Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

20 τραγούδια – θρήνοι για την Πόλη



γράφει η Νεκταρία Καραντζή


"...Πήραν την Πόλη μωρέ πήραν την, πήραν τη Σαλλονίκη Πήραν και την Αγιά Σοφιά το μέγα μαναστήρι..."

Οι θρήνοι για την άλωση, γνήσια δημιουργήματα της λαϊκής έμπνευσης, εκφράζουν τη θλίψη των «Ρωμιών» για το «πάρσιμο της Πόλης απ’ την Τουρκιά» αλλά και την ελπίδα της επανάκτησης των «αλησμόνητων πατρίδων». Θλίψη και ελπίδα δένονται αρμονικά σε ήχους αργούς και μελικούς. Αλλοτε όμως οι ήχοι τους έρχονται σε αντίθεση με τα λόγια τους και είναι χαρμόσυνοι. Αυτό, όπου έγινε, έγινε σκόπιμα, για να μπορούν τα τραγούδια αυτά να τραγουδιούνται από τους Ελληνες στα πανηγύρια τους, χωρίς να δίνουν στόχο για το περιεχόμενό τους, αλλά αντίθετα να δίνουν την αίσθηση πως επρόκειτο για τραγούδια γιορτινά, κατά πως πρόσταζε η περίσταση, ώστε να μη δίνουν στόχο στους Τούρκους, οι οποίοι πλέον επέβλεπαν κάθε κίνηση τους και να μπορούν ταυτόχρονα τα τραγούδια αυτά να περνούν, απαρατήρητα από τον κατακτητή, από στόμα σε στόμα από γενιά σε γενιά.
Είκοσι από αυτά τα τραγούδια – θρήνους για την άλωση, από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, θα θυμηθούμε στη συνέχεια, με την πολύτιμη βοήθεια του «Αρχείου Ελληνικής Μουσικής», που οι άνθρωποί του με μεράκι και φροντίδα συγκεντρώνουν και καταγράφουν κάθε λογής παραδοσιακό τραγούδι του τόπου μας. (Για το «Αρχείο Ελληνικής Μουσικής» βλ. περισσότερες λεπτομέρειες στην Βιογραφία του Χρόνη Αηδονίδη στην κατηγορία «βιογραφίες» του MusicHeaven.

1.«Πήραν την Πόλη μωρέ πήραν την, πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν και την Αγιό Σοφιά το μέγα μαναστήρι
Πώ ΄χει σαρανταδυό ΄κλησιές κι εξήντα δυο καμπάνες
Κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και ψάλτης» (Ηπείρου)

2.«Ν’ ανέβαινα πολύ ψηλά, ψηλά παν’ τα ουράνια
Να διω την Πόλ’ πως καιητι, τα κάστρα πως ρημάζουν
΄Πο μια μερια ν ‘ ιδείν φωτιά, ‘πο την αλλ’ χάρος την δέρνει
Τα μοναστήρια καίγουντι κι οι εκκλησιές χαλιούντι
Πήραν μανάδες με παιδιά και πεθερές με τσ’ νύφες
Πήραν μια χήρα παπαδιά με δυο με τρεις νιφάδες» (Μάλγαρα Ανατ.Θράκης)

3.«Να ΄μαν δεντρί στη Βενετιά, χρυσή μηλιά στην Πόλη
και κόκκινη τριανταφυλλιά, μεσ’ τους επτά ουράνους
Ν’ ανέβαινα να βίγλιζα την Πόλη πως τουρκεύει
Πόλη μου για δεν χαίρεσαι, για δε βαρείς παιγνίδια
Το πώς μπορώ να χαίρομαι και να βαρώ παιχνίδια
Μέσα με δέρνει ο θάνατος, ν’ όξω με δέρνει ο Τούρκος
Κι απ’ τη δεξιά μου τη μεριά, Φράγκος με πολεμάει…» (Καππά Καρδίτσας)
ΤΟ ΜΑΝΤΑΤΟ
Η είδηση της Αλωσης, στους θρήνους, φτάνει άλλοτε από το πουλί που γυρνά με καμένα φτερούδια από την Πόλη, άλλοτε από το παιδί της χήρας που διαβάζει τα χαρτιά, άλλοτε από το καράβι κι άλλοτε από άγγελο σταλμένο απ’ το Θεό…: «ας πάψει το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ’ άγια γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει…»
4.«Ένα πουλάκι ξέβγαινε πω μέσα από την Πόλη,
Χρυσά ήταν τα φτερούδια του, χρυσά και κεντημένα
Κι ήταν καημένα από φωτιά και μαυροκαπνισμένα
πες μας πες μας πουλάκι μου, κανα καλό χαμπάρι
Τι να σας πω μαύρα παιδιά, τι να σας μολογήσω
Πήραν την Πόλιν η Τουρκιά, πήραν και το Φανάρι
Πήραν και την Αγια Σοφιά.»(Ελασσόνας)

5.«Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλιν
ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον.
Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,
εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,
Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης°
έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.
"Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!"
Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια
κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,
-Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν.
-Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.» (Πόντου)
6.«Που πας μωρέ που πάς χελιδονάκι μου
Που πας χελιδονάκι μου, που πας με τον αγέρα
Πάνω μωρέ πάνω μαντάτα στη Φραγκιά
Πάνω μαντάτα στη Φραγκιά, μαντάτα για την Πόλη
Πήραν μωρέ πήραν, την Πόλη πήρανε
Πήραν την Πόλη πήρανε, πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν μωρέ πήραν και την Αγια Σοφιά
Πήραν και την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μαναστήρι
Βγάλτε μωρέ βγάλτε παπάδες τα ιερά
Βγάλτε παπάδες τα ιερά κι εσείς κεριά σβηστείτε
Γιατί μωρέ γιατ’ είναι θέλημα Θεού
Γιατ’ είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει» (Ηπείρου)

7«Γιατί πουλί μ΄ δεν κελαηδείς πως κελαηδούσες πρώτα
Για πως μπορώ να κελαηδώ ;
Με κόψαν τα φτερούδια μου, με πήραν τη λαλιά μου
Μας πήρανε μπρ’ αμάν την Πόλη μας και την Αγια Σοφιά μας
Κλαίγει πικράν η Παναγιά» (θρήνος Θράκης)

8.«Εσείς πουλιά πετούμενα, πετάτε στον αέρα
Στείλτε χαμπέρια στη Φραγκιά στη Μοσχοβιά μαντάτα
Πήραν την πόλη πήρανε, πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν και την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι
Και η κυράτσα Παναγιά στην πόρτα ακουμπισμένη
Χρυσό μαντήλιν εκρατεί, τα δάκρυα της σφουγγούσε
Και τους μαστόρους έλεγε και τους μαστόρους λέγει
Πάψτε μαστόροι τη δουλειά, μη χάνετε καιρό σας
Εδώ τζαμί δε γίνεται, για να λαλούν χοτζάδες,
εδώ θα μένει η Αγια Σοφιά…» (Δυτ. Μακεδονίας)

9.«Ισείς πουλιά μ’ πιτούμενα, πιτάτι στουν αέρα
Χαμπέρ να πάτι στο Μοριά, χαμπέρι στην Ελλάδα:
«Τούρκοι την Πόλη πήρανε» , πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν και την’ Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι
Πώ χει τριακόσια σήμαντρα κι αξήντα δυο καμπάνες
Κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και διάκος
Τούρκοι την Πόλη πήρανε..» (Νιγρίτα Σερρών)

10.«Από την Πόλη ως τη Σαλλονίκη, Χρυσός αητός βγήκε να γκιζιρήσει
Χρυσός αητός βγήκε να γκιζιρήσει, νούδι γκιζιρούσι, νούδι κι πετούσι
Μον΄ περπατούσι κι ηλεγεν Ελένη μ’ πήραν την πόλ’ πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν την Πολ’ πήραν την Σαλλονίκη, πήραν το Μέγα Μοναστήρι
Πω χει τριακόσια σήμαντρα Ελένη μ’ κι ηξήντα δυο καμπάνες
Κι ηξήντα δυο καμπάνες και χίλιους καλογέρους» (Καρδίτσας)


