Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Ορμανλί Βαμβακόφυτου Σερρών



Χορεύει η Ομάδα Ελληνικού Λαϊκού Χορού Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου Καλλιθέας. Βεάκειο 1998.
Χορεύει μαζί ο Νίκος Κούλιαλης.
Φορεσιές του Πολιτιστικού Συλλόγου Βαμβακόφυτου (ευγενική παραχώρηση).
Επιμέλεια - διδασκαλία: Βασίλης Καρφής

Συρτός και μπάλος Νάξου



Κάθα δεκαπέντε (συρτός), Κάθε που πάω στο χωριό (συρτός) & μπάλος (αργής και γρήγορης ρυθμικής αγωγής) Νάξου.

Παίζουν οι μουσικοί: Γιώργος Μαρινάκης βιολί, Κώστας Φιλιππίδης Λαούτο, Πάνος Δημητρακόπουλος κανονάκι, Βαγγέλης Δημούδης ούτι, Μαρία Ζιάκα τραγούδι, Γιάννης Γευγελής τουμπί.

Επιμέλεια - διδασκαλία: Βασίλης Καρφής. Καλλιθέα 2009.

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Γκάιντα Πετριτσίου Σερρών και Ναστρίντζινι



Χορεύει η Ομάδα Ελληνικού Λαϊκού Χορού Δήμου Καλλιθέας.

Επιμέλεια - διδασκαλία: Βασίλης Καρφής.

Παίζουν οι μουσικοί: Παναγιώτης Μπάλιος ζουρνάς, Γιώργος Μίσσας ζουρνάς, Λάζαρος Δεληγιάννης νταούλι.

Μπαϊντούσκα Βαμβακόφυτου Σερρών



Χορεύει η Ομάδα Ελληνικού Λαϊκού Χορού Δήμου Καλλιθέας.

Επιμέλεια - διδασκαλία: Βασίλης Καρφής.

Παίζουν οι μουσικοί: Χρήστος Μπατίσης ζουρνάς, Παναγιώτης Μπάλιος ζουρνάς, Γιάννης Γευγελής νταούλι.
Καλλιθέα 2007.

Ικαριώτικος



Χορεύει η Ομάδα Ελληνικού Λαϊκού Χορού Δήμου Καλλιθέας.

Επιμέλεια - διδασκαλία: Βασίλης Καρφής.

Παίζουν οι μουσικοί: Γιώργος Μαρινάκης βιολί, Μανώλης Γιαννουλάκης λύρα, Κώστας Φιλιππίδης λαούτο, Νίκος Καρατάσος σαντούρι.
Καλλιθέα 2008

Συρτός και μπάλος Πάρου



Εγώ είμαι του ψαρά ο γιος (συρτός) & Βάρα τσαμπούνα δυνατά (μπάλος). Πάρος με τσαμπούνα.

Επιμέλεια - διδασκαλία: Βασίλης Καρφής.

Παίζουν οι μουσικοί: Νίκος Τσαντάνης τσαμπούνα & τραγούδι, Γιάννης Γευγελής τουμπί. Καλλιθέα 2008

Για να δούμε το ήθος των Ελλήνων (που δυστυχώς απωλέσαμε)

Το 1960 ομιλητής, κατά την εορτάσιμο ημέρα, στην Ακαδημία Αθηνών είναι ο Στρατής Μυριβήλης. Αντιγράφω: «Είχε οργανωθεί, κατά τη διάρκεια του αγώνος, υπηρεσία μεταγγίσεως αίματος απ’ τον Ερυθρό Σταυρό της Ελλάδος. Είχα ένα φίλο γιατρό σ’ αυτή την υπηρεσία και πήγαινα κάπου-κάπου να τον δω και να τα πούμε. Ο κόσμος έκαμε κάθε μέρα ουρά γιά να δώσει το αίμα του για τους τραυματίες μας.

Ήταν εκεί νέοι, κοπέλες, γυναίκες, μαθητές, παιδιά που περίμεναν τη σειρά τους.

