, να συνδράμει στον αγώνα εναντίον του διοικητή της Πελοποννήσου, Βελή πασά. Κατόπιν επέστρεψε στην Ζάκυνθο και κατατάχθηκε στο ελληνικό στρατιωτικό σώμα, που με παρακίνηση και επίβλεψη των Άγγλων είχε οργανωθεί για την αντιμετώπιση των Γάλλων. Κατόρθωσε να φτάσει μέχρι τον βαθμό του ταγματάρχη (για τον λόγο αυτό συχνά απεικονίζεται με την χαρακτηριστική περικεφαλαία των Άγγλων αξιωματικών με τον λευκό σταυρό), υπηρετώντας στο σώμα μέχρι την διάλυσή του (1817). Στο διάστημα αυτό απεκόμισε σημαντική πείρα στις πολεμικές επιχειρήσεις, καταλήγοντας ταυτόχρονα στο συμπέρασμα πως η Ελλάδα θα έπρεπε μόνη να κερδίσει την ελευθερία της, δίχως να υπολογίζει στην βοήθεια καμιάς ξένης δύναμης.

ΣΤΗΝ ΦΩΤΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ: Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ

Την 1η Δεκεμβρίου 1818 πραγματοποιήθηκε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Ζακύνθου η σεμνή τελετή μύησης του Κολοκοτρώνη στην Φιλική Εταιρία. Κατόπιν ο Κολοκοτρώνης συναντήθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια στην Κέρκυρα και συνομίλησε μαζί του για θέματα της επανάστασης. Ο μελλοντικός κυβερνήτης της Ελλάδας γνώριζε για αυτήν πολύ πριν ο Εμμανουήλ Ξάνθος τον επισκεφθεί στην Πετρούπολη για να τού προσφέρει την ηγεσία της Φιλικής Εταιρίας. Στα τέλη του 1820 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ειδοποίησε τον Κολοκοτρώνη να βρίσκεται σε ετοιμότητα. Η αποφασιστική μέρα ήταν η 25η Μαρτίου.
Στις 6 Ιανουαρίου 1821 η κινητοποίηση στην Μάνη έγινε εντονότερη, αλλά ακόμη οι διαφορές που κατέτρωγαν τα “μεγάλα τζάκια” δεν είχαν ξεπεραστεί. Ο Κολοκοτρώνης φρόντισε να μονιάσει τις οικογένειες και κατάφερε να συσπειρώσει γύρω του ονομαστές προσωπικότητες, όπως ο Μούρτζινος, ο Νικηταράς, ο Παπαφλέσσας, ο Ανανγωσταράς, ο Παπαφλέσσας, οι Καπετανάκηδες και οι Κουμουνδούροι. Στις 22 Μαρτίου αυτός και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης τέθηκαν επικεφαλής ομάδας 2.000 ενόπλων και επιτέθηκαν στην τουρκική φρουρά της Καλαμάτας. Την επόμενη μέρα η απελευθερωμένη πόλη ύψωνε την σημαία της επανάστασης. Στις 24 Μαρτίου ο Κολοκοτρώνης και ο Παπαφλέσσας έφτασαν στην Σκάλα Αρκαδίας, όπου προσπάθησαν να εμψυχώσουν τους ντόπιους, αναφερόμενοι στην ηρωική καταγωγή των Ελλήνων και στο θέλημα του Θεού για μια ελεύθερη Ελλάδα. Υποσχέθηκαν μάλιστα ότι μέσα στις επόμενες μέρες οι ίδιοι θα ενίσχυαν τις προσπάθειές τους με 10.000 μαχητές! Ακόμη και οι πλέον διστακτικοί τότε εντάχθηκαν στο πλευρό τους και πήραν τα άρματα.
Η άμεση αντίδραση των Τούρκων ήταν να ενισχύσουν τα κάστρα στα παράλια της Πελοποννήσου, ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα ενίσχυσης των επαναστατών με απόβαση ξένου στρατού (πιθανόν της Ρωσίας) ή άλλων Ελλήνων από την Ρούμελη και τα νησιά. Οι οπλαρχηγοί υποστήριξαν την άποψη να χτυπήσουν αυτά τα φρούρια (π.χ. της Πάτρας, του Νεοκάστρου, της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυπλίου), αλλά ο Κολοκοτρώνης πρότεινε την άλωση της Τρίπολης ως ενδεδειγμένη επόμενη κίνηση. Τα παράκτια κάστρα, εξήγησε, βρίσκονταν σε τοποθεσίες δύσβατες και διέθεταν ισχυρές οχυρώσεις, ώστε η ελληνική πλευρά θα αναγκαζόταν να χύσει πολύ αίμα σε αλλεπάλληλες μετωπικές εφόδους -και πάλι η κατάληψή τους ήταν αμφίβολη. Αντίθετα, η “Τριπολιτσά” ήταν το σημαντικότερο διοικητικό κέντρο του εχθρού και ορμητήριό του. Η πτώση της θα ήταν σωστή συμφορά για τους Τούρκους, ακόμη και για λόγους ψυχολογικούς. Όλοι συμφώνησαν και ο Κολοκοτρώνης όρισε την διάταξη του στρατοπέδου των πολιορκητών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην οχύρωσή του, φοβούμενος επέμβαση των Τούρκων από άλλα μέρη της χώρας για βοήθεια.

Ο Χουρσίτ πασάς, Καυκάσιος χριστιανικής καταγωγής που εξισλαμίστηκε, μετά την επιτυχή καταστολή της επανάστασης των Σέρβων διορίστηκε Βαλής (διοικητής) Πελοποννήσου το 1820. Όταν το 1822 περιέπεσε στην δυσμένεια του σουλτάνου αυτοκτόνησε (λιθογραφία του Bouvier)

Πράγματι, ο Χουρσίτ πασάς, που την εποχή εκείνη βρισκόταν στην Ήπειρο για την καταστολή της εξέγερσης του Αλή πασά εναντίον της Πύλης, απέσπασε μια σημαντική δύναμη και την έστειλε στην Πελοπόννησο με επικεφαλής τον Μουσταφά πασά. Αυτός κατέκαψε την Βοστίτσα Αχαΐας, προχώρησε προς την Ακροκόρινθο και διέλυσε τους Έλληνες πολιορκητές του κάστρου και μέσω του Άργους κατευθύνθηκε προς Τρίπολη. Μπήκε στην πόλη στις 6 Μαΐου, αναγκάζοντας τον Κολοκοτρώνη να οχυρωθεί στο Βαλτέτσι, από όπου αντιμετώπισε επιτυχώς όλες τις προσπάθειες εξόδου των έγκλειστων Τούρκων. Μετά από πολιορκία 6 μηνών, η Τρίπολη έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου. Οι επαναστάτες προέβησαν σε πράξεις αντεκδίκησης κατά του άμαχου τουρκικού πληθυσμού, αλλά ο Κολοκοτρώνης μπόρεσε να τους συγκρατήσει σώζοντας κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή τους Αλβανούς υπερασπιστές από καθολική σφαγή. Φάνηκε τότε το ηθικό μεγαλείο του ηγέτη.
Μετά από αυτήν την πρώτη σημαντική νίκη οι έριδες μεταξύ προκρίτων και στρατιωτικών, που από τα πρώτα κιόλας βήματα της επανάστασης δοκίμαζαν την τύχη της, αναζωπυρώθηκαν. Στις αρχές Ιουνίου έφτασε στην Πελοπόννησο ο Δημήτριος Υψηλάντης με σκοπό την πολιτική οργάνωση του αγώνα. Οι πρόκριτοι αντέδρασαν προς τις απόψεις του, εξαιτίας κυρίως του περιορισμού των προνομίων τους που αυτές συνεπάγονταν, ενώ ο Κολοκοτρώνης με τους περισσότερους στρατιωτικούς τις αποδέχθηκαν. Ο ίδιος μεσολάβησε επιτυχώς στο να αποτραπεί μια ολέθρια για την επανάσταση σύγκρουση μεταξύ προκρίτων και Υψηλάντη, αλλά δεν κατάφερε να αποτινάξει από πάνω του τον φθόνο που έτρεφαν για αυτόν τον ίδιο. Όταν πρότεινε την επανάληψη της πολιορκίας της Πάτρας, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και ο Ανδρέας Ζαΐμης δεν τον υποστήριξαν. Τελικά το Πολεμικό Συμβούλιο ενέκρινε την εισήγησή του, αλλά στην κρίσιμη φάση δεν τον υποστήριξε με ενισχύσεις, αφήνοντάς τον με 600 περίπου άνδρες. Έτσι, στις 23 Ιουνίου 1822 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προσπάθεια και να αποσυρθεί στην Γαστούνη. Έπρεπε να αναδιοργανώσει τις δυνάμεις του για να αντιμετωπισθεί ο νέος κίνδυνος από την άφιξη του Δράμαλη.

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΛΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΒΑΣΗ ΤΟΥ ΙΜΠΡΑΗΜ

Στις αρχές Ιουλίου 1822, μετά από επιτυχή πορεία στην Ρούμελη, ο Δράμαλης καθηλώθηκε στην Κόρινθο. Ύστερα από πρόταση του Κολοκοτρώνη στο συμβούλιο των οπλαρχηγών της 10ης Ιουλίου στον Αχλαδόκαμπο, Οι Έλληνες είχαν καταλάβει τα βασικά περάσματα στην Αργολίδα, ακινητοποιώντας ουσιαστικά τις ισχυρές δυνάμεις του εχθρού. Η προσπάθεια του Δράμαλη να προελάσει προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου ναυάγησε στα Δερβενάκια στις 26 Ιουλίου 1822, όπου η στρατιά του αποδεκατίστηκε. Σε επίπεδο στρατηγικής, η ελληνική νίκη οφειλόταν καθαρά στην αξία κρίση του Κολοκοτρώνη, που πλέον ονομάστηκε αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου.
Κατόπιν ο Κολοκοτρώνης έστρεψε την προσοχή του σε άλλα σημεία του αγώνα, καθώς οι εσωτερικές αντιθέσεις των Ελλήνων έπαιρναν ανησυχητικές διαστάσεις. Προκειμένου να αποφευχθεί εμφύλιος πόλεμος, αποδέχθηκε την θέση του αντιπροέδρου του εκτελεστικού σώματος με πρόεδρο τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και γενικό γραμματέα τον αντίπαλό του, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Τελικά το κακό δεν αποφεύχθηκε. Οι Κοτζαμπάσηδες και οι νησιώτες, ιδίως οι Υδραίοι, βρέθηκαν απέναντί του. Στις 13 Νοεμβρίου 1824 οι πολιτικοί αντίπαλοι του Κολοκοτρώνη οργάνωσαν την δολοφονία του γιου του, Πάνου, συζύγου της κόρης της Μπουμπουλίνας. Ο Θεόδωρος φυλακίζεται από τους συμπατριώτες του στην Ύδρα.
Προκειμένου να αντιμετωπίσει την επανάσταση, ο σουλτάνος της Κωνσταντινούπολης ζήτησε βοήθεια από τον πασά της Αιγύπτου, Μεχμέτ Αλί. Αυτός ανταποκρίθηκε στέλνοντας ισχυρές δυνάμεις με επικεφαλής τον γιο του, Ιμπραήμ πασά. Τον Φεβρουάριο του 1825 τα αιγυπτιακά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στην Μεθώνη και κατευθύνθηκαν προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου. Στις 18 Μαΐου η ελληνική κυβέρνηση, που για να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ είχε διορίσει αρχιστράτηγο τον Υδραίο ναυτικό Κυριάκο Σκούρτη, ύστερα από τις επιτυχίες του εχθρού υποχρεώθηκε να χορηγήσει αμνηστία στον Κολοκοτρώνη και να αναθέσει σε αυτόν και στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη την αρχηγία των ελληνικών δυνάμεων. Σε συνεργασία με τον Δημήτριο Υψηλάντη, τον Μακρυγιάννη και άλλους καπεταναίους, συγκεντρώθηκαν 6.000 άνδρες και με τον Κολοκοτρώνη στην αρχηγία προσπάθησαν μάταια να αναχαιτίσουν τον υπέρτερο σε αριθμό και οπλισμό εισβολέα. Μέχρι το φθινόπωρο οι ελεύθερες περιοχές της Πελοποννήσου ήταν ελάχιστες και το ηθικό των Ελλήνων καταρρακωμένο. Η επανάσταση σώθηκε τότε χάρη στο ψυχικό σθένος του Κολοκοτρώνη. Όταν ο Ιμπραήμ κάλεσε του Μεσσήνιους σε “προσκύνημα”, αυτός του απάντησε:
 ” Πέτρα απάνω στην πέτρα να μη μείνει, εμείς δεν προσκυνούμε. Μόνον ένας Έλληνας να μείνει εμείς θα πολεμούμε και μην ελπίζεις πώς την γην μας θα την κάμεις δικήν σου”.
Μέχρι την λήξη του αγώνα ο Κολοκοτρώνης συνέχισε τον κλεφτοπόλεμο με τον Ιμπραήμ, ο οποίος ηττήθηκε τελικά στην ναυμαχία του Ναβαρίνου (8 Οκτωβρίου 1827) από τις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ: ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΑΝΤΙΔΡΑ

Ο Κολοκοτρώνης, παρά το ότι είχε λάβει στοιχειώδη μόνο παιδεία, διέθετε βαθύ πολιτικό ένστικτο και κριτική σκέψη. Πολλές αποφάσεις της Τρίτης Εθνοσυνέλευσης του 1826 – 1827 (αρχικά στην Ερμιόνη και κατόπιν στην Τροιζήνα) είχαν την δική του σφραγίδα. Στήριξε την εκλογή του Καποδίστρια και συνέχισε να είναι με το μέρος του ακόμη και στις δυσκολότερες στιγμές του, όταν η αντιπολίτευση είχε στρέψει εναντίον του τα πιο φαρμακερά της βέλη. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, οι Κολοκοτρώνης, Ανδρέας Μεταξάς, Ιωάννης Κωλέττης, Ανδρέας Ζαΐμης και Δημήτρης Μπουντούρης ορίστηκαν από την Εθνική Συνέλευση ως κυβερνητική ομάδα της χώρας μέχρι την άφιξη του Όθωνα. Αλλά ο Κολοκοτρώνης παραιτήθηκε σχεδόν αμέσως λόγω διαφωνιών του με τον Κωλέττη.
Παρά τον αρχικό του ενθουσιασμό για την άφιξη του Όθωνα, σύντομα απογοητεύτηκε από την άστοχη διακυβέρνηση της Αντιβασιλείας (ο Όθων ανήλθε στον θρόνο ανήλικος), δηλαδή των Βαυαρών αριστοκρατών της Αυλής του, ώστε άρχισε εναντίον τους σκληρή κριτική. Ως αποτέλεσμα της στάσης του ήταν η καταδίκη του σε θάνατο με βασικό κατηγορητήριο την συμμετοχή δήθεν σε συνωμοσία κατά της Αντιβασιλείας. Η αλήθεια ήταν πως ο Κολοκοτρώνης είχε απευθύνει επιστολή ανησυχίας στον υπουργό των Εξωτερικών της Ρωσίας, Νέσελροντ. Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1833 συνελήφθησαν για τον ίδιο λόγο, εκτός από τον ίδιο, οι Δημήτριος Πλαπούτας, Θεόδωρος Γρίβας και άλλοι πατριώτες, αλλά στην τελική φάση μόνο ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας θεωρήθηκαν προδότες. Τους έκλεισαν επί σειρά μηνών στις φυλακές Ιτς Καλέ του Ναυπλίου, σε αυστηρή απομόνωση, και όταν πραγματοποιήθηκε η δίκη -μια παρωδία με χρήση δεκάδων ψευδομαρτύρων- κανέναν στοιχείο ενοχής τους δεν βρέθηκε. Παρ’ όλα αυτά, στις 25 Μαΐου 1834 καταδικάστηκαν σε θάνατο, όμως ο πρόεδρος του δικαστηρίου, Αναστάσιος Πολυζωίδης, και ο δικαστής Γεώργιος Τερτσέτης αρνήθηκαν να υπογράψουν την απόφαση. Υπό την πίεση της αγανάκτησης του ελληνικού λαού και την ευαισθησία του Όθωνα η ποινή και των δύο μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη.
Όταν ο νεαρός βασιλιάς ενηλικιώθηκε απένειμε χάρη στον κλονισμένο ηγέτη της επανάστασης, τον ονόμασε αντιστράτηγο και τον διόρισε Σύμβουλο της Επικρατείας. Ο περίφημος Γέρος του Μοριά έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στην Αθήνα, στο ιδιόκτητο σπίτι του στη γωνία των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα. Αυτήν την περίοδο υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα απομνημονεύματα του, που εκδόθηκαν το 1846 με τίτλο “Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836″, και αποτελούν μια από τις σημαντικότερες πηγές της ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης του ’21, γιατί εκθέτουν τα γεγονότα χωρίς εμπάθειες και υστεροβουλίες. Πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου 1843, μετά το γλέντι για τον γάμο του μικρού του γιου. Η πατρίδα αναμφίβολα χρωστά ευγνωμοσύνη σε αυτόν τον μεγάλο άνδρα, του οποίου η δράση υπήρξε ευλογία για τα ελληνικά όπλα και ο εμψυχωτικός ρόλος του στις δύσκολες στιγμές του αγώνα καταλυτικός.
_______________________
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία τεύχος 24, τον Μάρτιο – Απρίλιο του 2008

πηγή

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Ο Άγιος των αμπελουργών και το "κουρμπάνι"