11.«Θέλω ν’ ανέβω σε βουνό, πέρδικα, μαρή πέρδικα
γιε μ’ τους κάμπους ν΄ αγναντέψω,
πέρδικα, μαρή πέδικά μου.
Βρίσκω μια πετροπέρδικα, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ μια πετροπεριστέρα
Πέρδικα, πετροπέρδικά μου.
Να λέει τραγούδι θλιβερό, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ να λέει μοιρολόγι
Πέρδικα, μαρή πέρδικά μου.
Μοιρολογούσε κι έλεγε, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ μοιρολογάει και λέει,
Πέρδικα, μαρή πέρδικά μου.
Οι Τούρκοι επήραν τη Σοφιά, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ το Μέγα Μαναστήρι
Πέρδικα, πετροπέρδικά μου
Πήραν άσπρα, πήραν φλωριά
Πήραν μανάδες και παιδιά μου…» (Ανατ. Στερεάς Ελλάδας)
12. «Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη,
Θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.
Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγία,
το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους.
Τις το 'πεν; Τις το μήνυσε; Πότε 'λθεν το μαντάτο;
Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου
και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το:
-"Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;"
-"Ερκομαι ακ τα' ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος,
ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην°
απέ την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην.
Εγώ γομάριν Δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω
κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα.»
13.«Στην Πόλη γράφουν τα χαρτιά, στη Σαλλονικ’ τα στέλνουν
Κανάς δεν πάει να τα δει, κανάς δεν τα διαβάζει
Μόνο της χήρας το παιδί πααιν΄ και τα διαβάζει
Η μάνα του τον ρώτησι κι η μάνα του του λέει
Παιδί μ’ τι γράφουν τα χαρτιά, τι μολογάει το γράμμα
Αυτό που γράφουν τα χαρτιά ο Θιός να μην το δώσει
Θέλει να γίνει πόλεμος, η Πόλη να τουρκέψει» (Σαγιάδες Τρικάλων)
14.«Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κι η Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι απ΄ την πολλήν την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να 'βγει ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα:
"Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ' άγια,
παπάδες πάρτε τα ιερά και σεις κεριά σβηστείτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν' στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να 'ρτουνε τρία καράβια°
το 'να να πάρει το σταυρό και τ' άλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο το καλύτερο, την άγια τράπεζά μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν".
Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.
"Σώπασε κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις,
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι». (Θράκης)
15.«Τρεις καλογέροι κρητικοί και τρεις απ’ τ’ Αγον Όρος
Καράβιν αρματώνουνε και καλοσυγυρίζουν
Στην πρύμνη βάζουν το σταυρό, στη μεσ’ τον Πατριάρχη
Και ψάλλαν το χερουβικό και τ’ άξιον εστίν ως
Φωνή ηκούσθη εξ ουρανού, εκ στόματος αγγέλου
Ας πάψει το χερουβικό και τ’ άξιον εστίν ως
Πήραν οι Τούρκοι τη Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι
Πώ ΄χει τριακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες» (Μακεδονίας)

16.«Τρεις καλογέροι κρητικοί, ωρέ και τρεις Αγιονορείτες
καράβι ν’ α – κι αμάν αμάν, καράβι ν’ αρματώνανε
Καράβι αναματώσανε σ’ ένα βαθύ λιμάνι
Φωνή ακόυστη εξ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα:
«Πήραν την Πόλη, πήραν την , πήραν τη Σαλλονίκη
πήραν και την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι…»(Πελοποννήσου)

17.«Σήμερα ψέλνουν εκκλησιές κι όλα τα μοναστήρια
Ψέλνει και η Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι,
Με τετρακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες
Κάθε καμπάνα και παπάς
Ψιλή φωνή εξέβγηκε μέσα απού τα ουράνια:
«Αγία Σοφία πάρθηκε σ’ Αγαρηνών τα χέρια
να κόψουνε οι ψαλμωδιές» (Μ. Ασίας, Βιθυνίας)


«…ΤΟ ΄ΝΑ ΦΩΡΤΩΝΕΙ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΙ Τ’ ΑΛΛΟ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ…»
Μετά την άλωση οι πιστοί έτρεξαν να περισώσουν τα ιερά τους, την άγια τράπεζα, το σταυρό, το ευαγγέλιο, τα εικονίσματα. Τα καράβια ετοιμάζονται για το έργο της μεταφοράς. Το μοτίβο γνωστό και κοινό σε πολλά τραγούδια του τόπου μας.

18.«Τρία καράβια – βόηθα Παναγιά – τρία καράβια φεύγουνε
που μέσα που την Πόλη, κλαίει καρδιά μ’ κλαίει
καρδιά μ’ κι αναστενάζει
Το ΄να φουρτώ – βόηθα Παναγιά – το ’να φουρτώνει το σταυρό
Κι τα’ άλλου του Βαγγέλιου κλαίει καρδιά μου κλαίει
καρδιά μ’ κι αναστενάζει
Το τρίτο το – βοήθα Παναγιά – το τρίτο το καλύτερο
Την Αγια Τράπεζά μας, κλαίει καρδιά μου κλαίει
καρδιά μ’ κι αναστενάζει
Μη μας τα πά – βόηθα Παναγιά – μη μας τα πάρουν οι άπιστοι
Και μας τα μαγαρίσουν, κλαίει καρδιά μου κλαίει
καρδιά μ’ κι αναστενάζει
Η Παναγιά αναστέναξι κι δάκρυσαν οι κόνις….» (Ανατ. Θράκης)

19«Μον’ δώστε λόγο στη Φραγκιά, να’ ρθουν τρία καράβια
Το ΄να να πάρει το σταυρό και τ’ άλλο το ευαγγέλιο
Το τρίτο το τρανίτερο την άγια τράπεζά μας
Μη μας τα πάρουν οι άπιστοι και μας τα μαγαρίσουν
Κι η Δέσποινα ως τα’ άκουσε, τα μάθια τσε δακρύσαν
Κι ο Μιχαήλ κι ο Γαβριήλ την επαρηγορούσαν
Σώπασ’ αφέντρα μ’ και κυρά και μην πολύ δακρύζεις
Πάλαι με χρόνια με καιρούς, πάλαι δικά μας θα ’ναι» (Βορείου Αιγαίου)


«…ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΣΤΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ, ΤΟ ΜΕΓΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ…»
Η ελπίδα της απελευθέρωσης της Πόλης, συνόδευε τα τραγούδια και τους θρήνους των «ρωμιών» από τα πρώτες κι όλες εκείνες μέρες της άλωσης. Ονειρεύονταν το χτίσιμο ξανά της Πόλης και το «ξαναλειτούργημα» στην Αγια Σοφιά, όνειρο που αποτύπωνεται στους στίχους των θρήνων τους…

20. «Ανάμεσα τρεις θάλασσες, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο
Ανάμεσα τρεις θάλασσες, καράβι κινδυνεύει
Με τ’ άργανα κιντύνευε, τριαναταφυλλάκι μ’ κόκκινο,
Με τ’ άργανα κιντύνευε, με τον αέρα σειώταν
Και με τα χαλκοτύμπανα, μαζώνοντ’ αντρειωμένες.
Μαζώνουνταν, συνάζουνταν, πύργον θέλουν να στήσουν,
Να στήσουν την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι.
Τα περιστέρια κουβαλούν, τα χελιδόνια χτίζουν
Κι οι Αγγελοι απ’ τον ουρανό βάζουν τα κεραμίδια» (Θεσσαλίας (Πηλιορείτικο))
πηγή: http://www.musicheaven.gr/

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Και όμως... η Ρωμανία ζεί!



Γράφει ο  π. Γεώργιος Μεταλληνός

Τον 4ο αι. μ.Χ. εμφανίζεται ένα ολότελα νέο κρατικό μέγεθος στην Ιστορία και μαζί του γεννιέται ένας νέος κόσμος. Είναι η αυτοκρατορία της Ν.Ρώμης η όπως ονομάζεται ήδη από τον 4ο αι. η Ρωμανία.
Στα όρια της ανανεώσεως της αυτοκρατορίας ο Μέγας Κωνσταντίνος μεταφέρει την πρωτεύουσα (την Παλαιά Ρώμη, ελληνική πόλη και αυτή) στην Ανατολή. Γι᾽ αυτό η Νέα Ρώμη θα ονομασθεί προς τιμή του και Κωνσταντινούπολη. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία μεταστοιχειώνεται σε «επώνυμον του Χριστού Πολιτείαν». Διαμορφώνεται συνάμα μία νέα συνείδηση και νέα πολιτειακή ιδεολογία. Είναι η νέα αυτοκρατορική ιδέα για την προοδευτική ενσωμάτωση όλων των Λαών της Οικουμένης στην χριστιανική Πίστη. Τα στηρίγματα της αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης είναι: η ρωμαϊκή Οικουμένη και νέα πολιτειακή ιδεολογία, οΧριστιανισμός ως πατερική Ορθοδοξία και η Ελληνικότητα (γλώσσα, πολιτισμός, παιδεία). Αυτό εκφράζει το γνωστό τροπάριο της Αγίας Κασσιανής: «Υπό μίαν βασιλείαν εγκόσμιον αι πόλεις γεγένηνται, και εις μίαν δεσποτείαν θεότητος τα έθνη επίστευσαν».
Η χριστιανική πίστη είναι το συνδετικό στοιχείο όλης της αυτοκρατορίας και αυτό αλλοιώνει η αίρεση, που δεν είχε μόνο θεολογικό, αλλά και πολιτικό χαρακτήρα.
Κύριο στοιχείο της αυτοκρατορίας είναι η αρμονική ιεράρχηση της εθνικότητας (συνείδηση της καταγωγής) στην υπερεθνικότητα. Το φυλετικό στοιχείο δεν έθιγε την ενότητα στο ένα εκκλησιαστικό σώμα. Αληθινοί ηγέτες, άλλωστε, ήσαν οι Άγιοι και το υπέρτατο ιδανικό δεν ήταν η πολιτική δύναμη η η κοσμική σοφία, αλλά η αγιότητα, ως θέωση. Γι᾽ αυτό η μελέτη του «Βυζαντίου»/Ρωμανίας χωρίς γνώση της θεολογίας είναι αδύνατη.
Καρδιά της αυτοκρατορίας ήταν η ελληνικότητα (γλώσσα, παιδεία, πολιτισμός). Από τον Ιουστινιανό (6ος αι.) μέχρι τον Ηράκλειο (7ος αι.) εξελληνίζεται και η κρατική διοίκηση (Νεαρές). Η Λατινική γλώσσα υποχωρεί (στην Ανατολή) και στη διγλωσσία της αυτοκρατορίας (Λατινικά και Ελληνικά) το βάρος πέφτει στα ελληνικά. Η υπερεθνική ένωση μέσα στην Ορθοδοξία οδηγεί στο οικουμενικό έθνος (“έθνος άγιον”, Α´ Πέτρ. 2, 9). το «Γένος των Ρωμαίων», των Ορθοδόξων πολιτών της αυτοκρατορίας, μία χριστιανική κοινοπολιτεία με απόλυτο κέντρο την Αγία Τράπεζα της Αγια – Σοφιάς. Είναι η εν Χριστώ συγ–γένεια η παγ–γένεια των Πολιτών της Ν. Ρώμης, Ρωμαίων, Νέο–Ρωμαίων (από την Πόλη) και απλούστερα Ρωμηών. Ο Μ. Κωνσταντίνος εθεμελίωσε την έννοια του Γένους, όλων των Ορθοδόξων λαών της αυτοκρατορίας. Αυτή η ενότητα θα επιβιώσει και μετά τις δύο αλώσεις (φραγκική του 1204 και οθωμανική του 1453). Η ενιαία όμως οικουμενική συνείδηση των Ρωμηών (ορθοδόξων πολιτών της Νέας Ρώμης) θα υπονομευθεί από την φραγκική προπαγάνδα για τον εκδυτικισμό τους. Ταύτιση της εθνικότητας με τη γλώσσα δεν γνωρίζει η Ρωμανία. Αυτό επιβλήθηκε από τους δυτικοευρωπαίους τον 19ο ώνα. Το ευρωπαϊκό σκάνδαλο όμως δεν απουσιάζει, που ανατρέπει αυτή την νοοτροπία! Οι Ελβετοί μιλούν τρεις γλώσσες, γαλλικά – γερμανικά – ιταλικά, αλλά εθνικά είναι μόνο Ελβετοί. Τα ρωμαίϊκα (απλά ελληνικά) ήταν η κοινή γλώσσα της αυτοκρατορίας μέχρι τον 19ο αιώνα και εξασφάλιζαν την ενότητά της.
Με την κοινή πίστη, την Ορθοδοξία, την κοινή Λατρεία, την κοινή πνευματική ζωή και την κοινή κανονική τάξη συνεχίσθηκε η ενότητα των Ορθοδόξων Λαών της αυτοκρατορίας, χωρίς να καταργούνται οι εθνικές ταυτότητες (συνείδηση της καταγωγής) μέσα στην εν Χριστώ υπερεθνικότητα. Ο εθνικισμός ως φυλετισμός, με τον τονισμό της εθνικότητας, θα αναπτυχθεί μετά το 1204 και θα κορυφωθεί τον 19ον αιώνα. Η εθνική (εθνικιστική) ιδέα θα καλλιεργηθεί από το τέλος του 18ου αιώνα (διαφωτισμός, σχολική εκπαίδευση). Έτσι θα προκύψουν οι βαλκανικοί εθνικισμοί με άμεση συνέπεια τα εκκλησιαστικά αυτοκέφαλα (διάλυση της ρωμαίϊκης ενότητας), διάλυση της εθναρχίας και της αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης, που συνεχιζόταν σ᾽ αυτή. Το 1872 πανορθόδοξη σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη καταδικάζει τον «εθνοφυλετισμό» (την είσοδό του στην Πίστη) ως αίρεση.
Η ενότητα της Ρωμανίας και η συνέχεια της οικουμενικής ρωμαίϊκη ιδέας εξασφαλίζεται στα όρια της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας, που δεν ακολούθησε τις τύχες και περιπέτειες της κρατικής δικαιοδοσίας. Ο εκκλησιαστικός χώρος, όταν και όπου κυριαρχεί το πατερικό φρόνημα, μένει πάντα πιστός στην εν Χριστώ οικουμενικότητα και πανενότητα των Ρωμαίων – Ρωμηών – Ορθοδόξων. Όπου όμως επικρατεί το κοσμικό φρόνημα, εκεί υπερισχύει ένας νοσηρός εθνικισμός (φυλετισμός).
Με την επιβίωση των εθναρχιών των κατακτημένων εδαφών της η Ρωμανία (αυτοκρατορία) ζει: Εθναρχία του Οικ. Πατριαρχείου, του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας, των Ιεροσολύμων και της Εκκλησίας της Κύπρου. Η δικαιοδοσία αυτών των εθναρχικών κέντρων έσωσε και σώζει και εδαφικά – δικαιοδοσιακά την παλαιά γεωγραφική έκταση της Ρωμανίας. Η διάσωση δε και συνέχεια της Ορθοδοξίας των Αγίων και της πατερικότητος του φρονήματος σώζει και πνευματικά την Ρωμανία, εις πείσμα των καιρών και των οποιωνδήποτε αλλαγών τους. Αυτό διεκήρυσσε σθεναρά ο μακαριστός π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Και είχε δίκιο!


Του πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού
Ορθόδοξος Τύπος, 24/05/2013
Πηγές:aktines.blogspot.gr  - zoiforos.gr

Η Πολιορκία και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης - Γ. Φραντζή




Οι δυστυχείς Ρωμαίοι, αφού άκουσαν τα λόγια του αυτοκράτορα, έσφιξαν την καρδιά τους, αγκαλιάστηκαν και έκλαιγαν όλοι μαζί. Κανένας δεν έφερνε πια στη μνήμη του τα αγαπημένα του παιδιά, τη γυναίκα και την περιουσία του, αλλά ήθελαν όλοι να πεθάνουν για τη σωτηρία της πατρίδας τους. Ύστερα γύρισαν στις θέσεις τους για να φυλάξουν τα τείχη της πόλης. Ο αυτοκράτορας πήγε αμέσως στον ιερό ναό της Αγίας Σοφίας, προσευχήθηκε με δάκρυα στα μάτια και κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων. Το ίδιο έκαναν και πολλοί άλλοι εκείνη τη νύχτα. Έπειτα γύρισε στα ανάκτορα και ζήτησε συγνώμη από όλους. Ποιος μπορεί να περιγράψει αυτήν τη στιγμή τους θρήνους και τους οδυρμούς που ακούστηκαν τότε στο παλάτι; Κανένας άνθρωπος δε θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος, ακόμα κι αν ήταν από ξύλο ή από πέτρα.
Ύστερα ανεβήκαμε στα άλογά μας, βγήκαμε από τα ανάκτορα και κάναμε επιθεώρηση στα τείχη για να ενθαρρύνουμε τους φρουρούς που κρατούσαν άγρυπνοι τις θέσεις τους. Εκείνη τη νύχτα όλοι βρίσκονταν στα τείχη και τους πύργους, ενώ είχαμε κλείσει προσεκτικά όλες τις πύλες ώστε να μην μπορεί να μπει ή να βγει κανένας. Όταν φτάσαμε στην Καλιγαρία, την ώρα που λαλούσαν για πρώτη φορά τα κοκόρια, ξεπεζέψαμε και ανεβήκαμε στον πύργο. Από εκεί ακούγαμε φωνές και δυνατό θόρυβο έξω από την πόλη. Οι φύλακες μας είπαν ότι αυτό γινόταν όλη τη νύχτα επειδή οι εχθροί έσερναν τις πολεμικές μηχανές τους κοντά στην τάφρο, προετοιμαζόμενοι για την επίθεση. Επίσης τα μεγάλα εχθρικά πλοία άρχισαν να κινούνται, προσπαθώντας να φέρουν στην ακτή τις γέφυρες που είχαν κατασκευάσει.
Οι Τούρκοι άρχισαν με μεγάλη σφοδρότητα και ορμή την επίθεση τη στιγμή που λαλούσαν τα κοκόρια για δεύτερη φορά, χωρίς να δώσουν κανένα σύνθημα, όπως είχαν χάνει και τις προηγούμενες φορές. Ο σουλτάνος διέταξε να επιτεθούν πρώτοι οι λιγότερο έμπειροι, μερικοί ηλικιωμένοι και αρκετοί νέοι, ώστε να μας κουράσουν, και στη συνέχεια να ριχτούν εναντίον μας οι πιο έμπειροι και γενναίοι με μεγαλύτερη τόλμη και δύναμη. Έτσι λοιπόν ο πόλεμος άναψε σαν καμίνι. Οι δικοί μας αντιστέκονταν με πείσμα, χτυπούσαν άγρια τους εχθρούς και τους γκρέμιζαν κάτω από τα τείχη, καταστρέφοντας συγχρόνως και πολλές από τις πολιορκητικές τους μηχανές. Οι νεκροί ήταν πολλοί και από τις δυο πλευρές, ιδίως όμως από το εχθρικό στρατόπεδο. Μόλις άρχισαν να σβήνουν τα άστρα του ουρανού καθώς προχωρούσε το φως της μέρας κι εμφανίστηκε στην ανατολή η ροδοδάχτυλη αυγή, όλο το πλήθος του εχθρού παρατάχθηκε σε μια σειρά που έφτανε από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της πόλης.
    Ακούστηκαν τότε τα τύμπανα, οι σάλπιγγες και τα υπόλοιπα πολεμικά όργανα με φωνές και αλαλαγμούς, ενώ τα κανόνια άρχισαν να ρίχνουν όλα μαζί. Τότε όλοι οι Τούρκοι όρμησαν από ξηρά και από θάλασσα στα τείχη και άρχισαν τη συμπλοκή μαζί μας. Οι πιο θαρραλέοι έστησαν σκάλες, ανέβηκαν πάνω σ' αυτές και έριχναν αδιάκοπα τα βέλη τους εναντίον των δικών μας. Η φρικτή και αμφίρροπη μάχη κράτησε δύο ώρες και φαινόταν ότι οι χριστιανοί θα έπαιρναν πάλι τη νίκη. Τα πλοία που μετέφεραν τις σκάλες και τις κινητές γέφυρες αποκρούστηκαν από τα παραθαλάσσια τείχη και αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω άπρακτα. Οι πολεμικές μηχανές, που έριχναν πέτρες από τα τείχη της πόλης, σκότωσαν πολλούς αγαρηνούς. Αλλά και εκείνοι που ήταν στην ξηρά έπαθαν τα ίδια και χειρότερα. Ήταν πολύ παράδοξο θέαμα να βλέπει κανείς τον ήλιο και τον ουρανό σκεπασμένους από ένα σύννεφο σκόνης και καπνού. Οι δικοί μας έκαιγαν τις εχθρικές πολεμικές μηχανές με το «υγρό πυρ», γκρέμιζαν τις σκάλες με όσους βρίσκονταν πάνω τους και σκότωναν αυτούς που επιχειρούσαν να ανεβούν στα τείχη με μεγάλες πέτρες, ακόντια, πυροβόλα και τόξα. Όπου έβλεπαν συγκεντρωμένους Τούρκους, τους χτυπούσαν με μεγάλα τηλεβόλα, σκοτώνοντας και πληγώνοντας πολλούς. Οι εχθροί απηύδησαν τόσο πολύ από τη σθεναρή αντίσταση που συναντούσαν ώστε θέλησαν να κάνουν λίγο πίσω για να ξεκουραστούν, αλλά οι τσαούσηδες και οι ραβδούχοι της τουρκικής Αυλής τους χτυπούσαν με σιδερένια ραβδιά και βούνευρα για να μην υποχωρήσουν. Ποιος μπορεί να περιγράψει τις κραυγές και τα βογκητά των τραυματιών και στα δύο στρατόπεδα; Ο θόρυβος και οι φωνές τους έφταναν μέχρι τον ουρανό. Μερικοί από τους δικούς μας, που έβλεπαν τους εχθρούς να υποφέρουν, τους φώναζαν: «Τι κάνετε συνεχώς επιθέσεις, αφού δεν μπορείτε να μας νικήσετε;» Εκείνοι τότε, προσπαθώντας να δείξουν τη γενναιότητα τους, ανέβαιναν πάλι στις σκάλες. Οι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν στους ώμους των άλλων και οι επόμενοι τους μιμούνταν, για να μπορέσουν να φτάσουν στην κορυφή του τείχους.
      Οι σκληρότερες μάχες έγιναν στις πύλες, όπου οι αντίπαλοι συγκρούονταν με τα σπαθιά στα χέρια και οι νεκροί ήταν αμέτρητοι. Όταν η παράταξη μας άρχισε να υποχωρεί, τότε πετάχτηκαν μπροστά ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Δημήτριος Καντακουζηνός, δύο γενναίοι άντρες που έτρεψαν τους αγαρηνούς σε φυγή, τους γκρέμισαν κάτω από τα τείχη και τους σκόρπισαν. Συγχρόνως έτρεξαν σε βοήθεια κι άλλοι δικοί μας, ενώ ο αυτοκράτορας που βρέθηκε εκεί έφιππος τους ενεθάρρυνε και τους παρακινούσε να πολεμάνε με σθένος, λέγοντας: «Συμπολεμιστές και αδέρφια μου, σας παρακαλώ στο όνομα του Θεού να κρατάτε τη θέση σας με γενναιότητα. Βλέπω ότι το πλήθος των εχθρών άρχισε να κουράζεται και να διασκορπίζεται. Δε μας χτυπούν πλέον με τάξη και σύστημα. Ελπίζω στο Θεό ότι η νίκη είναι δική μας. Να νιώθετε λοιπόν χαρά επειδή το στεφάνι της νίκης θα είναι δικό μας τόσο στη γη όσο και στον ουρανό. Ο Θεός βρίσκεται στο πλευρό μας και προκαλεί δειλία στους άπιστους».
Τη στιγμή που μιλούσε ο αυτοκράτορας, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης πληγώθηκε από βέλος στο πάνω μέρος του δεξιού του ποδιού. Αυτός ο τόσο έμπειρος πολεμιστής, στον πόλεμο, βλέποντας το αίμα να τρέχει από το σώμα του, έγινε κίτρινος από φόβο. Έχασε αμέσως το θάρρος του, σταμάτησε να αγωνίζεται και έτρεξε να βρει γιατρό σιωπηλός, χωρίς να σκέφτεται την ανδρεία και την καρτερικότητα που είχε δείξει μέχρι τότε. Δεν είπε όμως τίποτα στους συντρόφους του ούτε άφησε κανέναν αντικαταστάτη, για να μην προκληθεί σύγχυση που θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Οι στρατιώτες του τον αναζήτησαν με το βλέμμα και, μαθαίνοντας ότι είχε φύγει, καταλήφθηκαν από ταραχή και φόβο. Ευτυχώς, ο αυτοκράτορας που βρέθηκε εκεί κατά τύχη, τους είδε ταραγμένους και φοβισμένους σαν τα κυνηγημένα πρόβατα και θέλησε να μάθει την αιτία. Όταν λοιπόν είδε το στρατηγό του Ιουστινιάνη να φεύγει, τον πλησίασε και του είπε: «Γιατί το έκανες αυτό, αδερφέ μου; Γύρνα πίσω στη θέση σου. Η πληγή είναι ασήμαντη και η παρουσία σου απαραίτητη. Η πόλη στηρίζεται σε σένα για να σωθεί». Του είπε και άλλα πολλά, αλλά εκείνος δεν έδωσε απάντηση. Αντίθετα, έφυγε και πήγε στο Πέραν, όπου πέθανε ντροπιασμένος από λύπη για την περιφρόνηση των άλλων.
      Οι Τούρκοι όμως είδαν την ταραχή των δικών μας και πήραν θάρρος. Ο Σογάν πασάς κέντρισε με κατάλληλα λόγια τη φιλοτιμία των γενιτσάρων και των άλλων στρατιωτών, ενώ ένας γιγαντόσωμος γενίτσαρος (που λεγόταν Χασάν και καταγόταν από το Λουπάδι της Κυζίκου) έβαλε με το αριστερό χέρι την ασπίδα πάνω από το κεφάλι του, τράβηξε με το δεξί το σπαθί, ανέβηκε στο σημείο του τείχους όπου είχαν αρχίσει να υποχωρούν οι δικοί μας και ρίχτηκε πάνω τους. Τον Χασάν ακολούθησαν περίπου άλλοι 30 Τούρκοι που θέλησαν να φανούν εξίσου γενναίοι. Όσοι από τους δικούς μας είχαν απομείνει εκεί έριξαν τεράστιες πέτρες και βέλη εναντίον τους, γκρεμίζοντας τους 18 κάτω από τα τείχη, αλλά ο Χασάν κατάφερε να ανεβεί και να τρέψει σε φυγή τους χριστιανούς. Μετά την επιτυχία του, πολλοί άλλοι Τούρκοι βρήκαν την ευκαιρία να τον ακολουθήσουν και να σκαρφαλώσουν στα τείχη, αφού οι ελάχιστοι δικοί μας δεν κατάφεραν να τους εμποδίσουν. Πολέμησαν όμως με θάρρος και σκότωσαν πολλούς. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής ο Χασάν χτυπήθηκε από πέτρα και έπεσε κάτω. Μόλις τον είδαν οι δικοί μας πήραν θάρρος και τον λιθοβολούσαν από όλες τις πλευρές. Εκείνος σηκώθηκε στα γόνατα και συνέχισε να πολεμά, αλλά το δεξί του χέρι δέχτηκε αμέτρητα τραύματα από βέλη και έπεσε παράλυτο. Στη σύγκρουση αυτή σκοτώθηκαν και πληγώθηκαν πολλοί Τούρκοι, οι οποίοι μεταφέρθηκαν πίσω στο στρατόπεδο. Το πλήθος όμως εκείνων που είχαν ανεβεί στα τείχη διασκόρπισε τους δικούς μας, που εγκατέλειψαν το εξωτερικό και έτρεξαν μέσα στην πόλη με τόση βία ώστε ο ένας πατούσε τον άλλο. Καθώς συνέβαιναν αυτά, ακούστηκαν φωνές από μέσα, από έξω και από το μέρος του λιμανιού: «Έπεσε το φρούριο. Στους πύργους στήθηκαν σημαίες και λάβαρα». Οι φωνές αυτές έτρεψαν σε φυγή τους δικούς μας, ενώ έδωσαν καινούριο θάρρος στους εχθρούς που άρχισαν να ανεβαίνουν στα τείχη άφοβα και με αλαλαγμούς χαράς.
     Όταν ο δυστυχισμένος αυτοκράτορας και δεσπότης μου είδε αυτό το θέαμα, παρακαλούσε το Θεό με δάκρυα στα μάτια και παρακινούσε τους στρατιώτες να φανούν γενναίοι. Δυστυχώς, όμως, δεν υπήρχε πλέον καμιά ελπίδα βοήθειας ή συμπαράστασης. Τότε τσίγκλησε το άλογό του, έφτασε στο σημείο από όπου οι εχθροί έμπαιναν στην πόλη και ρίχτηκε πάνω τους όπως ο Σαμψών κατά των αλλοφύλων. Στην πρώτη του επίθεση τους γκρέμισε όλους κάτω από τα τείχη, πράγμα που φάνηκε σαν θαύμα σε όσους το είδαν. Μουγκρίζοντας σαν λιοντάρι και κρατώντας το σπαθί στο δεξί του χέρι, έσφαξε τόσους πολλούς Τούρκους ώστε το αίμα έτρεχε σαν ποτάμι από τα χέρια και τα πόδια του.
     Ο Φραγκίσκος Τολέντο, τον οποίο αναφέραμε παραπάνω, φάνηκε ανώτερος ακόμα και από τον Αχιλλέα. Πολεμώντας στα δεξιά του αυτοκράτορα, κομμάτιαζε τους εχθρούς με δόντια και με νύχια. Το ίδιο έκανε και ο Θεόφιλος Παλαιολόγος. Βλέποντας τον αυτοκράτορα να αγωνίζεται για να σώσει την πόλη που κινδύνευε, φώναξε κλαίγοντας: «Καλύτερα να πεθάνω παρά να ζήσω». Ύστερα όρμησε κραυγάζοντας πάνω στους εχθρούς και σκότωσε ή έτρεψε σε φυγή όσους βρέθηκαν μπροστά του. Ο Ιωάννης Δαλμάτης, που βρέθηκε κι αυτός στο ίδιο μέρος, πολεμούσε με ηρωισμό σαν γενναίος στρατιώτης που ήταν. Όσοι βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης θαύμασαν την τόλμη και την ανδρεία των εξαιρετικών εκείνων ανδρών. Οι επιθέσεις επαναλήφθηκαν δύο και τρεις φορές, μέχρι που κατάφεραν να τρέψουν τους απίστους σε φυγή, να σκοτώσουν πολλούς και να γκρεμίσουν άλλους κάτω από τα τείχη. Οι στρατιώτες μας πολέμησαν με μεγάλη γενναιότητα και στο τέλος έπεσαν νεκροί, αφού προηγουμένως είχαν προξενήσει τεράστιες απώλειες στους εχθρούς. Πολλοί άλλοι σκοτώθηκαν επίσης κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου οι εχθροί είχαν στήσει τη μεγάλη ελέπολη και το φοβερό κανόνι, με τα οποία γκρέμισαν τα τείχη και κατάφεραν να πρωτομπούν στην πόλη. Τη στιγμή εκείνη εγώ δε βρισκόμουν κοντά στον αυτοκράτορα και δεσπότη μου, επειδή είχα πάει να επιθεωρήσω ένα άλλο σημείο της πόλης, σύμφωνα με τη διαταγή του.
Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόλα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του Βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την Κρήτη που πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους. Παρά τις υποσχέσεις του όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους πείσει να αφήσουν τους πύργους και να φύγουν. Δύο αδέρφια, οι Ιταλοί Παύλος και Τρωίλος, πολέμησαν με γενναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα τους σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη και είπε στον αδερφό του: «Χάθηκαν τα πάντα. Κρύψου ήλιε και θρήνησε γη. Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλάχιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».
      Έτσι οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453, στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχειρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν. Ποιος μπορούσε να περιγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών εκκλησιών; Το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατούσαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικόνες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιερέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντιλα. Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κειμήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των αγίων και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν. Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου!
Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Αγίας Σοφίας, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο της δόξας του Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρώνε και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τράπεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέλες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την άγια εκκλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλεπαν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες αντρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φόνοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέτρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δε γλίτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί.
     Την τρίτη μέρα μετά την άλωση ο σουλτάνος έδωσε εντολή να γίνουν γιορτές και πανηγύρια για τη μεγάλη νίκη, και διέταξε να βγουν έξω ελεύθερα και άφοβα όσοι ήταν κρυμμένοι σε διάφορα μέρη της Πόλης, μικροί και μεγάλοι. Διέταξε επίσης να γυρίσουν στα σπίτια τους όσοι είχαν φύγει εξαιτίας του πολέμου και να ζήσουν εκεί όπως πριν, σύμφωνα με το δίκαιο και τη θρησκεία τους. Ακόμα, έδωσε διαταγή να εκλέξουν πατριάρχη σύμφωνα με τα έθιμα τους. αφού ο προηγούμενος πατριάρχης είχε πεθάνει. Οι αρχιερείς και οι ελάχιστοι άλλοι κληρικοί και λαϊκοί που έτυχε να βρίσκονται στην πόλη διάλεξαν για το αξίωμα αυτό το Γεώργιο Σχολάριο, που ήταν ένας πολύ καλλιεργημένος πολίτης, τον οποίο χειροτόνησαν πατριάρχη και τον ονόμασαν Γεννάδιο.
Οι χριστιανοί αυτοκράτορες συνήθιζαν να χαρίζουν στο νέο πατριάρχη μια χρυσή ράβδο στολισμένη με πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια, καθώς και ένα άλογο με πολυτελή βασιλική σέλα και κάλυμμα από άσπρο και χρυσό ύφασμα. Ο πατριάρχης έβγαινε από τα ανάκτορα μαζί με όλα τα μέλη της συγκλήτου και πήγαινε στο πατριαρχείο κάτω από τις επευφημίες του πλήθους.
Η χειροτονία του γινόταν από τους αρχιερείς, όπως όριζε η Εκκλησία και ο νόμος. Ο μελλοντικός πατριάρχης έπαιρνε τη ράβδο από τα χέρια του αυτοκράτορα με τον τρόπο που αναφέρουμε στη συνέχεια.
     Ο αυτοκράτορας καθόταν στο θρόνο, οι συγκλητικοί στέκονταν γύρω του ασκεπείς και ο μέγας πρωτοπαπάς του παλατιού άρχιζε την τελετή με το «Ευλογητός ο Θεός». Ύστερα έλεγε μια σύντομη ευχή και ο μεγάλος δομέστικος έψελνε το «Όπου γαρ βασιλέως παρουσία». Ο λαμπαδάριος και η χορωδία συνέχιζαν με το «Νυν και αεί» και το «Ο βασιλεύς των ουρανών». Όταν τελείωνε και αυτό το τροπάριο, ο αυτοκράτορας σηκωνόταν κρατώντας τη ράβδο στο δεξί του χέρι. Ο υποψήφιος πατριάρχης πλησίαζε με το μητροπολίτη Καισαρείας στα δεξιά του και το μητροπολίτη Ηράκλειας στα αριστερά, έκανε τρεις μετάνοιες μπροστά σε όλους και μετά πλησίαζε τον αυτοκράτορα για να προσκυνήσει, όπως ήταν η συνήθεια. Ο αυτοκράτορας ύψωνε λίγο τη ράβδο και έλεγε: «Η Αγία Τριάς, η την εμήν βασιλείαν δωρησαμένη, προχειρίζεταί σε εις πατριάρχην Νέας Ρώμης». Ο νέος πατριάρχης έπαιρνε την εκκλησιαστική εξουσία από τον αυτοκράτορα, τον οποίο ευχαριστούσε, και οι δύο χορωδίες έψελναν τρεις φορές το «Εις πολλά έτη, δέσποτα». Με τον τρόπο αυτό τελείωνε η τελετή. Ύστερα, κρατώντας κηροπήγια με λαμπάδες, ο πατριάρχης κατέβαινε από το διβάμβουλο στο προαύλιο του παλατιού και ανέβαινε στο άλογο το οποίο περίμενε στολισμένο.
Θέλοντας λοιπόν και ο αχρείος σουλτάνος να κάνει, σαν βασιλιάς της Κωνσταντινούπολης, ό,τι έκαναν οι χριστιανοί αυτοκράτορες, προσκάλεσε τον πατριάρχη να καθίσει, να φάει και να συζητήσει μαζί του. Μόλις εκείνος έφτασε στο παλάτι του, τον δέχτηκε με μεγάλη τιμή, συζήτησε μαζί του πολλή ώρα και του έδωσε αμέτρητες υποσχέσεις. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, ο σουλτάνος έβγαλε μια πολύτιμη ποιμαντορική ράβδο και τον παρακάλεσε να τη δεχτεί σαν δώρο. Ύστερα, θέλοντας και μη, ο πατριάρχης κατέβηκε μαζί του στην αυλή, όπου τον ανέβασε σε ένα άλογο που περίμενε έτοιμο και έδωσε εντολή στους άρχοντες της Αυλής του να τον συνοδέψουν με όλες τις τιμές. Πραγματικά οι αυλικοί, άλλοι μπροστά και άλλοι πίσω από τον πατριάρχη, τον συνόδεψαν μέχρι το σεπτό Αποστολείο, το οποίο είχε παραχωρήσει ο σουλτάνος για πατριαρχείο. Ο άθλιος όμως κράτησε τον περίλαμπρο ναό της Αγίας Σοφίας, το υπέροχο κειμήλιο, τον επίγειο ουρανό και θαύμα της ανθρωπότητας, για να τον χρησιμοποιήσει σαν τόπο του δικού του προσκυνήματος. Όπως είπαμε προηγουμένως, ο θαυματουργός ναός των Βλαχερνών είχε πυρποληθεί. Ο πατριάρχης όμως έμεινε λίγο καιρό στο Αποστολείο επειδή σ' εκείνα τα μέρη είχαν απομείνει ελάχιστοι χριστιανοί και επιπλέον φοβόταν μήπως του συμβεί κανένα κακό μέσα στην ερημιά, αφού μια μέρα κάποιος αγαρηνός βρέθηκε σκοτωμένος στο προαύλιο της εκκλησίας. Γι' αυτούς τους λόγους ζήτησε το μοναστήρι της Παμμακάριστου, το οποίο του δόθηκε για πατριαρχείο, δεδομένου ότι εκεί ζούσαν αρκετοί χριστιανοί. Έδωσε λοιπόν εντολή να μεταφερθούν οι μοναχές στο μοναστήρι του Αγίου Προφήτη και Προδρόμου Ιωάννη που βρισκόταν στα ανάκτορα του Τρούλου, όπου είχε γίνει η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού Β' του Ρινοτμήτου. Εκείνη την εποχή ο Τρούλος ήταν ένα λαμπρό παλάτι στο βόρειο μέρος της Παμμακαρίστου.
Ο ασεβέστατος και εξολοθρευτής των χριστιανών σουλτάνος, πονηρός και πανούργος σαν αλεπού, δεν τα έκανε όλα αυτά από ευλάβεια ή από καλοσύνη, αλλά για να ακούσουν οι χριστιανοί τις υποσχέσεις του και να έρθουν να κατοικήσουν στην Κωνσταντινούπολη η οποία είχε ερημωθεί από το μακρόχρονο πόλεμο και προπάντων μετά την κατάληψη της από τους Τούρκους. Πραγματικά, μερικοί χριστιανοί ξαναγύρισαν στην πόλη, ενώ μετά από λίγο έφερε και αρκετούς αποίκους (που ονομάζονται σεργούνηδες στα τουρκικά) από τον Καφά της Τραπεζούντας, τη Σινώπη και το Ασπρόκαστρο. Έδωσε επίσης στον πατριάρχη ορισμένα γραπτά διατάγματα με τη σουλτανική σφραγίδα και την υπογραφή του, ούτως ώστε κανένας να μην τον ενοχλεί ή να του φέρνει αντιρρήσεις. Με τα διατάγματα αυτά ο πατριάρχης θα έμενε για πάντα ανενόχλητος, αφορολόγητος και ασφαλισμένος από κάθε κίνδυνο, τόσο ο ίδιος όσο και οι διάδοχοί του, καθώς και οι υπόλοιποι ιερείς που βρίσκονταν κάτω από την εξουσία του.
Πηγή: http://www.egolpion.com/poliorkia_polhs.el.aspx

