Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

" 'νέβα κατέβα Παναγιά" - τραγούδι του γάμου από τον Αρχάγγελο της Ρόδου

Παραξυπνήματα του γάμου από τον Αρχάγγελο της Ρόδου

Το παράπονο της μηλιάς (Καρπάθου)



Στου Kωσταντίνου τις αυλές πηάιν εξετρέχει
συνάφορμα του πηαδιού περβόλιν εφυτέψα
έχει μηλιές και κυωνιές, δάφνες και κυπαρίσσια
και κόκκινες τριανταφυλλιές εμάι με τις άσπρες.
Kαι μια μηλιά, χρυσομηλιά, εψήθη κ' εμαράθη
κι άλλη μηλιά τής εμιλεί κι άλλη μηλιά τής λέει:
- Mηλιά, τα μήλα σε βαρού μη ο καρπός σε κλίνει
μη ο περιβολάρης σου απότιστη σ' αφήνει.
- Mη'έ τα μήλα με βαρού, μη ο καρπός με κλίνει
μη ο περιβολάρης μου απότιστη μ' αφήνει.
Ανδρόυνον επέρασεν ωριοκαμαρωμένο
στον ίσκιο μου κοιμήθηκε κ' ήφαγε τουν καρπό μου
κι από τις ομορφάες του εκλίνα τα κλωνιά μου.


ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Κώστας Αντιμισιάρης - Τραγούδι
Γιάννης Τσαμπανάκης - Τσαμπούνα
Νίκος Νικολάου - Λύρα Καρπάθου
Κώστας Πρωτόπαπας - Λαούτο

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
Της φύσης και του έρωτα - Δόμνα Σαμίου

Γυναικεία ενδυμασία Μετσόβου


Γυναικεία ενδυμασία Μετσόβου - Ήπειρος 19ος - 20ός αι. Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α. Μ. 4257

Γιορτινή ενδυμασία Μετσόβου.

Η ενδυμασία αυτή του Μετσόβου έφερε παλαιότερα ένα υπόλευκο μεταξωτό πουκάμισο που στα νεώτερα χρόνια έχει καταργηθεί. Το ποδήρες φουστάνι έχει μακριά μανίκια, εφαρμοστό μπούστο και σουρωτή ψηλόταλη (ψηλόμεση) φούστα. Απαραίτητο είναι το μαύρο, αμάνικο πανωφόρι, η φλοκάτα, που φοριέται σε όλες τις περιστάσεις. Η κόκκινη ταινία που στολίζει τις παρυφές της φλοκάτας αποτελεί, σύμφωνα με την παράδοση, διακριτικό γνώρισμα που παραχωρήθηκε ως προνόμιο από τον Σουλτάνο το 17ο αιώνα στους κατοίκους του Μετσόβου, για να διακρίνονται από τους άλλους υποτελείς και να γίνονται έτσι σεβαστοί. Στη μέση δένουν την κεντητή μεταξωτή ποδιά και φορούν ασημένια πολίτικη ζώνη με πόρπη σε σχήμα φιόγκου. Φέρει ιδιότυπο κεφαλόδεσμο με τα περούκλια (κοτσίδα με τον τεπέ) και αλυσίδες με φλουριά. Η ενδυμασία εξακολουθεί να φοριέται και σήμερα στην καθημερινή και γιορτινή της μορφή.

μεγέθυνση

πηγή:  http://www.europeana.eu/portal/record/08540/7A42E84A62E87C5313DBE5A98B668C1781BE563A.html?start=7

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Γυναικεία ενδυμασία Αργυροκάστρου


Γυναικεία ενδυμασία Αργυροκάστρου 19ος – 20ός αι. Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α.Μ. 4000

Νυφική και γιορτινή ενδυμασία Αργυροκάστρου.