Την 1η Φεβρουαρίου η Εκκλησία μας, όπως είναι γνωστό, τιμά τη μνήμη του Αγίου Τρύφωνα, οποίος καταγόταν από τη Λάμψακο της Φρυγίας και μαρτύρησε στη Νίκαια της Βιθυνίας το 249 μ χ., χρονιά που αυτοκράτορας του Ρωμαϊκού κράτους ήταν ο φοβερός διώκτης των χριστιανών, ο Δέκιος. Το όνομα του Αγίου συνδέθηκε περισσότερο με τους αμπελουργούς και θεωρείται προστάτης τους.
Στη Γουμένισσα, έναν τόπο που είχε πάντα σαν κύρια απασχόληση των κατοίκων της στην αμπελουργία, δίδονταν ξέχωρη τιμή στον Άγιο.
Αυτό μαρτυρεί και η διατηρημένη σε καλή κατάσταση τοιχογραφία, που βρίσκεται στο Ιερό Προσκύνημα της Παναγίας της Γουμένισσας. Εικονίζεται ο Άγιος ολόσωμος και κρατά στο χέρι του κλαδευτήρι. Σε παρόμοια παράσταση τον συναντούμε και σε άλλα εικονίσματα των νεωτέρων χρόνων.
Την ημέρα κατά την οποία τιμάται η μνήμη του ψάλονταν στην εκκλησία, όπως και σήμερα, αγιασμός. Με το αγιασμένο νερό ράντιζαν και ραντίζουν οι γεωργοί τα κτήματα τους επικαλούμενοι τη βοήθεια για τη συνδρομή του Αγίου, για να δώσουν πολύ καρπό και να μείνουν για πάντα γερά.
Ο υφιστάμενος αυτός εορτασμός ανέκτησε μεγαλοπρέπεια και πήρε μορφή πάνδημου πανηγυριού στη Γουμένισσα με την εγκατάσταση σ’ αυτήν Ανατολικορωμυλιωτών τη δεκαετία του 1920. Οι νέοι κάτοικοι προερχόμενοι από τα Άνω Βοδενά της αλησμόνητης Ανατολικής Ρωμυλίας ήταν όλοι γεωργοί και κατά κύριο λόγο αμπελουργοί. Άνθρωποι που αγαπούν και λατρεύουν τη μάνα γη. Για να τιμήσουν τον Άγιο προστάτη τους κατ’ αρχάς δίπλα στο κεντρικό δημόσιο δρόμο Γουμένισσας-Θεσσαλονίκης και λίγο έξω από την κωμόπολη έστησαν μικρό προσκυνητάρι γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Ως τότε οι τελετές της ακολουθίας του αγιασμού τελούνται στον κεντρικό ναό της κωμόπολης, στον Άγιο Γεώργιο. Πολύ γρήγορα όμως φάνηκε πως το προσκυνητάρι ήταν αδύνατο να εξυπηρετήσει τους πιστούς, όσο και την όλη διοργάνωση εκδηλώσεων προς τιμήν την Αγίου. Έτσι αποφάσισαν να ανεγερθεί στην άκρη και στο ψηλότερο σημείο του συνοικισμού των Ανατολικορωμυλιωτών παρεκκλήσι αρκετά ευρύχωρο και με μεγάλο χώρο. Το παρεκκλήσι τιμάται στο όνομα του Αγίου Τρύφωνα. Σ’ αυτό κάθε χρόνο την 1η Φεβρουαρίου, εκτός από την τελετή της Θείας Λειτουργίας και του αγιασμού αναβιώνουν και παλιά έθιμα με κύριο και πρωταρχικό το λεγόμενο «κουρμπάνι»
Με προσφορές των κατοίκων της Γουμένισσας αγοράζεται ένα μοσχάρι. Αυτό την ημέρα της γιορτής θυσιάζεται και το κρέας του βράζεται σε μεγάλα καζάνια σε παρακείμενους προς το εκκλησάκι βοηθητικούς χώρους, που έχουν οικοδομηθεί για το σκοπό αυτό.
Στην συνέχεια το παρασκεύασμα διαμοιράζεται σ’ όλους τους προσκυνητές. Πολλοί με σκεύη παίρνουν το «κουρμπάνι» και το πηγαίνουν στο σπίτι, γιατί το θεωρούν ευλογία όπως και τον αγιασμό, για το ράντισμα του σπιτιού και των αμπελιών.
Μεγάλες ποσότητες του κρέατος καταναλώνουν οι γλεντοκόποι, όπως και καλό κόκκινο κρασί γουμενισσιώτικο κρασί. Η μοσχοκεφαλή δημοπρατείται με σκοπό την ενίσχυση της προσπάθειας της οργανωτικής επιτροπής των εκδηλώσεων προς τιμήν του Αγίου Τρύφωνα.
Όλη την ημέρα, την 1η Φεβρουαρίου, πλήθος κόσμου από τη Γουμένισσα και τη γύρω περιοχή προσέρχονται στο πανηγύρι του Αγίου για προσκυνήσουν το στολισμένο με κλιματόβεργες εικόνισμα του Αγίου και σταφύλια από τον προηγούμενο χρόνο και όλοι παίρνουν μέρος στο γλέντι και στο φαγοπότι με τη συνοδεία των τοπικών λαϊκών μουσικών οργάνων. Στις εκδηλώσεις συμμετέχουν πολλά χορευτικά συγκροτήματα τοπικά και ξένα με πρώτο βέβαια του Λαογραφικού Πολιτιστικού Συλλόγου των Ανατολικορωμυλιωτών, που φέρει την επωνυμία «Άγιος Τρύφων» και έχει αναλάβει τη διοργάνωση κατ’ έτος της γιορτής αυτής.
Για όλα, όπως προαναφέρθηκε, φροντίζει μια οργανωτική επιτροπή, η οποία χρόνια τώρα χωρίς διακοπή στην πραγματοποίηση του πανηγυριού και στην αναβίωση των σχετικών μ’ αυτό εθίμων.
Οι ρίζες αυτών είναι πανάρχαιες αφού, όπως η μυθολογία, λέει στις αλησμόνητες πατρίδες της Ανατολικής Ρωμυλίας και γενικότερα στη Θράκη γεννήθηκε και πρωτολατρεύθηκε ο Διόνυσος και ο πρώτος των μουσικών, Ορφέας. Και από την λατρεία και τη ζωή των αρχαίων προγόνων επιβίωσαν στοιχεία που μαζί μ’ εκείνα του Χριστιανισμού συνέβαλαν στη δημιουργία και στην ανάπτυξη του ελληνοχριστιανικού πνεύματος και πολιτισμού. Πρέπει να σημειωθεί, πως οι Έλληνες του βορρά ήταν οι πρώτοι από τους Ευρωπαίους που δέχθηκαν τον Χριστιανισμό, έχοντας κορυφαίους δασκάλους τον «Πρώτο μετά τον Έναν» Απόστολο Παύλο και τον Πρωτόκλητο Ανδρέα.
Το πανηγύρι του Αγίου Τρύφωνα στη Γουμένισσα, την ωραία αυτή κωμόπολη της Μακεδονίας, είναι μια γνήσια εκδήλωση της λαϊκής ψυχής, γεμάτη θρησκευτικότητα και πολλά παραδοσιακά στοιχεία, τα οποία μαρτυρούν και αποδεικνύουν τη συνέχεια του Γένους μας.