Ανάμνηση της θλιβεράς αλώσεως της Βασιλίδος των πόλεων


alosis03
Βασιλεύς Βασιλέων Βασιλεύων Βασιλεύσιν

Τρίτη 29 Μαΐου 1453 μ.Χ.



Της Αγια-Σοφιάς
Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει και η Αγιά Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι
με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο Πατριάρχης
κι απ’ την πολλή την ψαλμουδιά, εσειόνταν οι κολώνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να ‘βγη ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ’ ουρανού κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα.
Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ’ άγια,
παπάδες πάρτε τα ιερά και ‘σεις κεριά σβηστείτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη.
Μον’ στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να ‘ρθουνε τρία καράβια
το ‘να να πάρει το σταυρό και τ’ άλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο το καλύτερο την ΄Αγια Τράπεζά μας
μη μας την πάρουν τα σκυλιά, μη μας την μαγαρίσουν.
Η Δέσποινα ταράχθηκε κι εδάκρυσαν οι εικόνες
«Σώπασε κυρά Δέσποινα και μη πολυδακρύζεις
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι».
(δημοτικό)

Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

Ήθος Αρμονιών, Γενών και Ρυθμών


 

Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών παρουσιάζει μια βραδιά μουσικής παράδοσης με τον Παναγιώτη Μυλωνά…

Τραγούδια, χοροί και δρώμενα από διάφορες περιοχές του ελληνισμού συναντώνται στη σκηνή του Μεγάρου σε μία και μοναδική παράσταση, με τη σύμπραξη καταξιωμένων τραγουδιστών, μουσικών και χορευτικών συγκροτημάτων, γνήσιων εκπροσώπων της παραδοσιακής μας μουσικής (δημοτικής και βυζαντινής)

Μουσικοί, τραγουδιστές και χορευτικά συγκροτήματα που συμβάλλουν με την αυθεντικότητά τους στη διατήρηση της γνήσιας κι απαλλαγμένης από «κακοτεχνίες» ελληνικής παραδοσιακής μουσικής. Μουσική , τραγούδια και χοροί που καταδεικνύουν την παράδοσή μας - όχι μόνο ως αυτόνομο καλλιτεχνικό είδος που διασώζει από την αρχαιότητα την ίδια μουσική τεχνοτροπία αλλά και ως ένα αναπόσπαστο μέρος των πολλών κατά τόπους εθιμικών εκδηλώσεων, χαρακτηριστικών της εθνικής-λαϊκής νοοτροπίας και ψυχοσύνθεσης. Ένα, «Ήθος Αρμονιών, Γενών και Ρυθμών» που η έκφρασή του – στο πλαίσιο μιας «πανηγυρικής» βραδιάς στο Μέγαρο Μουσικής – αρκεί για να πιστοποιήσει την ύπαρξη δυνατού αισθήματος και πνεύματος που εδώ και αιώνες τροφοδοτεί και τρέφεται από την ολοζώντανη, εθνική, πολιτιστική μας κληρονομιά.


Η συναυλία εντάσσεται στη Σειρά Γέφυρες που διευθύνει ο Δημήτρης Μαραγκόπουλος.

Σειρά Γέφυρες:
Στη διάρκεια της ξεχωριστής αυτής εκδήλωσης που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 11 Νοεμβρίου, στις 8.30 το βράδυ, στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης, με πρωτοβουλία του γνωστού μουσικολόγου και λαογράφου Παναγιώτη Χ. Μυλωνά (δημιουργού και παρουσιαστή της μακροβιότερης εκπομπής της ελληνικής τηλεόρασης «Μουσική Παράδοση») θα «παρελάσουν» καταξιωμένοι τραγουδιστές και μουσικοί της δημοτικής μας μουσικής (ενδεικτικά αναφέρουμε τους Άννα Σαρρή-Καραμπεσίνη, Νίκο Καρατάσο, Θεολόγο Γρύλλη, Μιχάλη Χατζημιχαήλ, Χρυσόστομο Μητροπάνο, Καριοφύλλη Δοϊτσίδη, Θεοπούλα και Λαμπριάννα Δοϊτσίδη, Σάββα Σιάτρα, Φραγκίσκο Τζιωτάκη, Χρήστο Π. Μυλωνά), προικισμένοι καλλιτέχνες που χρόνια τώρα υπηρετούν το δημοτικό τραγούδι με σεβασμό και ήθος, δίχως να το αλλοιώνουν, να το ευτελίζουν, να το κακοποιούν ή να το εμπορευματοποιούν.


Όπως και η δραστηριότητα οργανωμένων ομίλων και μουσικοχορευτικών συγκροτημάτων από διάφορες περιοχές του Ελληνισμού (Μακεδονία, Θράκη, Ηπειρο, Θεσσαλία, Ρούμελη, Μωριά, Αργοσαρωνικό, Κυκλάδες, Δωδεκάνησα, Πόντο, Κρήτη, Κύπρο, Καππαδοκία). Πρόκειται στο σύνολό τους για συντελεστές με σαφή γνώση του αντικειμένου τους που εν προκειμένω καλούνται να δώσουν πολύτιμα δείγματα της τοπικής, μουσικοποιητικής και χορευτικής τους παράδοσης μέσα από μελωδίες, «τρόπους», ήχους, ρυθμικές κατασκευές αλλά και βυζαντινά ακούσματα που καταδεικνύουν την πανάρχαια καταγωγή τους (Όμιλος Ελληνικών Χορών Δημοτικού Σχολείου Ι.Ε. «Ιόνιος Σχολή», Όμιλος Ελληνικών Χορών Μαρίνας Χριστοφάκη, Λαογραφικός Χορευτικός Όμιλος Τρικάλων «Ασκληπιός», Χορευτικός Όμιλος Ποντίων «Σέρρα», Χορευτική Ομάδα Σαλαμίνας Μανώλη Καπετανάκη, Λαογραφικός Όμιλος «Κουρήτες», Βυζαντινός Χορός, Ορχήστρα Κέντρου Εθνικής Μουσικής, Ορχήστρα και Χορωδία Παραδοσιακής Μουσικής κ.ά.). Τη βραδιά παρουσιάζει, σε δικά του κείμενα και μουσική διεύθυνση ο Παναγιώτης Χ. Μυλωνάς. Τη σύνθεση του προγράμματος και την καλλιτεχνική επιμέλεια υπογράφει ο Βασίλειος Ι. Οικονόμου. Σκηνοθετεί ο Τάσος Μπιρσίμ.


Η Ορχήστρα Κέντρου Εθνικής Μουσικής ανοίγει τη βραδιά με τον περίφημο κωνσταντινουπολίτικο σκοπό του «Καροτσέρη». Πρώτη στάση, στα Δωδεκάνησα με τον Νίκο Καρατάσο σ’έναν αυτοσχεδιασμό με σαντούρι. Με το καθιστικό του γάμου «Μέρα μέρωσε» που ερμηνεύει η Άννα Σαρρή-Καραμπεσίνη, το αγερμικό «Χελιδόνι πέταξε» που χορεύουν οι μαθητές της Ιονίου Σχολής, Σιγανό χορό και Σούστα από τον οργανοπαίκτη της τσαμπούνας Θεολόγο Γρύλλη. Ένα σύντομο πέρασμα στην Κύπρο (με το ακριτικό «Κάτω στην άκρην των ακριών» και την παραλογή «Τρεις καλοήροι κρητικοί» από τον Μιχάλη Χατζημιχαήλ) κι έπειτα επιστροφή στην ηπειρωτική Ελλάδα: στη Θεσσαλία (με το οργανικό «Καραγκούνα», το ιστορικό «Nά'μαν δεντρί στη Βενετιά» και το τσάμικο της αγάπης «Δεν μπόρεσα να βρω καμμιά» που τραγουδά ο Χρυσόστομος Μητροπάνος συνοδεία κλαρίνου και χορευτών), τη Μακεδονία («Άστρα μου, χαμηλώσατι», «Προσκυνητός», το νυφιάτικο συρτό «Τι στέκεις νύφη μ'», το αργόσυρτο «Της Δημητρούλας», το «Σεφερλί» και την πατηνάδα «Δε σ’ έπρεπε, Λισσάβω μ'»), την Πελοπόννησο (το ιστορικό «Μια περδικούλα κάθεται», το τραγούδι της ξενητιάς «Πήγα την ακροθαλασσιά», το συρτό-καλαματιανό «Εμείς καλά καθόμαστε», το κλέφτικο, συρτό και τσάμικο «Βγήκαν τα Νικολόπουλα» με ερμηνευτή τον Χρήστο Κυριακόπουλο) και την Αττική (με το τραγούδι της αγάπης – αργό καλαματιανό – «Ρα καμπάνα ι Παπαντίς» κι ένα «Τσάμικο» από τη ζυγιά του Βοιωτού Νίκου Σοφού).