 Η φορεσιά αυτή, με μικρές παραλλαγές στον κεφαλόδεσμο, αποτελεί κοινό ένδυμα των γυναικών των Ελλήνων και των Τούρκων. Αποτελείται από μακρύ λευκό πουκάμισο, κοντό γιλέκο, μαύρο μακρύ επενδύτη με χρυσοκέντημα και χρυσή ζώνη με πόρπη. Το στήθος καλύπτει η αρμάθα με τα φλουριά που φοριόταν στο γάμο και στη συνέχεια αποτελούσε οικογενειακό κειμήλιο. Το κεφάλι καλύπτει μεταξωτό μαντήλι με χρυσοκέντημα στο τελείωμά του.
μεγέθυνση

πηγή: http://www.europeana.eu/portal/record/08540/EC1764EB5076B18DBEDE0A04BA3432FB3C0CE340.html?start=4

Γυναικεία ενδυμασία Σίλης Ικονίου


Γυναικεία ενδυμασία Σίλης Ικονίου 19ος - 20ός αι. Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α.Μ. 4938

 Νυφική ενδυμασία Σίλης Ικονίου.

Η ενδυμασία παρουσιάζει ομοιότητες με τις παλιές αστικές φορεσιές πριν την επικράτηση της στολής Αμαλίας. Έχει για εσώρουχο μια φαρδιά βράκα που σκεπάζεται με μια δεύτερη από πολύτιμο μεταξωτό. Τα δυο καβάδια είναι από χρυσοΰφαντη στόφα και το εξωτερικό είναι στολισμένο γύρω γύρω με γούνα και ουρές ερμίνας Χαρακτηριστικός ο κεφαλόδεσμος με πρόσθετες 12 κοτσίδες στολισμένες με 25 γρόσια. Το στήθος καλύπτεται ολόκληρο με πολύτιμα νομίσματα, κυρίως ντούμπλες και πεντόλιρα.
μεγέθυνση

πηγή: http://www.europeana.eu/portal/record/08540/D680708BE5B0DE04511403F0B3817A46D786A701.html?start=6

Γυναικεία ενδυμασία Αστυπάλαιας


Γυναικεία ενδυμασία Αστυπάλαιας 19ος – 20ός αι. Αθήνα, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Α. Μ. 14071
Γυναικεία ενδυμασία της νύφης και της αρραβωνιασμένης κοπέλας της Αστυπάλαιας.

 Ονομάζεται και χρυσομάντηλο από το χρυσοκέντητο μαργαριταρένιο επιμετώπιο του κεφαλόδεσμου και παρουσιάζει τυπολογικές ιδιαιτερότητες που παραπέμπουν στη βυζαντινή ενδυματολογία. Ο κεφαλόδεσμος έχει για βάση του τη μαργαριταρένια σκούφια και τις δύο μπόλιες, την κίτρινη και τη λευκή με τις κεντημένες άκρες. Στηρίζεται με τις κομποβελόνες και στολίζεται με άνθη δεξιά και αριστερά στους κροτάφους. Περίφημο για το κέντημα είναι το πουκάμισο με τα ολοκέντητα μανίκια καθώς και το μεταξωτό μανικωτό φουστάνι συνήθως από ατλάζι. Τα κοσμήματα περιλαμβάνουν τις βέργες, το ζωνάρι και τις δύο ζωσιές, δηλαδή την αλυσιδένια ζώνη με το κρεμασίδι σε σχήμα ψαριού.

μεγέθυνση

πηγή: http://www.europeana.eu/portal/record/08540/CB4E2B4A12DBFDA26160A178746FEA2CF3160C29.htmlpeana

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Σέρα Κοσμά Ματσούκας



Ιστορικά στοιχεία

Το χωριό Κοσμά ήταν ένα από τα 14 χωριά της Κάτω Ματσούκας, χαμηλά στον Πυξίτη ποταμό και κοντά στην όχθη του. Ήταν αμιγώς Ελληνικό χωριό που είχε 400 κατοίκους οι οποίοι συντηρούσαν το σχολείο και την εκκλησία του «Αγίου Δημητρίου». Μετά το 1923 οι κάτοικοι του χωριού εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα στον Κεχρόκαμπο Καβάλας και σε χωριά της Πτολεμαΐδας.(Ανατολικός Πόντος, Ταξιδιωτικοί Οδηγοί/17 Σάββας Καλεντερίδης, σελ., 268).

Λαογραφικά στοιχεία

Η μορφή του χορού στον Πόντο όταν χόρευαν πολλά άτομα ήταν κλειστός κύκλος, ενώ όταν χόρευαν λίγοι μπορούσαν να χορεύουν κυκλικά ή και επιτόπου. Η μουσική παιζότανε με όλα τα μουσικά όργανα με προτίμηση όμως στους ανοιχτούς χώρους, τον Ζουρνά ή το Αγγείο και με όργανο συνοδείας αυτών το Νταούλι, λόγω της μεγάλης ηχητικής τους έντασης. Δεν συνοδευόταν από τραγούδι. Όταν χόρευαν λίγα άτομα και ειδικά σε κλειστούς χώρους, τότε κυρίαρχο ρόλο έπαιζε η λύρα που δεν συνοδευόταν από Νταούλι.

Ανάλογα με την περιοχή που χορευόταν ο χορός είχε διαφορετικό ύφος. Σαν χορευτική βάση έχει το «Τίκ Τρομαχτόν» που στην Τραπεζούντα και κατ επέκταση στην Ματσούκα τα πόδια δεν ξεκολλούσαν από το έδαφος και όλο το σώμα είχε ένα έντονο τρέμουλο. Το παράγγελμα, το σημερινό για παράδειγμα «Αλασιά» το έδινε ο οργανοπαίχτης με το μουσικό του όργανο. Έτσι μετά το σπάσιμο των χεριών (τσάκωμαν) και το λύσιμο των ώμων (χάλαμαν) οι χορευτές εκτελούσαν στις περισσότερες περιοχές του Πόντου μια φιγούρα, και μετά επανερχότανε στο Τίκ Τρομαχτόν. Όλη αυτή η διαδικασία επαναλαμβανόταν τρείς φορές-χωρίς να χρειάζεται το παράγγελμα «Πυρ-που συναντάμε σήμερα στα διάφορα χορευτικά. Στον Πόντο ΠΑΡΑΓΓΕΛΜΑΤΑ στο τέλος του χορού, όπως ΚΛΕΙΣΙΜΟ ή ΠΥΡ δεν υπήρχαν. Συνήθως σταματούσε η μουσική ή κουραζότανε οι χορευτές και αποχωρούσαν, οπότε αυτόματα τελείωνε και ο χορός.....

Στο χωριό Κοσμά, τον χορό τον συναντάμε με 4 φιγούρες, οι οποίες κατόπιν παραγγέλματος επαναλαμβάνονται τρείς φορές η κάθε μία, με τελευταίο το γονάτισμα. Στο χωριό Κεχρόκαμπος (Τάροβα) Καβάλας ονομαστοί χορευτές του Σέρα, όλοι γεννημένοι στον Πόντο στα τέλη του προηγούμενου αιώνα ήταν:

Σεμερτζίδης Νικόλας , Aντωνιάδης Νικόλας , Αποστολίδης Ιωάννης (Βανέης) , Ιωακειμίδης Κωσταντίνος (Αξάμς)

(Ν. Ζουρνατζίδης, Συμβολή στην Έρευνα του Ποντιακού Χορού, σελ 114).
Ο ρυθμός του είναι επτάσημος 7/8 (2-2-3) γοργός.

Επιμέλεια κειμένου και κινούμενης εικόνας : κ.Κοκοβίδης - κ.Σιδηρόπουλος

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Έθιμα Ελλήνων της Μικράς Ασίας το μήνα Νοέμβριο

Το Αδραμύτη στα παράλια της Μ. Ασίας ήταν γνωστό για την εύφορη γη του, τα νερά και τα δάση του, αλλά και για το εξαιρετικό λάδι του. Ας δούμε λοιπόν πώς γινόταν το μάζεμα της ελιάς στην περιοχή αυτή.
Το Νοέμβριο, όταν οι ελιές μαύριζαν πια, οι αγρότες άρχιζαν την ντέμπλα, δηλ. το μάζεμα. Οι άντρες ανέβαιναν πάνω στα δέντρα και χτυπούσαν με την ντέμπλα, δηλαδή μ' ένα ξύλινο ραβδί τα κλαδιά. Έπρεπε όμως να χτυπούν το δέντρο με τέχνη «για να μη βλάψουν το κλαρί». Έτσι οι ώριμες ελιές πέφτανε στη γη. Αυτές δίνανε και το πιο καλό λάδι. Οι γυναίκες μάζευαν σε καλάθια τις ελιές που έπεφταν και ο κεχαγιάς, δηλ. ο επικεφαλής, τα έπαιρνε και τα άδειαζε σε τσουβάλια. Οι ραφ'στάδες, δηλ. οι άντρες που ράβδιζαν τις ελιές, τραγουδούσαν καθώς δούλευαν, ενώ οι γυναίκες κουβέντιαζαν και γελούσαν. Το μεσημέρι όλοι σταματούσαν για να φάνε. Ύστερα συνέχιζαν τη δουλειά, ώσπου να βασιλέψει ο ήλιος. Το βράδυ γύριζαν στο χωριό όλοι παρέα. Την τελευταία μέρα της συγκομιδής γιόρταζαν στο κτήμα τα γλυτώματα Ο νοικοκύρης τους έφερνε χαλβά, πίτες , κονιάκ και άλλα καλούδια και αυτοί τρώγανε και εύχονταν: «καλά λάδια, καλά μπερεκέτια!»

πηγή

Η Αγιασώτικη παραδοσιακή φορεσιά


Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Αγιασώτικης παραδοσιακής φορεσιάς από τον 18ο αιώνα και πέρα, αποτελεί το σκαλωτό σαλβάρι το οποίο συναντιέται και σε άλλα χωριά της Λέσβου, όπως στο Πλωμάρι. Είναι συνήθως εξάφυλλο και το πλάτος μοιράζεται στα τρία. Τα δύο πλάγια τμήματα τα οποία σχηματίζουν τα σκέλη της βράκας, τα καλαμοβράκια - “οι κλαπάτσες” όπως λέγονται - είναι πιο μακριά από το μεσαίο τμήμα της που αποτελεί τη “σέλα”. Η αναλογία στο μάκρος του καλαμοβρακιού σε σχέση με αυτό της σέλας εξαρτάται από το ύψος της γυναίκας και αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για το σωστό ζύγισμα της βράκας. Τα καλομοβράκια, που συχνά γίνονται από απλό πανί για οικονομία, καταλήγουν σε βρακοθηλιές από όπου περνά συνήθως πλεγμένο γαϊτάνι, η “βρακοζώνη”. Δένονται κάτω από τα γόνατα και σκεπάζονται καθώς η βράκα πέφτει αναδιπλωμένη ως κάτω στους αστραγάλους.

Εκείνο που κάνει να ξεχωρίζει το σαλβάρι, ιδιαίτερα της νέας γυναίκας του νησιού, είναι το υφαντό με
τα ζωηρά ζεστά χρώματα όπως το κόκκινο και το κίτρινο και η ζωντάνια των καρό και ριγωτών σχεδίων που γίνεται πιο έντονη στους συνδυασμούς με το λευκό και στις ποικίλες συνθέσεις με το “γερανιό”, το “μαβί”, το πράσινο. Τα υφαντά γινόταν στο σπιτικό αργαλειό, δουλεμένα με ιδιαίτερη τέχνη και μεράκι.



Ένα άλλο χαρακτηριστικό της βρακούσας ήταν επίσης ο αυξημένος όγκος της βράκας, το “παραγέμισμά” της με δύο, τρία ή και περισσότερα βρακιά, όμοια ή μικρότερα σε μέγεθος από το εξωτερικό. Τα κατωβράκια αυτά, όπως τα ονόμαζαν οι Αγιασώτισσες, μαζί με το μεσοφούστανο που φορούσαν κατάσαρκα ήταν απαραίτητα ιδιαίτερα στις γιορτινές τους εμφανίσεις.
Αυτά τα συνοδευτικά ενδύματα έδιναν με τον όγκο τους εκείνη την πλαστικότητα στη φόρμα του σαλβαριού που χάριζε στη βρακούσα μια θηλυκότητα πληθωρική, σύμφωνα πάντα με τις αισθητικές αντιλήψεις της εποχής.
Η φορεσιά συμπληρωνόταν με το καμιζόρι και το χρυσοκεντημένο λιμπαντέ που φορούσε η νέα γυναίκα πάνω από το καλό της πουκάμισο.



Από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα η ευρωπαϊκή μόδα, που εισέβαλε και στα χωριά του νησιού, παραμέρισε σιγά σιγά την τοπική φορεσιά. Η εγκατάλειψη της λαϊκής φορεσιάς ξεκινά, όπως συνήθως, από τις ανώτερες κοινωνικά τάξεις που φέρνουν τα ενδύματά τους από την Πόλη, τη Σμύρνη ή κέντρα του εξωτερικού. Η τάση αυτή είναι πιο έντονη στην πόλη της Μυτιλήνης. Το φουστούνι με τις πυκνές πτυχώσεις αρχίζει να επικρατεί περισσότερο. Οι βρακούσες εκείνες με τα όμορφα σαλβάρια και τα πολύχρωμα υφαντά δεν υπάρχουν πια. Παρ’ όλα αυτά, στην ορεινή Αγιάσο ίσως να δείτε πολλές γερόντισσες που φορούν ακόμα τη βράκα.
Μα και η αγρότισσα, που ακολουθεί πια τη μόδα όταν βγαίνει στα χωράφια το χειμώνα, γίνεται κι αυτή βρακούσα. Φορά τότε τη συνηθισμένη της βράκα, ή μια πιο λιτή, πιο εύχρηστη, και αμολιέται στις πλαγιές για να μαζέψει ελιές ή κάστανα. Μια συνήθεια που κρατά ως σήμερα, που η ενδυμασία με το σαλβάρι έγινε μουσειακό είδος.

πηγή

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Πεντοζάλης από την Κω



Χορεύει η Ομάδα Ελληνικού Λαϊκού Χορού Δήμου Καλλιθέας.
Παίζουν οι μουσικοί: Γιώργος Μαρινάκης βιολί, Κώστας Φιλιππίδης λαούτο. Επιμέλεια - διδασκαλία: Βασίλης Καρφής. Καλλιθέα 2007.

Βιντζηλαιαδίστικος από την Κωμιακή Νάξου



Βιντζηλαιαδίστικος, αντρικός χορός από την Κωμιακή της Νάξου που οφείλει την ονομασία του στη γνωστή οικογένεια των Βιντζηλαίων. Χορεύει η Ομάδα Ελληνικού Λαϊκού Χορού Δήμου Καλλιθέας.

Παιζουν οι μουσικοί: Νίκος Τσαντάνης τσαμπούνα, Γιάννης Γευγελής τουμπί.

Επιμέλεια - διδασκαλία: Βασίλης Καρφής. Καλλιθέα 2009.

Μαλαματένιος αργαλειός - Παραδοσιακό τραγούδι από τη Σινασό της Καππαδοκίας

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

"Τ'Αρμένου γιός πινέθηκε"



Βαγγέλης Δημούδης:Τ'Αρμένου γιός πινέθηκε"

παραδοσιακό τραγούδι απο την Καρωτή Διδυμοτείχου.

Τ'Αρμένου γιός πινέθηκε,γαλανά ματάκια μ'κι έμορφα
σ'ένα πασά κι αφέντη,λάλει καλό μ' αηδόνι.
Αφέντη μου τη θάλασσα,πεζός θα την αδιάβω.
Κι αν την αδιάβ'ς τη θάλασσα,γαμπρό θε να σε κάνω
θέλεις την αξαδέρφη μου,θέλεις την αδερφή μου
θέλεις τη θυγατέρα μου που λάμπει σαν τον ήλιο
όπου γεννήθκι σκοτεινά και φέξαν τα σοκάκια.
Τ'Αρμένου γιός σαν τ'άκουσε,ξεντύθ'κι.ξαρματώθ'κι
ξεντύθ'κι,ξαρματώθ'κι μές τη θάλασσα ρίχτ'κι
σαράντα μέρες έπλεγε,γελώντας,τραγουδώντας
κι απ' τις σαράντα κι ύστερα,κλαίει,μοιρολογάει

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Ο σκοπός της νύχτας από το Μεσοχώρι Καρπάθου



Ο Σκοπός της νύχτας όπως παίζεται στο χωριό Μεσοχώρι, Καρπάθου.

Ξύπνησ' αστέρι τ' ουρανού του Ήλιου θυγατέρα,
κι έβγα στο παραθύρι σου, να γίνει η νύχτα 'μέρα!!

Έβγα στο παραθύρι να φέξει το στενό,
να φέξει να περάσω γιατί 'ναι σκοτεινό.

Ξύπνα διαμάντι και ρουμπί, κι ανθέ του μαλαμάτου,
κι έχω δυο λόγια να σου πω, του παραπονεμάτου..

Τέσσερα πορτοκάλια, τα δυο σαπίσανε,
ήθελα να σε πάρω μα δε μ' αφήσανε.

Η Κάρπαθος έχει περί τους 74 σκοπούς και ένας τραγουδιστής μπορεί να επιλέξει οποιονδήποτε από αυτούς για να τραγουδήσει την μαντινάδα του.
Όλοι οι σκοποί της Καρπάθου αποτελούν μέρος του Κάτω χορού, οπότε εκτός από το καθιστό γλέντι μπορούν να τραγουδηστούν και κατά τη διάρκεια του χορού αυτού.

Λύρα: Μανώλης Μάλτας
Τραγούδι: Μανώλης Μάλτας - Μανώλης Λεντάκης
Όπως παίζεται στο χωριό Μεσοχώρι Καρπάθου.

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Βλάχικη Γυναικεία φορεσιά Ν.Σερρών



Τις τελευταίες δεκαετίες του Ι6ου αιώνα, σύμφωνα με την παράδοση, εγκαταστάθηκαν οι Βλάχοι στην περιοχή του Ν. Σερρών.
Η καταστροφή μεγάλων αστικών κέντρων
που ανθούσαν στην ευρύτερη περιοχή της Πίνδου, όπως Αβδέλλα Γρεβενών, Βωβούσα, Γράμμουστα, Μοσχόπολη, Β. Ηπείρου, Νυμφαίο Φλώρινας, από "ληστρικές ομάδες Τουρκαλβανών", αλλά και λίγο αργότερα οι" θηριωδίες του Αλή Πασά (Ι790-1820) ανάγκασαν πολλούς βλάχους να μεταναστεύσουν ανατολικότερα, για να επιζήσουν.
Βλάχοι κτηνοτρόφοι εγκαταστάθηκαν στο Χιονοχώρι, Ν. Πετρίτσι, Πορρόϊα Σιδηρόκαστρο, Ροδολίβος, Πρώτη, ενώ οι έμποροι στις Σέρρες, στην Ηράκλεια, στην Νιγρίτα όπου ενσωματώθηκαν με την ντόπια αστική τάξη.

Η βλάχικη γυναικεία φορεσιά λέγεται από υπερήλικες βλάχες γυναίκες, ότι ήταν η φορεσιά της Γράμμουστας Καστοριάς οι κάτοικοι της οποίας διασκορπίστηκαν στην Αν. Μακεδονία και Βουλγαρία, φέροντας μαζί τους μία χειροποίητη μάλλινη πανέμορφη φορεσιά η οποία λόγω της ομορφιάς της υιοθετήθηκε από γυναίκες και άλλων βλαχόφωνων περιοχών.

"Ντύσου στολίσου λυγερή, ντύσου στολίσου κόρη, για να φανείς και στον γαμπρό κήπος και περιβόλι».

Μ' αυτά τα λόγια τραγουδούν την νύφη οι μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες όταν ντύνουν την νύφη, η οποία κατάσαρκα θα φορέσει την υφαντή βαμβακερή άσπρη πουκαμίσα, το "κατασάρκου" κατά την βλάχικη διάλεκτο και πάνω από την πουκαμίσα ένα κοντό βελούδινο γιλέκο" το «μιντάου» που δεν αφήνει να φαίνονται τα χέρια όταν ανασηκώνονται.

Το χαρακτηριστικό κομμάτι της νυφικής φορεσιάς είναι η μάλλινη κόκκινη φούστα με πτυχές, που στο μάκρος φτάνει κάτω από το γόνατο. Τα δύο βελούδινα μανίκια που ράβονται στην πολύπτυχη φούστα τα «καπάκια» είναι χαρακτηριστικό της νυφικής φορεσιάς και αργότερα έτσι φοράει την φορεσιά η γυναίκα τα πρώτα χρόνια του γάμου της. Η ποδιά η νυφιάτικη και αυτή από βελούδο στο ίδιο χρώμα με τα καπάκια. Το αμάνικο κοντό βυσινί γιλέκο «σκουρτάκα» είναι ολόκληρο κεντημένο με γαϊτάνια και στο τελείωμά του στολισμένο με πολύχρωμα κουμπιά. Στα πόδια πολύχρωμες πλεκτές μάλλινες κάλτσες «πουρπότς».

Αυτό που εντυπωσιάζει ακόμη και σήμερα είναι ο πλούσιος κεφαλόδεσμος, που στην πλήρη του μορφή, όπως διηγούνται οι μεγαλύτερες το βάρος του έφθανε στις 3 (τρεις) οκάδες. Είναι η γνωστή κατσούλα, δηλαδή ένα κόκκινο καπέλο, που στο επάνω μέρος του φέρει το «τάσι» ένα μετάλλινο δίσκο με τον δικέφαλο αετό. Γύρω από αυτό ράβεται «η βλάσκα» μία πολύχρωμη δηλαδή ολόμαλλη μαντίλα. Πάνω στην κατσούλα οι γυναίκες εξαντλούσαν όλο τους το μεράκι και την εφευρετικότητά τους, κρεμώντας επάνω της όλα τα χάντρινα στολίδια, φτιαγμένα από τις ίδιες, μικρά ζωάκια σε φυσικό μέγεθος, βατραχάκια, πολύχρωμες πεταλουδίτσες, χελωνίτσες, με αποτέλεσμα το βάρος του να φθάνει τις τρεις οκάδες. Το πρόσωπο της νύφης είναι σκεπασμένο με ένα κόκκινο διάφανο πέπλο, το «ζαβόνι» κεντημένο με πούλιες.

Στη μέση χάντρινη ζώνη και εκατέρωθεν της μέσης από ένα κεντημένο μαντήλι (τζεβρέδες). Έτσι όπως την περιγράψαμε την νυφική φορεσιά την φορούσαν οι Βλάχες νύφες μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950 όπως φαίνεται από δημοσιευμένες φωτογραφίες που κυκλοφόρησε ο Σύλλογος Βλάχων Ν. Σερρών «Γεωργάκης Ολύμπιος» στο Λεύκωμά του.

Η παραπάνω φορεσιά αποτέλεσε στο παρελθόν λόγω απαγόρευσης της κυκλοφορίας για τις γυναίκες που την φορούσαν, γιατί στον συνοστισμό των πανηγυριών «σκανδάλιζαν» τους άνδρες. Αυτά αναφέρει στο Βιβλίο του «Ο Ελληνισμός και η Μητρόπολη του Νευροκοπίου κατά τον Μακεδονικό Αγώνα» ο ιστορικός Αθανάσιος Καραθανάσης.

Αυτό βέβαια κατά τις εκτιμήσεις του Βουλγαρικού Κομητάτου, που δεν δίστασε να εκδώσει διαταγή το έτος 1905, που τιμωρούσε με την ποινή του θανάτου τις βλάχες εκείνες που τολμούσαν να εμφανισθούν στα πανηγύρια με την πανέμορφη αυτή φορεσιά.


πηγή

Βλάχοι Ν.Σερρών



Παρασταση Συλλογου Βλαχων Ν.Σερρων Γεωργακης Ολυμπιος
στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού.

Eλλήνων Δρώμενα :" Κύθηρα "







Ο διαχρονικός, μουσικοχορευτικός, ρυθμικός παλμός του πανέμορφου νησιού. Τα Κύθηρα λόγω της γεωγραφικής τους θέσης ενσωματώνουν μία ιστορική διαδρομή που για πολλούς αιώνες γράφτηκε στο νησί από τη μείξη πολιτισμών και λαών.
Οι κάτοικοι των Κυθήρων, άλλοτε σαν αγγελιοφόροι και άλλοτε σαν αποδέκτες πολλών χαρακτηριστικών και ιδιωμάτων, στο πέρασμα του χρόνου, διαμόρφωσαν τον δικό τους πολιτισμικό χαρακτήρα.
Η ιστορική διαδρομή αυτού του όμορφου νησιού ξεκινάει από τα αρχαία χρόνια, αφού η θάλασσα των Κυθήρων είναι η γενέτειρα της θεάς Αφροδίτης -της θεάς της ομορφιάς- κατά το μύθο του Ησιόδου.
Σήμερα στα Κύθηρα συναντούμε τον απόηχο μιας δαιδαλώδους διαδρομής με τον Μινωικό πολιτισμό, τους Φοίνικες, τα Ενετικά κάστρα, το Βυζάντιο, τους μεγάλους σεισμούς και τις φυσικές μεταβολές, να αντικατοπτρίζονται στο σπάνιας ομορφιάς φυσικό περιβάλλον του νησιού.
Οι Κυθήριοι ανέπτυξαν τις τέχνες και τις συνέδεσαν με την καθημερινή τους ζωή, τις κοινωνικές εκδηλώσεις, τα ήθη και έθιμά τους. Το «Τσιρίγο» έχει πλούσια παράδοση στη μουσική και στο χορό. Αν και πολλά στοιχεία δηλώνουν έντονη συγγένεια με την Κρητική και Επτανησιακή μουσική, υπάρχει μια ξεχωριστή ιδιοτροπία στο Κυθηραϊκό τραγούδι και το χορό. Πολύ ερωτικοί στοίχοι, ρομαντικές μελωδίες και χοροί που εκφράζουν χαρά, αγάπη, έχουν την δική τους καθημερινή χρήση στην κοινωνική δραστηριότητα των κατοίκων του νησιού.
Ο φακός εστιάζει στα ιδιαίτερα μουσικοχορευτικά χαρακτηριστικά του νησιού αλλά και στην ιστορική διαδρομή που τα πλαισιώνει, έτσι ώστε να αναδειχθεί ο αυθεντικός ψυχισμός των ανθρώπων ο οποίος έχει βαθιές ρίζες στον διαχρονικό πολιτισμό του Αιγαίου και της Μεσογείου.
Οι κάτοικοι των Κυθήρων βίωσαν με άμεσο τρόπο τα παλαιότερα χρόνια αλλά και σήμερα ακόμα, την ξεχωριστή μουσικοχορευτική υπόσταση του νησιού, που διέπλευσε από την Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, την Αθήνα, την Αυστραλία και την Αμερική, -και όπου αλλού οι «Τσιριγώτες» κράτησαν τις ρίζες τους ζωντανές- και συνεχίζουν να γράφουν τις δικές τους σελίδες στην Ιστορία.

Σκηνοθεσία: Αντώνης Τσάβαλος
Έρευνα: Αντώνης Τσάβαλος
Οργάνωση παραγωγής: Μαρία Τσαντέ
Φωτογραφία: Μιχάλης Γερανιός
Μοντάζ: Γιώργος Χρυσαφάκης
Ηχοληψία: Παναγιώτης Κυριακόπουλος
Παραγωγή: filmellon