Οι καζανιές της Πάρου

Οι τελευταίες μέρες του φθινοπώρου, από τα μέσα του Οκτώβρη και όλο τον Νοέμβρη, είναι για τους Παριανούς μέρες χαράς, γιατί αυτή την περίοδο στις καζανιές βγάζουν το αγαπημένο τους ποτό, την σούμα. Όχι πως και στα άλλα  νησιά του Αιγαίου δεν γίνεται το ίδιο – όπως και σ’ ολόκληρη την Ελλάδα –  δηλαδή η παρασκευή των αποσταγμάτων, που ανάλογα την περιοχή τα βαπτίζουν με διαφορετικές ονομασίες: σούμα,  ρακί, τσικουδιά,  τσίπουρο.
Στην Πάρο όμως η κατάσταση διαφέρει ως προς το μέγεθος και ως προς το ενδιαφέρον.
Η Πάρος, ένα νησί με περίπου 13 χιλιάδες ντόπιους κατοίκους, έχει σε λειτουργία γύρω στα 50 ρακοκάζανα, όπου από 150 τόνους στρόφυλλα, παράγονται περί τους 20 τόνους σούμας.  Η πατρίδα του κρασιού, της Μονεμβασιάς και της Μανδηλαριάς,  πρωταγωνιστεί στις Κυκλάδες, στη παραγωγή της ντόπιας ρακής.
Ετσι, καθώς τριγυρνάει κανείς αυτήν την εποχή τα χωριά και την ύπαιθρο της Πάρου, όπου εντοπίσει  ψηλές στήλες καπνού, εκεί  θα βρίσκεται σίγουρα κάποιο από πενήντα ρακιδιά του νησιού.
Γιατί η απόσταξη δεν χρειάζεται μόνον πρώτη ύλη, που την αποκτά κανείς από τα  στρόφυλλα (υπολείμματα της συμπίεσης των σταφυλιών), αλλά και πλούσια καύσιμη ύλη, συνήθως καυσόξυλα, από δένδρα και θάμνους. Δεν είναι τυχαίο ότι η Σαντορίνη πρωταθλήτρια στη παραγωγή κρασιού δεν παράγει αντίστοιχες ποσότητες ρακιού, γιατί στερείται  επαρκούς ξυλείας.
Στην Πάρο τα τελευταία χρόνια στην μάχη της σούμας μπήκαν και πολλοί νέοι, αγρότες, κτηνοτρόφοι, αλλά και άλλοι που ανανέωσαν τις παλαιές άδειες των πατεράδων και παπούδων τους, καθώς κάποια στιγμή εκείνοι είχαν παύσει να τις λειτουργούν και είχαν περιπέσει σε αχρηστία.
Αυτό που είναι σημαντικό στη διαδικασία της καζανιάς δεν είναι μόνο αυτή καθεαυτή η παρασκευή της σούμας, του ποτού που  συνοδεύει τους μεζέδες όλης της χρονιάς, αλλά ότι αποτελεί μια κοινωνική δραστηριότητα που ενώνει τους Παριανούς, καθώς είναι η αφορμή για τα πρώτα γλέντια, τα πρώτα πανηγυράκια και τα πρώτα μεθύσια του χειμώνα, σε κλειστούς χώρους γύρω από τη φωτιά που καίει για την απόσταξη. Στα κάρβουνα της φωτιάς, θα ψηθούν τα μανιτάρια (αμανίτες, λαόρτια, λαρδοαμανίτες, αγκαθίτες, γλυστρίτες), που κάναν  την εμφανισή τους με τις πρώτες βροχές, και μαζί με τα λουκάνικα και τα μπριζολάκια, θα συνοδεύσουν τους άλλους λαχταριστούς μεζέδες, τα χταποδάκια και τα φρέσκα καλαμάρια που θα ροδίσουν στο τηγάνι, ή το φρέσκο μαριδάκι που μόλις βγήκε από τη θάλασσα.  Γύρω από τη φωτιά του  ρακοκάζανου, οι Παριανοί δοκιμάζουν τη νέα σούμα, απολαμβάνουν τους ντόπιους μεζέδες και με τη συνοδεία μουσικής, γλεντούν, τραγουδούν ξεδίνουν και χορεύουν.

Από πλευράς τεχνικής, η παραγωγή της σούμας γίνεται με την γνωστή παραδοσιακή διαδικασία. Μετά τον τρύγο του Αυγούστου, μαζεύονται τα στρόφυλα, τα υπολείμματα από το πάτημα των σταφυλιών, και σκεπάζονται καλά ή μπαίνουν σε βαρελάκια ώστε και αυτά – όπως άλλωστε και ο μούστος – χάρις τους ζυμομύκητες  που περιέχουν,  θα μετατρέψουν τη ζάχαρη σε αλκοόλη και να ετοιμασθούν για την απόσταξη. Οταν έλθει η ώρα – και είναι περίπου την εποχή που σταματά να βράζει ο μούστος και ετοιμάζονται τα κρασιά – τα φέρνουν στο ρακιδιό.

Το ρακοκάζανο τοποθετείται σε μία εστία φωτιάς και καλύπτεται από τον άμβυκα, ο οποίος συνδέεται με τον αυλό, ένα μεταλλικό σωλήνα που διέρχεται  από δυό δεξαμενές κρύου νερού. Όταν ανάψει η φωτιά τοποθετούνται μέσα στο καζάνι τα στρόφυλα, νερό και κάποια μυρωδικά. Καθώς ξεκινάει η βράση, οι δημιουργούμενοι ατμοί γεμίζουν τον άμβυκα και από εκεί κατευθύνονται στον αυλό. Οι ατμοί, πλούσιοι σε οινόπνευμα, έρχονται σε επαφή με τα κρύα τοιχώματα του αυλού, υγροποιούνται και στάζουν σταγόνα-σταγόνα στην έξοδο του σωλήνα, όπου συλλέγεται η ρακί. Από τα 130 κιλά περιεχόμενου που θα τοποθετηθούν στο ρακοκάζανο, θα παραχθούν περίπου 20 κιλά ρακής. Το πρωτόρακο και η ουρά του αποστάγματος, περίπου από ένα κιλό το καθένα, δεν πίνονται, αλλά ξαναρίχνονται στην επόμενη καζανιά. Η σούμα βγαίνει συνήθως στους 42 με 48 βαθμούς, και ανάλογα την αραιώνουν με αποσταγμένο νερό που βγαίνει κείνη την ώρα από το καζάνι.

Κάθε καζανιά βαστά περί τις δυό ώρες, και όταν τελειώσει τα χρησιμοποιημένα στρόφυλα αφαιρούνται από το καζάνι και τοποθετούνται καινούργια, ενώ τα παλαιά μένουν στην άκρη γιατί θα χρησιμοποιηθούν πια σαν λίπασμα στα χωράφια. Ο αποσταγματοποιός, αφού χρησιμοποιήσει όλα τα δικά στρόφυλα και βγάλει τη σούμα του, επεξεργάζεται τα στρόφυλα που του φέρνουν άλλοι, οι οποίοι  βέβαια  παρακολουθούν τη διαδικασία βάζοντας μυρωδικά κατά βούληση, τροφοδοτώντας τη φωτιά αλλά και περιμένοντας να βγει η ρακί τους διασκεδάζουν, πίνουν και γλεντούν  με τους φίλους.  Τα ρακιδιό την περίοδο της απόσταξης είναι σαν ένα μελίσσι, όπου χωρίς σταματημό  όλο το 24ωρο μπαινοβγαίνουν στρόφυλα, ξύλα, μπουκάλια, νταμιτζάνες, τρόφιμα και κόσμος χαρούμενος και διονυσιασμένος  από το φαγοπότι και  το γλεντοκόπι.

Βρέθηκα τις προάλλες στην Πάρο, καλεσμένος σε μια καζανιά ενός φίλου, που με την αφορμή αυτή μάζεψε τα φιλαράκια του για να γλεντήσουν.  Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Οι εικόνες περιγράφουν με τον πιό ανάγλυφο τρόπο το κέφι που επικράτησε. Η τοποθεσία μοναδική, δίπλα στο μοναστήρι του Αη Γιώργη, με μια εκπληκτική θέα στον κόλπο της Νάουσας. Ο αποσταγματοποιός, ένας νέος αγρότης, ο Γιώργος “Κατσάγριλας” παλληκάρι μάλαμα, πρώτος στη δουλειά και στη διασκέδαση. Το ρακιδιό ίσως το ομορφότερο του νησιού, μιά ευρύχωρη παλιά αίθουσα  με φούρνο, ψησταριά, τζάκι, χώρους για την αποθήκευση της ξυλείας αλλά και των στροφυλων,  με μοναστηριακά τραπέζια και καθίσματα γιά αρκετούς φίλους.
Το καλύτερο συγκρότημα μουσικής του νησιού, αποτελούμενο από μια εκρηκτική σύνθεση ερασιτεχνών μουσικών έπαιζε επί εννιά ώρες χωρίς διακοπή. Στην κουζίνα εκτός των παραδοσιακών φαγητών, είχε έρθει η Μυρσίνη Λαμπράκη, η γνωστή γαστρονόμος δημοσιογράφος αλλά και σπουδαία μαγείρισσα, που με την τέχνη της έδωσε μια απίστευτη φρεσκάδα στα ντόπια υλικά, που την περίμεναν υπομονετικά για να τα μεταμορφώσει.

Ένοιωσα τυχερός που συμμετείχα σε μια καζανιά στην Πάρο, και που μοιράστηκα μαζί με όσους παρευρέθηκαν, ντόπιους και Αθηναίους-Παριανούς αυτό το συναίσθημα της βαθειάς χαράς,  της ευτυχίας να ζεις στον ευλογημένο αυτό τόπο, όπου  κάθε εποχή έχει  τις αφορμές της  για γλέντι και διασκέδαση

πηγή: Σημάδια του Αιγαίου

Η γιορτινή φορεσιά της Ναουσαίας




Η θέση της γυναίκας στην κοινωνία και στην οικογένεια της Νάουσας επηρέαζε τον τρόπο με τον οποίο ντυνόταν, και η μελέτη της φορεσιάς μας δίνει πληροφορίες για την κοινωνική της θέση.

Η επιβλητικότητα και ο πλούτος της φορεσιάς επηρεάζουν την ενδυματολογική επιλογή των ανακτόρων.

Η οικογενειακή κατάσταση της οικογένειας καθρεπτιζόταν και στο ένδυμα. Έτσι οι πλούσιες οικογένειες εμφάνιζαν τις φορεσιές με τα πιό καλά σε ποιότητα υφάσματα και τα πιο πλούσια κεντήματα.

Η νυφική φορεσιά της Νάουσας αποτελείται απο τα εξής...

Το φουστάνι είναι συνήθως ανοιχτού χρώματος χρυσαφί, κοντόμεσο με βαθύ ημικύκλιο άνοιγμα στο μπούστο.

Κάτω απο το φουστάνι φοριέται το πουκάμισο που διακρίνεται απο το καλό κασμηρένιο ύφασμα με τις μπιμπίλες του.

Ο μπούστος καλύπτεται απο δύο τραχηλιές. Η μία απο μέσα φαίνεται λίγο και είναι λιγότερο χρυσοκεντημένη και η άλλη βγαίνει απο έξω με χάρη λίγο επάνω στο φόρεμα και αφήνει να φαίνονται τα πολύτιμα χρυσοκεντήματά της.


Στα χέρια φοριούνται τα μανικάκια όπου η Ναουσαία με επιδέξιο τρόπο τα αφήνει να φαίνονται μέσα απο τα μανίκια.

Ο λαιμός κοσμείται απο το γκιουρντάνι με τα φλουριά, ενώ κάτω απο το στήθος είναι το κολάνι περασμένο σε ζώνη φτιαγμένη απο δέρμα στην εσωτερική πλευρά και βελούδο απο έξω.


Η ποδιά κάτω απο τη ζώνη είναι ένα μεταξωτό ύφασμα με κρόσσια γύρω απο τη μέση και τελειώνει στην αριστερή πλευρά της φορεσιάς.

Το κεφαλοκάλυμμα είναι το τεπελούκι,το επάνω μέρος του (τεπές) έχει κεντημένο με χρυσή κλωστή το 8άκτινο ή 6άκτινο μακεδονικό αστέρι. Απο την κορυφή του τεπέ κρέμεται μία χρυσή φούντα, που πέφτει πίσω και τα χρυσά κρόσσια της έρχονται στον αριστερό ώμο.

Πάνω απο το φουστάνι φοριέται το λιμπαντί που είναι κοντός εφαρμοστός επενδυτής με μανίκια που στο τελείωμα του σχημάτιζαν καρμά με χρυσό.