Σελίδες


Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Ελλήνων Δρώμενα : Ρουμλούκι


Ο τόπος και το τραγούδι του - Το Βελβεντό το ζηλευτό


Ο τόπος και το τραγούδι του - Βεργίνα



Μουσικές, γνωστοί και άγνωστοι χοροί και τραγούδια, λαϊκά δρώμενα και εθνογραφικές δράσεις απ' όλη την Ελλάδα και το μείζονα ελληνισμό θα παρουσιαστούν στο νέο κύκλο της εκπομπής "O τόπος και το τραγούδι του".

Η εκπομπή αναδεικνύει την Ελλάδα του σήμερα και του χθες, αναλλοίωτη μέσα στην ιστορική της διαδρομή, με τις αδαπάνητες δυνατότητές της να υπάρχει και να εντυπωσιάζει με εθνολογικές και λαογραφικές δράσεις, που ξεχωρίζουν στο χάρτη της βαλκανικής και ευρωπαϊκής κοινωνικής ανθρωπολογίας.

Η έναρξη γίνεται στη Βεργίνα, όπου για πρώτη φορά μετά από 2340 χρόνια στο Ανάκτορο των Αιγών δεκάδες χορευτές από 15 χωριά του Ρουμλουκιού συνοδεία μουσικών οργάνων ζωντανεύουν το μύθο που θέλει το κεφαλοδέσι των γυναικών της περιοχής να κληροδοτείται σε αυτές από τον ίδιο το Μέγα Αλέξανδρο. Ένας μύθος που φανερώνει τις απαρχές του αρχαιότερου γυναικείου κεφαλοδεσίματος στον κόσμο.
Με ιστορική και αρχαιολογική τεκμηρίωση η διευθύντρια της ΚΖ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Δρ. Αγγελική Κοτταρίδη συνδέει την περίφημη «Δέσποινα των Αιγών» του 10ου π.Χ αιώνα με την παραδοσιακή φορεσιά της σημερινής Ρουμλουκιώτισσας. Πρόκειται για έναν παράλληλο αρχαιολογικό και λαογραφικό διάλογο της κυρίας Κοτταρίδη και του Γιώργη Μελίκη, στον οποίο η «μνήμη» της πέτρας γίνεται παρόν και μέλλον, γεφυρώνοντας τριάντα και πλέον αιώνες ελληνικού -- μακεδονικού ιστορικού βίου.

Σκηνοθέτης: Μανώλης Ζανδές
Δημοσιογραφική Έρευνα: Γιώργης Μελίκης
Αρχισυνταξία: Στέλλα Κιοσόγλου
Παρουσιαστής: Γιώργης Μελίκης

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Ο Χριστός και η Παναΐα: Διήγημα από τη κυπριακή ύπαιθρο

 Μιαν ημέρα η Χαρικλού ήταν έσσω κι είπε να κάμει λίγα πουρέκια. Ήρθαν και οι κόρες της αδελφής της της Λευκούς, η Ευπραξία η Μαριά... Κουλούρεψε ζυμάρι και τό ΄κοψε κομματούδια.
Έ! λαλεί τους, ένι του Ιησού Χριστού τούτο το πουρέκι. Τούτο ένι της Παναΐας και τούτο ένι του παππού σας του Διάκου. Και τούτο ένι δικό μου και τούτο ένι δικό σου... Τα διαμοίρασε όλα και τα εβάλασιν στο πανέρι παράμερα. Ανάψασιν τη φωτιά να τα ψήσουσιν.

Μόλις η Χαρικλού έβαλεν τα πρώτα πουρέκια στο τηγάνι, ανέφαναν από το διπλανό χωριό ο Αργύρης ο αόμματος με τη γυναίκα του. Ανεφάνησαν κρατώντας ο τυφλός τη γυναίκα του από την κόξα και διακονούσαν.

Χριστός και Παναΐα μου! λαλεί η Χαρακλού, τούτοι ένι ο Χριστός κι η Παναΐα! Έβγαλε από το τηγάνι τα πρώτα και τους τα έδωκε. Τους έδωκε ψωμί και άλλα πράματα. Της έβαλαν κάμποσες ευχές και πήγαν εις το καλόν.

Δεν άργησε ο θεός, λαλεί η Χαρικλού, στις κορούες. Τους έπεμψε καταύτις για να δούμε αν κιάρω να τους δώκω πουρέκια, ψωμί, τίποτες, όπως έταξα.

Κυπριακό Παραμύθι: Ο Ιησούς Χριστός και ο γάμος των αρκόντων


Μια φορά κ' έναν καιρόν ο αρκοντότερος του χωρκού επάντρευκεν την κόρην του με τον γυιόν ενός μεγάλου πραματευτή. Εκαλέσαν εις τον γάμον ούλον το χωρκόν κι ούλον το αρκοντολόϊν. Άμα κ΄ήρατσιν ΄που την εκκλησιάν που εστεφανώσαν τ΄αντρόϋνον εκάτσασιν ούλοι στα τραπέζια κ΄εκουβαλούσαν οι μαείροι κ΄οι σεττοκόποι* τα φαγιά και τα κρασιά, κ΄οι ξιφάντωσες* και τα τραούδκια εβκαίναν μεσούρανα. Μεσ΄κείνην την ανακατωσιάν, μέσ΄κειν΄τα τραούδκια ήρτεν κ΄εστάθηκεν εις την πόρταν ένας ασπρομάλλης με κάτι ρούχα παστρικά χιόνι αμμά πολλά φτωχικά και κομματιασμένα. Εστάθην έτσι περίλυπος κ' εθώρεν, ζαβαλί μου,* που τρώαν κ΄επίναν. Ένας μισταρκός* είδεν τον: «Είντα θέλεις, γέρο; άτε τράβα στην δουλειάν σου, μεν μας εμποδίζεις· στέκεις μέσ' την πόρταν», κ΄εδκιωξέν τον κ' επήεν κείθε μέρου κ΄εστάθην μέσ' τον ηλιακόν.* Είδαν τον οι μαείροι κ' οι σεττοκόποι και επήαν κατά πισόν του: «Είντα, γέρο, είντα που θέλεις δαχαμαί;»* «Ήρτα, γυιέ μου, να δω κ΄εώ ο κακορίζικος τον γάμον και να κάτσω και εώ να φάω νακκουρίν.»* «Λάμνε,* γέρο, στην δουλείαν σου· εν αντρέπεσαι την μουτσούνα σου κ΄εν πάεις· με τουν τα παληόρουχα εννά κάτσης εις το τραπέζιν του γάμου; Μη χειρότερα! Χάτε,* χάτε, λάμνε στην δουλειά σου», κ΄εκουντήσαν τον όξω. Ο γέρος έφυεν κ΄ύστερα ΄που λίην ώραν ήρτεν ένας άρκοντας με κάτι ρούχα ούλα τσοχάδες, με τα πλουμιά τα ολόχρυσα, με κάτι γούννες βισιλικές, κ΄επήεν εις τον γάμον. Άμα τον είδασιν οι δούλοι εβουρήσαν κατά πάνω του: «Κόπιασε, κόπιασε, αφέντη μου πολυχρονημένε μου, κόπιασε στο τραπέζι.» Επροσηκωθήκαν του ούλοι, ως κ΄η νύφη επροσηκώθην του κ΄έκατσεν τον προ κεφαλής των πραπεζιών. Ετρέξασιν οι σεττοκόποι με τα φαγιά, με τους καλύττερους μεζέδες, με τα κρασιά. Έκατσεν ο άθθρωπος κ΄έππιανεν τα φαγιά με το κουτάλιν κ΄εχένωνέν τα πα στα ρούχα του και πα στες γούννες του κ΄ελάλενεν: «Φάτε, ρούχα, και τα ρούχα έχουν τιμήν·» Τότε οι καλεσμένοι κ΄ούλος ο κόσμος έμεινε ξηστικός κ΄εθωρούσαν τον έσσω κ΄έσσω. Άλλος ελάλεν: «άτζιαπις* περιπαίζει μας;» και άλλος: «άτζιαπις εν πελλός;», άλλος: «είντα εν τούτα, αφέντη μου, που κάμνεις;»  Ευτύς ο άθθρωπος εσηκώθη πάνω κ΄είπεν τους: «Εγώ είμαι ο Ιησούς Χριστός κ΄ήρτα να σας δοκιμάσω. Ήρτα φτωχός κακορίζικος, νηστικός πεινασμένος, κ΄εδκιώξετέ με. Τώρα που ήρτα με τες γούννες και με τα χρυσά, εκάτσετέ με ΄που πάνω ΄που την κεφαλήν σας. Έτσι κ' εώ ετάϊζα τα ρούχα μου, γιατί τα ρούχα μου είχαν την τιμήν και την υπόληψίν· εν την είχα εώ.» Άμαν τα είπεν τουν τα λόγια εχάθηκεν ΄που την μέσην τους κι αντροπιαστήκαν ούλοι κ΄εγινήκαν ρεζίλι.
Κι άφηκα κείνους καλά κ΄ηύρα σας εσάς καλύττερα.


Γλωσσάρι

σεττοκόποι = σερβιτόροι, ξιφάντωσες = ξεφαντώματα, ζαβαλλί μου = ο καημένος, μισταρκός = υπηρέτης, ηλιακός = υπόστεγη αυλή, δαχαμαί = εδώ χάμω, νακκουρίν = λίγο, λάμνε = πήγαινε, χάτε = άντε, άτζιαπις = άραγε (λ. τουρκ.).

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Νεαρή Κερκυραία με παραδοσιακή ενδυμασία


Νεαρή Κερκυραία με παραδοσιακή ενδυμασία από το χωριό Καρουσάδες της Βόρειας Κέρκυρας. Περίπου στα 1920

πηγή:  http://tab.ionio.gr