Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Η Βεροιώτικη Φορεσιά

Βεροιώτικη φορεσιά στο Βλαχογιάννειο μουσείο


Η Βεροιώτικη φορεσιά ήταν όμορφη, λιτή, σοβαρή επηρεασμένη από τη Δύση. Κατάσαρκα έμπαινε το πουκάμισο με τις μπιμπίλες. Στο στήθος η κισμιρένια τραχηλιά υφασμένη από μετάξι. Το ίδιο και τα μανικέτια. Το φόρεμα ήταν από ταφτά ή ατλάζι, πλισεδάτο, το ίδιο και η ποδιά. Γύρω από τη μέση έβαζαν το μεταξωτό ζωνάρι 3 μέτρα ανοιχτόχρωμο και μπροστά στη μέση φάνταζε μαντηλάκι με κεντίδια. Στο κεφάλι φορούσε το περίφημο φακιόλι, ίσια κιμπάρικα σεμνά στολισμένο με μαργαριτάρια γύρω – γύρω, και πολύτιμη καρφίτσα στη βάση ενός φιόγκου, από δαντέλες, που και εκεί είχε μαργαριτάρια. Δαχτυλίδια είχε σ’ όλα τα δάχτυλα του αριστερού χεριού. Στο δεξί χέρι φάνταζε η βέρα με το μονόγραμμα. Άλλα στολίδια ήταν το μαργαριτάρι, πεντόλιρα, βάπτισες και το χρυσό ρολόι.
Το μακρυλέμπαντο ελαφρύ παλτό από μαύρο ύφασμα μία σπιθαμή πιο κοντό από το φόρεμα με όρθιοπ γιακά χρυσοκεντημένο με αστραφτερές πούλιες και χρυσογάιτανο.
Στα πόδια φορούσε άσπρες κάλτσες με μαύρα παπούτσια

πηγή:  http://www.lev.gr

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Ο σακοποιός


icon_sakopoiosΟ σακοποιός, κατά κανόνα δεν έχει μόνιμο ούτε σκεπαστό εργαστήρι. Εργάζεται στο ύπαιθρο. Μια αυλή μακρόστενη, κάτω απ τον ίσκιο κληματαριάς ή μια πεζούλα χωραφιού, που δεν τη θωρεί ο ήλιος, είναι τόπος κατάλληλος να φιλοξενήσει το φτωχό αυτό τεχνίτη, τον αργαλειό του και τη σβύγα του.
Για τούτο και δεν εργάζεται όλο το έτος. Το μισό φθινόπωρο και το χειμώνα ολόκληρο, αργεί. Εκτός, φυσικά, και έχει τόπο σκεπαστό, που να χωράει μέσα εκεί η σβύγα του. Τον αργαλειό μπορεί ευκολότερα να τον τοποθετήσει, ακόμα και μόνιμα, μέσα σε κανένα χαμόσπιτο ή κατώγι. Ο σακοποιός φτιάχνει μια σειρά απο προίοντα, χρήσιμα για πολλές καθημερινές εργασίες.
Τα «σακιά», χρειάζονται για τη μεταφορά διαφόρων γεωργικών προϊόντων.
Τα «χαράρια», για τη μεταφορά των άχυρων απ’ το αλώνι στον αχυρώνα (μεγάλα σακιά).
Οι «τρουβάδες», σε τρία μεγέθη: το συνηθισμένο, το «ταγάρ’», για να τοποθετεί μέσα εκεί διάφορα εφόδια και εργαλεία. Το «σαμάν-τρουβά», όπου βάζουν άχυρα και τρων τα ζώα. Το «μουστούχ’», πολύ μικρό τροβαδάκι, όπου βάζουν κτηνοτροφή για τα ζώα. Τον κοινό τρουβά τον κρεμούν απ’ τον ώμο. Μερικοί όμως προτιμούν να τον φορτώνονται πίσω τους, σαν τον γυλιό.
Τα «δισάκια».
Το δισάκι το φορτώνουν στο άλογο περνώντας το απ’ τη σκισμάδα στο πίσω άκρο του σαμαριού, οταν περιέχει βαριά πράγματα ή απ’ το λαιμό του ανθρώπου, όταν το περιεχόμενο είναι ελαφρό και δεν χρειάζεται άλογο.
«Σακούλια» λιοτριβιών, όπου τυλίγουν τις αλεσμένες ελιές για να τις στίψουν.
Οι ζώνες, με τις οποίες στερεώνουν τα σαμάρια πάνω στα ζώα. Μερικοί σακοποιοί έφκιαχναν και τις φασκές των παιδιών τους με λινό μίτο, σε διάφορα χρώματα. 

Οι "σαρωνιές της Κάναβας"



φωτογραφία: Αρτεμία Αργυρού
Ο Ροβέρτος τα τελευταία χρόνια είχε ανανεώσει στο μέσο αριστερό μέρος της κάναβας την εγκατάσταση για απόσταξη για παραγωγή τσικουδιάς. Ένα δωμάτιο ολόκληρο ήταν το μάγκανο. Ήταν μια κάναβα με τα όλα της. Με παράθυρα εξαερισμού με γούρνες βαθίές έτοιμες για να πλένουν οι εργάτες τα πόδια τους πριν μπουν στο πατητήρι αλλά αυτό που δεν καταλάβαινε η Δομινίκη ήταν οι τόσες σκούπες γύρω από τα πατητήρια.
« Μπαρμπά Βαγγέλη! Καλέ τι είναι όλες τούτες οι σκούπες» του φώναξε καθώς εκείνος βρισκόταν στο μέσα δωμάτιο και καθάριζε το μάγκανο.
-        Τις σαρωνιές με την αλιγαριά λες Δομινίκη μου; Της αποκρίθικε
-        Ναι. Τις σκούπες , τις σαρωνιές που λες κι εσύ μπαρμπά –Βαγγέλη.
Εκείνος τότε πήγε κοντά της, στρίβοντας το μουστάκι του με τα πλατιά του χέρια. Άναψε το σέρτικο και άρχισε να τις μαθαίνει. ….
-        Τούτες οι σαρωνιές παιδί μου είναι για να κάμομε αέρα σε αυτούς που πατούν τα σταφύλια γιατι ο θυμός του μούστου τους ζαλίζει, οι αναθυμιάσεις είναι πολλές και όσα παραθυράκια και αν ανοίξεις στις κάναβες ποτέ δεν είναι αρκετό για να ανανεώσουν τον αέρα. Για τούτο το λόγο οι πατητάδες θα δες, ότι όπως  δένουν το άσπρο μαντίλι στο κεφάλι τους για να κρατούν τον ιδρώτα τους έτσι βάζουνε και στο αυτί τους ένα κλωνάρι βασιλικό για να τον μυρίζουνε και να σπάνε τη μεθυστική μυρωδιά του μούστου. Αλλά δεν είναι τίποτα τούτο, μπροστά στις βαριές και επικίνδυνες αναθυμιάσεις που είναι στο βάθος στο λινό. Εκεί που λες περιστέρα μου, πέφτει ο μούστος από τα πατητήρια. Όταν οι ληνοί γεμίζουν,, οι εργάτες ρίχνουν γκαζοντενεκέδες τους γεμίζουν με μούστο και τον ρίχνουνε σε τούτα τα τεράστια βαρέλια που βλέπεις τις αφούρες. Αυτός όμως που πρέπει να κατέβει στο τέλος στον πάτο του ληνού για να ανέβάσει με  τη σκάλα ντενέκε ντενέκε τον τελευταίο μούστο και να καθαρίσει το ληνό, πρέπει να είναι δυνατός, γιατί ήδη ο μούστος έχει αρχίσει και βράζει και οι αναθυμιάσεις γίνονται επικίνδυνες. …Όλα αυτά θα τα δεις και θα τα καταλάβεις σε τρεις μέρες που θα αρχίσουμε τη βεντέμα….»
Μαίρη Γυφτογιάννη: Δομινίκη Η Ζωή της από λάβα και Αλμύρα