Μνήμες από την Καππαδοκία έρχονται στο νου με τον αυτοσχεδιασμό του Στέλιου Βαρβέρη στο ούτι, τον κυκλικό χορό της Σινασού «Σήμερις η σημεριανή», τον αντικρυστό χορό της Σινασού «Ισος» και τον Χορό των κουταλιών «Κόνιαλι» από τα μέλη του Ομίλου Ελληνικών Χορών Μαρίνας Χριστοφάκη ενώ εκείνα από τον Χορευτικό Ομιλο Ποντίων «Σέρρα» λικνίζονται στο ρυθμό του «Κότσαρι», του πυρίχιου «Σέρρα» ή του διπάτ (=αργού) της Τραπεζούντας «Σιτ' επέγ'να ομάλια-ομάλια» από τον Πόντο.

Στα μισά του προγράμματος, στην έναρξη του δεύτερου μέρους του, θα ακουστούν και μελωδήματα από τον άλλο κλάδο της εθνικής μας μουσικής, τη βυζαντινή εκκλησιαστική όπως τα «Βυθοῦ ἀνεκάλυψε πυθμένα» (καταβασία, ύμνος που ψάλλεται στον όρθρο, της Α’ ωδής των Θεοφανείων) ή το ιδιόμελον της Κυριακής της Πεντηκοστής «Πάντα χορηγεῖ τό πνεύμα τό Ἃγιον» που θα ψάλλει η Γερόντισσα Μαριάμ. Το δημοτικό πρόγραμμα της εκδήλωσης θα συνεχιστεί με μουσικές και χορούς από τη Δυτική Θράκη (αυτοσχεδιασμό του Μανώλη Καρπάθιου με κανονάκι, το ακριτικό-ζωναράδικο «Άγουρος 'πού τη Φραγκιά», την παραλογή «Μηλίτσα πού'σαι στο γκρεμό», τον συγκαθιστό καρσιλαμά «Χαρίσιος») και την Ηπειρο («Χειμαριώτικο» με τον Βασίλη Κατράκο στο  λαούτο, το μοιρολόγι «Μάνα και γιος εκάθονταν», την παραλογή «Ένα πραματευτόπουλο» με τον Σάββα Σιάτρα στο τραγούδι και τον Δημήτρη Ζιάγκα στο κλαρίνο). Αλλά και τα νησιά του Αργοσαρωνικού (την κουλουριώτικη τράτα «Μια κόρη ρόδα μάζευε», το συρτό αιγινίτικο «Της Παλιαχώρας τα βουνά»), τις Κυκλάδες (το συρτό τραγούδι του Μάη «Ήρχεν ο Μάης», το μπάλλο «Στον Άγιο Κωσταντίνο») και την Κρήτη (με τα μέλη του Λαογραφικού Ομίλου «Κουρήτες» να χορεύουν τον πολεμικό χορό «Πυρρίχη», το χανιώτικο συρτό «Απ' το Λασίθι ως τα Χανιά» και το πεντοζάλι «Σαν θες να μάθεις και να δεις»). Η βραδιά κλείνει με το συρτοκαλαματιανό της αγάπης «Νά'χα νεράντζι νά'ριχνα», γνωστό τραγούδι του Μωριά, «Το μαργιόλικο», τσάμικο από τη Ρούμελη που τραγουδά ο Χρήστος Π. Μυλωνάς συνοδεία του Κώστα Γιαννακόπουλου στο κλαρίνο κι όλους τους συντελεστές να δίνουν το «παρών» επί σκηνής, ενωμένοι στο ρυθμό ενός «Πηλιορείτικου» σκοπού.

Ο μουσικολόγος-λαογράφος Παναγιώτης Χ. Μυλωνάς γεννήθηκε στο Λάππα Πατρών Αχαΐας. Έχει σπουδάσει θεολογία, πολιτικές επιστήμες και είναι καθηγητής εθνικής μουσικής (βυζαντινή-δημοτική). Είναι δημιουργός και παρουσιαστής της μακροβιότερης εκπομπής της ελληνικής τηλεόρασης «Μουσική Παράδοση» απ’ όπου, επί τέσσερις δεκαετίες και πλέον, έχει παρελάσει η δραστηριότητα των συγκροτημάτων τοπικών συλλόγων και μεμονωμένων φορέων της παράδοσής μας (μουσικοί, τραγουδιστές) που την διακονούν με σεβασμό και ήθος. Ο Παναγιώτης Χ. Μυλωνάς είναι βασικό στέλεχος της ΕΡΤ από το 1969. Παραγωγός – αρχικά – μουσικών εκπομπών στο Α’ Πρόγραμμα της ελληνικής ραδιοφωνίας, προϊστάμενος τμήματος εθνικής μουσικής, τομεάρχης μόρφωσης, προϊστάμενος τμήματος μουσικών εκπομπών, διευθυντής υπηρεσίας εθνικού πολιτισμού, υπεύθυνος των μεταδόσεων όλων των πατριαρχικών λειτουργιών από τα Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως, Ιεροσολύμων, Αντιοχείας, Αλεξάνδρειας και άλλων αυτοκέφαλων εκκλησιών. Έχει υπάρξει επί 35ετία διευθυντής χορωδίας και ορχήστρας της παραδοσιακής μουσικής στην ΕΤ1. Είναι δημιουργός του μεγαλύτερου αρχείου με δείγματα της παράδοσής μας (τραγούδια, χορούς, δρώμενα) που κοσμεί την ΕΡΤ. Από το 2000 είναι Πρόεδρος τους Κέντρου Εθνικής Μουσικής (ΚΕΜ) που σκοπός του είναι η αξιοποίηση του προσωπικού του αρχείου όπως και η πραγματοποίηση πλείστων άλλων δραστηριοτήτων όσον αφορά στην πολιτιστική ζωή του τόπου.

πηγή

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Τέρεν μάνα μ΄ το παπόρ΄



   

Τραγούδι αποχωρισμού

Μέσα στη γενικευμένη συμφορά της καταστροφής και του ξεριζωμού, το τραγούδι μας μεταφέρει   σε ένα λιμάνι, όπου οι ξεριζωμένοι περιμένουν τα καράβια , για να τους πάνε στη μητέρα- Ελλάδα, και γεμάτοι προσμονή και ελπίδα υπομένουν την ώρα της επιβίβασης όλα τα δεινά. Εκτυλίσσονται σκηνές  τραγωδίας , μέσα στη γενική σύγχυση και αναστάτωση.

Στίχοι : Παραδοσιακοί
Μουσική : Παραδοσιακή σε διασκευή
Τραγούδι : Σωκράτης Κυψελίδης Γιώργος Ιωαννίδης
Συνοδεία : Κεμανές ( πρίμος) Ούτι, Νταϊρές

Τέρεν μάνα μ΄ το παπόρ΄

 αργός καρσιλαμάς

Τέρεν μάνα μ ΄ το παπόρ ΄ ντ΄άσκεμα κουνίεται,
το σαρίν τ΄ άρνί ΄μ ΄ άπες ΄φοούμαι ΄κ΄ εύρίεται .

Επωδός

Έλα.έλα μετ΄εμέναν, ΄ς σό παπόρ ΄και ΄ς σήν πατρίδαν,
΄ς σό παπόρ ΄και ΄ς σήν πατρίδαν , έκεί έχομεν έλπίδαν .

Τερώ τερώ να έλέςω σε, φοούμε γιάμ ΄έχάθες.
έζέβα άπαν ΄και΄ς σό παπόρ ΄έσυ πουθέν ΄κ΄έφάνθες.

Επωδός
Έλα.έλα έσέν λέγω, γιατί κάνείς με και κλαίγω,
Γιατί κάνεις με και κλαίγω , εσέν όλιον άραεύω.
Κουίζω, μάνα, κουίζω, τ΄άρνί ΄ μ΄ χαπάρ ΄κί δί με ,
΄ς σήν στράταν άπαν ΄ έχασα ΄το, τρανόν βρούλαν θα καίει με.

Επωδός ( επανάληψη πρώτης επωδού)

Εκδηλώσεις μνήμης για την γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου