Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Οι "σαρωνιές της Κάναβας"



φωτογραφία: Αρτεμία Αργυρού
Ο Ροβέρτος τα τελευταία χρόνια είχε ανανεώσει στο μέσο αριστερό μέρος της κάναβας την εγκατάσταση για απόσταξη για παραγωγή τσικουδιάς. Ένα δωμάτιο ολόκληρο ήταν το μάγκανο. Ήταν μια κάναβα με τα όλα της. Με παράθυρα εξαερισμού με γούρνες βαθίές έτοιμες για να πλένουν οι εργάτες τα πόδια τους πριν μπουν στο πατητήρι αλλά αυτό που δεν καταλάβαινε η Δομινίκη ήταν οι τόσες σκούπες γύρω από τα πατητήρια.
« Μπαρμπά Βαγγέλη! Καλέ τι είναι όλες τούτες οι σκούπες» του φώναξε καθώς εκείνος βρισκόταν στο μέσα δωμάτιο και καθάριζε το μάγκανο.
-        Τις σαρωνιές με την αλιγαριά λες Δομινίκη μου; Της αποκρίθικε
-        Ναι. Τις σκούπες , τις σαρωνιές που λες κι εσύ μπαρμπά –Βαγγέλη.
Εκείνος τότε πήγε κοντά της, στρίβοντας το μουστάκι του με τα πλατιά του χέρια. Άναψε το σέρτικο και άρχισε να τις μαθαίνει. ….
-        Τούτες οι σαρωνιές παιδί μου είναι για να κάμομε αέρα σε αυτούς που πατούν τα σταφύλια γιατι ο θυμός του μούστου τους ζαλίζει, οι αναθυμιάσεις είναι πολλές και όσα παραθυράκια και αν ανοίξεις στις κάναβες ποτέ δεν είναι αρκετό για να ανανεώσουν τον αέρα. Για τούτο το λόγο οι πατητάδες θα δες, ότι όπως  δένουν το άσπρο μαντίλι στο κεφάλι τους για να κρατούν τον ιδρώτα τους έτσι βάζουνε και στο αυτί τους ένα κλωνάρι βασιλικό για να τον μυρίζουνε και να σπάνε τη μεθυστική μυρωδιά του μούστου. Αλλά δεν είναι τίποτα τούτο, μπροστά στις βαριές και επικίνδυνες αναθυμιάσεις που είναι στο βάθος στο λινό. Εκεί που λες περιστέρα μου, πέφτει ο μούστος από τα πατητήρια. Όταν οι ληνοί γεμίζουν,, οι εργάτες ρίχνουν γκαζοντενεκέδες τους γεμίζουν με μούστο και τον ρίχνουνε σε τούτα τα τεράστια βαρέλια που βλέπεις τις αφούρες. Αυτός όμως που πρέπει να κατέβει στο τέλος στον πάτο του ληνού για να ανέβάσει με  τη σκάλα ντενέκε ντενέκε τον τελευταίο μούστο και να καθαρίσει το ληνό, πρέπει να είναι δυνατός, γιατί ήδη ο μούστος έχει αρχίσει και βράζει και οι αναθυμιάσεις γίνονται επικίνδυνες. …Όλα αυτά θα τα δεις και θα τα καταλάβεις σε τρεις μέρες που θα αρχίσουμε τη βεντέμα….»
Μαίρη Γυφτογιάννη: Δομινίκη Η Ζωή της από λάβα και Αλμύρα
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου