Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Κυπριακά νανουρίσματα: την Αλεξάνδρειαν ζάχαριν και το Μισίριν ρύζιν


Η Παναγία του Λιοπετρίου, έργο του Γεωργίου Πολ. Γεωργίου

Το νανούρισμα της μάνας στο παιδί της είναι η πιο τρυφερή εκδήλωση της γυναικείας καρδιάς στο πλάσμα που βλάστησε στα σπλάχνα της, όπως ο σπόρος του καρπού που κυοφορείται στης μάνας γης την αγκαλιά για να ξεπεταχτεί στο φως ίδιος λουλούδι προφαντό κι ολόδροσο κάτω από τη θαλπωρή του ήλιου. Έτσι και το μωρό, κοιτάζοντας με τ' αθώα ματάκια του Εκείνην που στημένη πάνω από το λίκνο του ξεχύνει γύρω του τη ζεστασιά της πιο άδολης αγάπης, ακούει μέσα από τον παλμό της απαλότρεμης φωνής της την πρώτη μουσική, που έρχεται σαν ουράνιο χάδι από άγνωστους κόσμους να το αποκοιμίσει. Οι περισσότερες μανάδες, ιδίως στην ύπαιθρο, κουνάνε τα μικρά τους ρυθμίζοντας με κάθε κούνιμα και το νανούρισμά τους.
Στην Κύπρο τα νανουρίσματα τα λένε «τραούδκια της σούσας».* Οι χωρικοί φτιάχνουν τις κούνιες των παιδιών τους με ξύλα κατά ένα τρόπο που να μπορούν να τις κρεμούν και δίπλα στο κρεβάτι τους, δεμένες με σκοινί, από τα δοκάρια της στέγης. Τις πιο πρόχειρες κούνιες τι κάνουν από δερμάτινες σακούλες που τις κρεμούν με το μωρό στα δέντρα όταν πάνε να δουλέψουν στα χωράφια, στα αμπέλια ή σε άλλες αγροτικές εργασίες. Πόσα όνειρα δεν πλάθει η κάθε μάνα για τον γυιό τον κανακάρη της ή για την κόρη της την «μαρκαριταρένια» όταν αρχίζει το τραγουδιστό νανούρισμα:

Έργο του Αδαμάντιου Διαμαντή

Νάννι, νάννι το γυιούϊν μου και το παλληκαρούϊν μου.
Κοιμήσου, γούϊν μ' ακριβό, κι' έχω να σου χαρίσω
την Αλεξάντραν* ζάχαριν και το Μισίριν* ρύζιν
και την Κωνσταντινούπολιν τρεις χρόνους να την ΄ρίζης.
Τρεις χώρες και τρία χωρκά και τρία μοναστήρια.
Στες χώρες να δκιανεύκεσαι* και στα χωρκά να νυιέσαι*
και στα μοναστηράκια σου να πας να λειτουρκέσαι.

Άγια Μαρίνα και Κυρά, που ΄ποκοιμίζεις τα μωρά,
ρομάνισ'* τα ΄ξωπόρκια μου να κοιμηθεί ο γυιόκκας μου.
Να κοιμηθή ν' αναγυιωθεί,* να σηκωθή να παραπατή,
να πκιάση πένναν και χαρτίν, να πα στον δάσκαλον ευτύς
να μάθει τ' Άλφα και το Βη, να βάλη νουν και προποπήν.

Άγια Μαρίνα και Κυρά, που ΄ποκοιμίζεις τα μωρά,
΄ποκοίμισ' τούτον το μωρόν κ' η μάνα του εν΄ στον γιαλόν,
να φέρη δάφνες και νερόν,
να πλύνει τα ρουχούθκια του και τα τουλουπιστρούθκια του,*
και να τ΄απλώση στις νοθκιές,* στις κόκκινες μουσκοκαρκιές.*

Άγια Μαρίνα και Κυρά, που μερανίσκεις* τα μωρά,
μέρανε μου την κόρην μου και παρ΄την πέρα, γύρισ΄την,
κ΄έπαρ΄την πέρα των περών να φέρη δάφνην και νερόν,
να δη τα δέντρα πως αθκιούν και τα πουλιά πως κελαδούν
και τα πεζούνια* πως πετούν, πως κελαδούν, πως χαίρουνται,
πως χαίρουνται και πέτουνται, πως πάσιν πέρα κ΄έρκουνται.
Να δη νερά τρεχάμενα, να δη πουλιά πετάμενα,
και πάλι στράφου φερ΄ την μου
γιατ΄είν΄μωρούϊν τρυφερόν και θέλω την να την θωρώ,
να την θωρώ, να την φιλώ, γιατί εγιώ την αγαπώ,
και πάλε στράφου φερ΄μου την, μεν τη γυρέψη η μάνα της
και χαλαστή το γάλαν της, μεν την γυρέψη ο κύρης της
και θυμωθή της μάνας της και δέρη τους μαείρους του.

Άγια* κοιμήθου, κόρη μου, στην κούνιαν σου την αρκυρήν
και στην καμάραν την γρουσήν, και το καμαροσκούλλισμαν*
της Πόλης ένι πλούμισμαν, της Βενετιάς εν΄κέντημαν.
Άγια κοιμήθου, μάνα μου, κ΄η μάνα σου εν΄εν'* εδώ· 
πήε στον Δάφνην ποταμόν να φέρη δάφνην και νερόν
να πλύνη τα ρουχούθκια σου και τα πουκαμισούθκια σου
σε μαρμαρένην βούρναν,
να έμπη ο Χριστός τατάς* και η Παναΐα νούνα.


 Γλωσσάρι

τραούδκια της σούσας = τραγούδια της κούνιας, Αλεξάντραν = Αλεξάνδρεια, Μισίριν = Αίγυπτος, δκιανεύκεσαι = σεργιανάς, νυιέσαι = ησυχάζεις, ρομάνισε = βάλε το σύρτη, αναγυιωθεί = να μεγαλώσει, τουλουπιστρούθκια = πανιά του μωρού, νοθκιές =  στο νοτιά, μουσκοκαρκιές = γαριφαλιές, μερανίσκεις = ημερώνεις, πεζούνια = περιστέρια (από το γαλλικό pigeon), άγια = άϊντε, καμαροσκούλλισμαν = κουνουπιέρα, εν΄εν' = δεν είναι, τατάς = νουνός, νούνα = νονά.

Πηγή

Από το βιβλίο της Αθηνάς Ταρσούλη «ΚΥΠΡΟΣ», τόμος Β', 1963
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC
Η Παναγία της Περιστερώνας, έργο του Γεωργίου Πολ. Γεωργίου

Ο τόπος και το τραγούδι του - Πετρωτά Έβρου

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Μαντζουράνα - Χορός με το ομώνυμο τραγούδι στο Μοναστηράκι Δράμας



-[Παπουτσής 1992, 4] Μοναστηράκι Δράμας: Η "Ματζουράνα" είναι ερωτικό τραγούδι που το χόρευαν μόνο κοπέλες, οι οποίες το τραγουδούσαν στ' αλώνια αλλά και στις σάλες και αυλές των σπιτιών. "Στης μαντζουράνας τον ανθό, πλάγιασα ν' αποκοιμηθώ...". Τα βήματα του χορού έχουν ως εξής: Μπαίνουμε στον κύκλο με το αριστερό πόδι σηκώνοντας το δεξί, πάμε πίσω με το δεξί σηκώνοντας το αριστερό και ένα βήμα αριστερά σημειωτόν, γυρίζουμε προς τη δεξιά φορά του κύκλου και με το δεξί πόδι πάνω κάνουμε τρία βήματα και το τέταρτο σημειωτόν (σαν Παϊτούσκα)

πηγή: http://www.dance-pandect.gr

Παιχνίδια στο χρόνο


 Η διαχρονικότητα της Ελληνικής γλώσσης είναι αδιαμφισβήτητη και αυταπόδεικτη!

Μεταξύ πολλών παραδειγμάτων ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα:

Μικροί είχαμε παίξει το γνωστό παιδικό παιχνίδι : δύο ομάδες αντιπαρατιθέμενες, εναλλάξ να εφορμούν η μία της άλλης ψελλίζοντας ακαταλαβίστικα λόγια, που όλοι νομίζαμε αποκυήματα παιδικής φαντασίας και κουταμάρας (μετέπειτα πήρε την μορφή: «έλα να τα βγάλουμε»)

«Ά μπε, μπα μπλόν, του κείθε μπλόν, ά μπε μπα μπλόν του κείθε μπλόν, μπλήν-μπλόν.»

Τι σημαίνουν αυτά? Μα , τι άλλο, ακαταλαβίστικες παιδικές κουταμάρες, θα πεί κάποιος.
Όμως δεν είναι έτσι.

Ατυχώς, η Ελληνική, εδέχθη πλείστες όσες προσβολές από εξελληνισμένους βαρβάρους, Σλάβους, Τουρκόφωνους, Λατίνους κ.ά.., που δεν κατανοούσαν την ελληνική -ούτε κάν είχαν την φωνητική ανατομία που θα τους επέτρεπε σωστές εκφωνήσεις φωνηέντων – εμιμούντο τις φράσεις, παραφράζοντάς τις συχνότατα, και έτσι διεστραμμένα και παραμορφωμένα, έφθασαν μέχρι των ημερών μας, ώστε πλέον να μη αναγνωρίζονται.

Κατ’΄αυτόν τον τρόπο, εισήχθησαν εις την Ελληνική, όροι, λέξεις και φράσεις, ως μέσα από παραμορφωτικό κάτοπτρο είδωλα, καθιστάμενα αγνώριστα στον απλό κόσμο.

Ας επανέλθουμε στο πιο πάνω.
Η όλη. στιχομυθία, προήρχετο από παιδικό παιχνίδι που έπαιζαν οι Αθηναίοι Παίδες και ταυτόχρονα εγυμνάζοντο στα μετέπειτα αληθινά πολεμικά παιχνίδια.

Πράγμα απολύτως φυσικό, αφού πάντοτε ο Αθηναίος Πολίτης ετύγχανε και Οπλίτης! (βλέπετε παίζοντας και με τα γράμματα, προκύπτουν συνδεόμενες έννοιες Πολίτης – Οπλίτης)

Τι έλεγαν λοιπόν οι αντιπαρατιθέμενες παιδικές ομάδες, που τόσον παραφράσθηκε από τους μεταγενέστερους;

Ιδού η απόδοση:

«Απεμπολών, του κείθεν εμβολών !!!…» (επαλαμβανόμενα με ρυθμό, εναλλάξ από την δείθεν επιτιθέμενη ομάδα)

Τι σήμαιναν ταύτα; Μα..απλά ελληνικά είναι! « Σε απεμπολώ, σε απωθώ, σε σπρώχνω, πέραν (εκείθεν) εμβολών σε (βλ. έμβολο) με το δόρυ μου, με το ακόντιό μου!!!


πηγή: http://www.thestival.gr

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Νοέμβριος


Ονομασίες:

Βροχάρης, γιατί πέφτουν πολλές βροχές.

Σποριάς ή Σπορίτης, εξαιτίας της σποράς.

Μεσοσπορίτης, γιατί μέχρι 21 Νοεμβρίου πρέπει να έχει τελειώσει τουλάχιστον

η μισή σπορά.

Κρασομηνάς, λέγεται στα μέρη που τότε ανοίγουν τα κρασιά και

Τρυγομηνάς εκεί που αργεί ο τρυγητός.

Σκιγιάτη, γιατί μεγαλώνει η νύχτα και η γη σκιάζεται (φοβάται)

Χαμένο,επειδή η διάρκεια της ημέρας είναι μικρή κι η δουλειά χάνεται.

Παχνιστή, γιατί κλείνουν τα ζώα στο παχνί και

Νιαστή, επειδή γίνονται τα τελευταία οργώματα (νεάσματα).Εξαιτίας των γιορτών ονομάζεται:

Αι-Στράτηγος και Αι-Ταξιάρχης ή Αρχαγγελιάτης απ' την γιορτή των Ταξιαρχών

στις 8.

Αι-Φίλιππας ή Φιλιππιάτης απ' του Αγίου Φιλίππου στις 14.

Αγι-Αντρέας ή Αντριάς ή Αγι-Αντριάς απ' την γιορτή του Αγίου Ανδρέα στις 30.


Αγροτικές εργασίες

Ξεκινάει το μάζεμα της ελιάς, το μάζεμα των ζώων και βγαίνουν καρποί, κάστανα, καρύδια, σταφίδες, αμύγδαλα.

πηγή:  http://laikiparadosi.blogspot.gr

Ο χειμώνας και το καλοκαίριν: κυπριακό παραμύθι


 
Μιαν βολάν κ' έναν καιρόν είχεν έναν γέρον και μιαν κοτζιάκαρην.* Μιαν ημέραν ο γέρος, σαν εσάριζεν,* ηύρεν κουκίν κ' εφύτεψέν το μέσ' στην αυλήν του. Το κουκίν εβλάστησεν κ' εΐνειν μια κουκιά μιάλη που ΄φταννεν ως τον ουρανόν. Ύστερις 'που λλίον καιρόν ο γέρος εσκέφτην να βκη πα' στην κουκιάν να δη ως που φτάνει. Πα στην μούτην της εύρεν τον χειμώναν και το καλοκαίριν κ' εμαλλώνναν πκοιος εν' ο καλός: ο χειμώνας όξα* το καλοκαίριν. Άμαν είαν τον γέρον, αρωτήσαν τον να' ΄ούμεν είντα λαλεί.
Ο γέρος λαλεί τους: «Κι' ο χειμώνας εν' καλός και το καλοκαίριν εν' καλόν.» Άμαν τους είπεν έτσι, άρεσέν τους κ' εχαρίσαν του έναν χερομυλούϊν* και λαλούν του: «Γέρο, τουν το χερομυλούϊν, άμα του πης "έβκαρ' μου ττουρλού-ττουρλού", έννα σου βκάλη λογιών-λογιών πράματα.»
Ο γέρος έπκιαεν το χερομυλούϊν κ' εκατέην κάτω. Καθίσκει το μέσ' στην αυλήν και λαλεί του: «Έβκαρ' μου ττουρλού-ττουρλού, χερομυλούϊν μου.» Το χερομυλούϊν αρκίνησεν κ' έβκαλλεν λογιών-λογιών πράματα κ' εγέμωσεν η αυλή.
Έμαθεν ο βασιλέας κ' εμήνυσέν του γέρου πως έννα πάη έσσω του. Όσον κι άκουσεν έτσι ο γέρος, εσιάσιαρεν* και εβούραν* πάνω-κάτω, κ' εσκέφτετουν που να τον κάτση κ' είντα λλοής να τον εφκαριστήση αφούς ήτουν φτωχός. Αθθυμήθηκεν το χερομυλούϊν κ' έβαλέν το, κι' έβκαλλεν του τραπέζια, τσαέρες*, μαχέρκα και κουτάλια και πρότσες* ολόγρουσα, γάλους, όρνιθες και άλλα πράματα, ό,τι εγρειάζετουν.
Έμπην ο βασιλέας κ' επεριποιήθην τον όπως έπρεπεν. Ο βασιλέας επαραξενεύτην που τα εΐεν ΄κείνα ούλλα κι αρώτησεν τον γέρον πού τα ηύρεν κείνα ούλλα φτωχός άθθρωπος. Ο γέρος είπεν του την αλήθκειαν, πως κείν' τα πράματα ούλλα έβκαλέν τα το χερομυλούϊν του. Ο βασιλέας έπκιασεν τον γέρον ΄πο κει ΄πο δα κ' εκατάφερέν τον ν' αλλάξουν: Να του δώκει ο γέρος το χερομυλούϊν και να του δώκη κι ο βασιλέας έναν γαούριν που ΄χεζεν γρουσά. Εδέχτην ο γέρος, γιατί ο βασιλέας επήρεν το γαούριν μετά του και, άμαν του 'γγιξεν ετσά, έβκαλεν έναν γρουσόν· εξανάγγιξεν του, έβκαλεν άλλο΄ναν, αλλό ΄ναν ως τα πέντε. Ο βασιλέας επήρεν το χερομιλούϊν έσσω του.
Άμαν κ' επήρεν το, λαλεί του: «Έβκαρ' μου ττουρλού-ττουρλού, χερομυλούϊν μου», κ' έβκαλεν του μιαν κοπήν* μαύρους, κ' οι μαύροι κείνοι έθεν να σκοτώσουν τον βασιλέαν. Ο βασιλέας εφοήθηκεν κ' έπκιασεν το χερομυλούϊν κ΄ επήρεν το του γέρου, κ' έπκιασεν το γαούριν του πίσω.
Μιαν ημέραν η κοτζιάκαρη έοξέν της να βκη πα στην κουκιάν. Πα στην μούττη ηύρεν τον χειμώναν και το καλοκαίριν, κ' εμμαλλώνναν πκοιος εν' ο καλλίττερος. Άμαν εΐαν την κοτζιάκαρην αρωτήσαν την να ΄ούμεν είντα λαλεί:
«Ανάθθεμάν τα και τα δκυό», λαλεί τους· «με ο χειμώνας φελά, με το καλοκαίριν.»
Εώκαν* της μιαν σακκούλλαν γεμάτην κ' είπαν της να πάη έσσω της, να βαώη* πόρτες και παναθύρκα* και να στουππώσει ούλλες τες τρύπες, κ' ύστερα να την αννοίξη.
Η κοτζιάκαρη εθάρκεν πως η σακκούλλα εν' γεμάτη γρουσά και για τούτον επαραγγείλαν της έτσι για να μεν την δη κανένας. Έκαμεν σαν της επαραγγείλαν κι άνοιξεν την σακκούλλαν. Επεταχτήκαν ΄πο μέσα κουάφες* κ' εγεμώσαν το σπίτι. Οι κουφάες ετυλιχτήκαν πάνω στην κοτζιάκαρην κ' επνίξαν την.
Έρκεται ο γέρος ΄πόξω, πάει ν' ανοίξη την πόρταν, εν' αννοίει. Αχτυπά της μιαν, άννοιξεν. Μπαίνει μέσα και βρίσκει την κοτζιάκαρην πεθαμμένην. Λαλεί:
«Το καλοκαίριν εν' πυρά, χειμώνας εν κρυότη,
που τα φοάται και τα δκυό, την κεφαλήν του τρώ' την.»

* κοτζιάκαρη = γριά,  εσάριζεν = εσκούπιζε, όξα = ή, χερομυλούϊν = μικρό χειρόμυλο, εσιάσιαρεν = σάστισε, εβούραν = έτρεχε, τσαέρες = καρέκλες, πρότσες = πιρούνια, μιαν κοπήν = ένα σωρό, εώκαν = έδωσαν, βαώσει = να κλείσει, παναθύρκα = παράθυρα, κουφάες = οχές.