Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Γιάννης Ντομπρίδης, γκαϊντατζής: «Η γκάιντα δεν πρωτοστατεί σήμερα, όπως παλιότερα»


«Η μετανάστευση αλλά και τα ακούσματα από το εξωτερικό εκείνη την εποχή οδήγησαν στο να χάσει η γκάιντα το ρόλο της»

 

Στήριξε την γκάιντα σε εποχές δύσκολες για το συγκεκριμένο όργανο, σε εποχές που η γκάιντα είχε τεθεί στο περιθώριο. Ο Γιάννης Ντομπρίδης, ένας από τους παλιότερους και μεγαλύτερους δεξιοτέχνες της θρακιώτικης γκάιντας εδώ και από τα δώδεκά του χρόνια ασχολείται με αυτή συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις αλλά και σε ηχογραφήσεις δίπλα σε μεγάλους της ελληνικής μουσικής σκηνής, όπως ο Χρόνης Αηδονίδης και ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ένας ακούραστος δεξιοτέχνης του οργάνου που σήμερα κατασκευάζει και γκάιντες σε ένα χώρο που έχει διαμορφώσει στη Θεσσαλονίκη.

Το Γιάννη Ντομπρίδη θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν όλοι όσοι βρεθούν στο Μέγαρο Μουσικής Κομοτηνής το Σάββατο 19 Οκτωβρίου, στην εκδήλωση που διοργανώνει ο Σύλλογος «Θρακών» προς τιμή του μεγάλου Θρακιώτη καλλιτέχνη Χρόνη Αηδονίδη. Την εκδήλωση θα τιμήσουν με την παρουσία τους μαθητές του Χρόνη Αηδονίδη μεταξύ των οποίων και ο Γιάννης Ντομπρίδης. Με αφορμή το γεγονός αυτό και την παρουσία του στην πόλη μας ο «Παρατηρητής της Θράκης» μίλησε μαζί του για τη σχέση του με την γκάιντα, για τα δύσκολα χρόνια που το όργανο βρέθηκε στο περιθώριο αλλά και το ρόλο που έχει σήμερα…


«Η ενασχόληση με την γκάιντα ήταν κάτι που βγήκε από μέσα μου»

ΠτΘ: Πώς ξεκίνησε η επαφή σας με τη γκάιντα;
Γ.Δ.:
Η επαφή μου με την γκάιντα ξεκίνησε όταν ήμουν πολύ μικρός. Γεννήθηκα το 1955 και τότε στο χωριό δεν είχαμε άλλο όργανο. Υπήρχαν κάποιοι παππούδες που έπαιζαν. Κάθε Κυριακή γινόταν χορός στην πλατεία του χωριού, όπως και στα περισσότερα χωριά τότε, και έβλεπα τους γκαϊντατζήδες που έπαιζαν και τις γυναίκες και τους άνδρες που χόρευαν γύρω – γύρω. Όλο αυτό το θαύμαζα ή το ζήλευα με την καλή έννοια. Ήθελα να μπορώ να το κάνω και εγώ. Δεν ήταν δύσκολο λοιπόν να ασχοληθώ με την γκάιντα. Ήταν κάτι που βγήκε από μέσα μου.

«Ήταν δύσκολο να βρεις εκείνη την εποχή γκάιντα»

ΠτΘ: Μάθατε να παίζετε γκάιντα και συνεχίζατε να παίζετε σε δύσκολους καιρούς, γιατί την εποχή εκείνη θεωρούνταν παρεξηγημένη…
Γ.Δ.:
Εντελώς παρεξηγημένη. Όταν ξεκίνησα να παίζω η γκάιντα ως όργανο είχε αρχίσει να χάνεται. Βέβαια τότε έλεγαν οι παππούδες ότι για να αρχίσεις να παίζεις γκάιντα θα πρέπει να είσαι πάνω από δώδεκα χρονών, ίσως γιατί θεωρούσαν ότι πρέπει να προστατέψεις τα πνευμόνια σου. Να σημειώσω ότι την εποχή εκείνη ξεκίνησε η μετανάστευση. Όταν τελείωνα το τότε εξατάξιο γυμνάσιο η μετανάστευση είχε σαν αποτέλεσμα να έχουν φύγει οι περισσότεροι άνδρες και γυναίκες εκείνης της ηλικίας που θα μπορούσαν να τραγουδάνε, να παίζουν και να χορεύουν. Είχαν μείνει κάτι παππούδες στα χωριά, οι οποίοι μεγάλωναν εμάς τα παιδιά των μεταναστών, οπότε η γκάιντα περνούσε μια κρίση. Ένας άλλος λόγος που η γκάιντα έχασε το ρόλο που είχε ήταν ότι και τα ακούσματα από τη Δύση άρχισαν να έρχονται σωρηδόν κατ’ αρχήν με το ραδιόφωνο και αργότερα περισσότερο με την τηλεόραση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ξεκίνησα μόνος μου να προσπαθώ να κάνω κάτι. Κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι θυμόνταν κάποια πράγματα με μεγάλη προθυμία με βοήθησαν να συγκεντρώσουμε στοιχεία για την κατασκευή γκάιντας. Το δύσκολο εκείνη την εποχή ήταν να βρεις γκάιντα, δεν υπήρχαν τεχνίτες για να τις φτιάχνουν.

«Τη δεκαετία του 90 άρχισαν δειλά – δειλά κάποιοι νέοι να ασχολούνται με την γκάιντα»

ΠτΘ: Σας καλούσαν να παίξετε εκείνη την εποχή με την γκάιντα;
Γ.Δ.:
Όχι, ήμουν πιτσιρικάς που προσπαθούσα να μάθω να παίζω γκάιντα. Κανέναν δεν καλούσαν να παίξει, ούτε καν τους παππούδες. Είχε ξεκινήσει το κλαρίνο να παίρνει τη θέση της γκάιντας και προτιμούσαν τις ορχήστρες που γνωρίζουμε και σήμερα, αν εξαιρέσουμε από αυτές κάποια ηλεκτρικά όργανα, που δεν υπήρχαν τότε. Αυτό έγινε πολύ αργότερα, μια δεκαετία περίπου, αφού είχα απολυθεί από φαντάρος και κατέβηκα στη Θεσσαλονίκη. Και τότε όμως εξακολουθούσα να είμαι ο μόνος που έπαιζα γκάιντα. Είχα την τύχη να γνωριστώ με τον Χρόνη Αηδονίδη και με έπαιρνε στις συναυλίες που έκανε. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την παραδοχή της γκάιντας ως μουσικού οργάνου και ότι μπορεί να συνοδεύσει κάποια όργανα. Τη δεκαετία του 90 άρχισαν δειλά – δειλά να βγαίνουν κάποια παιδιά με αποτέλεσμα σήμερα να υπάρχουν πάρα πολλοί και καλοί γκαϊντατζήδες κάτι που μου δίνει πολύ μεγάλη χαρά.


«Η γκάιντα μέχρι σήμερα δεν έχει ξαναβρεί τη θέση της»

ΠτΘ: Πιστεύετε ότι η γκάιντα ξαναβρήκε σήμερα την θέση που είχε;
Γ.Δ.:
Όχι. Η θέση της ήταν να πρωτοστατεί. Δεν μπορούμε να πούμε ότι σήμερα πρωτοστατεί. Θα έλεγα ότι αποτελεί «gest star» σε ένα γάμο ή σε μια οποιαδήποτε εκδήλωση με τη συμμετοχή και των υπολοίπων οργάνων. Σε ένα γάμο θρακιωτών συμμετέχει για να υπάρχει το χρώμα ή στα χορευτικά όταν πρόκειται να παρουσιαστεί ένας σύλλογος από τη Θράκη, συνοδεύοντας τα υπόλοιπα όργανα. Μπορεί επίσης σε κάποια παρέα να δούμε γκάιντα αλλά εκείνο που γινόταν παλιά, ένας γάμος που άρχιζε και τελείωνε με γκάιντα ή μια βάπτιση ή ένα χαρούμενο γεγονό,ς αυτό δεν γίνεται. Δεν νομίζω ότι έχει ξαναβρεί τη θέση της, δεν πρωτοστατεί.


