Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Συρτός και μπάλος Πάρου

Εγώ είμαι του ψαρά ο γιος (συρτός) & Βάρα τσαμπούνα δυνατά (μπάλος). Πάρος με τσαμπούνα. Επιμέλεια - διδασκαλία: Βασίλης Καρφής. Παίζουν οι μουσικοί: Νίκος Τσαντάνης τσαμπούνα & τραγούδι, Γιάννης Γευγελής τουμπί. Καλλιθέα 2008

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

O τόπος και το τραγούδι του - Το Άγιο Πνεύμα των Δαρνάκων


Χριστός Ανέστη!

 Τα μελιτίνια,το παραδοσιακό πασχαλινό γλύκισμα της Σαντορίνης, πλεγμένα με το αέρινο χειροποίημα της σαΐτας- κείνο που έπλεκαν κάποτε στα δρομάκια του νησιού παρέες κοριτσιών- κεντημένα κι αυτά σαν του αγρού τα άνθη αρχισαν να σκορπούν στις γειτονιές τις μυρωδιές της άνοιξης...! Xριστός Ανέστη!!!

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

Πάσχα στην Άνδρο


Στην Άνδρο το βράδυ της Ανάστασης οι νέοι τοποθετούν σιδερένιους σωλήνες στο χώμα, τους γεμίζουν με μπαρούτι και τους πυροδοτούν. Την ημέρα της Ανάστασης τρώνε τον παραδοσιακό «λαμπριάτη», ψητό αρνί ή κατσίκι στο φούρνο γεμιστό με λαχανικά. Στην Παλαιόπολη, στο Κόρθι και σε άλλα χωριά το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα παίζουν στο δρόμο τα «τσούνια», παραδοσιακό παιχνίδι που μοιάζει με το μπόουλινγκ.

πηγή



Πάσχα στις Στενιές

Το χωριό γεμίζει ξανά κόσμο ειδικά το τελευταίο τετραήμερο της Μεγάλης Εβδομάδας.
Την Μεγάλη Παρασκευή το μεσημέρι είναι αλήθεια αρκετά γραφικό , μπαίνοντας στο προαύλιο των δυο εκκλησιών να συναντάς το τραπεζάκι με ένα μάσκουλο-βαζο πάνω του και κάποιον απ' τους "μασκουλιέρηδες" να σου λέει: "Και του χρόνου.Κάτι για τα μάσκουλα;;;"  .Αγωνία για τα πόσα χρήματα θα μαζέψουν , μια και το μπαρούτι συνεχώς ανεβαίνει , όπως λένε οι ίδιοι και το έθιμο πρέπει με κάθε θυσία να διατηρηθεί.Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής γίνεται η συνάντηση των δύο Επιταφίων , το κλίμα πλαισιώνεται απο πολλές βεγγάλες , τακούνια , λολοφύσεκα και τράκες.
Το Μεγάλο Σάββατο τα μεσάνυχτα με το που σημάνει το χαρμόσυνο χτύπημα της καμπάνας και ακουστεί το "ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ" αμέσως όλα τα "πυρομαχικά" δίνουν το ανταγωνιστικό τους παρόν.
Την Κυριακή του Πάσχα το απόγευμα είναι πλέον όλα έτοιμα.Η πλατεία είναι πεδίο μάχης.Τα 4 σπίτια που βρίσκονται γύρω απο την Πλατεία είναι πραγματικά οχυρά αλλά συγχρόνως και παρατηρητήρια.Ο χώρος στην αυλή του Σχολείου γεμίζει απο αυτοσχέδια μπομπάκια , λαδάδες κλπ.
Την στιγμή που φτάνουν οι εικόνες στην πλατεία τότε είναι η σειρά της τράκας και πάνω σε όλη αυτή την αναμπουμπούλα , ο υπόκοφως και επιβλητικός ήχος των μάσκουλων δίνει το παρόν του.Τα σμπάρα συνεχίζουν πιά αραιά , οι εικόνες συναντιώνται , συνεχίζουν την πορεία τους και σιγά σιγά ο κόσμος διαλύεται.



Πάσχα στην Ανάφη


Στην  Ανάφη, το απόγευμα του Μ. Σαββάτου σε όλο το χωριό είναι διάχυτη η μυρωδιά του ξύλου (αμπελόκλαδα) που καίγεται επί πολύ ώρα για να προετοιμάσει το «φουρνί» να δεχτεί το κατσικάκι σε ταψί με αναφιώτικο τυρί, σκεπασμένο καλά με αλουμινόχαρτο. Η πόρτα του «φουρνιού» σφραγίζεται με λάσπη καθώς και η καπνοδόχος, για να μην περάσει αέρας και καεί το κρέας. 
Επίσης ξεχωρίζουν το κίτρινο ψωμί ή αλλιώς τυρόπιτα καθώς και τα μελιτερά (με φρέσκια μυζήθρα).

πηγή


Πάσχα στην Αμοργό

Στην άκρη των Κυκλάδων, ολάνθιστη και αναγεννημένη αυτή την εποχή, η Αμοργός ξελογιάζει όχι μόνο με τη φυσική ομορφιά της, αλλά και με τα ιδιαίτερα αναστάσιμα έθιμά της, που έχουν τις ρίζες τους πολύ πίσω και από τη βυζαντινή περίοδο.



Το 1882 ο Aγγλος αρχαιολόγος και περιηγητής Τζέιμς Μπεντ επισκέπτεται τις Κυκλάδες. Καρπός του ταξιδιού του ήταν το βιβλίο «Κυκλάδες ή η ζωή με τους Ελληνες νησιώτες», που εκδόθηκε το 1885 στο Λονδίνο και περιλαμβάνει αυθεντικές και συναρπαστικές στιγμές για τις κυκλαδίτικες κοινωνίες στις πρώτες δεκαετίες μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Για την Αμοργό, ο Μπεντ αρχίζει τη διήγησή του ως εξής:

«Η Αμοργός είναι το πιο μακρινό νησί του συμπλέγματος των Κυκλάδων και θα έλεγα ο προμαχώνας του σύγχρονου ελληνικού βασιλείου. Εκτός από το Πάσχα, θα ήταν ενδιαφέρουσα μία επίσκεψη σε οποιαδήποτε άλλη εποχή για τις περίεργες ενδυμασίες, τα έθιμα και την ανόθευτη απλότητα της Αμοργού. Αλλά οι πιο τυχεροί είναι αυτοί που μπορούν να την επισκεφθούν το Πάσχα, που είναι η μεγάλη γιορτή της Αμοργού, γιατί εδώ το Πάσχα γιορτάζεται διαφορετικά από τα άλλα μέρη της Ελλάδας.»

Και συνεχίζει να γιορτάζεται διαφορετικά μέχρι τις μέρες μας, ακολουθώντας τα βυζαντινά έθιμα, μέσα σε μια ανοιξιάτικη Φύση που προσφέρει απλόχερα ένα ατέλειωτο πλήθος αγριολούλουδων, χρωμάτων και αρωμάτων.

Τα αρώματα που κυριαρχούν, κι έξω στη Φύση και μέσα στους οικισμούς της πασχαλιάτικης Αμοργού, είναι του φασκόμηλου και της ρίγανης. Από νωρίς το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής όλοι οι δρόμοι των χωριών απ' όπου θα περάσει ο Επιτάφιος και το εσωτερικό των εκκλησιών στρώνονται με φρεσκοκομμένα ανθισμένα βλαστάρια δύο ειδών φασκόμηλου κι ενός είδους άγριας ρίγανης που ονομάζεται «αργανιά». Απελευθερωμένα από τις πατημασιές των περαστικών, τα αιθέρια έλαια δημιουργούν μια μεθυστική ατμόσφαιρα στα χωριά της Αμοργού και αποτελούν ταυτόχρονα μια σπονδή στη Φύση που αναγεννιέται και στον Θεό που ανασταίνεται.
Τα αναστάσιμα έθιμα της Αμοργού πηγαίνουν πολύ πιο πίσω από το βυζαντινή περίοδο και χάνονται στην προϊστορική εποχή. Το Σάββατο του Λαζάρου οι νοικοκυρές πλάθουν με ζυμάρι ανθρωπόμορφα σχήματα. Ονομάζονται «λάζαροι», «λαζαράκια» ή «κουκλάκια» και θυμίζουν τις μορφές των πρωτοκυκλαδικών εδωλίων, από τα οποία τα πιο γνωστά άλλωστε προέρχονται από την Αμοργό και ονομάζονται επίσης «κουκλάκια». Τα τελευταία χρόνια, το έθιμο τείνει να εγκαταλειφθεί και η αιτία είναι μάλλον πεζή: οι σύγχρονοι φούρνοι εξαφάνισαν τους σπιτικούς και οι Αμοργιανές σταμάτησαν να πλάθουν και να ψήνουν «λαζαράκια», με εξαίρεση λίγες οικογένειες.

Ο Τζέιμς Μπεντ περιγράφει ένα ακόμα αρχαίο χθόνιο έθιμο από τη Χώρα του 1882. Μια ομάδα παιδιών περιέφερε από σπίτι σε σπίτι μια ντυμένη κούκλα, που την ονόμαζαν «Λάζαρο», και έλεγαν τραγούδια με θέμα το τι είδε ο Λάζαρος στον Κάτω Κόσμο. Στο τέλος, οι νοικοκυρές τούς φίλευαν αυγά και τσουρέκια.

Παρ' ότι μερικά έθιμα αργοσβήνουν λόγω της κοινωνικής εξέλιξης, στη Χώρα της Αμοργού δημιουργήθηκε ένα νέο πασχαλιάτικο έθιμο στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Το βράδυ της περιφοράς του Επιταφίου όλα τα στενά και τα σκαλιά του βυζαντινού οικισμού της Χώρας γεμίζουν με εκατοντάδες αυτοσχέδιες φωτιές, που ανάβονται σε μικρά πήλινα ή μεταλλικά σκεύη. Το έθιμο ξεκίνησε από την Απάνω Γειτονιά και σύντομα υιοθετήθηκε απ' όλους. Τα τελευταία χρόνια, η γενική φωταψία της Χώρας τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής γίνεται πιο οργανωμένα, με τη φροντίδα του Πολιτιστικού Συλλόγου «Σημωνίδης».

Η Χώρα της Αμοργού είναι ένας αυθεντικός βυζαντινός οικισμός. Ο οικιστικός της πυρήνας ανάγεται στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Φαίνεται ότι από τον 7ο αιώνα και μετά, οι επιδρομές των Αράβων στο Αιγαίο ανάγκασαν τους κατοίκους να μετατοπίσουν τους οικισμούς τους από τις παραλιακές θέσεις προς το εσωτερικό του νησιού, για λόγους ασφαλείας και καλύτερης αμυντικής οργάνωσης.

Γύρω από ένα φυσικό βράχο, με ίχνη κατοίκησης από την 3η π.Χ. χιλιετία, οι κάτοικοι των αρχαίων πόλεων Μινώας και Αρκεσίνης συγκεντρώθηκαν σταδιακά στη βυζαντινή ακρόπολη του Κάστρου, όπως λεγόταν μέχρι πριν από περίπου 100 χρόνια η σημερινή Χώρα της Αμοργού. Αντίστοιχα, στο ανατολικό άκρο του νησιού οι κάτοικοι της αρχαίας Αιγιάλης δημιούργησαν τον δικό τους βυζαντινό οικισμό, τη Λαγκάδα, με παρόμοια χαρακτηριστικά μ' αυτά του Κάστρου - Χώρας.

Η οικιστική οργάνωση της αμοργιανής Χώρας είναι τυπικά βυζαντινή. Ο φυσικός βράχος, που έχει λαξευτεί κατάλληλα, αντιστοιχεί στη βυζαντινή ακρόπολη. Κάτω από τον βράχο - ακρόπολη απλώνονται τα σπίτια της Χώρας, που συνδέονται με καμάρες και σχηματίζουν ένα λαβύρινθο στενοσόκακων, ο οποίος παλαιότερα αποτελούσε στοιχείο της αμυντικής οργάνωσης και τώρα είναι χαρακτηριστικό της πολυφωτογραφημένης χωραΐτικης γραφικότητας. Ενα πλήθος βυζαντινών και μεταβυζαντινών ναών, ένα φαρδύ καλντερίμι (το «πλατύστενο») που διατρέχει τον οικισμό, μια κεντρική πλατεία (η «λόζα») και μια μικρότερη (το «πλατεάκι») συμπληρώνουν την πολεοδομική φυσιογνωμία της Χώρας της Αμοργού.

Αν στην υπόλοιπη Ελλάδα το Πάσχα τελειώνει με το βράδυ της Ανάστασης και το αρνί της Κυριακής, στη Χώρα της Αμοργού ο αναστάσιμος εορτασμός συνεχίζεται για μία ακόμα εβδομάδα.

Ακολουθώντας αρχαία έθιμα, όπως αυτά καταγράφονται στις επιγραφές των τριών αρχαίων πόλεων του νησιού Μινώας, Αρκεσίνης και Αιγιάλης, την Κυριακή του Πάσχα βγαίνουν οι εικόνες από το μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας και αρχίζει ο καθαγιασμός των περιοχών της Χώρας.
Το μοναστήρι της Παναγίας Χοζοβιώτισσας ιδρύθηκε γύρω στον 8ο αιώνα, στην εποχή της Εικονομαχίας. Η προφορική παράδοση και άλλα στοιχεία συνδέουν την ίδρυσή του με καταδιωγμένους χριστιανούς από τους Αγίους Τόπους και την Κύπρο που βρήκαν καταφύγιο στην Αμοργό. Η μονή της Χοζοβιώτισσας και η Χώρα της Αμοργού είναι από τότε απόλυτα συνδεδεμένες.

Η λιτάνευση των εικόνων αρχίζει το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα. Με προπομπό το λάβαρο της Αναστάσεως, οι εικόνες της Παναγίας Χοζοβιώτισσας και του Αγίου Γεωργίου του Βαρσαμίτη μεταφέρονται στη Χώρα, στο ναό του Χριστού Φωτοδότη, που είναι ένα ακόμα βυζαντινό μνημείο της Χώρας. Τις επόμενες μέρες οι εικόνες πηγαίνουν στον Βαρσαμίτη κι από εκεί κατεβαίνουν στα Κατάπολα. Ετσι καθαγιάζονται τα χωράφια, τα βοσκοτόπια, το λιμάνι και η θάλασσα.

Μία άλλη ομάδα εικόνων πηγαίνει στην Αιγιάλη, για τον καθαγιασμό του ανατολικού άκρου της Αμοργού με τους οικισμούς Λαγκάδα, Θολάρια, Ποταμό, Στρούμπο και Ορμο. Την Κυριακή του Θωμά οι εικόνες επιστρέφουν στο μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας.

Μέσα σε μια Φύση που πάλλεται από χρώματα και αρώματα, πάνω από κάθετους γκρεμούς και σε παλιά μονοπάτια που σου δίνουν την αίσθηση ότι πετάς πάνω από τη θάλασσα, μέσα από ανθισμένα λιβάδια και υγρές ρεματιές με το άρωμα του φασκόμηλου και της ρίγανης να διαχέονται στην ατμόσφαιρα, τα πασχαλινά έθιμα της Αμοργού συνδέουν με τα αόρατα νήματά τους το ψηφιακό μας σήμερα, με τους βυζαντινούς «λάζαρους» και τα πρωτοκυκλαδικά «κουκλάκια».
Κι όπως γινόταν πάντοτε σε κάθε γιορτή στην Αμοργό, από την πρωτοκυκλαδική Μαρκιανή, την ομηρική Μινώα, την κλασική Αιγιάλη, την ελληνιστική Αρκεσίνη και το βυζαντινό Κάστρο, έτσι και στη σημερινή Χώρα η μεγάλη γιορτή τελειώνει με μουσικές, τραγούδια και κυκλικούς χορούς.

πηγή

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Εθιμα της Κυριακής των Βαίων από την Ίμβρο



Την Κυριακή τω Βαγιώ, όλοι έβγαιναν απ' την εκκλησιά με μια αγκαλιά βάγια. Χαιρετούσαν ο ένας τον άλλο, χτυπώντας ελαφρά την πλάτη με τα πράσινα κλαδιά, και εύχονταν: " Και του χρόνου και καλό Πάσχα". Μετά τον χαιρετισμό, οι πρώτοι που δέχονταν την χαρά του "Ωσαννά" ήταν οι νεκροί. Όλοι επισκέπτονταν τους τάφους των δικών τους και άφηναν επάνω στο "σταυρό" ή την "ταφόπλακα" ένα κλαδί βάγιας. Στο σπίτι έκαναν ένα σταυρό με βάγια και τον κάρφωναν στο ανώφλι της πόρτας. Εκεί θα έμενε όλο το χρόνο φυλαχτό από το κακό μάτι και την κακιά ώρα. Ένα κλαδί κρέμαζαν επίσης στην πόρτα του στάβλου, της μάντρας, του κήπου.

Kούνιες

Δεν ήταν νοητό να υπάρξει Κυριακή των Βαίων δίχως τις κούνιες. Σε κάθε γειτονιά, όπου υπήρχε μεγάλο δένδρο στήνονταν μια κούνια. Σε ένα γερό κλώνο περνούσαν ένα μακρύ σχοινί και μέ διάφορους τρόπους έφτιαχναν μια κούνια. Κάθιζαν με τη σειρά ο ένας μετά τον άλλον. Προηγούντο τα κορίτσια και τ' αγόρια έκαναν το χρέος του καβαλιέρου.

Στις κούνιες που έκαναν τα παιδιά γινόταν πόλεμος. Ποιος θα ανέβει, πόση ώρα θα καθίσει.

Τα παλιά χρόνια τω Βαγιώ οι δάσκαλοι και οι παπάδες έστελναν τα παιδιά του σχολείου στο χωριό να μαζέψουν αυγά για το Πάσχα. Τα παιδιά έπαιρναν ένα ραβδί που τό έλεγαν "ρουμάνι', στην κορυφή του έδεναν βάγιες ( μυρσίνες), ένα κουδούνι και κόκκινες μεταξωτές κλωστές. Μαζί τους είχαν και ένα καλάθι για να βάζουν τα αυγά. Όταν έρχονταν σε κάθε σπίτι, στέκονταν μπροστά στην πόρτα και ανεβοκατεβάζοντας το ραβδί για να χτυπά το κουδούνι τραγουδούσαν ένα τραγούδι για να τους δώσει η νοικοκυρά αυγά.

Έτσι με αυτά και με αυτά ξεκινούσε η Μεγάλη Εβδομάδα για την οποία θα γράψουμε τις επόμενες μέρες.

πηγή

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Λαζαρίνες



Περιγραφή του εθίμου των Λαζαρίνων από τα χωριά Λευκοπηγή Κοζάνης και Σαρακήνα Γρεβενών, που γίνεται το Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαϊων.

Μέρος των στίχων του τελευταίου τραγουδιού που ακούγεται.
Η Δόμνα Σαμίου το κατέγραψε στην Αγία Παρασκευή Κοζάνης, το 1996.


Γιοφύρι πα στη θάλασσα και σκάλα μες στα βάθη
ανέβαιναν, κατέβαιναν, το Xάρο χαιρετούσαν.
- Δείξε με Xάρε μ' δείξε με, πως θέλω να πεθάνω.
- Tην Kυριακίτσα πό 'ρχεται, την άλλη παραπάνω,
αν έχεις άσπρα, φάγε τα, φλουριά χαρτζένεψέ τα
κι αν έχεις κι άλογον καλό, περπάτια πανηγύρια.

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

«Τὸ ἔθιμο τοῦ Λαζάρου στὴν περιοχὴ της Καρδίτσας»




Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς συνηθίζει νὰ γιορτάζει τὰ γεγονότα, ποὺ στιγμάτισαν τὴν ἱστορία του καὶ
εἶναι συνυφασμένα μὲ τὴν θρησκευτική του παράδοση. Κάθε ἐποχὴ καὶ κάθε μήνας ξεχωρίζει
λόγῳ κάποιας ἐθνικῆς ἢ θρησκευτικῆς γιορτῆς, ὅπως τὰ Χριστούγεννα, ἡ Πρωτοχρονιά, τα
Φῶτα καὶ μετὰ οἱ Ἀποκριές, ὁ ἑορτασμὸς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης καὶ τοῦ Εὐαγγελισμου,
τὸ Πάσχα καὶ στὴν συνέχεια πολλὲς ἀκόμη γιορτές. Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς γιορτὲς εἶναι καὶ το
ἔθιμο τοῦ Λαζάρου, ποὺ γιορτάζεται τὴν Πέμπτη καὶ τὸ Σάββατο, πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν
Βαΐων.

Ἡ ἡμέρα αὐτὴ εἶναι ἔντονα συνδεδεμένη μὲ τὴν Ἀνάσταση ὡς γεγονὸς καὶ οὐσιαστικὰ
μὲ αὐτὴν προεορτάζεται ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ὁ Λάζαρος, στενὸς φίλος τοῦ Ἰησοῦ, ἀπὸ
τὴν Βηθανία εἶναι βαριὰ ἄρρωστος. Οἱ δύο ἀδερφές του, ἡ Μάρθα καὶ ἡ Μαρία, ἔχουν
εἰδοποιήσει τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἐκείνος φτάνει 4 μέρες μετὰ τὸν θάνατό του καὶ ὁ νεκρὸς ἔχει
ἤδη τοποθετηθεῖ σὲ τάφο. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ συνήθιζαν, στὴν περιοχὴ τῆς Ἰουδαίας, νὰ θάβουν
τοὺς νεκροὺς σὲ βραχώδη ὀρύγματα καὶ νὰ καλύπτουν τὴν εἴσοδο μὲ ἕναν ὀγκόλιθο. Ὁ Ἰησοῦς
ζητᾶ νὰ απομακρύνουν τὴν πέτρα ἀπὸ τὸν τάφο, προσεύχεται στὸν Πατέρα Του ζητῶντας
Του δύναμη καὶ μπροστὰ σὲ ὅσους ἦταν παρόντες λέει: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω». Τότε ὁ νεκρὸς
σηκώθηκε καὶ ἡ ζωὴ ἐπανῆλθε στὶς φλέβες του. Ὁ Λάζαρος, ζωντανὸ θαῦμα τῆς
μεγαλοδυναμίας του Κυρίου, κυνηγήθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἀρχιερεῖς καὶ κατέληξε στὴν
Κύπρο, ὅπου καὶ χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, στὴν πόλη Κίτιο, τὴν
σημερινὴ Λάρνακα. Πέθανε δε, τὸ 63 μ.Χ. Τμῆμα τοῦ ἱεροῦ λειψάνου του μεταφέρθηκε στὴν
Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Λέοντα Στ΄ τὸν Σοφὸ γύρω στὰ 900 μ.Χ. καὶ
τοποθετήθηκε σὲ νεοϊδρυθεῖσα μονή. Ὁ ἴδιος ἔχτισε καὶ ναὸ γιὰ τὸν ἅγιο στὴν Λάρνακα, ὅπου
παρέμεινε τὸ ὑπόλοιπο μέρος τοῦ λειψάνου του.
Εἰς ἀνάμνησιν αὐτοῦ τοῦ θαύματος, λοιπόν, ὁ λαὸς ἔχει καθιερώσει κάποια ἔθιμα.

Παλαιότερα, ἡ μέρα αυτὴ ἑορταζόταν σὲ πολλὲς περιοχὲς τῆς χώρας μας. Σήμερα, αὐτὸ γίνεται
σὲ λιγότερες, σὲ κάθε τόπο ὅμως μὲ λιγότερες ἢ περισσότερες παραλλαγές. Γιὰ παράδειγμα
στὴν Νίσυρο, τὰ παιδιὰ τοῦ δημοτικοῦ ψέλνουν στοὺς δρόμους τὰ κάλαντα κρατῶντας τὴν
Καλαντήρα, δηλαδὴ ὁμοίωμα τοῦ τάφου τοῦ Λαζάρου. Σὲ ἄλλες περιοχὲς τῆς νησιωτικῆς καὶ
ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος οἱ γυναίκες ζυμώνουν κουλούρες, ποὺ συμβολίζουν τὸν Λάζαρο ή
κορίτσια πηγαίνουν στὰ γύρω σπίτια καὶ τραγουδοῦν. Τὰ κάλαντα μοιάζουν ἀπὸ περιοχὴ σὲ
περιοχή, μὲ ὁρισμένες, ὅμως, διαφοροποιήσεις.

Τὸ ἔθιμο τοῦ Λαζάρου ἀποτελεῖ ἄγραφο θεσμὸ καὶ στὴν πόλη τῆς Καρδίτσας. Τὴν
μέρα μάλιστα ποὺ τελεῖται τὸ ἔθιμο, δηλαδὴ τὸ πρωὶ τῆς Πέμπτης πρὶν τὴν Κυριακὴ τῶν
Βαΐων, τὰ κορίτσια τοῦ δημοτικοῦ, οἱ ‘λαζαρίνες’, δὲν πηγαίνουν στὸ σχολεῖο καὶ ἔχει
καθιερωθεῖ, ἐκείνη τὴν ἡμέρα, τὰ ἀγόρια νὰ πηγαίνουν πάντα ἐκδρομή. Οἱ μικρές ‘λαζαρίνες’
πηγαίνουν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι, μὲ ἕνα καλάθι στολισμένο μὲ λουλούδια καὶ τραγουδοῦν τὸν
Λάζαρο. Στὰ χωριὰ τοῦ νομοῦ αὐτὸ γίνεται τὸ Σάββατο, ἀνήμερα τῆς γιορτῆς τοῦ ἁγίου.

Τὴν προηγούμενη μέρα, οἱ κοπέλες μαζὶ μὲ τὶς μητέρες τους μαζεύουν σπαθιά, δηλαδὴ
μακριὰ λογχόσχημα φύλλα καὶ λουλούδια. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια τὰ κορίτσια μάζευαν
ἀγριολούλουδα ἀπὸ τὰ χωράφια, ἀργότερα ἄνθη ἀπὸ τοὺς κήπους τους καὶ σήμερα, ὅσοι δὲν
διαθέτουν κῆπο, καταφεύγουν στὰ ἀνθοπωλεῖα. Μαζεύονται λοιπὸν οἱ γυναίκες καὶ δένουν
φύλλο-φύλλο μὲ κλωστὴ τὰ σπαθιὰ σὲ μικρὰ καλάθια, ἕνα γιὰ κάθε παιδί, ἔτσι ὥστε να
καλυφθεῖ περιμετρικὰ ὅλη ἡ ἐπιφάνειά του. Στὴν συνέχεια τὰ στολίζουν μὲ τὰ λουλούδια τους.

Στὸ ἐσωτερικὸ τοποθετοῦν χλωρὰ χορταράκια καὶ ἕνα αὐγό, ὥστε τὸ καλάθι νὰ μὴν εἶναι
ἄδειο. Ἀφοῦ ἐτοιμάσουν τὸ καλάθι, τὸ κρεμάνε κάπου ψηλά, ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, γιὰ νὰ
διατηρηθεῖ.

Τὸ πρωὶ τῆς Πέμπτης τὰ κορίτσια συγκεντρώνονται σὲ παρέες, δύο ἢ τρεῖς μαζὶ καὶ
ξεκινοῦν. Πηγαίνουν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι, πρῶτα στοὺς δικούς τους καὶ ἔπειτα σὲ ἄλλους καὶ
τραγουδοῦν τὸν ‘Λάζαρο’. Στὰ χωριὰ περνοῦν ἀπὸ ὅλα τὰ σπίτια. Στὸ χωριὸ Μαγούλα τοῦ
νομού Καρδίτσας μιὰ 90χρονη, θυμᾶται τὸ τραγούδι ποὺ ἔλεγε ἐκείνη:

Καλῶς μᾶς ἦρθε ὁ Λάζαρος
φέτο καὶ τοῦ χρόνου
κι ἡ Πασχαλιά χαρούμενη
καὶ καλοκαρδισμένη
μὲ νίτσια1, μὲ τριαντάφυλλα
μὲ δροσερὰ λουλούδια.
Ἄν ὑπῆρχαν ἀρραβωνιασμένοι στὸ σπίτι ποὺ τραγουδούσαν, προσέθεταν καὶ τὸ ἐξῆς:

Σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι πού ‘ρθαμε
πέτρα νὰ μὴ ραγίσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού
χίλια χρόνια να ζήσει
Ἀργότερα, ὅπως ἀναφέρει ἡ κόρη τῆς ἐνενηντάχρονης, 55 ἐτῶν, τὸ τραγούδι ἦταν τὸ
ἀκόλουθο, τὸ ὁποῖο ἐξακολουθεῖ νὰ τραγουδιέται σὲ χωριὰ τοῦ νομοῦ:

Σήκω Λάζαρε καὶ μὴν κοιμᾶσαι
ἦρθε η μάνα σου ἀπὸ τὴν Πόλη
σ’ ἔφερε χαρτὶ καὶ κομπολόι,
γράψε Θόδωρε γράψε Δημήτρη
γράψε λεμονιά καὶ κυπαρίσσι.
Καὶ τοῦ χρόνου!

Ἄν στὸ σπίτι ὑπῆρχε κοπέλα τῆς παντρειᾶς, τότε συνέχιζαν:

Νιδώ μαντήλια κρέμουνται
νιδώ μαντήλια σιῶνται
νιδώ ‘χουν κόρη γιὰ παντρειά,
θέλουν νὰ τὴν παντρέψουν.
Τὴν τάζουν για το βασιλιὰ
Τὴν τάζουν για τὸ ρήγα.
Δὲ θέλει αὐτὴ τὸ βασιλιά
δὲ θέλει αὐτὴ το ρήγα,
μον’ θέλει τὸ ἀρχοντόπουλο
μὲ τὶς πολλὲς παράδες.

 Σήμερα, στὴν πόλη τῆς Καρδίτσας, τὸ τραγούδι εἶναι τὸ παρακάτω:

Εἰς τὴν πόλη Βηθανία
κλαίει ἡ Μάρθα κι ἡ Μαρία.
Κλαῖνε γιὰ τὸν ἀδερφό τους
ποὺ τὸν εἶχαν καρδιακό τους.
Πὲς μας Λάζαρε τὶ εἶδες
εἰς τὴν Πόλη ποὺ ἐπῆγες;
Εἴδα φόβους, εἴδα τρόμους
εἴδα βάσανα καὶ πόνους.
Δῶστε μου λίγο νεράκι,
νὰ ξεπλύνω τὸ φαρμάκι.
Καὶ τοῦ χρόνου!

Μετὰ τὸ τραγούδι, κάθε νοικοκυρὰ ἔδινε κάτι στὸ κορίτσι, συνήθως ξερὰ σῦκα,
καραμέλες καὶ ξυλοκέρατα. Τὸ πιὸ καλὸ δῶρο ὅμως, ἦταν πάντα τὰ αὐγά, ποὺ κυρίως
προσέφεραν στὶς ὀρφανὲς κοπέλες. Σήμερα οἱ κοπέλες λαμβάνουν, κυρίως, χρήματα καὶ σὲ
λιγότερες περιπτώσεις αὐγά, γιὰ νὰ τὰ βάψουν οἱ μητέρες τους τὴν Μ. Πέμπτη. Ἀνάμεσα στὰ
κορίτσια ὑπάρχει ἄτυπος διαγωνισμὸς γιὰ τὸ πιὸ ὡραῖα στολισμένο καλάθι καὶ γιὰ τὸ ποια
θὰ μαζέψει τὰ περισσότερα δῶρα καὶ λεφτά.

Τὸ ἔθιμο αὐτὸ συνεχίζεται ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ ἐδῶ καὶ πάρα πολλὰ χρόνια. Θετικό
εἶναι πὼς ὅλο καὶ περισσότερος κόσμος ψάχνει καὶ ἀναζητᾶ παλιὲς συνήθειες, ποὺ
μεταλαμπαδεύονται καὶ στὶς νεότερες γενιές. Τὶς τελευταῖες δεκαετίες γίνεται μεγάλη
προσπάθεια γιὰ τὴν ἀναβίωση ἠθῶν καὶ ἐθίμων τοῦ τόπου μας, κίνηση ποὺ ἀποδεικνύει τὴν
σπουδαιότητα, ποὺ ἀποδίδει ἕνας λαὸς στὴν παράδοσή του, ὡς θεμέλιο γιὰ τὴν ἐπιβίωσή του
στὸν χρόνο. Συγκεκριμένα, μὲ τὸ ἔθιμο του Λαζάρου φαίνεται ἡ πίστη τῶν Ἑλλήνων στὴν
μεγαλοσύνη τοῦ Κυρίου καὶ τὸ θαύμα τῆς Ἀνάστασης. Ἔτσι, προετοιμάζονται καλύτερα για
τὴν Μ. Ἑβδομάδα καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστού, ποὺ ακολουθεῖ.

Κακαρίμπα Χρυσούλα - Ἱστορικός  Ἀρχαιολόγος
ΝΑΥΣ – ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΙΑΔΟΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
πηγή

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Λαζαρίνες, κάλαντα και λαζαράκια σε όλη την Ελλάδα


Το Σάββατο του Λαζάρου είναι μια από τις πιο σημαντικές ημέρες της Ορθοδοξίας, αφού σηματοδοτεί αφενός το θάνατο και αφετέρου τη ζωή. Είναι το τελευταίο και το μεγαλύτερο θαύμα του Χριστού, αφού ανέστησε τον νεκρό για τέσσερις ημέρες Λάζαρο, λέγοντας τη γνωστή σε όλους μας φράση «Λάζαρε, δεύρο έξω». Στις ημέρες μας, εκατοντάδες χρόνια μετά το θαύμα του Λαζάρου, αν και πολλά έθιμα εορτασμού έχουν χαθεί μέσα στο χρόνο, υπάρχουν κάποιοι τόποι στην Ελλάδα που κρατούν γερά τις παραδόσεις τους τις οποίες περνάνε από γενιά σε γενιά.

Τα «Λαζαρικά» σε όλη την Ελλάδα

Τα έθιμα σχετικά με την Ανάσταση του Λαζάρου λέγονται «λαζαρικά» και από τόπο σε τόπο έχουν πολλές παραλλαγές.


Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία, Μακεδονία και Θράκη

Στη Στερεά Ελλάδα, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Θράκη υπάρχει το έθιμο «Λαζαρίνες» ή «Λαζαρίτσες», όπου συμμετείχαν αποκλειστικά κορίτσια, πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι με καλάθια από λουλούδια και λέγοντας κάλαντα ειδικά για αυτή την ημέρα, βρίσκοντας με αυτόν τον τρόπο την ευκαιρία να γίνουν γνωστές ως υποψήφιες νύφες.

Ρόδος, Ιαλυσός, Κρήτη και Ήπειρος

Το Σάββατο του Λαζάρου στη Ρόδο και την Ιαλυσό, παρομοίως με τις «Λαζαρίνες», τα παιδιά γυρίζουν από πόρτα σε πόρτα και τραγουδούν τον "Λάζαρο", συγκεντρώνοντας χρήματα και αυγά για τους ιερείς. Το ίδιο συμβαίνει και στην Κρήτη, αλλά και στην Ήπειρο, όπου οι επισκέψεις συνοδεύονται από τον ήχο μεγαλοκούδουνων.

Παλαιότερα, αυτή την ημέρα, κανένας γεωργός δεν πήγαινε στο χωράφι του να εργαστεί, γιατί όπως πίστευαν, ό,τι έπιαναν θα μαραινόταν. Επιτρεπόταν μόνο η συγκέντρωση ξερών κλαδιών για το άναμμα των φούρνων τη Μεγάλη Εβδομάδα για το ψήσιμο των κουλουριών.

Την ημέρα αυτή επίσης, σε όλα τα σπίτια οι νοικοκυρές φτιάχνουν στριφτά κουλουράκια, «τα Λαζαράκια», συμβολίζοντας με τον τρόπο αυτό το σώμα του Λαζάρου που ήταν τυλιγμένο στο σάβανο.


Κύπρος, Σκύρος και Κως

Στην Κύπρο συναντάμε το έθιμο της αναπαράστασης, στην αρχαιότερη μορφή του. Ο Θεός πεθαίνει στην ακμή της νιότης του και αμέσως ανασταίνεται, όπως ο Άδωνις στους αρχαίους Έλληνες. Για το λόγο αυτό έντυναν ένα παιδί με κίτρινα λουλούδια, έτσι ώστε ούτε το πρόσωπο του δε φαινόταν. Σε κάθε σπίτι που πήγαιναν, όταν άρχιζαν τα άλλα παιδιά να τραγουδούν, ξάπλωνε και υποκρινόταν το νεκρό, όταν όμως έλεγαν το «Λάζαρε δεύρο έξω» σηκωνόταν.


Το ίδιο έθιμο συναντάμε και στην Κω. Το παιδί που αναπαριστούσε το Λάζαρο, τυλιγμένο σε ένα σεντόνι, ήταν και αυτό στολισμένο με κίτρινα λουλούδια. Αμοιβή της παρέας για την αναπαράσταση ήταν τα αυγά για το δάσκαλο. Τα πιο μεγάλα παιδιά, οι «πρωτόσχολοι», έπαιρναν την εικόνα του Λάζαρου, την έβαζαν πάνω σε μια ειδική κατασκευή που στόλιζαν με δεντρολίβανο -ήταν, λέει, η Βηθανία, η πατρίδα του- και γύριζαν στις στάνες. Οι βοσκοί τους φίλευαν αυγά, τυριά και μυζήθρες για τις λαμπρόπιτες.

Στην Σκύρο, ο Λάζαρος αποτελούνταν από μια τρυπητή κουτάλα, την σιδεροχουλιάρα, στην οποία τα παιδιά σχημάτιζαν ένα πρόσωπο. Πάνω στην κουτάλα, έδεναν σταυρωτά ένα ξύλο για να φτιάξουν τα χέρια, ενώ τα ρούχα της κούκλας ήταν συνήθως μωρουδιακά.

Ακόμη, για την ψυχή του Λαζάρου, οι γυναίκες στη Σκύρο και την Κω ζύμωναν το πρωί του Σαββάτου ψωμάκια -τους «λαζάρηδες», τα «λαζαρούδια» ή και «λαζαράκια» - τα οποία ήταν πλασμένα σε σχήμα ανθρώπου και είχαν μέσα στην ζύμη τους μέλι ή καρύδια ή σταφίδες, ανάλογα με το προϊόν του κάθε τόπου. Σύμφωνα με το έθιμο, όποιος δεν έπλαθε τα «λαζαράκια» δεν θα χόρταινε ψωμί. Μάλιστα, στην Κω συνηθιζόταν οι αρραβωνιασμένες κοπέλες να φτιάχνουν ένα «λαζαράκι» σε μέγεθος βρέφους, το οποίο γέμιζαν με καλούδια για να το στείλουν στον αρραβωνιαστικό τους.

Μοναστήρι Ρουμπάνας

Oμάδα νεαρών κοριτσιών θα αναβιώσουν και φέτος στο Νέο Μοναστήρι το έθιμο της Ρουμπάνας το Σάββατο του Λαζάρου. Τις ημέρες της νηστείας με αφετηρία την Καθαρά Δευτέρα, τα κορίτσια κοιμόντουσαν μαζί με κύριο μέλημα τους να κουβεντιάζουν για να εκλέξουν την Νούνα, η οποία ξεκινούσε μαζί με τις άλλες κοπέλες αμέσως της πρόβες των τραγουδιών και των χορών για να είναι έτοιμες για το Σάββατο του Λαζάρου, όπου επισκέπτονται όλα τα σπίτια, εκτός από αυτά στα οποία υπήρχε πένθος. Στο τέλος της ημέρας όλες μαζί πήγαιναν στην πλατεία του χωριού όπου δημόσια γίνονταν το «ξεζώνομα» της Νούνας. Της αφαιρούσαν το ζωνάρι για να πέσουν τα χρήματα ή ο χαζνές όπως τον λέγανε , και στην συνέχεια τα καταμετρούσαν δυνατά μαζί φυσικά με τα αυγά που είχαν μαζέψει.

Λευκάδα

Το Σάββατο του Λαζάρου στη Λευκάδα τα παλαιότερα χρόνια, μετά τη Λειτουργία, όλα τα παιδιά κατά ομάδες ξεκινούσαν να τραγουδήσουν σε όλα τα σπίτια τη «Λαζαρίνα». Ένα από τα παιδιά κρατούσε στα χέρια του ένα ξύλινο χελιδόνι τη «Χελιδόνα» και όλα τα παιδιά καλαθάκια στολισμένα, όπου μέσα εκεί θα μάζευαν τα αυγά που θα τους έδιναν οι νοικοκυρές
 
πηγή

Οι Λαζαρίνες της Αιανής Κοζάνης


Ένα από τα πιο παλιά έθιμα που αναβιώνουν στην Αιανή αλλά και στα γύρω χωριά με διάφορες παραλλαγές είναι οι Λαζαρίνες όπου παίρνουν μέρος μόνο γυναίκες.

Ο Λάζαρος, ο φίλος του Χριστού, είναι ίσως η πιο συμπαθητική μορφή στον ελληνικό λαό και τον γιορτάζει με ποικίλες εκδηλώσεις. Το έθιμο διατηρείται με όλη την τελετουργική του μεγαλοπρέπεια. Είναι καθαρά αρχαιοελληνικό κι έχει σχέση με την αναγέννηση της φύσης και την ανανέωση της ζωής. Στους χριστιανικούς χρόνους συνδέθηκε με την ανάσταση του Λαζάρου, προάγγελο της Ανάστασης του Κυρίου.

Το έθιμο ξεκινάει την Κυριακή του φτωχολάζαρου, όταν οι λαζαρίνες αποφασίζουν που θα κάνουν το κονάκι και αρχίζουν πρόβες στα λαζαριάτικα τραγούδια. Την Πέμπτη πριν του Λαζάρου πηγαίνουν τα υλικά για τα νηστίσιμα φαγητά που θα μαγειρέψει η νοικοκυρά του κονακιού.
Ανήμερα του Λαζάρου οι Λαζαρίνες ντυμένες με τις παραδοσιακές πολύχρωμες φορεσιές, γυρνάνε στα σπίτια του χωριού λέγοντας το ανάλογο τραγούδι για το κάθε σπίτι που επισκέπτονται, παινεύοντας τους νοικοκυραίους ξεκινώντας πάντα από το σπίτι του παπά

Αμέσως μετά συγκεντρώνονται στην πλατεία του χωριού όπου τραγουδούν και χορεύουν τους ιδιόμορφους τοπικούς χορούς. Το έθιμο τελειώνει την Κυριακή των Βαϊων

πηγή

Η Καλαντήρα της Νισύρου

Το Σάββατο του Λαζάρου οι μαθητές του Σχολείου, πρωί- πρωί φτάνουν στο σχολείο κρατώντας φοινικόκλαδα πλεγμένα με διάφορα σχέδια(καλαθάκια, φαναράκια, γιρλάντες, σταυρούς κ.ά.) και στολισμένα με πολύχρωμα λουλούδια. Ο δάσκαλος δίνει σε ένα μεγάλο μαθητή την καλαντήρα , σε ένα άλλο ένα καλάθι και σε άλλο ένα δίσκο.
Η καλαντήρα είναι ένα όργανο-παιχνίδι που συμβολίζει τον τάφο του Λαζάρου. Μπροστά έχει ένα ομοίωμα του Λαζάρου και στην κορυφή ένα χελιδόνι που περιστρέφεται αναγγέλλοντας έτσι την άνοιξη. Οι μαθητές ξεκινούν τραγουδώντας τα κάλαντα του Λαζάρου. Περνούν απ' όλα τα σοκάκια του χωριού και χτυπώντας πόρτα-πόρτα μαζεύουν χρήματα και αυγά (τα αυγά παλιά τα έπαιρναν οι δάσκαλοι).