Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Φορεσιές στην Επαρχία Μεγαρίδας

Φορεσιά Ελευσίνας

Η γυναικεία φορεσιά της Ελευσίνας (νυφική & γιορτινή) και γενικά των υπόλοιπων κουντουριώτικων χωριών, σταδιακά δέχθηκε επιδράσεις από τα Μέγαρα, την Σαλαμίνα, και την Αθήνα, αφού πολλά εξαρτήματα έχουν ομοιότητες η φτιάχνονταν σε αυτές τις περιοχές.

Η νυφική φορεσιά αποτελείται από τα παρακάτω εξαρτήματα:
  • Την φασκιά. Άσπρη υφασμάτινη λουρίδα περίπου 3 μέτρων όπου τύλιγαν δυο-τρείς φορές το στήθος.
    Στην συνέχεια φορούσαν το πουκάμισο, αμάνικο φόρεμα που έφτανε μέχρι τα γόνατα από βαμβακερό ύφασμα.
  • Τα εσωτερικά μισοφόρια, τα οποία τα κατασκεύαζαν από βαμβακερό ύφασμα (πλιχούρα) και συνήθως 

  • Φορεσιές Ελευσίνας


    φορούσαν δύο , τρία μισοφόρια για να «στρώσει» όπως έλεγαν το καλό μεταξωτό μισοφόρι σε ύφασμα σαντούκ ή κρεπ-ντε-σίν το νεότερο. Ο στολισμός στο τελείωμα ήταν δαντέλα η ψιλός πλισές.
  • Επίσης η τραχηλιά, για να διακοσμεί το μπούστο από καλό χασέ ή και μεταξωτό ύφασμα, κεντημένη με χρωματιστές κλωστές ,με χειροποίητες δαντέλες, ή και του εμπορίου.
  • Συνεχίζουμε με τα κυριότερα κομμάτια όπως είναι ο τζάκος ή καμιζόλα ή ζιπούνι με τερζίδικο κέντημα στα μανίκια (ανάλογα την οικονομική ευχέρεια της οικογένειας) του οποίου η κατασκευή γινόταν στα Μέγαρα στην Σαλαμίνα και στην Αθήνα. Υπήρχαν και ντόπιες κεντήστρες οι οποίες όμως δεν ακολουθούσαν τα παραδοσιακά μοτίβα. Ο νυφικός τζάκος ήταν φτιαγμένος από μεταξωτό βελούδο (κατηφές) ή βαμβακερό (φέλπα) σε διάφορες αποχρώσεις του κόκκινου ή του γκρενά. Οι παλαιότεροι τζάκοι ήταν τσόχινοι. Επίσης χρησιμοποιούσαν και την στόφα. Να επισημάνω ότι στο τζάκο συνήθως δεν έβαζαν βελούδο στην πλάτη, επειδή φορούσαν το σιγκούνι.
  • Η ποδιά που φοριόταν με το παλαιότερο τύπου πουκάμισο, ήταν ριγωτή πολύχρωμη υφασμένη στον αργαλειό από λαγάρα μαλλί. Οι νεότερες ποδιές ποικίλουν και δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ένα συγκεκριμένο σχέδιο. Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν το βελούδο γκρό, στόφα, ατλάζι και το μεταξωτό, τις οποίες τις διακοσμούσαν με διάφορα συμπλέγματα λουλουδιών ,με χρωματιστές κλωστές ή με μοτίβα αγοραστά από το εμπόριο.
  • Το σιγκούνι, ή γκούνα, αμάνικος επενδύτης, καθαρό γνώρισμα της παντρεμένης γυναίκας το έφτιαχναν παλαιότερα από σαγιάκι. Το μήκος του έφτανε δυο πιθαμές πάνω από το γόνατο και ήταν διακοσμημένο ολόγυρα από μαύρο μαλακό μαλλί που το έστριβαν σαν κορδονάκι και σχημάτιζαν θηλιές, απ’ όπου έπαιρνε το κέντημα το όνομα του. Στα ανοίγματα και στις μασχάλες περνούσαν για τελείωμα μαύρο γαϊτάνι από μαλλί πλεγμένο στο χέρι. Αργότερα οι θηλιές αντικαταστάθηκαν από μαύρο ύφασμα του αργαλειού. Οι μπροστινές λωρίδες λέγονται κλίντια η λωρίδα στο κάτω μέρος λέγετε φούντι τα πλαϊνά μαύρα κεντήματα τα έλεγαν κούπες και από την μέση και κάτω μπουζάνια.
    Στα νεώτερα χρόνια χρησιμοποιούσαν σαγιάκια ή τσόχες που έφερναν από την Νάουσα και τα λέγανε βουλγάρικα . Οι φάσες του ήταν πάντα σε μαύρο χρώμα στολισμένες με χρυσές ή κίτρινες κλωστές και με μοτίβα του εμπορίου . Τον χειμώνα ,αντί για το σιγκούνι φορούσαν το γιουρντί, επίσης αμάνικος επενδύτης σε άσπρο χρώμα. Παλαιότερα το σιγκούνι ποτέ δεν το έβγαζαν, ούτε μέσα στο σπίτι.

Φορεσιές των Μεγάρων
Τα κοσμήματα τα οποία έδειχναν και την οικονομική κατάσταση της οικογένειας ήταν τα σκουλαρίκια, δαχτυλίδια , το μανταλιό (υπήρχαν δύο ειδών μανταλιό το παλαιότερο ήταν το πλεχτό «κοντό» δώρο του πατέρα και στην συνέχεια το υφασμάτινο το μακρύ, δώρο του γαμπρού) πολλές νύφες φορούσαν και τα δυο είδη. Επίσης το κορδόνι, ο σταυρός, οι πόρπες, και το μικρό γιορντάνι.
Από αναφορές περιηγητών και ενδυματολόγων βλέπουμε ότι υπήρχε και φέσι στο κεφάλι με νομίσματα, το οποίο συναντάτε στα Μέγαρα και στην Σαλαμίνα. Δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό να βρω για να σας το παρουσιάσω και έτσι μένω μόνο στην αναφορά αυτού.


Μεγαρίτες


Το επιστέγασμα της φορεσιάς ήταν η μπόλια. Παλαιότερα άσπρη βαμβακερή του αργαλειού, τα κεντήματα της οποίας είχαν τα ίδια θέματα,την ίδια τεχνοτροπία και τους ίδιους χρωματισμούς με τις μπόλιες της Κορινθίας. Οι νεότερες ήταν από μεταξωτό ύφασμα 2.5 μέτρων όπου οι άκρες της ήταν στολισμένες με χρυσή δαντέλα (κοπανέλι) ή και κεντημένη με χρωματιστές κλωστές.
Σαν κόσμημα των μαλλιών μπορούν να θεωρηθούν τα πεσκούλια ή οι μασούρ πλεξούδες.
Οι ανύπανδρες δεν φορούσαν ποτέ κάλτσες γιατί ήταν δείγμα αδύναμης γυναίκας. Αργότερα έπλεκαν κάλτσες από άσπρο μαλλί, κλωσμένο στο χέρι και στα νεότερα χρόνια με στριμμένο βαμβάκι.
Τέλος για υποδήματα παλαιότερα φορούσαν τα γουρουνοτσάρουχα και αργότερα φορούσαν τις κοντούρες. Στην συνέχεια τα νεότερα υποδήματα ήταν από βιδέλο, λουστρίνι και γενικά παπούτσια του εμπορίου.
Κατά την περίοδο του μεσοπόλεμου , αλλάζει  μορφή η νυφική φορεσιά, με απλά αγοραστά μεταξωτά υφάσματα διακοσμημένα με δαντέλες και τρέσες του εμπορίου ,χωρίς τα βασικά κοσμήματα ,το μανταλιό, το κορδόνι και το γιορντάνι. Το σιγκούνι παραμένει & ο κεφαλόδεσμος (μόνο ο γαμήλιος) είχε ακόμα την μπόλια, και στη συνέχεια μαντήλι πονζέ, σε ζαχαρί χρώμα .


Ελευσίνιος


Την νυφική φορεσιά την φορούσαν ολοκληρωμένη τις πρώτες 40 ημέρες μετά τον γάμο τις Κυριακές και τις γιορτές, μέχρι την γέννηση του πρώτου παιδιού.
Πριν κλείσω την αναφορά μου για την φορεσιά της Ελευσίνας και γενικότερα των Κουντουριώτικων χωριών θέλω να επισημάνω κάτι το οποίο ίσως είναι άγνωστο στην Ελευσίνα. Όταν ρωτούσαν τις Ελευσίνιες ποια χωριά φορούσαν σταμπωτά μαντήλια η απάντηση ήταν οι Καλυβιώτισσες οι Μεγαρίτισσες και οι Κουλουριώτισσες. Η έρευνα όμως,  έβγαλε στην επιφάνεια τα σταμπωτά μαντήλια το οποία φορέθηκαν στην Ελευσίνα μετά την κατάργηση της μπόλιας και τα οποία είχαν άμεση σχέση όχι με αυτά του Ασπρόπυργου (Καλύβια) αλλά με αυτά των Μεγάρων. Η αντικατάσταση της μπόλιας με το μαντήλι άρχισε όταν οι έμποροι και οι ξενιτεμένοι άνδρες άρχισαν να φέρνουν τα πρώτα μαντήλια στην Ελλάδα. Αυτά ήταν ζωγραφιστά στο χέρι και για αυτό πανάκριβα ισάξια, αν όχι ακριβότερα από τις μπόλιες.

«ΟΙ ΦΟΡΕΣΙΕΣ ΣΤΑ ΜΕΓΑΡΑ»

Σταυροδρόμι τα Μέγαρα με πλούσια μουσική, χορευτική αλλά και ενδυματολογική παράδοση. Συναντάμε δυο τύπους γυναικείας φορεσιάς ,τα «φουστάνια» & τους «καπλαμάδες».


Φορεσιές Μεγαρίδας


Στα «φουστάνια» ανήκει η νυφική φορεσιά «τα κατηφένια». Για την ονομασία κατηφένια, έχουν ακουστεί πολλές εκδοχές, σωστές μα και κάποιες λανθασμένες πέρα ως πέρα!
Την ονομασία κατηφένια την πήραν αρχές του 20ου αιώνα, όταν έφτιαχναν τα ζιπούνια από βελούδο (κατηφές ήταν ένα είδος μεταξωτού βελούδου, όπου σαν λέξη την συναντάμε και στα παραδοσιακά τραγούδια, στον κατηφένιο σου οντά μας λέει ένας μικρασιάτικος στίχος) ενώ τα παλαιότερα ζιπούνια ήταν από τσόχα.
Επίσης στα φουστάνια ανήκε και η πρώτη φορεσιά το φούντι με το κοντοζίπουνο. Πάμπολλες οι αναφορές από περιηγητές, ζωγράφους ,ενδυματολόγους για την συγκεκριμένη φορεσιά. Χαμένη στα βάθη της ιστορίας, και άγνωστη μέχρι πρότινος στους ντόπιους κατοίκους.
Έγινε γνωστή πάλι (ολοκληρωμένη) από τον κ. Δημήτρη Ηλία που ασχολήθηκε σε βάθος με την έρευνα των χορών και των φορεσιών.
Δεύτερος τύπος φορεσιάς είναι οι «καπλαμάδες» οι οποίοι συνυπήρχαν με τα φουστάνια. Εδώ βλέπουμε πολλές παραλλαγές ανάλογα την περίσταση.
Αναφέρω λίγες από τις ονομασίες που υπήρχαν. Ο καπλαμάς με το φούντι, ο καλός ή ψιλός καπλαμάς, ο σπαθάτος, ο καπλαμάς με τα σκούρα και ο χοντρός (καθημερινός).


Παναγιώτης Σ. Πέστροβας
Ερευνητής – δάσκαλος παραδοσιακών χορών

πηγή:  http://diasporic.org/mnimes/archives/foresies-megaridas


Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας – Αγγελική Χατζημιχάλη

Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας  – Αγγελική  Χατζημιχάλη


 
Η Αγγελική Χατζημιχάλη, η μάνα της ελληνικής λαογραφίας, ταξιδεύει σ’ όλη την Ελλάδα οπού   οι γνήσιοι, απλοί άνθρωποι της υπαίθρου την αγκαλιάζουν και της προσφέρουν την καθημερινότητά τους, της ανοίγουν τη ζωή τους στα μάτια της με τα ήθη, τα έθιμα, τον τρόπο παρασκευής ή κατασκευής από φαγητά, γλυκά, υφαντά μέχρι ξυλόγλυπτα, ασημικά, κεραμικά…  στο παρακάτω άρθρο μας περιγράφει με ζωντάνια την φορεσιά της  Αργολιδοκορινθίας.