«Στον Έβρο υπάρχει μαγιά που διατηρεί το ντόπιο χαρακτηριστικό της γκάιντας»

ΠτΘ: Ο Έβρος όμως συνεχίζει την παράδοση…
Γ.Δ.:
Είναι από τις λίγες περιοχές που κράτησε την παράδοση της γκάιντας και αυτό χάρη σε κάποιους ανθρώπους που όταν ήμουν είκοσι χρονών και αυτοί ήταν τότε σαράντα έπαιζαν και σήμερα που είναι εβδομήντα πέντε συνεχίζουν να παίζουν. Με αυτούς πρότυπο και κάποιοι άλλοι κινήθηκαν και έπαιξαν. Επίσης κάποιοι που έπαιζαν και βγήκαν τώρα στη σύνταξη ξαναπαίζουν. Υπάρχει μια μαγιά που διατηρεί αυτή την παράδοση, το ντόπιο το χαρακτηριστικό του Έβρου.


«Σήμερα τα παιδιά έχουν άλλα ερεθίσματα και είναι φυσικό να δέχονται επιδράσεις»

ΠτΘ: Έχει κάτι διαφορετικό χαρακτηριστικό η γκάιντα στον Έβρο;
Γ.Δ.:
Τα όργανα αυτά αναπτύσσονταν κατά περιοχές. Κάθε περιοχή ανέπτυσσε το δικό της χρώμα. Όταν χάνονταν αυτοί που μετέφεραν αυτό το χρώμα είναι φυσικό να δέχονταν ξένες επιδράσεις. Για παράδειγμα το καβάλι παιζόταν παλιότερα αλλά είχε χαθεί στην πορεία του χρόνου. Βέβαια σήμερα υπάρχουν πολλά παιδιά που παίζουν καβάλι, αλλά όχι όπως έπαιζαν οι παππούδες, γιατί έχουν άλλα ερεθίσματα, κάτι που γίνεται και με την γκάιντα σε περιοχές που δεν έχουν άμεση επαφή με τους παππούδες. Θα πρέπει όμως να σημειώσω ότι ευτυχώς με τις καταγραφές που έγιναν τότε ή μέσω ίντερνετ τώρα δίνεται η δυνατότητα να ακούσει κάποιος που ενδιαφέρεται πώς παίζει ένας παππούς και πώς παίζει κάποιος που έχει δεχθεί ερεθίσματα ξένα. Δεν εννοώ ότι αυτός δεν παίζει καλά, απλά παίζει διαφορετικά.

ΠτΘ: Έχετε συμμετάσχει και σε δισκογραφικές δουλειές;
Γ.Δ.:
Ναι σε δίσκους του Αηδονίδη μέχρι και με τον Σαββόπουλο στον Μπάλο έχω συνεργαστεί, αλλά και με τον Φάμελο.

ΠτΘ: Πώς ήταν η συνεργασία σας;
Γ.Δ.:
Εξαιρετική και θα χαρώ πολύ που θα έρθω στην Κομοτηνή και θα ξαναβρεθώ με τον Χρόνη Αηδονίδη, με τον Βαγγέλη Δημούδη τον Μάνο τον Κουτσαγγελίδη και τα άλλα παιδιά, με τους οποίους έχω συνεργασθεί παλιότερα.

«Ξεκίνησα να κατασκευάζω γκάιντες, γιατί προσωπικά δυσκολεύτηκα να βρω»

ΠτΘ: κ. Ντομπρίδη κατασκευάζετε και γκάιντες. Πώς ξεκινήσατε;
Γ.Ν.:
Ξεκίνησα να κατασκευάζω γιατί όταν προσπάθησα να βρω γκάιντα ζορίστηκα πολύ. Οργάνωσα σιγά – σιγά ένα χώρο όπου φτιάχνω γκάιντες και μπορώ να περηφανευτώ ότι πολλά παιδιά και πολλοί από αυτούς τους μεγάλους που παίζουν στον Έβρο έχουν προμηθευτεί από μένα. Είναι μεγάλη υπόθεση να παίζεις ένα όργανο και να λες ότι το προμηθεύτηκα από το Ντομπρίδη, από το Ζηκίδη, από αυτούς που φτιάχνουν γκάιντες. Όταν ξεκίνησα να παίζω δεν υπήρχε αυτό το πράγμα. Δεν ήξερα πού να πάω για να βρω μια γκάιντα.

ΠτΘ: Κάποιοι πάνε στη Βουλγαρία για να πάρουν γκάιντα.
Γ.Ν.:
Είχε γίνει αυτό ένα διάστημα, όταν δεν υπήρχαν κατασκευαστές. Σήμερα τα νέα παιδιά έχουν μια γκαϊντανίτσα ή μια γκάιντα ολόκληρη που έχω φτιάξει εγώ, ή μια από τον Παναγιώτη Ζηκίδη που κάνει και αυτός ή το Γιάννη το Μαυρίδη ή από τον Πέτκωφ από τη Βουλγαρία. Όπως ακριβώς κάποιος που παίζει κλαρίνο έχει τρία ή τέσσερα κλαρίνα γιατί του αρέσει το ηχόχρωμά τους, έτσι έχουν και βουλγάρικες γκάιντες αλλά και δικές μας, οι οποίες κατασκευαστικά διαφέρουν από τις βουλγάρικες.

ΠτΘ: Ποια είναι η διαφορά μεταξύ της γκάιντας από την Βουλγαρία και της εδώ;
Γ.Ν.:
Η διαφορά είναι ότι η γκάιντα εδώ παίζει πέντε νότες και στηρίζεται στην πεντατονική κλίμακα ενώ η βουλγάρικη έχει οκτώ νότες, έχουν «πειράξει» την γκαιντανίτσα, την έκαναν λίγο πιο κωνική, έκαναν λίγο πιο μεγάλες τις τρύπες για να μπορεί να παίζει τις δύο κλίμακες, μινόρε και μαντζόρε. Θα πρέπει να πω ότι το ξύλο είναι ένα ζωντανό πράγμα. Από το ίδιο δένδρο δύο κομμάτια ξύλου μπορούν να βγάλουν διαφορετικό ήχο ηχοχρώματος ή διαφορετικής ποιότητας ήχο.

ΠτΘ: Εσείς τι υλικά χρησιμοποιείτε;
Γ.Ν.:
Κρανιά και αμυγδαλιά τα βασικά είδη ξύλου. Αυτά χρησιμοποιούσαν στον Έβρο για να κάνουν γκάιντες.

Ο Γιάννης Ντομπρίδης αυτοσυστήνεται

Το όνομά μου είναι Γιάννης Ντομπρίδης και γεννήθηκα το 1955 σ’ ένα χωριό του Έβρου, στη Λάδη Διδυμοτείχου. Εκεί τελείωσα το δημοτικό και στο Σουφλί το, εξατάξιο τότε, γυμνάσιο. Στην τελευταία τάξη του γυμνασίου κατασκεύασα, με τη βοήθεια κάποιων χωριανών, μια γκάιντα και άρχισα να την τυραννώ και να με τυραννεί προσπαθώντας να τη μάθω. Μετά το γυμνάσιο τελείωσα στα ΤΕΙ Αθήνας το τμήμα Ραδιολογίας Ακτινολογίας και μετά το στρατιωτικό μου (είκοσι οχτώ μήνες παρακαλώ), προσλήφθηκα στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.

Όλο αυτό το διάστημα έπαιζα και μάθαινα γκάιντα και γνώριζα ανθρώπους γνωστούς, όπως ο Χρόνης Αηδονίδης, άλλα και λιγότερο γνωστούς, όπως ο Στρίκος ο Γιάννης. Ο πρώτος μ’ έκαμε να καταλάβω κάποια πράγματα για τη θρακιώτικη μουσική και ο Στρίκος μ’ έκανε ν’ ασχοληθώ με τη θρακιώτικη λύρα και να παίζω στ’ Αναστενάρια. Στα τριάντα αυτά χρόνια είχα την τύχη να συνεργαστώ με ανθρώπους σαν τη Δόμνα Σαμίου, τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Ρος Ντέιλι, με διάφορους συλλόγους, να ταξιδέψω στο εξωτερικό, να κάνω δισκογραφία και να δείξω σε κάποια παιδιά αυτά που ήξερα. Σήμερα περισσότερο κατασκευάζω γκάιντες και λύρες και λιγότερο παίζω γιατί ευτυχώς βγήκαν πολλά νέα παιδιά που παίζουν και καλά.


Συντάκτης:Άννα Πατρωνίδου
e-mail: paratiritis.patronidoy@gmail.com


πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου