Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

"Ήθελα να γυρίζανε τα χρόνια πάλι πίσω..."



Η ΟΜΑΔΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΧΟΡΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ


σας προσκαλεί στη μουσικοχορευτική ετήσια εκδήλωσή της

... το Σάββατο 30 Ιουνίου στην πλατεία Δαβάκη της Καλλιθέας και ώρα 20:30

Χορεύουν και τραγουδούν τα μέλη της Ομάδας μας

Συμμετέχουν οι μουσικοί:

Αλέξανδρος Αρκαδόπουλος : κλαρίνο
Γιώργος Μαρινάκης : βιολί
Νίκος Μέρμηγκασς : λαούτο
Βαγγέλης Δημούδης : ούτι & τραγούδι
Κώστας Μερετάκης : κρουστά
Βασίλης Γραμματικός : γκάιντα, τσαμπούνα, ζουρνά
Αλέξανδρος Λιοκάτης : ζουρνάς
Βασίλης Βασιλείου : κορνέτα
Μαρία Ντονούδη : ακορντεόν
Μανώλης Γιαννουλάκης : λύρα Κρήτης
Ανδρέας Αρβανίτης (Βάρδας) : λαούτο Κρήτης
Δημήτρης Αρβανίτης : Θρακιώτικη λύρα
Ηλίας Αβραμίδης : λύρα & τραγούδι Πόντου
Χριστόφορος Κοσμίδης : αγγείον Πόντου
Απόστολος Βαλσαμάς : τραγούδι

Μαρία Ζιάκα : τραγούδι

Συμμετέχει επίσης η χορωδία της Ομάδας μας σε επιμέλεια Μαρίας Ζιάκα
Καλλιτεχνική επιμέλεια : Βασίλης Καρφής

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Μαντήλες: Οι παραδοσιακοί γυναικείοι κεφαλόδεσμοι της Κύπρου

Η λέξη «μαντήλα» είναι η γενική ονομασία για τους κεφαλόδεσμους στην Κύπρο. Ωστόσο, κάθε μαντήλα έχει διαφορετικό όνομα ανάλογα με το σχέδιο και το χρώμα της. Η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη μαντήλα είναι γνωστή ως «τσεμπέρι», η οποία είναι η παραδοσιακή γυναικεία μαντήλα της Κύπρου. Το τσεμπέρι εξακολουθεί να φοριέται από πολλές ηλικιωμένες γυναίκες στις αγροτικές περιοχές του νησιού. 
 Κάποτε, σχεδόν όλες οι γυναίκες της Κύπρου έπρεπε να φορέσουν μαντήλα μόλις συμπλήρωναν την ηλικία των 13-14 ετών. Η χρήση της μαντήλας δεν ήταν μόνο ένα μέρος της παραδοσιακής φορεσιάς των γυναικών, αλλά είχε επίσης και συμβολική σημασία, δεδομένου ότι δείκνυε το πέρασμα ενός κοριτσιού από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση. Δηλαδή, από τη μέρα που ένα  κορίτσι έβαζε μαντήλα, έπαυε πλέον να είναι παιδί και γινόταν γυναίκα. Αυτό το πέρασμα στην ενηλικίωση  ονομαζόταν «σκούφωμα», και από το καιρό που ένα κορίτσι σκούφωνε το κεφάλι του, δεν το ξεσκούφωνε ποτέ μέχρι να πεθάνει στα γεράματα. Πολλές φορές οι γυναίκες έμεναν σκουφωμένες  ακόμα και όταν ξάπλωναν το βράδυ για να κοιμηθούν.
Οι νεαρές γυναίκες φορούσαν κόκκινο τσεμπέρι - ανοικτό κόκκινο μέχρι περίπου την ηλικία των 30 και σκούρο κόκκινο (ξιδί) από την ηλικία των 30 έως 50 ετών. Μετά την ηλικία των 50 ετών, οι γυναίκες φορούσαν ένα σκούρο βυσσινί (κρασετί) ή  καφέ τσεμπέρι, εκτός αν ήταν σε πένθος ή χήρες, οπότε φορούσαν μια μαύρη μαντήλα γνωστή ως «μερέζα». Η μόνη εξαίρεση σ' αυτό τον κανόνα ήταν, όταν μια γυναίκα εργαζόταν έξω στα χωράφια κατά τη διάρκεια των ζεστών καλοκαιρινών μηνών. Σ' αυτή την περίπτωση φορούσαν μια άσπρη μαντήλα που ονομάζεται «κουρούκλα», που την τραβούσαν κάτω προς τα εμπρός και κάλυπταν το πρόσωπό τους για να αποφεύγουν τη θερμότητα και να προστατεύουν το δέρμα τους από τις ακτίνες του καυτού ήλιου.
Το τσεμπέρι που είναι μια εκδοχή της μαντήλας ήταν τυπωμένο στο χέρι και χρησιμοποιούσαν φυσικές βαφές που το έκαναν πιο όμορφο με κάθε πλύσιμο. Παρά το γεγονός ότι τα χρώματα και τα μοτίβα είναι παραδοσιακά, και υπήρχαν πολλά από αυτά, μόνο μερικά παρέμειναν έως τις μέρες μας. Τα τσεμπέρια μ' ανοιχτό κόκκινο χρώμα έχουν σταματήσει να παράγονται εδώ και πολλές δεκαετίες, καθώς και αυτά με πράσινο λαδί χρώμα που ήταν τόσο δημοφιλή στην περιοχή της Μόρφου.
Το μόνο χρώμα που επέζησε μέχρι σήμερα είναι το σκούρο βυσσινί ή μοβ. Αυτό οφείλετε στο ότι οι νεότερες γυναίκες είχαν σταματήσει να φορούν το ανοιχτό κόκκινο και σκούρο κόκκινο και πράσινο λαδί τσεμπέρι όταν άρχισαν να φορούν ευρωπαϊκού τύπου ρούχα και δεν κάλυπταν πλέον το κεφάλι τους. Με την πάροδο του χρόνου, πολλά από τα σχέδια επίσης εξαφανίστηκαν. Το πιο δημοφιλές σχέδιο που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα είναι ένα απλό και πολύ λεπτό νεοκλασικό σχέδιο με στεφάνι από λουλούδια που διακοσμούν τις άκρες του τσεμπεριού.
Σε αντίθεση, οι μαντήλες του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα ήταν εξαιρετικά διακοσμημένες με περίτεχνα λουλουδένια σχέδια σε διάφορα χρώματα και αποχρώσεις. Λουλούδια από αμυγδαλιές, λεμονιές, ναρκίσσους, τουλίπες, κρίνα και παπαρούνες όλα απεικονίζονται, κάπως αφηρημένα, αλλά εξακολουθούν ν' αναγνωρίζονται ως τέτοια.
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '70 οι άκρες των τσεμπεριών γυρίζονταν και ράβονταν στο χέρι με ένα πολύ λεπτό τρόπο, και πολλές φορές πρόσθεταν στις άκρες και χειροποίητες δαντέλες. Ήταν οι Τουρκοκύπριες, οι οποίες προτιμούσαν να εργάζονται στο σπίτι, που έκαναν αυτή τη δουλειά. Μετά την τουρκική εισβολή στο νησί το 1974 δεν ήταν πλέον δυνατό να χρησιμοποιήσουν τις δεξιότητές τους - έτσι οι κατασκευαστές υποχρεώθηκαν να φτιάχνουν στις άκρες δαντέλες της μηχανής για να τελειώσουν με ένα τσεμπέρι.
Οι μαντήλες δεν ήταν πάντα επιτόπιας κατασκευής. Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, οι μαντήλες εισάγονταν στην Κύπρο από την Κωνσταντινούπολη, όπου κατασκευάζονταν από Αρμένιους τεχνίτες. Πολύ καιρό ακόμη πιο πριν, οι μαντήλες  ήταν επιμελώς κεντημένες στο χέρι. Αυτές οι μαντήλες είχαν μεγάλη προτίμηση από τις πλούσιες κυρίες. Μερικές φορές είχαν πολύ λεπτοκαμωμένη δουλειά, και τις φορούσαν με πραγματικά λουλούδια όπως γιασεμί και γεράνια. Όμως, το κέντημα στο χέρι ήταν μια δαπανηρή και χρονοβόρα διαδικασία που έκανε τη μαντήλα πάρα πολύ ακριβή για τους περισσότερους ανθρώπους της υπαίθρου. Ως αποτέλεσμα, η σταμπωτή μαντήλα, που ήταν μια πολύ φθηνότερη και ευκολότερη μορφή διακόσμησης, έγινε τις μόδας.
Γύρω περίπου στα 1908, η ζήτηση για σταμπωτές μαντίλες ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ένας Κύπριος επιχειρηματίας έφερε στο νησί μια ομάδα από Αρμένιους τεχνίτες για να διδάξουν στους Κυπρίους την τέχνη τους. Η βιοτεχνία αυτή από τότε πήρε τα ύψη της.
Όταν ο Νίκος Κακουλλής πέθανε το Μάιο του 2003, ο άνθρωπος που περιγράφεται ως «ο τελευταίος μαντηλάρης», πήρε στον τάφο του τα μυστικά για τις βαφές που κράτησαν για αιώνες οι τεχνίτες για την κατασκευή των μαντήλων. Ο θάνατός του σήμανε και την διάλυση του τελευταίου εργαστηρίου κατασκευής της μαντήλας. Το εργαστήρι του ήταν το τελευταίο στο νησί που κατασκεύαζε αυτά τα πολύπλοκα έργα τέχνης στην Κύπρο.
Οι μαντήλες της Κύπρου ήταν, επίσης, βαθιά συνδεδεμένες με την λαϊκή παράδοση και με δεισιδαιμονίες. Τις χρησιμοποιούσαν σε ειδικές τελετές κατά τη διάρκεια του γάμου και σε λαϊκές ιατρικές πρακτικές. Η κύρια χρήση τους, ωστόσο, παρέμεινε πάντα, η διακόσμηση των κεφαλιών των γυναικών - μια καλή μαντήλα για την Κυριακή, και μία μικρότερης αξίας για καθημερινή χρήση.

NOCTOC

Οι παραδοσιακές ενδυμασίες της Πάφου

Αν και όλες οι παραδοσιακές ενδυμασίες της Κύπρου είναι σήμερα σχετικά παραγνωρισμένες, αλλά και παραμορφωμένες από τα διάφορα κυπριακά λαογραφικά χορευτικά συγκροτήματα, η γυναικεία σαγιά της Πάφου είναι ίσως η πιο παραγνωρισμένη και άγνωστη από όλες τις άλλες.
Η σαγιά είναι η πιο αρχέγονη γυναικεία ενδυμασία της Κύπρου, και κατάφερε να επιζήσει στα δυο απομονωμένα άκρα του νησιού, την Καρπασία και την Πάφο, μέχρι και τις αρχές του εικοστού αιώνα.

Η σαγιά της Πάφου και της Καρπασίας έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους, εντούτοις, όμως, έχουν και συγκεκριμένες διαφορές που τις κάνουν να ξεχωρίζουν η μια από την άλλη. Γι' αυτό έχουμε την καρπασίτικη σαγιά (η οποία είναι πιο γνωστή) και την παφίτικη σαγιά. Οι κύριες διαφορές είναι στο κόψιμο και στο φάρδος. Η παφίτικη σαγιά είναι πιο κοντή και πιο φαρδιά από αυτή της Καρπασίας, ενώ το κόψιμο στα πλαϊνά ανοίγματα είναι μικρότερο στη σαγιά της Πάφου.

Εκτός από το κόψιμο της σαγιάς, υπήρχε και διαφορά στο χρώμα των βρακιών. Στην Πάφο μέχρι και το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, οι γυναίκες προτιμούσαν να βάφουν τα βρακιά τους πορφυροκόκκινα χρησιμοποιώντας τις ρίζες του φυτού ριζάρι. Αυτή η συνήθεια, όμως, εγκαταλείφθηκε μετέπειτα, ίσως επειδή σταμάτησαν πλέον οι νεαρές γυναίκες να φορούν τη σαγιά. Το βέβαιο πάντως είναι ότι κατά την δεκαετία του 1920 όπου εγκαταλείφθηκε η σαγιά για το φουστάνι, τα βρακιά ήταν άσπρα όπως αυτά της Μεσαορίας. Όπως και στην Καρπασία, τα κάτω άκρα του βρακιού της παφίτικης ενδυμασίας της σαγιάς (τα οποία έφθαναν μέχρι τον αστράγαλο) και που ήταν γνωστά ως ποβράτζια, ήταν συνήθως κεντημένα. Τα κεντίδια αυτά γίνονταν πάνω στα άσπρα βρακιά και αποτελούνταν από τα διακριτικά σχέδια της Πάφου, γνωστά ως φυθκιώτικα. Δεν γνωρίζουμε αν κεντούσαν και τα πορφυροκκόκκινά τους βρακιά, επειδή δυστυχώς δεν έχουν διασωθεί δήγματα μέχρι τις μέρες μας. Τα ποβράτζια της Πάφου ήταν κεντημένα μέχρι πάνω στα γόνατα, λόγο του ότι η παφίτικη σαγιά ήταν κοντότερη από αυτή της Καρπασίας, ενώ στην Καρπασία τα κεντίδια στα ποβράτζια ήταν πολύ χαμηλότερα.

Εκτός από όλα όσα έχουμε αναφέρει, η σαγιά της Πάφου, διακρινόταν και από τα σκούρα απαλά της χρώματα, σε αντίθεση με τη σαγιά της Καρπασίας στην οποία κυριαρχούσε το κόκκινο χρώμα, αλλά και που μπορούσε να είναι και ολόασπρη. Αντίθετα από την Πάφο, οι γυναίκες που ζούσαν στην πεδιάδα της Μεσαορίας φορούσαν φορέματα με έντονους χρωματισμούς από κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, ακόμη και πορτοκαλί. Αυτές οι επιδράσεις στους χρωματισμούς, ήταν φυσικά, λόγο της γειτνίασης της περιοχής με την πρωτεύουσα της Λευκωσίας.
Οι ενδυμασίες της Πάφου, πρώτα η σαγιά και ύστερα το φουστάνι, ήταν από την άλλη, μουντές. Συνήθως αποτελούνταν από κόκκινες ή κίτρινες στενές ρίγες σε φόντο δερματί (μπεζ), αν και οι μπλε με άσπρες ρίγες ήταν επίσης σε προτίμηση.


Οι γυναίκες κάτοικοι των ορεινών περιοχών της Πάφου κατασκεύαζαν τις ενδυμασίες τους, αλλά και αυτές των ανδρών, από ύφασμα καμωμένο από μαλλί και βαμβάκι, για πρόσθετη ζεστασιά.
Το μεγάλο άνοιγμα στο στήθος, δεν χρησίμευε μόνο για να επιδεικνύει το περίτεχνα διακοσμημένο πουκάμισο που φοριόταν κάτω από τη σαγιά (και που έφτανε μέχρι περίπου μιισό δάκτυλο κάτω από αυτήν), αλλά και για να μπορούν εύκολα να θηλάζουν τα νεογέννητα παιδιά τους.

Όπως και στις υπόλοιπες περιοχές της Κύπρου, το φουστάνι, που αντικατέστησε τις παλαιότερες γυναικείες φορεσιές του νησιού, έφθασε (αν και κάπως ταλαιπωρημένα) μέχρι τα μέσα τις δεκαετίας του 1920 και στη μακρινή Πάφο. Το φουστάνι ήταν ένα εφαρμοστό, μονοκόμματο φόρεμα με μανίκια και πιέτες στη μέση, και με βαθύ άνοιγμα στο στήθος.

Το φουστάνι εμφανίστηκε στην Κύπρο κατά τα τέλη του 190υ αιώνα, και είχε ευρύτατη διάδοση, τόσο στις ορεινές, όσο και στις πεδινές περιοχές του νησιού. Έτσι, όταν έφθασε στην Πάφο μερικές δεκαετίες αργότερα, αντικατέστησε πολύ γρήγορα την αρχέγονη παφίτικη σαγιά. Τα παφίτικα φουστάνια διατήρησαν τα μουντά ριγωτά χρώματα της προγενέστερης σαγιάς, και είχαν μάκρος που άφηνε να φαίνονται τα φουσκωτά ποδινάρκα των λευκών βρακιών ή οι χαρακτηριστικές παφίτικες γυναικείες ποδίνες.

Η Πάφος ήταν ξακουστή σ' όλη την Κύπρο για τις παφίτικες γυναικείες μπότες που κατασκευάζονταν από τους τσαγγάριδες του τόπου. Ήταν καμωμένες από λεπτό και επεξεργασμένο μαύρο δέρμα, όμορφα διακοσμημένες με μαυρόασπρες και κόκκινες βελονιές στις άκρες και στο κυρίως μέρος.

Όπως και η γυναικεία ενδυμασία, η ανδρική ενδυμασία της Πάφου χαρακτηρίζεται από τα μουντά και απαλά της χρώματα. Το κυρίαρχο χρώμα του παφίτικου ανδρικού ζιμπουνιού είναι το μπεζ με λιτές διακοσμήσεις στους ώμους και στα γύρω άκρα από κλωστές γήινων χρωμάτων, όπως το καφέ, και το κυπαρισσί πράσινο.
Η παφίτικη ανδρική βράκα είναι πιο κοντή και στενή, χωρίς το μακρύ κάβαλλο (βάκλα) και το μεγάλο όγκο με τις πολλές πιέτες, κάτι πολύ χαρακτηριστικό, σε πολλά άλλα μέρη του νησιού. Το ζωνάρι (ζώστρα) του νεαρού Παφίτη βρακοφόρου, ήταν και αυτό συνήθως μπεζ στο χρώμα, περίτεχνα διακοσμημένο στα δυο άκρα με τα χαρακτηριστικά φυθκιώτικα σχέδια. Μάλιστα το χωριό Φύτη, δεν ήταν μόνο ξακουστό στη Πάφο για τα κεντήματά του, αλλά και για την κατασκευή της παφίτικης ανδρικής ζώστρας καθώς και για τα γαμπριάτικα όμορφα και περίτεχνα διακοσμημένα γιλέκα που έφτιαχναν στο χέρι οι γυναίκες του χωριού, επί παραγγελία.
Φυσικά, όπως και στις άλλες περιοχές της Κύπρου, την ανδρική ενδυμασία της Πάφου συμπλήρωνε το πουκάμισο (ιταρέ, μεταξωτό, ή βαμβακερό), οι ποδίνες και ο κεφαλόδεσμος.

Πιο πάνω βλέπουμε μια ανεπανάληπτη φωτογραφία (από τις αρχές τις δεκαετίας του '70) ενός Παφίτη βρακοφόρου καθ΄οδόν προς το σπίτι του, μετά από σκληρή εργασία στα χωράφια. Φυσικά δεν λείπει από κοντά του και το απαραίτητο γαϊδουράκι. Σήμερα ο βρακοφόροι στην Πάφο μετρούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού και είναι όλοι σε πολύ προχωρημένη ηλικία.

NOCTOC

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

Η Καρπαθιώτικη εκδοχή της παραλογής του "Γεφυριού της Άρτας"



ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΠΑΘΟ... (2008)
Παραγωγή: Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων (ΑΓΗ)

Σκηνοθεσία: Σπύρος Μαντάς
Περιέχεται σε DVD, που συνοδεύει το βιβλίο του Σπύρου Μαντά "Του γιοφυριού της Άρτας ...τραγουδώντας το θρύλο".

Η Καρπαθιώτικη εκδοχή της παραλογής του "Γεφυριού της Άρτας", με τη συντομία και το λιτό της ύφος, διασώζει αρχαϊκά στοιχεία του μύθου, όπως είναι η επιλογή του θύματος με κλήρο. Ταυτόχρονα της λείπουν βασικά αλλά σίγουρα μεταγενέστερα επεισόδια, σαν το τέχνασμα του δαχτυλιδιού ή η αναίρεση της κατάρας. Αποδίδεται στο σκοπό του παλιού "συρματικού" -πάει μονότονα, σαν ...σύρμα-, με τη μία και μοναδική της μουσική φράση να καλύπτει κάθε φορά, επαναλαμβανόμενη, μόλις ενάμισι στίχο. Διατηρεί δηλαδή, διασώζει, το επαναληπτικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τον παμπάλαιο τρόπο απόδοσης των ηρωικών επών και των πιο λυρικών παραλογών. Όλα αυτά την καθιστούν, στιχουργικά και μελωδικά, ντοκουμέντο βυζαντινής μπαλάντας. Το τραγούδι επιζεί, όχι τυχαία, στην Όλυμπο, το βορειότερο, απομονωμένο ακόμη, χωριό της Καρπάθου. Οι εκεί συνθήκες -οικονομικές και κοινωνικές- συνέβαλαν στην ανόθευτη, σχεδόν αυτούσια μεταφορά του στο σήμερα.

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Η παραδοσιακή φορεσιά της Σκιάθου



 Η Παραδοσιακή Ενδυμασία της Σκιάθου. Ένα εξαιρετικό βίντεο που δημιούργησε η Ιωάννα Γιακουμάτου το 2010, για το Σύλλογο Γυναικών Σκιάθου, αφιερωμένο στη μνήμη του Νίκου Παρίσση

πηγή