Η επίσημη φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας (Μουσείο Μπενάκη)
Η επίσημη φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας (Μουσείο Μπενάκη)


Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας ξαπλώνονταν σε όλες τις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά του νομού αυτού. Ο μεγάλος αυτός νομός που αρχίζει από την Περαχώρα, έχει δηλ. βορεινά τα Γεράνια όρη και μέρος του Κορινθιακού κόλπου, δυτικά τα βουνά της Κυλλήνης ( Ζήρειας ), νότια τα βουνά του Αρτεμισίου και τον Αργολικό κόλπο, ανατολικά την χερσόνησο της Ερμιονίδος επί του Σαρωνικού κόλπου και φθάνει μέχρι του ισθμού της Κορίνθου, είχε μια κοινή φορεσιά. Στη μεγάλη αυτή περιοχή επικρατούσε η γνωστή φορεσιά με το σιγκούνι με παραλλαγές μονάχα στα κεντήματα που είχαν στο ποκάμισο, ο τζάκος, η τραχηλιά, η ποδιά. Τα κεντήματα αυτά γινωμένα όλα με μετάξια διακρίνονταν για τον πλούτο, την ιδιομορφία, και την ποικιλία τους. Δημιούργημα της ορεινής Κορινθίας ήταν γνωστά με την ονομασία ως κεντήματα της Στυμφαλίας, της πασίγνωστης από την αρχαιότητα θρυλικής λίμνης η οποία μαζί με την κοιλάδα του Φενεού αποτελούσαν το μεγαλύτερον και ευφορώτερον υψίπεδον της Ζήρειας.
Τα κεντήματα που επικρατούσαν σε ολόκληρη την Αργολιδοκορινθία θεωρούνται από τα εκλεκτότερα της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδος. Έχουν παλιότατη παράδοση σε διακοσμητικά γεωμετρικά θέματα, τεχνοτροπία, χρωματισμούς και ιδιότυπη τεχνική μέθοδο. Είναι όλα μετρητά. Γίνονται δηλ. μετρώντας τις κλωστές του υφάσματος. Για τα κεντήματα αυτά απαιτείται να γίνει κάποτε εκτενής και λεπτομερής μελέτη.
Η φορεσιά διακρίνονταν σε καθημερινή, γιορτινή και νυφική. Τα τμήματά της μοιάζουν με τα τμήματα των στολών της Αττικής, Ελευσίνας, Τανάγρας, Αταλάντης, Αράχωβας κλπ. Όπως και σε κείνες έτσι και σ’ αυτή κύριο τμήμα τους είναι το σιγκούνι που δεν αποχωρίζονταν ποτέ οι γυναίκες ακόμη και στον ύπνο τους. Το θεωρούσαν ντροπή να δεί ο άντρας γυναίκα χωρίς σιγκούνι.
Η καθημερινή φορεσιά είχε διαφορά από την γιορτινή και τη νυφική κυρίως στα κεντήματα. Η καθημερινή ήταν εντελώς σκέτη και είχε ολίγα ή και ελάχιστα κεντήματα, ενώ η γιορτινή και η νυφική είχαν πολλά μεταξωτά κεντίδια σε όλα τα τμήματά τους. Μόνες τους οι γυναίκες γνέθαν το μπαμπάκι, ύφαιναν τα υφάσματα και μόνες τους τα κεντούσαν.
Τα μπαμπάκια τα παίρνανε από το Άργος και τα γνέθανε μαζεμένες καμιά δεκαριά μαζί τα βράδια, πότε στο ένα και πότε στο άλλο σπίτι. Μετάξια δεν βγάζαν όλες οι οικογένειες. Οι πλουσιώτερες τρέφανε μεταξοσκώληκες και αυτές δίνανε στις άλλες όσα κουκούλια χρειάζονταν. Οι ίδιες κατεργάζονταν το μετάξι και το γνέθανε μόνες ρόκα – αδράχτι δηλ. στριμμένο ίσια, λεπτό, κατάλληλο για κέντημα. Ύστερα το βάφανε με διάφορα χρώματα. Για το ποκάμισο και την ποδιά προτιμούσαν το καφετί και το μαύρο και κάπου κάπου βάζανε μερικά τμήματα από κέντημα γινωμένο άλλοτε με κόκκινο άλλοτε με γαλάζιο ή κίτρινο χρώμα. Γι’ αυτό γενικός χρωματισμός σε όλα τους σχεδόν τα ποκάμισα είναι το καφετί ή το μαύρο που ποικίλλονται σποραδικά με τα λίγα παραπάνω χρώματα που αναφέραμε.
Η τραχηλιά όμως είχε άλλοτε αυστηρούς και άλλοτε ζωηρούς χρωματισμούς. Στην περιοχή της Στυμφαλίας και του Φενεού σε όλη την ψηλή περιφέρεια της Ζήρειας ήταν καφετιά σκούρα, ενώ σε όλα τα πεδινά μέρη, στο Άργος, στην Νεμέα, στην Επίδαυρο επικρατούσε το κόκκινο χτυπητό χρώμα.
Τη φορεσιά αποτελούν: Το μισοφόρι, το ποκάμισο, ο μπούστος, ο ονομαζόμενος διμινό με τα πανωμάνικα, τα κατωμάνικα, το σιγκούνι ή η σιαγκούνα, το γιουρντί, η τραχηλιά, το ζωνάρι, η ποδιά.


Κόρη με παραδοσιακή ενδυμασία του Άργους
Κόρη με παραδοσιακή ενδυμασία του Άργους


Ο κεφαλόδεσμος αποτελείται από το τσεμπέρι, τη μαντήλια και τη μπόλια ή το μεσάλι. Τα κοσμήματα είναι: Οι αλυσίδες ή τα λεντίκια, η καδένα με τον σταυρό, τα καρφιτσάλια (οι καρφίτσες), τα πετάλια (βραχιόλια). Γενικά τα κοσμήματα είναι παρόμοια με τα γνωστά στις φορεσιές της Αττικοβοιωτίας, και σε όλες τις φορεσιές με το σιγκούνι, κλπ. Όπως π.χ. οι αλυσίδες, η καδένα με τον σταυρό (εικ. 9), είναι αλυσίδες διάφορες με στρογγυλές πλάκες και ιδιότυπα σχέδια ( ο σταυρός, η Παναγία και πολλά άλλα) ή με τα κρεμασμένα νομίσματα και παράδες, τ’ άσπρα.
Το μισοφόρι, που βάζουνε πρώτο πρώτο είναι το εσωτερικό πουκάμισο. Μαλομπάμπακο, είχε φύλλα φαρδιά και λοξά και χρώμα ολόλευκο. Το στιμόνι γινωμένο με μπαμπάκι το γνέθαν ίσια στ’ αδράχτι για να είναι καλά στριμμένο και το μάλλινο υφάδι δρούγα στ’ αδράχτι για να είναι να είναι απαλό. Το σχήμα του ήταν όμοιο με το ποκάμισο και δεν είχε κανένα στολισμό. Το ποκάμισο, παλιότερα ήταν μακρύ. Γινόταν από χοντρό μπαμπακερό χειρίσιο ύφασμα του αργαλειού. Λεγόταν κοντό, γιατί δεν είχε μανίκια όπως δεν είχαν τα άλλα ποκάμισα της Αττικής, Ελευσίνας, Τανάγρας κλπ. Αργότερα όμως άρχισαν να βάζουν κεντητά μανίκια για ν’ αποφεύγουν τα κατωμάνικα. Στο ποδόγυρο και στα μανίκια το ποκάμισο είχε λιγώτερα ή περισσότερα κεντήματα ανάλογα με τον προορισμό του, καθημερινό, γιορτινό, νυφιάτικο. Εξαιρετικό ποκάμισο ήταν το νυφικό διακοσμημένο μπροστά με μακριές όρθιες ταινίες – κολόνες, που φθάναν έως τη μέση, και λεγόταν κολονάτο. Είχε όμως και άλλες όρθιες ταινίες ολόγυρα μικρότερες. Αλλά και στ’ άλλα ποκάμισα βάζαν κεντήματα ιδιότυπα και μοναδικά στο είδος τους των οποίων δυστυχώς δεν έχουν σωθεί τα ονόματα των σχεδίων.
Στα εξαιρετικά αυτά πρότυπα όλα γεωμετρικά βρίσκομε και διάφορες επιδράσεις από τις γύρω περιοχές όπως π.χ. το ποκάμισο που έχει κέντημα Αττικής στον ποδόγυρο, άλλο ποκάμισο που έχει κέντημα Αράχοβας στα μανίκια και το ποκάμισο με σχέδιο της Τανάγρας τα παιδιά που χορεύουν, στα μανίκια κλπ. Οι γριές φορούσαν ποκάμισα χωρίς κεντήματα. Το νυφικό ποκάμισο το δίνανε να το φορέσουν άλλες δύο νύφες κι’ ύστερα το κρύβανε στην κασέλα για να το βάλουν σάβανο στη νεκραλλαξιά στο μεγάλο ταξίδι.
Ο μπούστος το διμινό, είναι κοντός, παρόμοιος στο σχήμα με το τζάκο της Αττικής κλπ., συγκρατεί τα κεντητά μανίκια που φθάνουν ως τον αγκώνα, τα πανωμάνικα. Έχει κι’ αυτός στα μανίκια όμορφα και ιδιόρρυθμα κεντήματα. Το μπούστο κατάργησαν τα τελευταία χρόνια και στη θέση του βάλανε μανίκια. Τα κατωμάνικα, είναι τα μανίκια που πέφτουν κάτω από τα πανωμάνικα του διμινού και στερεώνονται πρόχειρα στα μανίκια του. Έχουν κι’ αυτά όμορφα ιδιότυπα κεντήματα, όμοια στα σχέδια με τα κεντήματα που έχουν τα πανωμάνικα. Κι αυτά καταργήθηκαν όταν βάλανε μανίκια στο ποκάμισο. Το σιγκούνι ή η σιαγκούνα ήταν ολόασπρη και μακριά. Το ύφασμά της ήταν μάλινο, δίμιτο του αργαλειού νεροτρουβιασμένο και το λέγανε ράσικο. Όταν πάλιωνε το βάφανε γαλάζιο σκούρο σαν μούρο. Η βαφή του γινόταν μ’ ένα θάμνο σαν κουμαριά τον λεγόμενο μελεγύ. Στο βάψιμο ρίχνανε αντί για στήψι, βιτριόλι. Η σιγκούνα ( το ύφασμα) είχε φάρδος 0,35 μ. πόντους όταν τη φέρνανε από τη νεροτριβή.

Η καθημερινή φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας ( από το κάτω Μπέλεσι του Άργους)
Η καθημερινή φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας (από το κάτω Μπέλεσι του Άργους)


Σαν την ράβανε οι ντόπιοι ραφτάδες, την κόβανε σε 7 κομμάτια, λόξες και την κεντούσαν ολόκληρη πλάκα με μαλλιά γαλαζοπράσινα. Το κέντημά της έμοιαζε με το κέντημα της παλιάς γαλάζιας σιγκούνας της Αττικής. Αυτή τη σιγκούνα τη συνήθιζαν αργότερα για καθημερινή και φτιάσανε άλλη για καλή με ωραία πολύπλοκα σχέδια γινωμένα με πολύχρωμα μεταξωτά κορδονάκια. Η σιγκούνα αυτή άρχισε σιγά σιγά να κονταίνει, να γίνεται κομψότερη ενώ κρατούσε τον ίδιο πολύχρωμο διάκοσμό της. Οι γριές δεν φορούσαν σιγκούνα αλλά γιούρντα. Η γιούρντα ήταν πάντα γαλάζια σκούρα σα μαύρη και είχε φλόκια εσωτερικά σαν της Αττικής περίπου. Ολόγυρα και στις μασχάλες για να μη ξεφτάει την ρέλιαζαν με τσόχα το ρούχο, όπως και τις σιαγκούνες.
Το ρέλιασμα το λέγανε φυτιλάκι. Η γιούρντα ήταν πάντα γαλάζια σκούρα ή μαύρη και άσπρο ολόγυρα το φυτιλάκι. Κάτω στο τελείωμα, στις δύο γωνίες είχε από μια φούντα άσπρη. Οι γιούρντες ήταν μακριές μέχρι τα γόνατα και οι παλιές σιαγκούνες πολύ πιο κάτω από την περιφέρεια.
Η τραχηλιά, δεν έλειπε ποτέ από καμιά φορεσιά. Ήταν γινωμένη από ύφασμα μπαμπακερό, πανί δίμιτο του αργαλειού κι’ είχε όμορφα γεωμετρικά σχέδια κεντημένα με μετάξια, σε παλιότατη παράδοση και ιδιόρρυθμα σχέδια.
Πολλών το βάθος είναι κατακόκκινο και ποικίλεται με πράσινα μετάξια. Άλλα είναι γινωμένα ολόκληρα με καφέ χρωματισμό. Τα κεντήματα αυτά αξίζουν ιδιαίτερα την προσοχή και την μελέτη μας. Το ζωνάρι, μάλλινο υφασμένο στον αργαλειό, είχε στιμόνι και υφάδι διπλά στριμμένο. Το βάφαν κρεμεζί δηλ. βυσσινί σκούρο κι’ άλλοτε κόκκινο με ριζάρι. Το μάκρος του ήταν δύο οργιές ή πέντε πήχες. Η κάθε οργιά είχε μάκρος όσο είναι και τα δύο χέρια ανοιγμένα δηλ. 2,50 πήχες. Το φάρδος του ήταν 0,30 μ. Το δίπλωναν στα δύο κι’ έτσι το φάρδος γινόταν 0,15 μ. Διπλωμένο το γύριζαν αρκετές βόλτες στη μέση και τα μεγάλα κρόσια του 0.20 μάκρος και τ’ άφηναν να πέφτουν στα πλάγια.
Η ποδιά, δεν έλειπε κι’ αυτή ποτέ από τη φορεσιά. Ήταν από πανί δίμιτο του αργαλειού. Το σχήμα της και ο στολισμός της αποτελούν υπόδειγμα μοναδικό ανάμεσα στις ελληνικές ποδιές. Η καλή νυφική ποδιά είχε σχέδιο κολονάτο που έμοιαζε με του ποκάμισου.
Ο κεφαλόδεσμος. Τον καθημερινό τον αποτελούσαν το τσεμπέρι και η μαντίλια. Το τσεμπέρι, μπαμπακερό μαντίλι με σταμπωτά λουλούδια, το δίπλωναν τριγωνικά και το φορούσαν με τις άκρες στριφογυρισμένες γύρω από το κεφάλι. Πάνω από το τσεμπέρι έπεφτε η μαντίλια. Οι νιές βάζανε κίτρινη μαντίλια με λουλούδια σταμπωτά κι’ οι γριές μαύρη με λίγα χρωματιστά λουλούδια. Η νύφη κι’ όλες οι άλλες γυναίκες στο γάμο, στα πανηγύρια, στις μεγάλες γιορτές, τα Χριστούγεννα, τη Λαμπρή, στις γιορτές των ανδρών τους, φορούσαν πάνω από το τσεμπέρι τη μπόλια ή το μεσάλι. Η μπόλια ή το μεσάλι, είχε μεγάλη διάδοση γύρω σ’ όλη την περιφέρεια.
Φαίνεται πως την φορούσαν τον παλιό καιρό από τα Βίλλια του Κιθαιρώνα ίσαμε την Τσακωνιά και σ’ όλη την Αργολιδοκορινθία. Η μπόλια ή το μεσάλι γινόταν από μπαμπακερό δίμιτο ύφασμα που είχε πλάτος 0.35. Το μάκρος της τον παλιό καιρό ήταν άλλοτε 1,95, άλλοτε 2,70 και άλλοτε 2,90. Τα πλατειά μεταξωτά κεντήματα στις δύο άκρες της μπόλιας πιάνανε όλο το πλάτος του υφάσματος. Είχαν ύψος περίπου 0,30 – 0,50 μ. ανάλογα με τον πλούτο της φορεσιάς και κατέληγαν σε πλούσια κρόσια, με φούντες 0,20 μ. μάκρος. Το κέντημα και τα κρόσια ήταν ολομέταξα σε ποικίλα χρώματα, συνήθως ολοκόκκινα ή καφέ σκούρα, πράσινα κλπ. Οι βελονιές των κεντημάτων ήταν ποικίλες: γαζοβελονιά, πισωβελονιά, σταυροβελονιά και ατζαλωτή βελονιά. Τα ιδιόρρυθμα αυτά κεντήματα έχουν πλήθος σχεδίων και χρωματισμών. Πολλά μάλιστα είναι επηρεασμένα από κεντήματα της Λειβαδιάς των Θηβών και σε αρκετά βρίσκουμε τη Σαρακατσάνικη επίδραση. Τη μπόλια δεν ξέρομε πως τη δένανε τα παλιά χρόνια που γινόταν μακριά. Αργότερα όμως σαν κόντηνε απλωνόταν πάνω στο κεφάλι. Το πλάτος του υφάσματος το σκέπαζε ολόκληρο. Η μια της άκρη η κεντημένη διπλώνονταν γύρω γύρω σαν κουλούρα και στόλιζε το κεφάλι σαν στεφάνι πάνω από το μέτωπο, ενώ οι φούντες πέφτανε πάνω στο δεξί μάγουλο. Η άλλη άκρη της μπόλιας απλώνονταν πάνω στη ράχη έτσι που το πλούσιο κέντημά της να την στολίζει. Σαν κατάργησαν τη μπόλια οι χωρικές της Αργολιδοκορινθίας βάλανε όλες τσεμπέρι και μαντίλι.
Το τσεμπέρι, άσπρο μπαμπακερό μαντίλι, δένανε σφιχτά στο κεφάλι για να συγκρατεί τα μαλλιά. Πάνω στο τσεμπέρι ρίχνανε το μεγάλο άσπρο μπαμπακερό μαντίλι που είχε στους γύρους σταμπωτό διάκοσμο λουλούδια, κλάρες κλπ. Από τα ιδιότυπα έθιμα του γάμου που μοιάζουν με τ’ άλλα ελληνικά, αναφέρομε των αδελφοποιτών, βλάμηδων. Ένα βλάμη με τους δυο γονιούς του να ζούνε, είχε η νύφη κι’ άλλον ένα ο γαμπρός. Αυτοί είχαν το πρόσταγμα σε όλα τα έθιμα του γάμου. Ο βλάμης του γαμπρού όταν πέρνανε τη νύφη από το σπίτι της πήγαινε μπροστά και κρατούσε το φλάμπουρο, που αποτελούνταν από ένα καλάμι που είχε στην κορφή του ένα σταυρό, μ’ ένα μήλο στολισμένο με γαρύφαλλα. Ένα κόκκινο μαντήλι από τουλπάνι απλώνονταν σαν σημαία. Τα προικιά που πέρνανε ήταν ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της κάθε νύφης. Τέσσερα – πέντε σιγκούνια, τέσσερα – πέντε μισοφόρια, πέντε – έξη ποκάμισα με διάφορα σχέδια κλπ. Όταν φθάνανε οι νιόνυμφοι ύστερα από τη στέψη στο σπίτι της πεθεράς, η πεθερά τους έδινε μια κουταλιά μέλι, τους έδενε με το μαντίλι και τους τραβούσε μέσα για να είναι ενωμένοι σ’ όλη τους τη ζωή και να μη μαλώνουν.
Σήμερα η στολή έχει πολύ απλοποιηθεί. Κι αυτήν ακόμα την φοράνε μόνον μερικές και σε γιορταστικές περιστάσεις. Το ποκάμισο έγινε μια μπλούζα και μια φούστα. Την μπλούζα τη λένε μπόλκα κι’ είναι συνήθως γινομένη από αλατζά. Φοράνε ένα τριανταφυλλί μεσοφόρι και η φούστα έχει κοφτά κεντήματα ξεκινά για να φαίνεται το ρόζ μεσοφόρι. Ο μπούστος και τα κατωμάνικα φυσικά καταργήθησαν. Το σιγκούνι κόντηνε κι’ έγινε λίγο πιο κάτω από τη μέση ενώ εξακολουθεί να έχει τα παλιά του κεντήματα. Η γιούρντα καταργήθηκε όπως και το ζωνάρι. Η τραχηλιά έγινε απλουστάτη, με χασέ και με κεντήματα που τα λένε αραδίτσες.
                                                                            
Αγγελική  Χατζημιχάλη
  
Πηγή

Αγγελική  Χατζημιχάλη, «Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, Αθήναι, 1963

πηγή

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Σου είπα μάνα - Παραδοσιακό τραγούδι από την Μικρόπολη Δράμας



 Παραδοσιακό Μακεδονικό τραγούδι από την περιοχή της Δράμας και πιο συγκεκριμένα από το χωριό "Μικρόπολη", στα Δυτικά του νομού στους πρόποδες του όρους "Μενοίκιο", σύνορα με το νομό Σερρών.

Οι στίχοι:

Σου είπα μάνα, μανούλα πάντρεψέ με
σου είπα μάνα, πάντρεψέ με, σπιτονοικοκύρεψέ με.
Και στα ξένα, μανούλα μη με δώσεις
και στα ξένα, μη με δώσεις γιατί θα το μετανιώσεις.
Και στα ξένα, μανούλα μ' θ' αρρωστήσω
και στα ξένα θ' αρρωστήσω τη μανούλα μ' θα ζητήσω.
Θα ζητήσεις, κόρη μου την κουνιάδα
θα ζητήσεις την κουνιάδα και την πρώτη συννυφάδα.
Η κουνιάδα, μανά μου δεν αδειάζει
η κουνιάδα δεν αδειάζει, συννυφάδα δεν της νοιάζει.
Η κουνιάδα μανά μου τα προικιά της
η κουνιάδα τα προικιά της, συννυφάδα τα παιδιά της.

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

Γαμήλιος σκοπός από τη Σύμη


«Επήαν και τ' αυκά και το καλάθιν»: Κυπριακό παραμύθι

 Μιαν βολάν κ' έναν καιρόν είχεν έναν κοπελλούιν κι αγγιόστην* δκυό σελίνια. Εκράτεν τα κάμποσες ημέρες κ' εσκέφτετουν είντα να τα κάμη. Να τα φυλάξη έσσω;* Αν του τα κλέψουν; Να τα παίξη κουμάριν* να τα πολλύνη; Αν του τα πάρουν; Σκέφτου-σκέφτου, αποφάσισεν ν' αγοράση τίποτε, να το πουλήση, να τα πολλύνη. Εγόρασεν αυκά*.
 Εγέμωσεν ένα καλάθιν, επήεν στην Χώραν,* επούλησέν τα και κείνα κ' εκέρτισεν κι άλλα. Τε, τε,* επόλλυνεν τα σελίνια. Εγινήκαν δκυό λίρες. Μιαν ημέραν εγέμωσεν το καλάθιν του αυκά κ' ελάμνησε* που το Δάλιν* να πά΄στην Χώραν. Άμαν έφτασεν στον Αλυκόν* ηύρεν τον κατσασμένον.* Εσκέφτην να κάτση νάκκου* να πνάση* ώστοι να κάτση λλίον ο ποταμός να μπορήση να ρέξη.* Έβαλεν το καλάθιν χαμαί κ΄έκατσεν πα΄στην πέτραν. Σαν εκάθετον έπκιασέν τον η συλλοή. Ελάλεν ΄που μέσα του «Έτσι που πάω, εννά κερτίσω πολλά ριάλια. Άμαν κερτίσω άλλα λλία, να γοράσω έναν γαούριν να μεν τυραννιούμαι μέσ΄στες στράτες. Άμαν τα πολλύνω κι άλλον, να πουλήσω το γαούριν να γοράσω μούλαν, κ΄ύστερα να πουλήσω την μούλαν να γοράσω άππαρον*, να περνώ ππασιάς. Να πααίνω στον καβενέν να βάλλω τό΄ναν πόϊν πα΄στ΄άλλον, έτο* έτσι.» Την ώραν που σήκωσεν το πόϊν του νκρίζει* του καλαθκιού, εποκουππίστην* μέσ΄τον ποταμόν κ' έπαιρνέν το το νερόν. Ήτουν να σκάση ΄που το μαράζιν του. Κείνην την ώραν έφτασεν κειαμαί ένας που τον έξερεν κι αρώτησεν τον είντα ΄παθεν κ΄ εν΄μαραζωμένος. Με δκυό χείλη καμένα λαλεί του: «Επήαν και τ' αυκά και το καλάθιν». Και είπεν του την ιστορίαν, καλή ώρα, όπως σας την λαλώ εγιώ τωρά.

Γλωσσάρι κυπριακής διαλέκτου

αγγιόστην = απόκτησε, έσσω = μέσα στο σπίτι, κουμάριν = στα χαρτιά, πολλύνη = πληθύνη, αυκά= αυγά, Χώρα = Λευκωσία, τε, τε = σιγά, σιγά, ελάμνησε = ξεκίνησε, Δάλιν = χωριό στην επαρχία Λευκωσίας, Αλυκός = παραπόταμος του ποταμού Γιαλιά, κατσασμένον = φουσκωμένο ή ανεβασμένο, νάκκου = λίγο, πνάση= ξεκουραστεί, ρέξη = περάσει, άππαρος = άλογο, έτο = νά, νκρίζει = αγγίζει ή σπρώχνει, εποκουππίστην = αναποδογύρισε.

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Φορεσιές της Καππαδοκίας



Δύσκολα η έρευνα καταλήγει σε ένα γενικό τύπο ενδυμασίας στην Καππαδοκία ως το 1924, εξαιτίας της πολυμορφίας και της διαφοροποίησης1 των επιμέρους ενδυμάτων ανά περιφέρεια.2 Ο κυρίαρχος δομικός ενδυματολογικός τύπος, διαφοροποιούμενος κατά περίπτωση μορφικά, με ποσοτικό και ποιοτικό εμπλουτισμό ή απλούστευση, βάσει μαρτυριών και εικονογραφικών τεκμηρίων από την Ανακού, την Καρβάλη, το Μιστί, την Αξό, το Τσαρικλί, τα Φλαβιανά (Ζιντζίντερε) και τη Σινασό, είναι ο ακόλουθος:3
  • Φαρδύ βαμβακερό εσώρουχο ως τους αστραγάλους, με μακρύ κεντρικό τμήμα. Η καθημερινή φορεσιά, υφαντή στον αργαλειό, είναι συνήθως ακόσμητη, ενώ η γιορτινή έχει κεντητό ή επίρραπτο κάτω μέρος (βρατσί, πατσάι στο Μιστί, τσιντιάνι και σαλβάρι σε Τσαρικλί και Νίγδη).
  • Μακρυμάνικο ένδυμα ως τους αστραγάλους, ελαφρώς τραπεζιόσχημο. Φτιαχνόταν συνήθως από ύφασμα του αργαλειού (μετ’, ιμάτ’).
  • Αμάνικο εφαρμοστό ένδυμα ως τη μέση που κουμπώνει μπροστά. Φτιαχνόταν από τσόχα και βαμβάκι, με απλό κέντημα (ουσλούτς).
  • Ποδήρες ένδυμα, στενό στο πάνω τμήμα, κλειστό μπροστά, άρραφο στα πλάγια από τη μέση και κάτω. Τα καθημερινά φορέματα φτιάχνονταν συνήθως από ριγωτό ύφασμα που αγοραζόταν από τη Νεάπολη, τη Νίγδη ή το Προκόπι, ενώ τα γιορτινά ή νυφικά από υφάσματα πολίτικα ή εισαγόμενα από τη Συρία (σειτερjί, εντερί, γομάσ’ – ονομασία ακριβού υφάσματος και συνεκδοχικά ονομασία του ενδύματος).
  • Μακρύ και σταυρωτό, κατεξοχήν επίσημο γυναικείο ένδυμα, έκρυβε τελείως τα ενδύματα που φοριούνταν κάτω από αυτό. Ραβόταν και κεντιόταν από τεχνίτες με ιδιαίτερη τεχνική (τσόχα ή τσοχά ή τσογά).
  • Ελαφρύς εξωτερικός κοντός επενδύτης, που φοριόταν πάνω από το φόρεμα, με ή χωρίς μανίκια (σάλτα, κιρλίκ στην Ανακού μετά το 1880, ζουμπούνα, εσλίτσι σερεφλού, αμαζόνα με στενές πιέτες στο πίσω μέρος, σελίκ για τις ηλικιωμένες, λιbαdέ, ζιμπούνα / βαμβακούλα, φέρμενε στη Σινασό).
  • Μακριά ορθογώνια ποδιά, με χρηστικό χαρακτήρα, κάλυπτε το μπροστινό τμήμα της φορεσιάς. Η επίσημη τσόχα συνοδευόταν από τιζλίκα με ταιριαστό κεντητό διάκοσμο. Έδενε στη μέση με κορδόνια που κατέληγαν σε φούντες, τα ράμμαντα (τιζλίκα σε Κάρβαλη και Μιστί, ιγκιλίκ στην Ανακού, πεσκίρ στη Σινασό).
  • Απαραίτητο μετά τα δώδεκα χρόνια ήταν το ζωνάρι, που φοριόταν είτε πάνω από την τιζλίκα (Τσαρικλί, Αξό, Μιστί), είτε έσφιγγε κατευθείαν το φόρεμα ή την τσόχα (Νίγδη, Καρβάλη). Τα απλά καθημερινά ζωνάρια φτιάχνονταν από υφαντό του αργαλειού, ενώ τα επίσημα από εισαγόμενο ύφασμα (κεμέρ, λαχούρι).
Το χειμώνα φορούσαν επιπλέον ενδύματα, όπως το μπαμπουκλού, ένα γιλέκο με βαμβακερή επένδυση πάνω από το πουκάμισο, ή το κουτούκ, ένα μακρύ επενδύτη μεταξύ φορέματος και τσόχας στην Καρβάλη.
Το κεφάλι κάλυπταν με μαντίλι (γεμενί, γιασμά, τιβάχ, κιβράχ, με χάντρες περιμετρικά) ανοιχτόχρωμο οι νέες, σκουρόχρωμο οι ηλικιωμένες. Σε ολόκληρη την Καππαδοκία υπάρχουν περίτεχνοι και ογκώδεις γαμήλιοι κεφαλόδεσμοι, συχνά αρχαΐζοντες 4 (τερλίτσι στο Μιστί, τσάφκα στην Αξό, τάκα ή ταχιά στην Ανακού, τακέ στα Φλαβιανά (Ζιντζίντερε) σε σχήμα φεσιού, κάσσαπα στη Σινασό). Τα μαλλιά τα είχαν σε μεγάλη υπόληψη («πολύ έχισκάν τα σην υπόλεψη»).5 Η πιο συνηθισμένη γυναικεία καππαδοκική κόμμωση ήταν οι πλεξίις, τέσσερις για τα κορίτσια και τις νέες γυναίκες, δύο για τις ηλικιωμένες. Σε επίσημες περιστάσεις και σε περιοχές, όπως το Γκέλβερι, η Σινασός, η Ανακού, τα Φλαβιανά (Ζιντζίντερε), οι πλεξούδες έφταναν ως και τις σαράντα.6 Στις μεγαλύτερες πόλεις, όπως η Σινασός, η Τελμησσός, η Ανακού, υπήρχαν ειδικές τεχνίτρες, οι εριτζüδες,7 για το πλέξιμο των μαλλιών. Άλλοτε το ρόλο αυτό αναλάμβαναν φίλες μεταξύ τους, ενώ στο γάμο η νονά της κοπέλας ή η συντέξα, γυναίκα που οι γονείς της νύφης της είχαν βαφτίσει τα παιδιά. Αφού χώριζαν τα μαλλιά στη μέση, τα έκαναν πλεξιδάκια, τα λεγόμενα φιτίλια. Στις απολήξεις τους στερέωναν φλουριά (σατσ-αλτινί) και κατόπιν περνούσαν ανάμεσά τους τσόχινο κορδόνι με ραμμένα φλουριά και χάντρες, έτσι που τα φιτίλια να ενώνονται μεταξύ τους κάτω από το μέσο του μήκους τους.
Η ανδρική ενδυμασία εντάσσεται σε πιο σταθερό τύπο που απαντούσε στην ευρύτερη περιοχή της Καππαδοκίας. Ειδικότερα, πέρα από διαφοροποιήσεις κυρίως στα υφάσματα λόγω της τοπικής οικοτεχνίας και των επαγγελματικών ιδιαιτεροτήτων, η ανδρική ενδυμασία ως τα μέσα του 19ου αιώνα αποτελούνταν από:
  • Εσώρουχο (βρατσίε).
  • Πουκάμισο (μέτ’, ιμάτ’).
  • Παντελόνι (σαλβάρ, κιατιπιγές, πιο φαρδύ από παντελόνι και πιο στενό από σαλβάρι, που φοριόταν στη μεταβατική φάση της ανδρικής ενδυμασίας, τέλη 19ου αιώνα).
  • Γιλέκο (ισλίτς).
  • Ζωνάρι (κεμέρ και σιλαχλούλ).
  • Σακκάκι (σάλτα).
  • Επενδύτη: γούνα, κάπα, γιαμψί (<τουρκ. yamps?), ριχτό, αμάνικο, με επένδυση φλόκων εξωτερικά πάνω από ένα στρώμα κετσέ. Συνηθιζόταν σε ρωσικούς πληθυσμούς και κάποτε τον δανείζονταν και οι Μιστιώτες που ταξίδευαν σε αυτές τις περιοχές.
Στις γαμήλιες και γιορτινές φορεσιές χρησιμοποιούνταν κοσμήματα, κυρίως φλουριά. Το στήθος ανδρών και γυναικών κοσμούσαν σειρές από νομίσματα ραμμένα σε τσόχα (γκιζντανούχι σε Νίγδη και Μιστί) ή περασμένων σε αλυσίδα (γκιλντίν), ενώ το ζωνάρι των γυναικών έκλεινε με περίτεχνη πόρπη (μπασκουσαγούδια).
Οι ανάγκες για υπόδεση καλύπτονταν από την τοπική παραγωγή τσαρουχιών ή με κάλτσες (μπεέρτσια στο Τσαρικλί, σαπούχια σε Τσαρικλί και Μιστί, ποδόρτια στη Σινασό, τσουράπια) που έπλεκαν οι γυναίκες. Μόνο μέσα στο 19ο αιώνα γενικεύτηκε η χρήση των πατίν καλόσ’, πιθανότατα κατά μουσουλμανική επίδραση. Γιορτινά παπούτσια ήταν οι δερμάτινες κοντούρες ή τα καλίκια, που κατασκεύαζαν οι υποδηματοποιοί στα μεγάλα εμπορικά κέντρα.
2. Η κοινωνική λειτουργία του ενδύματος
Το ένδυμα εξέφραζε κοινωνικά χαρακτηριστικά του ανδρικού και του γυναικείου φύλου των χριστιανικών, ελληνόφωνων μα και τουρκόφωνων πληθυσμών της Καππαδοκίας και παράλληλα συνδεόταν με την κοινωνική συγκρότηση.
Μεταξύ χριστιανικών κοινοτήτων παρατηρούνταν συμπεριφορές άρρητης, μα σχεδόν απαράβατης ενδογαμίας, ακόμη και σε επίπεδο χωριών.8 Είχαν διαμορφωθεί τοπικά ενδυματολογικά στοιχεία, που χωρίς να διαταράσσουν τον προαναφερθέντα γενικό τύπο, λειτουργούσαν ως μορφικές παραλλαγές και συνιστούσαν «διάλεκτο» μεταξύ των κατοίκων της ίδιας κοινότητας. Η υπακοή σε παγιωμένους τοπικούς παραδειγματικούς ενδυματολογικούς τύπους9 ήταν απαραίτητη για την κοινωνική αποδοχή στην Καππαδοκία. Το ζωνάρι σε άνδρες και γυναίκες μετά τα δώδεκα χρόνια, τα λιγότερα πλεξούδια στις γυναίκες προχωρημένης ηλικίας, η αποφυγή του κόκκινου, μπλε σκούρου και μαύρου χρώματος10 στα καθημερινά ενδύματα ήταν κάποιες βασικές επιταγές του καππαδοκικού ενδυματολογικού κώδικα, κοινές στα περισσότερα κατά τόπους ιδιώματα. Κάθε χρωματική λεπτομέρεια ή κάθε ποσοτικός εμπλουτισμός είχε ένα έντονο σημαντικό φορτίο. Για παράδειγμα, οι νιόνυφες στο χορό του Αγίου Βασιλείου φορούσαν ανοιχτόχρωμα και πλουμισμένα μαντίλια, τα τιβάχ, ενώ οι από χρόνια παντρεμένες απλούστερα.11
Το χαρακτηριστικότερο ίσως στοιχείο της εμφάνισης της παντρεμένης Καππαδόκισσας, πέρα από αυστηρά εθιμικά πλαίσια, όπως αυτά του γάμου, ήταν η κάλυψη ολόκληρης της κεφαλής, έτσι που φαινόταν μόνο μια μικρή περιοχή γύρω από τα μάτια. Στο γάμο, η κάλυψη του προσώπου της νύφης από πέπλο12 πυκνά υφασμένο, που στερεωνόταν στον κεφαλόδεσμο και έφτανε κάποτε ως τα γόνατα,13 δικαιολογείται με βάση δεισιδαιμονικές πίστεις που ήθελαν τη νύφη πομπό αλλά και δέκτη βασκανίας.14 Στην Καππαδοκία, η γυναίκα μετά το γάμο, άρα συχνά πριν από τα δεκαοκτώ της χρόνια, υποχρεωνόταν να φέρει κεφαλοκάλυμμα χαμηλά στο μέτωπο και να το δένει πίσω στον αυχένα, σταυρώνοντάς το γύρω από το λαιμό και σκεπάζοντας μύτη και στόμα. Μια τέτοια ενδυματολογική επιλογή ήταν δηλωτική της κοινωνικής θέσης της γυναίκας στην Καππαδοκία. Το ανδροπατροτοπικό σύστημα εγκατάστασης ενίσχυε την υποτέλεια της γυναίκας15 στα άρρενα μέλη της οικογένειας, με τα οποία δεν επιτρεπόταν να συντρώει,16 να συνομιλεί, να συνυπάρχει ως αυτόνομη μονάδα.
Ενδιαφέρον στοιχείο που προκύπτει μέσα από μαρτυρίες είναι η «εξαγορά της νύφης». Η οικογένεια του γαμπρού έδινε ένα ποσό στην οικογένεια της νύφης δεδομένου ότι στερούσε την τελευταία από την εργατική δύναμη της νύφης. Η συμφωνία εθιμοτυπικά σφραγιζόταν με την προσφορά από την πλευρά του γαμπρού ενός λεπτού, μονόχρωμου ή κλαρωτού μαντιλιού, του γιασμά(χ) ή γεμενιού, που φορούσαν ως καθημερινό κεφαλόδεσμο σε όλη την Καππαδοκία. Συνεκδοχικά οι ονομασίες των μαντιλιών έφτασαν να σημαίνουν τη συνήθεια της εξαγοράς της νύφης .
Η δομή της ενδυμασίας προάσπιζε τη σεμνότητα, πρωτεύουσα γυναικεία αρετή στις παραδοσιακές κοινωνίες, που μεταφραζόταν σε επιβεβλημένη σιωπή και χαμηλό βλέμμα: η τσόχα, ραδινή και σχεδόν ακίνητη –λόγω κοψίματος, υφής των υφασμάτων, λιτής διακόσμησης και σκούρων χρωμάτων–, επέτρεπε ανεπαίσθητες κινήσεις τόσο στους κυκλικούς όσο και στους αντικριστούς χορούς.
Ο κοινωνικός ρόλος του ενδύματος ως «συλλογικού θεσμού»17 αναβαθμίζεται σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Στο γάμο η γυναίκα φορούσε οπωσδήποτε την τσοχά, που καθιερώθηκε αρχικά στα κέντρα της Καππαδοκίας και κατόπιν γενικεύτηκε ως επίσημο ένδυμα και στις φτωχότερες περιφέρειες. Στο πένθος, άνδρες και γυναίκες έβγαζαν τα διακοσμημένα ενδύματα και για καιρό φορούσαν τα ίδια εξωτερικά ρούχα, πρακτική την τήρηση της οποίας ήλεγχε η ίδια η κοινότητα.18 Παρά την οικονομική δυσπραγία, τα γιορτινά ρούχα19 δεν έπρεπε να λείπουν από κανένα νοικοκυριό. Έτσι σχεδόν όλες οι γυναίκες διέθεταν παραπάνω από μια τσοχά. Για να τηρηθούν όλα «όπως ορίζονταν» ενεργοποιούνταν, ενδεχομένως ασυναίσθητα, συγκεκριμένες μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης. Έτσι, αν κάποια Μιστιώτισσα δεν μπορούσε να αγοράσει έτοιμη τσοχά ή ύφασμα από τη Νεάπολη (Νέβσεχιρ), το Προκόπι (Ουργκιούπ) ή την Πόλη, δανειζόταν από συντοπίτισσά της, όσο και αν κάτι τέτοιο δεν την τιμούσε ιδιαιτέρως.20 Κάποτε η εκκλησία διέθετε τον κόκκινο τελετουργικό μανδύα του γάμου, επιτρέποντάς μας, τηρουμένων των αναλογιών, να χαρακτηρίσουμε το ένδυμα οιονεί κοινοτικό,21 αφού δεν υπάρχει μαρτυρημένη ενοικίαση. Κάποιες φορές22 το γαμήλιο πέπλο, το αl, δωριζόταν από τη νύφη στην εκκλησία του χωριού, που συχνά το ενοικίαζε σε άλλες νύφες που δεν είχαν.
Η σχέση των Καππαδόκων με τα ενδύματά τους ήταν τέτοια που ενισχύει την άποψη όσων θεωρούν ότι τα ενδύματα αντιπροσωπεύουν μέρη του σώματος που καλύπτουν.23 Έτσι έχει παρατηρηθεί ότι χριστιανοί24 κατά περιπτώσεις αφιέρωναν ή έταζαν25 ενδύματα σε εκκλησίες, οι οποίες με τη σειρά τους τα έβγαζαν σε δημοπρασία, για να καλύψουν εκκλησιαστικές ανάγκες.26
3. Ιστορικά συμφραζόμενα και ενδυμασία
Η εξέλιξη και εν τέλει η παγίωση της καππαδοκικής γυναικείας και ανδρικής ενδυμασίας συντελέστηκαν σε δεδομένα ιστορικά συμφραζόμενα. Και εδώ οι χριστιανικοί πληθυσμοί συμμορφώνονταν στις υπαγορεύσεις αναφορικά με την αμφίεση των μιλλέτ, των εθνοθρησκευτικών ομάδων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με έντονο όμως το μουσουλμανικό στοιχείο, με ένα μεγάλο μέρος του χριστιανικού πληθυσμού να τείνει σταδιακά σε εκτεταμένη ή και αποκλειστική χρήση της τουρκικής γλώσσας, με τη θρησκεία ως μόνο συνεκτικό στοιχείο «εθνικής» ταυτότητας, οι ενδυματολογικές επιλογές των χριστιανών, και ιδίως των γυναικών, φορτίζονταν με αναγνωριστικά, διακοινοτικά σχήματα και ανάγονταν σε στοιχείο ενδοκοινοτικής συνοχής. Έτσι οι χριστιανές Καππαδόκισσες δεν υιοθέτησαν το σαλβάρι ως βασικό εξωτερικό ένδυμα, κάτι που συναντάμε στις μουσουλμάνες, ενώ οι γαμήλιοι κεφαλόδεσμοί τους αποτελούσαν απόηχους βυζαντινών και διαφοροποιούνταν από τους μουσουλμανικούς. Οι αλληλεπιδράσεις27 όμως ήταν αναπόφευκτες. Συνήθειες όπως οι πλεξίδες ή η συνολική κάλυψη κεφαλής και προσώπου απαντούσαν και σε χριστιανές και σε μουσουλμάνες Καππαδόκισσες, χωρίς να μπορούμε με ασφάλεια να πούμε σε ποια από τις δύο κοινότητες εμφανίστηκαν για πρώτη φορά .
Όταν στα τέλη 19ου αιώνα28 οι Καππαδόκες για εμπορικούς και επαγγελματικούς λόγους μετανάστευαν ή απλώς ταξίδευαν άρχισαν να μεταβάλλονται οι ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες, λ.χ. αναβαθμίστηκε η θέση της γυναίκας, ενδυναμώθηκαν οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί που απασχολούνταν στα κτήματα των μεταναστών εμπόρων, αλλά και οι ενδυματολογικές συνήθειες. Τη συγκυρία ευνόησε και η εποχή των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, που δεν επέβαλλε πλέον τόσους περιορισμούς. Σε κάθε επιστροφή οι ξενιτεμένοι έφερναν ως δώρα μαντίλια, ζωνάρια, λαχούρια και υφάσματα (π.χ. ριγωτά μεταξωτά από τη Δαμασκό) αγορασμένα στα αστικά κέντρα της ΝΑ Μικράς Ασίας ή της Πόλης. Οι γυναίκες κατασκεύαζαν πια ενδύματα με αυτά τα υλικά ή ενσωμάτωναν νέα ενδύματα στα παλαιά.
Η επικοινωνία των Καππαδόκων με τα αστικά κέντρα είχε άμεσες συνέπειες στην εξέλιξη και του ανδρικού ενδύματος, που επηρεάστηκε από τον κυρίαρχο πληθυσμό κάθε τόπου. Έτσι, όσοι σχετίζονταν με βορειοανατολικές επαρχίες υιοθέτησαν ρωσικά ενδυματολογικά στοιχεία,29 οι Αξενοί που ασχολούνταν με το εσωτερικό εμπόριο γίνονταν οι κατεξοχήν φορείς του τουρκικού πολιτισμού, στο ένδυμα και στη γλώσσα,30 ενώ όσοι έφταναν ως την Πόλη ήταν οι πρώτοι που φορούσαν «φράγκικα».
Από το 1870 και εξής συντελέστηκε σειρά ενδυματολογικών διαφοροποιήσεων και στο γυναικείο ένδυμα. Τα καταστήματα από όπου εύκολα προμηθεύονταν υλικά, όπως κλωστές, βελόνια, μα κάποτε και υφάσματα και έτοιμα ενδύματα, τα παζάρια της Νίγδης και της Νεάπολης,31 οι πραγματευτές και η επιστροφή των εμπόρων άμβλυναν τα αυστηρά ήθη. Ήδη από το 1850 η κάλυψη του προσώπου της νύφης στη Νεάπολη απέκτησε τελετουργικό χαρακτήρα, απαλλαγμένη από την κοινωνική σήμανση που έφερε το 18ο αιώνα.32 Το 1870 άρχισε μια σταδιακή απλούστευση του αρχικού τύπου: στην Αξό τότε παρουσιάστηκε μια τάση εκμοντερνισμού.33 Στην Ανακού φορέθηκε το πρώτο κοινό φουστάνι. Όμως μόνο μετά το 1920 κυκλοφόρησαν ευρύτερα τα δυτικά ενδύματα.34



1. Η διαφοροποίηση εντοπίζεται κυρίως στη διακόσμηση, στα υλικά κατασκευής, ακόμη και στην ονομασία, ανάλογα με το αν πρόκειται για ελληνόφωνο ή τουρκόφωνο πληθυσμό.
2. Η Καππαδοκία διαιρείται, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, σε επτά περιφέρειες: Καισαρείας, Προκοπίου, Νεαπόλεως (Nevşehir), Ακσεράι-Γκέλβερι, Νίγδης, Φαράσων και αποικιών των Φαράσων. Βλ. Πετρόπουλος Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι, (Αθήνα 1971), σελ. 14.
3. Αν θέλαμε να κατατάξουμε με βάση τα γνωστά ενδυματολογικά ταξινομικά συστήματα (Παπαντωνίου, Χατζημιχάλη) το γενικό ενδυματολογικό τύπο της καππαδοκικής φορεσιάς, θα λέγαμε ότι πρόκειται για φορεσιά με το καβάδι. Σύμφωνα με το ταξινομικό σύστημα που επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί στη δεκαετία του 1980 από ομάδα εμπειρογνωμόνων στο Musée des Arts et des Traditions Populaires, μπορεί να θεωρηθεί σύνολο από ραμμένα ενδύματα που φοριούνται από το κεφάλι και τα περισσότερα στηρίζονται στους ώμους. Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με το νέο ταξινομικό σύστημα βλ. Groupe de Travail sur le Vêtement, “La constitution d’un prôtocole d’enquête”, L’Ethnographie 92-94, Actes du colloque national CNRS “Vers une anthropologie du vêtement”, Musée de l’Homme (9-11 mars 1983) publiés sous la direction d’ Y. Delaportes (Paris 1984), σελ. 287-289.
4. Κορρέ- Ζωγράφου, Κ., Ο νεοελληνικός κεφαλόδεσμος (Αθήνα 1991), σελ. 10.
5. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 100. Τα μαλλιά θεωρούνταν βασικό στοιχείο γυναικείας ομορφιάς. Στο Γκέλβερι για να δυναμώσουν και να μακρύνουν τα μαλλιά τους οι κοπέλες επιδίωκαν να βραχούν από το πρώτο νερό του Μαΐου· Βλ. Πετρόπουλος, Δ. – Ανδρεάδης Ερ., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 164. Ενδεικτικά για το πόσο σημαντικά ήταν για τις ίδιες τις γυναίκες τα πλούσια και μακριά μαλλιά είναι όσα έγιναν κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών (1924), όταν επιβάλλονταν αναγκαστικά υγειονομικά μέτρα στους προσφυγικούς πληθυσμούς. «Όταν ήρθαμε πρόσφυγες, στην καραντίνα, μας κόβαν τα μαλλιά, κόβανε τα φιτίλια. Αχ! Να ’βλεπες τι έγινε τότε. Τι κλάμα ήταν εκείνο! Ένα κορίτσι πήγε να πέσει στη θάλασσα, για να μην του κόψουν τα φιτίλια. Μια νύφη τσίριζε: “Πώς να πάω τώρα στον άνδρα μου;”. Μια άλλη νύφη πέθανε από τη στενοχώρια της. Τότε απαγορεύτηκε και δεν μας κόψανε πια τα μαλλιά». Μαρτυρία Ιορδάνας Κουβάρογλου, από τη Δελμησσό, που δόθηκε στη Σόφη Αναστασιάδη το 1950, και περιλαμβάνεται στους φακέλους της Καππαδοκίας από το υλικό του Κ.Μ.Σ.
6. Η επιλογή του αριθμού 40 για τις πλεξίδες δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαία. Από τα βυζαντινά χρόνια το 40 συγκαταλέγεται στους συμβολικά φορτισμένους αριθμούς. Βλ. Σπυριδάκης, Γ.Κ., Ο αριθμός τεσσαράκοντα παρά τοις Βυζαντινοίς και νεωτέροις Έλλησι (Αθήναι 1939), σελ. 101-102. Τα παραπάνω ενισχύουν και μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες κατά τη γιορτή των Σαράντα Μαρτύρων στο Γκέλβερι οι γυναίκες συνήθιζαν για καλοτυχία να περνούν 40 βελονιές στα κεντήματά τους ή 40 βελονιές στους αργαλειούς τους. Βλ. και Πετρόπουλος, Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 151. Επιπλέον, η πεθερά στο ίδιο χωριό το Μεγάλο Σάββατο δώριζε στην αρραβωνιαστικιά του γιου της 40 φλουριά για τις πλεξούδες της, βλ. Πετρόπουλος Δ. – Ανδρεάδης Ε., ό.π., σελ. 156.
7. Μαρτυρία Ιορδάνας Κουβάρογλου, από τη Δελμησσό, που δόθηκε στη Σόφη Αναστασιάδη το 1950 και περιλαμβάνεται στους φακέλους της Καππαδοκίας από το υλικό του Κ.Μ.Σ. Μας δίνει πληροφορίες ακόμη και για το εργασιακό καθεστώς των εριτζüδων, που μισθώνονταν σε ετήσια βάση. Στις αρχές του 20ού αιώνα η ετήσια αμοιβή τους ήταν 6-7 γρόσια από κάθε γυναίκα.
8. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ελληνόφωνου Μιστιού, όπου οι γυναίκες δίσταζαν να παντρευτούν σε άλλο χωριό, αφού μεταφέροντας εκεί το παράξενο ντύσιμό τους θα γίνονταν αντικείμενο «περιέργειας και εμπαιγμού». Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας (Αθήνα 1977), σελ. 202. Για περισσότερα σχετικά με τη σημασία ενδογαμικών πρακτικών στην παγίωση ενδυματολογικών τύπων βλ. Μελλίδου-Κεφαλά, Ν., «Η γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά από το Μέγα Ζαλούφι», Εθνογραφικά 7 (Ναύπλιο 1989), σελ. 68.
9. «Αν έφερνες εκατό γυναίκες τη μία κοντά στην άλλη, όλες το ίδιο ρούχο φορούσαν, σαν τους στρατιώτες, δεν μπορούσαν να φορέσουν διαφορετικά γιατί τις κορόιδευαν». Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Α΄ (Αθήνα 1977), σελ. 144. Κάτι τέτοιο δεν έχει να κάνει με την έννοια της «μόδας» όπως εννοείται σήμερα, μα με τη λειτουργία του ενδύματος ως αναγνωριστικού κώδικα μεταξύ των μελών μιας κοινότητας και με το βαθμό αποδοχής και ένταξης στα όριά της. Βλ. Τσένογλου, Ε., «Τα γυναικεία καστελλοριζιακά ενδύματα», Εθνογραφικά 4-5 (Ναύπλιο 1985), σελ. 59-61.
10. Ιωσηφίδης, Κ., Η Καρβάλη της Καππαδοκίας - Η Φορεσιά (Νέα Καρβάλη 1988), σελ. 13.
11. Κορρέ-Ζωγράφου, Κ., Ο νεοελληνικός κεφαλόδεσμος (Αθήνα 1991), σελ. 132.
12. Στο Μιστί, χωριό της περιφέρειας Νίγδης, η καλύπτρα αυτή λέγεται αl, και λίγο πριν από την ανταλλαγή δε φοριόταν παρά μία εβδομάδα. Σε παλαιότερες εποχές έχουν καταγραφεί ακόμη πιο συντηρητικές συμπεριφορές. Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Α΄ (Αθήνα 1977), σελ. 230. Στην Αξό, οι νεόνυμφες υποχρεώνονταν να φορούν την καλύπτρα για απροσδιόριστο εθιμικά χρονικό διάστημα, που μπορούσε να φτάσει και το έτος, ανάλογα με τη βούληση και την απόφαση του επικεφαλής της οικογενειακής μονάδας. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξό Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 217, 221.
13. Έτσι σημειώνεται για την περίπτωση της Αξού, όπου ο νυφικός πέπλος, το doυβάχji, λέγεται άλης και είναι ένα κόκκινο διάφανο τούλι με φάρδος 50 εκ. και μήκος περίπου ένα μέτρο. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξό Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 249.
14. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη δύναμη της βασκανίας βλ. Μιχαλοπούλου-Βέικου, Χ., Το μάτιασμα, η κοινωνική δυναμική του βλέμματος σε μια κοινότητα της Μακεδονίας, διδ. διατρ. (Αθήνα 1996).
15. Χαρακτηριστικά λεγόταν στην Ανακού, μολονότι εκεί λόγω των ιδιαίτερων κοινωνικών συνθηκών (έντονο μεταναστευτικό ρεύμα των ανδρών στη Πόλη, επαφές με άλλα, λιγότερο ή περισσότερο αστικά κέντρα κτλ.) η θέση της γυναίκας δεν ήταν και τόσο υποβαθμισμένη, ότι «νύφ’ και σκλάβος ψυσή δεν έχουν». Βλ. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 183.
16. Για να φάει, όταν της επιτρεπόταν να καθήσει στο ίδιο τραπέζι με τους άνδρες, έπρεπε για κάθε μπουκιά να αποστρέφει το κεφάλι, να σηκώνει την καλύπτρα ή να κατεβάζει το γιασμάχ, να φέρνει το κουτάλι στο στόμα και προτού καν καταπιεί να ξανανεβάσει το κεφαλόδεμα. Για κάθε μπουκιά επαναλαμβανόταν η αυτή διαδικασία. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 222.
17. Παπαντωνίου Ι., «Συμβολή στη μελέτη της γυναικείας παραδοσιακής φορεσιάς», Εθνογραφικά 1 (Ναύπλιο 1989), σελ. 5.
18. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 193.
19. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 73.
20. Αν ο πατέρας της δεν της έκανε δώρο τσοχά για το γάμο, η νύφη ξεσπούσε το παράπονό της στη φράση: «Για μένα οι ραφτάδες σπάσαν τα βολόνια;». Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Α΄ (Αθήνα 1977), σελ. 219.
21. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 214.
22. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 182.
23. Πρόκειται για την αντίληψη του pars pro toto, ήτοι του ότι το μέρος λειτουργεί για λογαριασμό του όλου. Βλ. Λεκατσάς, Π., Η καταγωγή των θεσμών, των εθίμων και των δοξασιών (Αθήνα 1951), σελ. 56.
24. Εδώ αξίζει να σημειωθεί και μια συνήθεια που απαντούσε τόσο σε χριστιανικούς όσο και σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Καππαδοκίας και αποδείκνυε δοξασιολογικό συγκρητισμό. Στο δρόμο προς Göstük μουσουλμάνοι και χριστιανοί έκοβαν και κρεμούσαν πάνω σε αγριοαπιδιά κουρελάκια από ρούχα τους, ευχόμενοι για υγεία και ευετηρία. Βλ. Πετρόπουλος Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 85. Πανομοιότυπη πρακτική τηρείται ως σήμερα από μουσουλμάνους στη Σινασό, στον περίβολο της ερειπωμένης πια  εκκλησίας του Αγίου Νικολάου.
25. Μπαλτά, Ε. (επιμ.), Προκόπι (Αθήνα 2004), σελ. 102, μαρτυρία Ελισάβετ Ισαακίδου (1949).
26. Μαυροχαλυβίδης Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 147.
27. Εκτός από τις ενδυματολογικές συνήθειες, αλληλεπιδράσεις διαπιστώνονταν και σε τρόπους καθαριότητας ή υγιεινής του σώματος. Στην Ανακού, για παράδειγμα, μαρτυρήθηκε την παραμονή του γάμου τελετουργική αποτρίχωση των απόκρυφων σημείων του σώματος ανδρών και γυναικών με ένα βοτάνι, πρακτική που δεν παρατηρήθηκε σε άλλους χριστιανικούς πληθυσμούς, ιδιαιτέρως δόκιμη όμως στους μουσουλμάνους. Βλ. Κωστάκη, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 168. Για περισσότερα στοιχεία αναφορικά με τις αλληλεπιδράσεις σε επίπεδο δοξασιών και εθιμικής συμπεριφοράς βλ. Πετρόπουλου Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 56.
28. Οι Καππαδόκες από τη βόρεια Καππαδοκία μετανάστευσαν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, ενώ αυτοί από την κεντρική και νότια Καππαδοκία προς τα ΝΑ (κυρίως στα Άδανα). Βλ. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 391.
29. Οι Μιστιώτες που δούλευαν στους κετσέδες περνούσαν σημαντικό μέρος του χρόνου σε άλλες περιοχές και κάποτε ταξίδευαν ως τις επαρχίες που συνόρευαν με τη ρωσική επικράτεια. Συχνά οι κλιματικές συνθήκες κάθε τόπου τους ανάγκαζαν να υιοθετήσουν ενδύματα όπως το γιαμψί, αντί της γνωστής τους κάπας, ή το πασλίκ, πανωφόρι με κουκούλα. Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Β΄ (Αθήνα 1977), σελ. 449.
30. Η ενδυμασία των Αξενών εμπόρων του εσωτερικού της Ασίας επηρεάστηκε από τους τουρκικούς πληθυσμούς: Η κάπα αντικαταστάθηκε από τσόχινη σάλτα και κατόπιν από σάκκο, ενώ η ποδήρης κάπα από το αραβικό μασλάχ. Το σαλβάρι από μαύρο υφαντό, τόσο τυπικό στους Αξενούς, υποχώρησε μπροστά στον κιατιπιγέ, μια περισκελίδα στενότερη από σαλβάρι, που έμοιαζε με παντελόνι, το δε χωρικό φέσι πλέον εγκαταλείφθηκε και υιοθετήθηκε το τουρκικό με φούντα μία πήχη και αργότερα το dαλφές (φέσι με μικρή φούντα). Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 85-87. Όσον αφορά τα υποδήματα οι Καππαδόκες χριστιανοί έμποροι μιμούμενοι τους Τούρκους άρχοντες των πόλεων φόρεσαν όχι πια τσαρούχια ή κοντούρες μα ποτίν καλόσ’. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 26.
31. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Β΄ (Αθήνα 1977), σελ. 440.
32. Κουκίδης, Γ., Η Νεάπολις της Καππαδοκίας (Αθήναι 1975), σελ. 80.
33. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 243.
34. Το κοινό φουστάνι που επικράτησε αποτελείται από πουκάμισο (ιμάτ), γιλέκο (κιρλίκ), φουστάνι με σφιχτή μέση, εφαρμοστό πανωκόρμι, μακριά μανίκια και στενό σακάκι (αμαζόνα). Βλ. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 99

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

Ροδόπη: Αναβιώνει παραμονή των Φώτων το έθιμο "Σάγια"


Στα βάθη των αιώνων χάνεται το έθιμο  Σαγια*, που αναβιώνει και φέτος, παραμονή των Φώτων, στο χωριό Ασκητές της Ροδόπης, από το Σύλλογο Καππαδοκών και Μικρασιατών Ροδόπης «Ο Μέγας Βασίλειος» και το Σύλλογο Γυναικών Ασκητών. 

Όπως δήλωσε ο πρόεδρος του «Μέγα Βασίλειου», Χαράλαμπος Φαρασόπουλος, το έθιμο ήταν διαδεδομένο στους ορθοδόξους πληθυσμούς όλων των χωριών της Καππαδοκίας και το έφεραν «από την πατρίδα, στη νέα πατρίδα» οι 35 οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στους Ασκητές από το Αναργυράσιο (Αγιρνάς) της Καισαρείας.

Η προετοιμασία ξεκινά από το απομεσήμερο, οπότε και οι κάτοικοι του χωριού συγκεντρώνουν ξύλα μπροστά στην εκκλησία. Τα ξύλα στην άνυδρη Καππαδοκία ήταν σπάνια και οι νέοι γυρνούσαν στα σπίτια του χωριού για να μαζέψουν παλιές σκούπες, κυψέλες και ό,τι άλλο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμη ύλη.Δημιουργείται θημωνιά με διάμετρο και ύψος ως πέντε μέτρα. Μετά τον εσπερινό, γίνεται πλειοδοτικός διαγωνισμός και όποιος προσφέρει τα περισσότερα έχει το προνόμιο να ανάψει τη φωτιά. Τα χρήματα από το διαγωνισμό διατίθενται στο ναό.

Γύρω από την τεράστια φωτιά που φωτίζει όλη την πλατεία, χορεύουν παραδοσιακούς τελετουργικούς χορούς από την Καππαδοκία, αλλά και Θρακιώτικους. Μόλις τελειώσει ο χορός, οι γυναίκες κερνούν χειροποίητους κουραμπιέδες και μπακλαβάδες με σουσάμι. Όταν καταλαγιάσει η φωτιά, οι κάτοικοι του χωριού παίρνουν από ένα κλαδάκι για να ανάψουν το καντήλι, ενώ με το κάρβουνο χαράσσουν το σταυρό στο σπίτι και το στάβλο. Στην Καππαδοκία, τα κάρβουνα χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες του ναού.
Σύμφωνα με τον κ. Φαρασόπουλο, πρόκειται για προχριστιανικό έθιμο, που αφομοιώθηκε από τη χριστιανική θρησκεία και έγινε μέρος της λατρείας. Σκοπός της φωτιάς είναι να φύγουν οι Καλικάτζαροι και συμβολισμός της η απαλλαγή από τα ψυχικά βάρη και τα ενοχλητικά δαιμόνια.

Αυτός που θα ανάψει τη φωτιά λογίζεται τυχερός και ευλογημένος, ενώ θεωρείται ότι τα χωράφια που είναι από τη μεριά που θα φυσήξει ο καπνός θα έχουν καλύτερη παραγωγή

  Τα Σάγια τότε…
 
Στο Γκέλβερι της Καππαδοκίας, μια από τις μεγαλύτερες Χριστιανικές κοινότητες της περιοχής κάθε γιορτή έπαιρνε ιδιαίτερο νόημα, μέσα από τα λατρευτικά έθιμα και τις δοξασίες των κατοίκων της περιοχής.
Η γιορτή της παραμονής των Θεοφανίων στις 5 Ιανουαρίου, ήταν σ’όλους γνωστή με το όνομα “Σάγια”.
Πρωί πρώι με το ξημέρωμα πήγαιναν στην εκκλησία κι έπαιρναν τον μικρό αγιασμό, σε αντίθεση με τον μεγάλο αγιασμό που θα έπαιρναν την επόμενη μέρα των Θεοφανίων. Έπιναν αγιασμό και έφερναν και στα σπίτια τους για να ραντίσουν τα ζώα, τους κήπους τα χωράφια και τα αμπέλια. Μέσα σε φιάλες σφραγισμένες διατηρούσαν αγιασμό στο εικονοστάσι του σπιτιού ως τον άλλο χρόνο.
Τα παιδιά σχημάτιζαν ομάδες για να πουν τα κάλαντα. Γύριζαν πρωί πρωί στα σπίτια, έλεγαν το τροπάριο “Εν Ιορδάνη βαφτιζομένου σου κύριε… ” και μάζευαν δώρα, τα οποία και έτρωγαν την επόμενη μέρα σε κοινό γεύμα και όσα περίσσευαν τα πουλούσαν , για να αγοράσουν σχολικά είδη με τα χρήματα. Κάποιες ομάδες παιδιών, συνήθιζαν την ημέρα εκείνη να μεταμορφώνονται σε “Σάγια “. Διάλεγαν μια μεγάλη κυλότα, μέσα στην οποία να μπορέσουν να βυθιστούν μέχρι το λαιμό. Το κεφάλι μόνο έμενε απ’ έξω. Μ’ ένα ζευγάρι κέρατα στο μέτωπο, μια μεγάλη σειρά από βόλους και κουδουνάκια προσδεμένο σ’ αυτό το ιδιόρρυθμο ένδυμα, πήγαιναν στα Ελληνικά σπίτια και φώναζαν με δύναμη: “Ήρθε η σάγια, την άκουσες;”.
Ήταν ημέρα νηστείας η παραμονή των Θεοφανίων.   Τα συνηθισμένα νηστίσιμα φαγητά τους ήταν φακές, φασόλια τουρσί, κομπόστες από σταφίδες, δαμάσκηνα ή βερίκκοκα. Την ίδια   μέρα   ζύμωναν   στα σπίτια τις πίττες των Θεοφανίων.
Με επισημότητα και με την συμμετοχή όλων γινόταν το βράδυ της ίδιας μέρας το άναμμα της φωτιάς στην αυλή της εκκλησίας. Τη φωτιά αυτή έφλεγαν “κελεμέν” ή “Φώτων”.
Από νωρίς οι νέοι κουβάλούσαν κληματόβεργες και άλλα ξύλα και τα σώρευαν στην αυλή της εκκλησίας. Μαζεύονταν πολλοί χωριανοί γύρω από τον σωρό και ο παπάς ρωτούσε: “Ποιος θέλει να ανάψει την φωτιά και τι προσφέρει στην εκκλησία; “. Πρόσφερε ο καθένας οτι μπορούσε, π.χ. ένα σοινίκι αλεύρι (6 οκάδες), ένα πατμάν σπορέλαιο (6 οκάδες) ή ότι άλλο είχε και τελευταία εκείνος που θα έταζε το μεγαλύτερο ποσό, έπαιρνε το δικαίωμα να ανάψει την φωτιά. Έκανε τον σταυρό του, έλεγε “Κύριε ημών Ιησου Χριστέ” κι έδινε φωτιά σε προσάναμμα από ξερά φύλλα. Οι φλόγες ανέβαιναν ψηλά και οι άνθρωποι τριγύριζαν την πυρά χορεύοντας και τραγουδώντας. Όλοι παρακολουθούσαν την κατεύθυνση του καπνού. Αν πήγαινε Ανατολικά, ήταν καλό σημάδι, η σοδειά θα ήταν πλούσια. Αν στρέφονταν προς την Δύση, το Βορρά ή το Νότο, μόνον τα σπίτια του χωριού που ήταν σ’ εκείνα τα σημεία θα είχαν καλή συγκομιδή. Όταν χαμήλωνε η λαμπάδα, τα παιδιά πηδούσαν από πάνω τρεις φορές, λέγοντας “Κύριε ημών Ιησου Χριστέ”.Μερικοί έπαιρναν από την φωτιά μισοκαμμένα ξύλα και τα πήγαιναν στο τζάκι του σπιτιού για “γούρι”. Άλλοι έπαιρναν κάρβουνα και τα φύλαγαν για να τα χρησιμοποιήσουν στο θυμιατήρι τους. Στο τέλος μάζευαν την στάχτη και την σώρευαν πίσω από το Ιερό της εκκλησίας.
Νύχτα την παραμονή των Θεοφανίων, άνοιγαν τα ουράνια. Θεοφοβούμενοι άνθρωποι έβλεπαν λέει στον ουρανό την βάφτιση του Χριστού. Τα δένδρα, Λεύκες και Ιτιές, κοντά στις βρύσες λύγιζαν τον κορμό τους σαν σε προσκύνημα και έπιναν από τα αγιασμένα νερά της νύχτας εκείνης. Διηγούνται ότι κάποτε μια νεόνυμφη πήγε στη βρύση του χωριού να πιει νερό. Άξαφνα τα κλαδιά μιας Λεύκας που ήταν φυτρωμένη εκεί, έσκυψαν στη βρύση. Ξανασηκώθηκαν και πήραν μαζί τους το τσεμπέρι που φορούσε στο κεφάλι της η νέα. Προσπάθησε να πιάσει το μαντήλι της, αλλά είχε ανεβεί πολύ ψηλά. Την έπιασε φόβος κι έφυγε για το σπίτι της…
 
Τα Σάγια σήμερα…
Παραμονή των Θεοφανίων το απόγευμα, τα “Σάγια” συνεχίζονται στην Νέα Καρβάλη Καβάλας, καθώς και σε όλα σχεδόν τα Καππαδοκικά χωριά της Ελλάδας.
Το δρώμενο αυτό, όπως και πολλά άλλα που απαντώνται κατά την περίοδο του δωδεκαημέρου στην Ελλάδα, αποτελεί μια σύνθετη τελετουργική πράξη, η οποία περιέχει και λατρευτική διάσταση και έχει ως κύριο σκοπό την ευετηρία, δηλαδή την καλοχρονιά, στοιχείο που τόνιζεται με την πυρά, τις ευχές, τους χορούς και τα τραγούδια.
πηγή:   http://ellanodikhs.com

Μικρασιάτικα έθιμα των Φώτων στη Νέα Κίο Αργολίδας

 
Στη κωμόπολη της Νέας Κίου, σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από το Ναύπλιο, που αποτελεί ιστορική συνέχεια της Κίου της Μικράς Ασίας, αναβιώνουν τα Θεοφάνεια μικρασιατικά έθιμα από την Κίο, με ρίψη του νεότερου καπετάνιου στη θάλασσα και τον πυροβολισμό γκαζοτενεκέδων.

Στην Νέα Κίο, παραμονή της εορτής αυτός που έπιασε τον Σταυρό πέρσι θα παραδώσει στον ιερέα τον τίμιο Σταυρό που όλη την χρονιά είχε στο σπίτι του για ευλογία.

Ανήμερα των Φώτων, μετά την Θεία Λειτουργία και την τέλεση του Μεγάλου Αγιασμού στο ναό της Αγίας Ειρήνης, κλήρος και λαός κατευθύνονται στην παραλία, όπου στην προβλήτα του μικρού λιμένα, θα γίνει η τελετή αγιασμού των υδάτων και η κατάδυση του τιμίου Σταυρού, που είναι δεμένος με βαρίδια στην θάλασσα για να πάει στο βυθό. Μετά την ανάσυρση του θα «πάρει το μπάνιο του», όπως προστάζει το έθιμο, ο νεότερος καπετάνιος της περιοχής

Αμέσως μετά θα ακολουθήσει το έθιμο του πυροβολισμού των τενεκέδων που τοποθετούνται ανοικτά στη θάλασσα, επιπλέοντας, ένα έθιμο που αναβίωσε τα τελευταία χρόνια και το οποίο έχει βαθιά τις ρίζες του στη Κίο της Μ. Ασίας. 
 
πηγή:  http://www.newsbeast.gr

Κυπριακά Κάλαντα των Φωτων


Μηνύματα χαρμόσυνα ήλθαμεν να σας πούμεν
πως ο Χριστός βαπτίζεται σήμμερον, να χαρούμεν.
-Ήλθαν τα Φώτα στον Ιορδάνην πρώτα-
Απόψε ήλθαμεν εδώ, για να σας ευχηθούμεν
και των Φωτών τα κάλαντα, σαν πρέπει, να σας πούμεν·
-Ήρθαν τα Φώτα, ευλογημέν΄η ώρα-
πως είν΄τα Θεοφάνια ανθρώπων σωτηρία,
που καθαρίζουν τας ψυχάς από την αμαρτίαν.
-Ήρθαν τα Φώτα και του Θεού τα δώρα-
Δεν είν' αυτή η εορτή, ωσάν την περασμένην,
μόνον μεγάλη και φρικτή και δοξολογημένη,
-Ήλθαν το Φώτα κι εφέρανε τα δώρα-
που κατεδέχθην ο Χριστός διά φιλανθρωπίαν
και ήλθεν κι εβαπτίσθηκεν, χωρίς να έχη χρείαν.
-Ήρθαν τα Φώτα χαρα σ' όλην την χώραν-
Εις σπήλιον πενιχρότατον, εις φάτνην των προβάτων
ήλθες Χριστέ, να γεννηθής, ώ θαύμα των θαυμάτων!
-Ήλθαν τα Φώτα, ευλογημέν΄η ώρα-
Με σπάργανα σ' ετύλιξεν η Δέσποινα Κυρία,
υμνούμεν, προσκυνούμεν σε, απείρανδρε Μαρία.
-'Ηρθαν τα Φώτα κι ελύθησαν τα σκότη-
Στας ΄κοσιπέντε Δεκεμβρίου ήλθες και εγγηνήθης
και εις την πρώτην Γενναριού σάρκαν περιετμήθης.
-Ήλθαν τα Φώτα κι εφάνην η θεότης-
Κι ο μήνας έξι σήμμερον έχει του Γενναρίου,
που όλοι εορτάζομεν τα Φώτα του Κυρίου.
-Ήλθαν τα Φώτα, κι εφώτισαν τον κόσμον-
Δοξάζομεν σε, βασιλεύ, με τα θαυμάσιά σου
και προσκυνούμεν, Κύριε, τα Θεοφάνιά σου.
-Ήρθαν τα Φώτα, κι αγιάζουσιν τον κόσμον-
Σήμμερον ήλθεν ο Χριστός στο άγιον ποτάμιν,
αυτό, π' ακούτε όλοι σας και λέγουν Ιορδάνην.
-Ήρθαν τα Φώτα και τα νερά εγερθήκαν-
Σήμμερον ο αόρατος του ουρανού και κτίστης
στον Ιορδάνην ποταμόν ήλθεν και εβαπτίσθην.
-Ήλθαν τα Φώτα και τα δαιμόνια ΄φύγαν-
Σήμμερον ήλθεν ο Χριστός στο άγιον ποτάμιν,
με προθυμιάν το βάπτισμαν ζητά του Ιωάννη.
-Ήρθαν τα Φώτα σ' Ανατολήν και Δύσιν-
Ως άνθρωπος στον ποταμόν ήλθεν στον Ιορδάνην,
υπό Προδρόμου της χειρός το βάπτισμαν λαμβάνει.
-Ήρθαν τα Φώτα, αγάλλεται η κτίσι-
Σήμμερον είναι των Φωτών, π' αγιάζουσιν τον κόσμον
και οι παπάδες περπατούν με τον σταυρόν στον δρόμον.
-Ήρθαν τα Φώτα, το θαύμαν των θαυμάτων-
και εις τα σπίτια μπαίνουσιν και λεν τον Ιορδάνην,
βοήθειαν να ΄χετε Χριστόν και μέγαν Ιωάννην,
-Ήρθαν τα Φώτα, για χάριν των κτισμάτων-
Απόψε εορτάζομεν, ύμνοις δοξολογούμεν,
τ' άγια Θεοφάνια υμνούμεν, προσκυνούμεν,
-'Ηρθαν τα Φώτα, και όλοι ευφρανθήτε-
γιατ' εκατέβην ο Χριστός, τούτον να τελειώση,
την αμαρτίαν του Αδάμ να σβήση να λειώση.
-Ήρθαν τα Φώτα, όλοι να ευτυχήτε-
Επήγεν και το βάπτισμαν ζητά του Ιωάννη,
να τον βαπτίση γρήγορα μέσα στον Ιορδάνην.
-Ήρθαν τα Φώτα και τα νερά αγιάζουν-
«'Ελα, προφήτα, γρήγορα», του λέγει, «βαπτισόν με,
στην κορυφήν την χείραν σου γγίξε κι υπούργησόν με.»
-Ήλθαν τα Φώτα, την πουλουστρίναν πρώτα-
«εγώ χρειάζομ΄από ΄σεν, Χριστέ, να με βαπτίσης,
νε με βαπτίσης, Δέσποτα, και να με συγχωρήσης.»
-Ήρθαν τα Φώτα, να σας χαρίζουν χρόνια-
Κι ως ΄μπήκεν εις τον ποταμόν, διά να τον βαπτίση,
ο Ιορδάνης ΄στράφηκεν οπίσω να γυρίση.
Άγγελοι και αρχάγγελοι εκεί υπηρετούσιν,
σκυμμένα τα κεφάλια των, ύμνους δοξολογούσιν.
Και θαύμαν μέγαν έγινεν, όπου δεν έχει ταίριν,
οι ουρανοί εσχίσθησαν κι εβγήκεν περιστέριν·
τ' άγιον πνεύμαν ήτανε, διά να μαρτυρήση,
υιός Θεού βαπτίζεται σ' Ανατολήν και Δύσιν.
Και η φωνή ακούσθηκεν, οπού τον εμαρτύραν
υιόν Θεού και Κύριον, αφέντην και σωτήραν.
Και τα νερά ηυλόγησεν, τες βρύσες, τα πηγάδια,
την οικουμένην άπασαν, βουνά, κήπους, λαγκάδια,
την θάλασσαν ημέρωσεν, πού ΄τον αγριωμένη,
ως ΄μπήκεν εις τον ποταμόν, ευρέθην μερωμένη,
για τούτον ως την σήμμερον οι ναύτες το κρατούσιν,
σαν βαπτισθώσιν τα νερά, στο πέλαγος να μπούσιν.
Και κει στην Ιερουσαλήμ, που παν και προσκυνούσιν
και οι χατζήδες τρέχουσιν να πάσιν να λουσθούσιν,
αχ! και να ήμαστεν κι εμείς εκεί στον Ιορδάνην,
για να λουσθούμεν και εμείς στο άγιον ποτάμιν!
Δόξαν να έχης βασιλεύ, με τα θαυμάσιά σου
και προσκυνούμεν, Κύριε, τα Θεοφανιά σου·
μα λέγει το Βαγγέλιον και του Χριστού το στόμαν,
όποιος δεν λάβει βάπτισμαν χάννει ψυχήν και σώμαν.
Εις τούτον το αρχοντικόν, που στέκουν κι αγροικούνε,
δος τους, Θεέ μου και Χριστέ, τέλος καλόν να δούνε,
που ΄χουν πολλήν επιθυμιάν και στέκουν κι αφικρούνται,
θωρώ τους, που παρακαλούν για μας και μας ευχούνται.
Και τώρα θα σχολάσωμεν και μέσα θα εμπούμεν,
να μας φιλοδωρήσετε κι εμείς να ευχηθούμεν.
Εμείς για τούτον ήλθαμεν με προθυμιάν μεγάλην,
νά ΄λθωμεν όλοι του καιρού, να σας τα πούμεν πάλιν.

Εις πολλά τα έτη.

photo

Φώτα Ολόφωτα, Φώτα Κυπριακά


Σήμμερον ένι των Φωτών,
π΄αγιάζουν οι παπάες
τζιαι μέσ΄τα σπίδκια μπαίνουσιν
τζιαι λεν τον «Ιοδράνην».
Βοήθειαν να' χουν τον Χριστόν,
τον Μέγαν Ιωάννην
στην Γαλιλαίαν ήτουνε,
τζι ήρτεν τον Ιορδάνην
δια να λάβει βάπτισμαν
από τον Ιωβάννην.
«Εγιώ είμαι δούλος σου, Χριστέ
τζιαι πώς να σε βαπτίσω;
Εις την δεξιάν σου την κορφήν
δεν ημπορώ να γγίζω,
να μην καούν τα χέρια μου
σαν το τζερίν να λειώσουν!»
Ο Πρόδρομος εξάπλωσεν
την δεξιάν του χείραν
μαγάλον θάμμαν γίνηκεν
στην δείχτην οικουμένην,
εκτίσθηκεν ο ουρανός
τζι ενέβην περιστέριν
άγιον πνεύμμαν ήτουνε
τζι ήρτεν να μαρτιρήσει,
πως ο Χριστός βαπτίζεται
ανατολήν τζιαι δύσιν.
Να βαπτισθούσιν τα νερά
στο πέλαος να βγούσιν
ακόμα ως την σήμμερον
οι ναύτες τα βαστούσιν.
Πάνω στα δένδρη τα ψηλά
πουλλάκια κιλαδάτε,
πρέπει του δόξαν του Χριστού
τζι έμέναν τ΄ως πολλά τε.

Κυπριακόν Άσμα εις τα Θεοφάνια

Στη μισοσκότεινη γωνιά του χωριάτικου χαμόσπιτου, κάτω από τη στέγη που οι καπνοί τη μουντζουρώνουν και το τζάκι τη ζεσταίνει, αναπνέει ακόμη ο παλιός ο κόσμος- ο κόσμος των παραμυθιών και των προλήψεων, η ποίηση με τη θρησκευτική πνοή και το φαντασιακό περιεχόμενο.Να! μεταφερθείτε σήμερα σ΄ένα κυπριακό χωριό. Η πρώτη σας εντύπωση θάναι αυτή: Οι άνθρωποι εκεί μέσα «κρατούνε» τη γιορτή των Φωτών, όπως κι όλες τις άλλες Χριστιανικές γιορτές, ίδια σχεδόν καθώς την πήρανε απ΄την παράδοση. Οι καμπάνες δεν μαστιγώνουν με τους ήχους των κλειστά παραθυρόφυλλα και κλειδωμένες πόρτες, μάταια πολεμώντας να ξυπνήσουν ξενυχτισμένους κυρίους και κυρίες, που κοιμηθήκανε αργά- ίσως την αυγή- ύστερ' από γενναίο και νευρικό παιγνίδι σ΄ένα «ραμί-πάρτυ». Συναντάει ολάνοιχτες καρδιές και διάπλατα ανοιγμένες πόρτες, γιομάτα φως ταπεινά σπιτάκια- φως απ΄τον ήλιο που ανατέλλει και σκορπάει στον ορίζοντα τα πρώτα χαμόγελα της ημέρας των Φωτών.
Τα παιδιά ξυπνάνε με το πρώτο χάϊδο του φωτός, κι' ολόχαρα φορούν τα γιορτινά τους. Θ' αποτελέσουν την πρωτοπορία, κατά την ομαδική εξόρμηση της οικογένειας προς την εκκλησία. Οι νοικοκυρές δεν λησμονούν, πως σήμερα θα φέρουν «αγιασμό» απ΄την κολυμβήθρα, που γίνεται- συμβολικά ο Ιορδάνης ποταμός. Θα πάρουν τις μποτίλιες τους και θα μείνουν ώσπου να τελειώσει η λειτουργία, για να μη χάσουν το πολύτιμο νερό.
Σκυφτές γρηούλες, με κεριά ή λαμπάδες στα σκεβρωμένα χέρια τους, ρυτιδωμένες, μαυροντυμένες και μαυρομαντηλωμένες, σέρνουν αργά τα βήματα τους στον τόπον όπου- σύντομα ίσως- θα οδηγηθούνε για τελευταία φορά, για να μη ξαναγυρίσουνε ποτέ στο σπίτι τους. Στο ίδιο αυτό μέρος τις συνώδευσε η νυφική πομπή. Εκεί επισημοποίησαν όλες τις χαρές κι΄όλες τις λύπες τους. Τώρα, δεν περιμένουν παρά τη νεκρική πομπή, που θα σφραγίσει με την πένθιμη σιωπή, με λίγα μοιρολόγια και με πιο πολλές ευχές ή ψαλμωδίες, την άσημη πορεία τους σε μια γωνιά της γης.
Έτσι, η εκκλησία, για όλο αυτό τον κόσμο με τις διάφορες ηλικίες και τις ποικίλες προσδοκίες, γίνεται ο παντοτεινός συνδετικός κρίκος, που σμίγει τα πιο ανομοιογενή αισθήματα κι ενώνει όλων τις ψυχές σ' ένα σημείο: στην πίστη προς μια δύναμη ανώτερη.
Μ΄ευλάβεια και κατάνυξη θ΄ακούσουνε τη λειτουργία, κι όταν θα φτάσει η στιγμή, που ο παπάς θα βαφτίσει τον σταυρό, θα περικυκλώσουνε την κολυμβήθρα και πολλοί θα ψιθυρίζουν το τροπάριο των Θεοφανείων: «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε...». Οι μποτίλιες θα γεμίσουν, και μ΄αναμμένα κεριά θα γίνει ο γυρισμός στο σπίτι.
Φώτα! Το Θείο φως, μεταλαμπαδεύεται- κυριολεκτικά- σ΄όλα τα σπίτια. Κάθε δωμάτιο, πρέπει νάχει αναμμένο ένα κερί, που με την ήρεμή του φλόγα θα εξοντώσει όλους τους «πειρασμούς». Με τον «αγιασμό» θα ραντισθούν όλα τα σπίτια, τα περιβόλια και τ΄αμπέλια-όπου υπάρχουν.
Στις παράλιες πόλεις και τα παραθαλάσσια χωριά, τη λειτουργία θ΄ακολουθήσει μια ξεχωριστή γιορτή. Θα ρίξουν το σταυρό στη θάλασσα κι' εκεί θα γίνει η «βάπτιση», με τρόπο πανηγυρικό και επιβλητικό.

Στο σπίτι, όταν γυρίσουνε, θα έχει απαρτίαν η οικογένεια. Ο οικοδεσπότης θα θυμηθεί το τροπάριο της ημέρας, θα γεμίσει τα ποτήρια και, σε μια στιγμή, σε μιαν απόλυτη σιωπή, θα ψάλλει το «Εν Ιορδάνη». Μόλις τελειώσει, θα χτυπήσουν όλοι τα πηρούνια, στα πιάτα, για να ευχηθούνε «και του χρόνου». Ύστερα, το τροπάριο θα παραχωρήσει τη θέση του σε Κυπριώτικα τραγούδια- δίστιχα, αμανέδες, επιτραπέζια τραγούδια- κι΄η ευθυμία θα κάνει πιο φωτεινή την ήσυχη αγροτική γωνιά.
Στον παλιό καιρό, που οι χωρικοί μας «στεκόντανε καλά στα πόδια τους» κ΄είχαν τα μέσα να γλεντούνε όπως ήθελαν, ο εορτασμός των Φωτών γινότανε πιο ανοιχτόκαρδα. Μα, οπωσδήποτε, και σήμερα συνεχίζεται η παράδοση.
Το φρούτο δεν σερβίρεται πολύ συχνά στο χωριάτικο τραπέζι. Τα Φώτα όμως- ιδίως στα πεδινά χωριά- δεν λείπει από κανένα σπίτι. Κι΄ο πιο φτωχός, θα πάρει πορτοκάλλια, για να κρατήσει το έθιμο.
Αν λέγαμε πως η γιορτή των Θεοφανείων είναι και γιορτή του πορτοκαλλιού, δεν θάμαστε διόλου μακρυά από την αλήθεια.
Επίσης δεν θα λείψουν, ίσως, ούτε τα «ξεροτή(γ)ανα», το αγαπημένο γλύκισμα των καλλικάντζαρων, που η ανάμνησή τους δεν έσβυσε ακόμα, αλλά με γέλια τώρα τους ξαναφέρνουν γύρω από το τζάκι τα παιδιά, ρωτώντας τί έχουν γίνει τα μικρά «καλλικαντζαρούδκια».
Και η γιαγιά τους λεεί την ιστορία: Δεν είναι τα παιδιά των «σκαλαπούνταρων», μα τα «μωρά» που πέθαναν αβάφτιστα.
Μεγάλη αμέλια κι΄αμαρτία. Για τιμωρία των μητέρων, κατεβαίνουνε στο «λούρουππα (καπνοδόχη)»- τη νύχτα της πρωτοχρονιάς- και φωνάζουνε στη μάνα τους, μόλο που δεν είχανε μάθει να μιλούν. Τ΄ακούει εκείνη. Κι΄αν τους απαντήσει, διατυπώνουν το πικρό παράπονό τους:

«Η μάνα μου λυπήθηκεν
το μύρος τζιαι το λάδιν,
τζ΄έκαμεν με σκαλαπουντάριν,
να γυρίζω το φεγγάριν
με το παλιοματσουκάριν (χονδρή βέργα των βοσκών)».

Γελάνε τα παιδιά. Και λυτρωμένα πια από τον φόβο των «πειρασμών», πάνε να κοιμηθούν, ενώ στο τζάκι τ΄αναμμένα ξύλα φωτίζουνε το σπίτι με τη φλόγα τους. Ώσπου να σβύσουν, θα τελειώσει κ΄η νύχτα των Φωτών, για νάρθουν τα μεσάνυχτα να φέρουν την υπόσχεση μιας άλλης μέρας, που θ΄ανατείλει με το σύνθημα της εργασίας.

Τεύκρος Ανθίας
Ζωντανή Κύπρος, 1941