Μία μέρα, λοιπόν, ο επί της αιμοδοσίας φίλος μου γιατρός, είδε μέσα στη σειρά των αιμοδοτών που περίμεναν, να στέκεται και ένα γεροντάκι.
- Εσύ, παππούλη, του είπε ενοχλημένος, τι θέλεις εδώ;

Ο γέρος απάντησε δειλά:
- Ήρθα κι εγώ, γιατρέ, να δώσω αίμα.
Ο γιατρός τον κοίταξε με απορία και συγκίνηση. Ο γέρος παρεξήγησε το δισταγμό του. Η φωνή του έγινε πιο ζωηρή.
- Μη με βλέπεις έτσι, γιατρέ μου. Είμαι γερός, το αίμα μου είναι καθαρό, και ακόμα ποτές μου δεν αρρώστησα. Είχα τρεις γιους.
Σκοτώθηκαν και οι τρεις εκεί πάνω. Χαλάλι της πατρίδας. Όμως μου είπαν πως οι δύο, πήγαν από αιμορραγία. Λοιπόν, είπα στη γυναίκα μου, θα ‘ναι κι άλλοι πατεράδες, που μπορεί να χάσουν τα παλληκάρια τους, γιατί δεν θα έχουν οι γιατροί μας αίμα να τους δώσουν. Να πάω να δώσω κι εγώ το δικό μου. Άιντε, πήγαινε γέρο μου, μου είπε κι ας είναι γιά την ψυχή των παιδιών μας.

Κι εγώ σηκώθηκα και ήρθα».

Κ.Κ.
 

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Συγκλονιστικό video - Πολεμιστής του '40 μιλά για την εμφάνιση της Παναγίας






Ιδού και η επίσημη αναφορά του Νικολάου Γκάτζαρου στο Γ.Ε.Σ για το συμβάν:

Αριθ. Δ.Υ

Εν Τ.Τ. 712 τη 3η Μαρτίου 1941

Ο Ανθυπασπιστής Γκάτζαρος Νικόλαος

Προς

Το 1/40 Τάγμα Ευζώνων


Ενταύθα

«Περί εμφανίσεως της Παναγίας και των δοθεισών μοι υπ’ Αυτής εντολών».

«Λαμβάνω την τιμήν να αναφέρω υμίν, ότι χθες Κυριακήν, 2 Μαρτίου έ.έ. και περί ώραν 8ην μ.μ. μετέβην εις τι παρακείμενον του καταυλισμού 2ου Λόχου Τάγματος Υμών μικρόν ύψωμα απέχον περί τα 300 μέτρα, χάριν περιπάτου, αισθανθείς την ανάγκην κινήσεως. Μία μυστηριώδης δύναμις ωσάν να με ώθη προς τα εκεί. Ο αήρ έχει ήδη παύσει να φυσά και ο ουρανός ήτο αστερόης. Κατά την επι στροφήν μου εις την σκηνήν, δεν έχω αριθμήση 10 βήματα, ότε αιφνιδίως ενεφανίσθη εμπρός μου και μου ανέκοψε τον δρόμον μία γυνή μαυροφόρα έχουσα σεμνήν, την εμφάνισίν της. Το πρόσωπόν της διεκρίνετο χαρακτηριστικώς εις το βραδυνό ημίφως. Εις το θέαμα τούτο καταληφθείς εξ απροόπτου, κατ’ αρχάς εξεπλάγην, κατόπιν όμως αυτοστιγμεί συνήλθον εκ του τρόμου, επειδή εγνώριζον, ότι πολλάκις η Παναγία ενεφανίσθη είτε ως όραμα, είτε καθ’ ύπνον κατά τας πολεμικάς επιχειρήσεις του Στράτου μας.
Εγώ όλως μηχανικώς έλαβον θέσιν ημιγονυπετή, ίνα ασπασθώ την δεξιάν Της. Εκ της συγκινήσεως οι οφθαλμοί μου εδάκρυζον, οι πόδες και τα χείλη μου έτρεμον επί πολλήν ώραν. Ήκουσα να ομιλή: «Είμαι η Παναγία. Μη φοβείσαι παιδί μου, είπε! Εγώ ενεφανίσθην να σου είπω τρεις λόγους, τους οποίους να μη λησμονήσης:

1) Ο παρών πόλεμος εκηρύχθη απροκαλύπτως και αναιτίως υπό της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδος. Θελήματί μου η Ελλάς θα εξέλθη τούτου νικηφόρως
.

2) Ο πόλεμος ούτος εκηρύχθη εναντίον της Ελλάδος, ίνα γνωρίση ο κόσμος, ότι αφορμή τούτου είναι η απομάκρυνσίς του εκ της Χριστιανικής θρησκείας, καθ’ ην ύβριζεν, εβλασφήμει τα θεία της και έρρεπε προς τον εκφυλισμόν και την ακολασίαν και ούτως συμμορφωθή, ίνα μάθη ότι υπάρχει και προΐσταται ο Θεός. Τρανώτατα δε τεκμήρια της υπάρξεως ταύτης είναι τα συχνά θαύματα των Αγίων της Εκκλησίας του Χριστού.

3) Έπρεπε να μάθη ο κόσμος, ότι ο δίκαιος πάντοτε υπερισχύει της βίας.

Ανάφερε, λοιπόν, ταύτα και εγγράφως εις τον Διοικητήν σου, ίνα μη πτοηθή προ ουδενός κωλύματος, καθότι υπό την προστασίαν Μου ο Ελληνικός Στρατός θα νικήση!».

Μεθ’ ο εν τη εξαφανίσει Της οι οφθαλμοί μου εθαμβώθησαν.

Εν τέλει συνήλθον εν μέρει και κατηυθύνθην αμέσως εις την σκηνήν υμών, όπου έξωθι ταύτης ανέφερον υμίν το συμβάν προφορικώς.

Νικόλαος Γκάτζαρος


Μετά από την εμφάνισι αυτή, όλοι μας οι στρατιώτες εδώσαμε τον φτωχό όβολό μας και με προθυμία κτίσθηκε στο μέρος αυτό ο ναός της Παναγίας.
 


πηγή: Τρικλοποδιά

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Η Ελλάδα του 1940 μέσα από τη λογοτεχνία



αποσπάσματα...
"Σφίγγεται η καρδιά σου, λύπηση σε κυριεύει σαν περνάνε πεζικά. Είναι ένα κοπάδι ατελείωτο, σκυθρωπό, μορφές τυραγνισμένες κι ανώνυμες, μάτια που μέθυσαν από το ξεθέωμα της πορείας. Σε κοιτάζουν για μία στιγμή με μάτι αδειανό. Αφού περάσει κάνα σύνταγμα κι ύστερα μια δυο μέρες, ντάλα μεσημέρι, βλέπεις ξάφνου να παρουσιάζονται στο δρόμο δυο-τρία ερημικά φανταράκια, στραπατσαρισμένα, κουτσαίνοντας, που τραβάνε κι αυτά πάνω. Είναι οι βραδυπορούντες. Ένας έχει χτυπήσει το ποδάρι του και το πηγαίνει τώρα προσεκτικά, σαν άγιο λείψανο, φασκιωμένο με τραγικά κουρέλια. Ο άλλος ήταν ανήμπορος, είναι, όμως πρέπει να συνεχίσει έτσι κι αλλιώς το δρόμο, ν'ανταμώσει τη μονάδα του στην πρώτη επισταθμία. Έρχονται ποδαράτοι από τη Λάρισα και θα φθάσουν έτσι, με τα πόδια, στην Αλβανία -ο Θεός ξέρει που. Ο ένας συντροφεύει τον άλλον. Τον υποβαστάζει κάποτε' αν είναι πολύ αδύναμος, τότε ο συνάδερφος θα μοιραστεί το μεγάλο φόρτωμα μαζί του. Αυτός είναι ο σύντροφος της ερημιάς κι ο παρηγορητής... Αγιασμένο αθάνατο ελληνικό πεζικό! Όργωσες έτσι, μέσα σε δυο μόλις γενιές, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, την Αλβανία, τη Θράκη, την Ουκρανία, τη Μικρά Ασία, και πάλι την Ήπειρο, την Αλβανία - τώρα. Όταν αργότερα σε λίγους μήνες, είδα με ποιά μέσα μεταφερόταν και μας πολεμούσε ο αντίπαλος, ενιωσα την καρδιά μου να τρεμίζει από σπαραγμό μαζί και περηφάνια. Τον πόλεμο τούτο που μας επέβαλαν οι πολιτισμένοι επιδρομείς χυμώντας κατά πάνω μας με μηχανές που ξερνάνε τον κεραυνό, εμείς τον βγάλαμε πέρα με τα ίδια τα μέσα του '12, το φανταράκι το πεζό και το μουλαράκι. Και με τη βοήθεια του Θεού, ω, ναι! Γιατί μπορείς να ξαστοχάς τη θεϊκή δύναμη σαν είσαι δυνατός, όμως τη νιώθεις να πυργώνεται γύρω σου αναπάντεχα κάποια στιγμή άμα τύχει να είσαι μικρός κι αδύναμος. Σπάνια στη ζωή μου έτυχε να νιώσω δίπλα μου την παρουσία του Θεού τόσο ζωντανή, όσο στον αξέχαστο εκείνο καιρό που υπηρετούσα κι εγώ κάτω από τη σημαία της Ελλάδας."


"...Η είδηση διατυπώθηκε σε λίγο έτσι: Η Γερμανία επέδωσε, στις 5.30' το πρωί, τελεσίγραφο στην Ελλάδα, που λέει πως τα στρατεύματά της θα μπούνε στη χώρα μας για να επιβάλουν την τάξη!...

Στον εξώστη του στρατηγείου, ο νεαρός αξιωματικός των Διαβιβάσεων, που είχε ακούσει την εκπομπή και κράτησε σημειώσεις στη ράχη του πακέτου του, διάβαζε, την ώρα που πέρασα, τα νέα στους άλλους αξιωματικούς. Άρπαξα ό,τι μπόρεσα, κλεφτά, κι ύστερα πήγα να τα μεταδώσω στους δικούς μου. Ο Επιτελάρχης μας καθότανε μπροστά στο τραπεζάκι του, με το μολύβι στο χέρι, καθώς πάντα. Μπήκα λαχανιασμένος, χαιρέτησα, στάθηκα να περιμένω.

-Εσύ τί έχεις μάθει; με ρωτάει με την αγριωπή του τη φαιδρότητα ο Επιτελάρχης σα να συνεχίζει αρχινισμένη κουβέντα. Και σύγκαιρα σηκώνει από το χάρτη τα μεγάλα του αυστηρά μάτια.

Του είπα γρήγορα-γρήγορα κι ακατάστατα, με πιασμένη ανάσα, τα νέα. Η δήλωση της Κυβέρνησης πως η Ελλάδα θ'αντισταθεί στην εισβολή, μας έπνιγε όλους από έξαρση. Δεν ξέραμε που θα το βγάλει η άκρη, δε θέλαμε να ξέρουμε, όμως η στιγμή τούτη όπου η μικρή πατρίδα ορθώνεται για ν'αντιμετωπίσει δυο μαζί αυτοκρατορίες, μας τάνυζε την ψυχή. Είδα τον Επιτελάρχη την ώρα που άκουγε τα νέα από το στόμα μου. Τα μάτια του, τα ζωηρά νεανικά μάτια μέσα στο σκαμμένο πρόσωπο, μεγάλωναν, όλο μεγάλωναν κι άστραφταν, τόσο που φτάσανε να τον δείχνουν απίστευτα ωραίο. Μια χειρονομία αδιόρατη του ξέφυγε μαζί σαν να με περιγελούσε. Είναι η ζάρα που έχει επιβάλει στην ψυχή του ο ίδιος θεληματικά, προσπάθεια πεισματερή να κρύβει την κάθε του συγκίνηση κάτω από το περιγέλιο ή την τραχύτητα του στρατιώτη. Κι ωστόσο, ακούγοντάς με, κάτι φαινόταν να ξυπνάει μέσα του, κάτι ίσως λησμονημένο, ένα ανοιξιάτικο αγέρι που αποκοιμήθηκε από χρόνια μέσα στις βραγιές...." (Αγγέλου Τερζάκη, "Απρίλης")


"...Σε λίγο συναπαντήθηκαν. Οι Ιταλοί που ανέβαιναν με τον πατέρα της, εκείνη που κατέβαινε με το μουλάρι. Οι Ιταλοί σταμάτησαν. Ο αξιωματικός σφούγγισε τον ίδρο του, ύστερα έριξε μια πρόστυχη ματιά στο κορμί του κοριτσιού, σαν να το γύμνωσε απ'την κορφή ίσα με τα νύχια. Και οι άλλοι τρεις καραμπινιέροι το τύλιγαν με βρώμα.
Η Φωτεινή κατέβασε τα μάτια. Πρώτη φορά στη ζωή της αντίκρισε τέτοια ματιά, εχθρό παρόμοιο.
-Είναι η κόρη μου, είπε ο μπαρμπα-Φίλιππας.
Οι Ιταλοί άρχισαν να λένε στη γλώσσα τους. Βλέπαν το κορίτσι κι ολοένα λέγαν. Γελούσαν, χαχάνιζαν. Σίγουρα θα έλεγαν προστυχές.
-Πάμε, είπε ο γερο-βοσκός στους Ιταλούς. Μα αυτοί δεν λέγαν να ξεκινήσουν. Μια στιγμή ο χοντρός αξιωματικός έκαμε ν'απλώση τα χέρια του να χαϊδέψει το μάγουλο της Φωτεινής. Το κορίτσι αποτραβήχτηκε βίαια.
-Φύγε! Φύγε! της έκαμε χαμηλόφωνα και την έσπρωχνε ο πατέρας της. Σαστισμένη με τα ξερόκλαδά της στα χέρια, με το ζώο τους δεμένο στο κορμί της, έκαμε να φύγη προσπερνώντας τους καραμπινιέρους. Όμως εκείνη τη στιγμή, ακριβώς εκείνη, άστραψε μες στα μάτια του χοντρού Ιταλού, δύναμη της φοβερής θεότητας που δουλεύει στα σκοτεινά, η ιδέα: θέλησε να κάμη αστείο, επίδειξη. Ξεκρέμασε το αυτόματο από τον ώμο του και, τη στιγμή που περνούσε το μουλάρι πλάι του φέρνοντας την κάνη ξυστά στο κεφάλι του ζώου, τράβηξε μια ριπή στον αέρα. Το μουλάρι, ξαφνιασμένο από τον τρομακτικό κρότο που γέμισε τ'αυτιά του, τινάχτηκε μία, και ύστερα παλαβό, ασυγκράτητο, άρχισε να τρέχει με απίστευτη γρηγοράδα, κατεβαίνοντας τον πετραδερό λόφο. Για ένα ελάχιστο διάστημα, το κορίτσι δεμένο μαζί με το καπίστρι, μπόρεσε να βασταχτή στα πόδια του τρέχοντας πίσω του και τραβώντας το σκοινί. Μα η δύναμη που το έσερνε ήταν τόσο ξέφρενη, τόσα τα βράχια, που γλίστρησε, έγινε ένας όγκος, έγινε μια οριζόντια ύλη που την έσερνε, την έλιωνε χτυπώντας την από δω κι από κει στις μυτερές πέτρες το αφηνιασμένο ζώο.
Μια κραυγή, μια μονάχα, μπόρεσε να ακουστή. Δεν ήταν φωνή ανθρώπου. Ήταν το αίμα, τα πάθη που δε σπαταλήθηκαν, η άγρια αρμονία της χαράς και της λύπης βίαια.
Την άκουσε ο γερο-βοσκός χαμένος, αλαλιασμένος. Κοίταξε γύρω του σαν να γύρευε βοήθεια, τι να κάμη. Ύστερα χίμηξε κι αυτός κυνηγώντας το φοβερό σύμπλεγμα του κοριτσιού και του ζώου.
-Κράτησέ το! Κράτησέ το! φώναζε έξαλλα νομίζοντας πως μπορούσε να τον ακούση το κοριτσάκι.
Όταν έφτασε στο πεύκο, εκεί μονάχα, το ζώο σταμάτησε λαχανιασμένο. Εκεί το βρήκε ο μπαρμπα-Φίλιππας. Το κορμί του κοριτσιου, δεμένο στο σκοινί, περιχυμένο με αίμα, μήτε σπάραζε καν. Το κεφάλι, τα μαλλιά, τα μυαλά, το πρόσωπο, τα ήμερα μάτια, ήταν μια άμορφη πολτοποιημένη μάζα.
Όταν σε λίγο κατέβηκαν εκεί οι Ιταλοί, είδαν την παράξενη σύνθεση: το ζώο ακίνητο, το σκοτωμένο κορίτσι ακίνητο, κι από πάνω του ο γερο-βοσκός κλαίγοντας να σκαλίζη τις ματωμένες σάρκες, το πρόσωπο, τα χυμένα μυαλά, σα νά'θελε να το ξαναστήση το πρόσωπο, να το προφυλάξη απ'την αμαρτία να μην έχει μορφή.
-Che peccato, μουρμούρισε ένας Ιταλός, μαλακώνοντας τη φωνή του.
-Non badare, είπε αδιάφορα ο χοντρός αξιωματικός.
Τράβηξαν βιαστικά κατά την ακρογιαλιά να φύγουν. Δεν κοίταξαν πίσω τους." (Ηλία Βενέζη, "Ώρα πολέμου")

πηγή: http://firiki.pblogs.gr/2010/10/ellada-1940.html

Κατοχή στο Μύλο του Εμπορείου Σαντορίνης


«Λευτέρης ξύπνα παιδί μου».

«Ναι, ναι».

Μουρμούρισε ο μικρός Λευτέρης μέσα στο βαθύ ύπνο του.

«Έλα παιδάκι μου, σήκω».

Ο Λευτέρης έπαιξε τα μάτια του και κοίταξε γύρω του για να δει που βρίσκετε. Ήταν όνειρο, ήταν αλήθεια, δεν ήξερε. Σκέφτηκε και κοίταξε γύρω του

« Μα που βρίσκομαι » Μουρμούρισε.

Φοβόταν, μα βλέποντας το πατέρα του να σολογάει αισθάνθηκε σιγουριά. Ένιωθε το σώμα του πιασμένο, πονεμένο και τα γόνατα του τον πόναγαν τώρα θυμήθηκε την προηγούμενη μέρα που είχε πέσει κάτω, όταν τον είχε κυνηγήσει ένας γερμανός να του πάρει το ψωμί που κρατούσε κάτω από τη μασχάλη του, όμως εκείνος κατάφερε να του ξεφύγει όταν πέρασε μέσα από ένα μικρό άνοιγμα που είχε ένα βομβαρδισμένο σπίτι .

Μια σκηνή με ένα κήπο με ένα κοριτσάκι με χρυσά μαλλιά μπερδευόταν και ερχόταν στο μυαλό του. Ο μικρός Λευτέρης τώρα δεν ήξερε ποια είναι η αλήθεια, και ποιο είναι το όνειρο.

Κοίταξε τα γόνατα του το αίμα είχε ξεραθεί και το δέρμα του τον τράβαγε. Είχε την αίσθηση ότι είχε ξυπνήσει σε μια άλλη ζωή. Χασμουρήθηκε και έξυσε το κεφάλι του, τα μαλλιά του, του φάνηκαν αφύσικα κοντά. Τώρα θυμήθηκε όταν χτες η μάνα του, του τα είχε πάρει με τη ψιλή για να γλυτώσουν από τις ψείρες. ===

«Τι έγινε πατέρα, θα αλέσουμε;»

Ρώτησε,

Ο πατέρας του, τον λυπόταν που τον ξύπνησε αλλά η πείνα δε του άφηνε περιθώρια για στοργικές εκδηλώσεις.

«Ναι, έλα πριν ξυπνήσουν». Τον προέτρεψε με μια θέρμη στο τόνο της φωνής του και συμπλήρωσε. «Θα κοιμηθείς αύριο όσο θέλεις. Θα πω στη μάνα σου να μη σε ξυπνήσει».

Αν και ήξεραν ότι αυτό ήταν ψέμα, μα είχαν ανάγκη να το πιστέψουν και οι δυο.

Ο μικρός Λευτέρης κάθισε πάνω στα σακιά πήρε μια βαθιά ανάσα για να συνέρθει και προσπαθώντας να δει καλύτερα μέσα από το αδύνατο φως μιας λάμπας που ήταν στερεωμένη στο τοίχο. Δίπλα του υπήρχε ένα φαναράκι από καρπούζι, το είχε φτιάξει μαζί με τα αδέρφια του χτες βράδυ. Το δικό του ήταν το καλύτερο, είχε ένα πρόσωπο χαμογελαστό και δυο τρίγωνα ματάκια. Το έπιασε και το ακούμπησε πιο κει για να μη το σκουντήξει και του χαλάσει.

Για μια στιγμή το κοίταξε. Και μπρος τα παιδικά ματάκια του πέρασαν εικόνες με τραπέζια γεμάτα λιχουδιές μέχρι χαρούμενα χαχανητά του φάνηκε ότι άκουσε.

« Πατέρα». Μουρμούρισε, τεντώνοντας ψηλά τα χέρια του να ξεμουδιάσει. «Είδα ένα περίεργο όνειρο, με πολλά φαγιά».

Ο πατέρας του χαμογέλασε και του είπε γελώντας.

«Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται. Άντε. Έλα να τελειώνουμε. Του φώναξε, που τώρα ανέβαινε τα απότομα σκαλιά του μύλου. Έλεγξα τον καιρό είναι μαΐστρος και άνοιξα τα αντιμόνια. Ο κούντονας* κοιτάζει τον καιρό. Είπε σαν να του έκανε μάθημα. Τράβα ρίξε νερό στα μούτρα σου και τρέξε στα σακιά».

O μικρός Λευτέρης παραμέρισε τη κουρελιασμένη κουβέρτα που ήταν σκεπασμένος, σηκώθηκε και τεντώθηκε.

Ο μύλος έτριξε και τα ξάρτια του άρχισαν να γυρίζουν, στη αρχή αργά αλλά έπειτα με δύναμη. Τράνταζε ολόκληρος με ένα υπόκωφο ήχο που κάτω στο χωριό έφτανε σαν μουγκρητό βγαλμένο από τα έγκατα της γης. Έπειτα από λίγο το αλεύρι αλεσμένο έπεφτε στο κασάκι* και μέσα από τη μάνικα έπεφτε στο σακί αφού πρώτα οι μυλόπετρες είχαν θρυμματίσει το σιτάρι κάνοντας το πούδρα.

Ο Αντώνης πάνω στη κουκούλα του Μύλου κοίταζε από τα τέσσερα παράθυρα έχοντας το νου του για καμιά σπιλιάδα*. Κάτω ο επτάχρονος Λευτέρης γέμιζε τα σακιά με αλεύρι και τροφοδοτούσε από το ποταμό* τις μυλόπετρες με κριθάρι με μηχανικές κινήσει .

Έπειτα από μια ώρα ο μικρός Λευτέρης φώναξε με όλη του τη δύναμη για να τον ακούσει ο πατέρας του.

«Πατέρα να αδειάσω και το άλλο τσουβάλι».

Ο Αντώνης άκουσε αλλά δεν απάντησε αμέσως. Δεν ήξερε τι να κάνει. Να αλέσει και τα άλλα σακιά ή να σταματήσει να αλέθει, μη και ξυπνήσουν οι ιταλοί και του βάλουν ποινή.

Κοίταξε κάτω στο χωριό. Ησυχία. Πάνε τώρα δυο χρόνια που κάθε βράδυ τέσσερις Φινάτσα* καραμπινιέριδες* επιλεγμένοι αξιωματικοί έρχονταν εδώ σταλμένοι από το διοικητής των ιταλών να ξεμένουν τα βράδια για να προσέχουν μη δουλέψει ο μύλος κρυφά χωρίς την έγκρισή τους.

Εκείνο το βράδυ οι ιταλοί είχαν έρθει από νωρίς από το καζέρμα* το φυλάκιο των ιταλών έχοντας μαζί τους τη κουραμάνα τους και το φαγητό τους όπως κάθε βράδυ.

Ο Αντώνης είχε βγάλει πρόγραμμα από νωρίς ότι απόψε θα άλεθε. Η γυναίκα του η Ζαμπιό είχε ετοιμάσει τηγανιτά ψάρια και ο Αντώνης είχε στη γωνία έτοιμη τη νταμιτζάνα με το κρασί. Αφού τάισαν και πότισαν τους ιταλούς μέχρι σκασμού η Ζαμπιό έπιασε τη μούζικα* και άρχιζε να παίζει ιταλική πόρκα.

Οι ιταλοί το ‘ ριξαν στο χορό πάνω στο ντράλικα* του μύλου και γύρω στις 9 έπεσαν ξεροί για ύπνο αποκαμωμένοι από το χορό και ζαλισμένοι από το μεθύσι. Το ίδιο ζαλισμένος ένιωθε και ο Αντώνης αφού κάθε φορά έπινε μαζί τους για να μην υποψιαστούν κάτι οι ιταλοί.

Ο Αντώνης μαζί με τη γυναίκα του, τους έβαλαν σε μια αποθήκη, έπειτα ήπιε ένα δυνατό, πικρό καφέ για να συνέρθει και πήγε γραμμή στο μύλο για να αλέσει. Είχαν μέρες να αλέσουν και όλο το χωριό υπέφερε. Πέρα από τη δική του φαμίλια με δέκα παιδιά ο Αντώνης επωμιζόταν και τη τύχη όλων των συγχωριανών του.

Τώρα εδώ πάνω στη κουκούλα του μύλου κοιτάζοντας κάτω το χωριό αισθανόταν υπεύθυνος για τη ζωή τους.

«Ρίξε και το άλλο» φώναξε.

«Πατέρα κι αν έρθουν».

«Μη φοβάσαι. Δε θα έρθουν». Είπε με σιγουριά για να τον ενθαρρύνει αν και μέσα του κάθε φορά που το έκανε έτρεμε από το φόβο. Ο αέρας δυνάμωνε και τώρα τα ξάρτια του μύλου γύριζαν ακόμα πιο δυνατά τρίζοντας και αγκομαχώντας.

Η καρδιά του Αντώνη άρχιζε να σφίγγει από αγωνία, η ώρα είχε πάει μία.

Έκανε το σταυρό του.

« Έλα Αι μου Μερκούρη».

Ψέλλισε και κοίταξε κάτω τη πλαγιά, στο τέλος του ορίζοντα το φεγγάρι καθρεφτιζόταν μέσα στη θάλασσα λούζοντας το χωριό που κοιμόταν με ένα χρυσό χρώμα . Αύριο ξημερώματα θα έφταναν οι συγχωριανοί του για αλεύρι. Απόψε που άκουγαν το μύλο να δουλεύει ο Αντώνης ήταν σίγουρος ότι θα προσεύχονταν και αυτοί μαζί με εκείνον να τη γλυτώσει και αυτή τη νύχτα από τους ιταλούς. Ο Αντώνης άνθρωπος τίμιος και πονόψυχος είχε γλυτώσει πολύ κόσμο από βέβαιο θάνατο. Μα οι ιταλοί αν τον έπιαναν απόψε δε θα τη γλύτωνε εύκολα.

Ξάφνου κάτι κινήθηκε στο μονοπάτι που οδηγούσε στο μύλο. Ξανακοίταξε να δει καλύτερα.

«Λευτέρης, βάλε το σοκάρο».

Φώναξε με όλη του τη δύναμη, αλλά ο μικρός Λευτέρης είχε απορροφηθεί στη δουλειά. Κοιτάζοντας το αλεύρι να πέφτει στα σακιά φανταζόταν την άμμο της θάλασσας

Αύριο όταν θα έλειπε η μάνα του θα πήγαινε με τους φίλους του για μπάνιο.

Ξάφνου η ξύλινη πόρτα του μύλου άνοιξε διάπλατα από μια δυνατή κλωτσιά. Μια μαύρη σκονισμένη μπότα φάνηκε και έπειτα τέσσερις ιταλοί βρίσκονταν μέσα στο μύλο να βρίζουν στα ιταλικά και να κλωτσάνε ότι έβρισκαν μπροστά τους. Μέσα από αυτή τη μανία δε γλύτωσε το φαναράκι του Λευτέρης που κόλλησε στο τοίχο. Ο ένας ιταλός έβαλε το σόκαρο* το φρένο του μύλου και ο μύλος άρχισε σιγά- σιγά να φρενάρει ώσπου στο τέλος σταμάτησε και το μόνο που ακουγόταν ήταν το φύσημα του αέρα πάνω στα ανοιγμένα πανιά του μύλου. Ο Αντώνης κατέβηκε από τη κουκούλα του μύλου και είδε τους ιταλούς παραζαλισμένους σα κοτόπουλα να χτυπάνε με μια μαγκούρα σα λυσσασμένα σκυλιά ότι υπήρχε τριγύρω. Ένας ιταλός είχε στριμώξει το μικρό Λευτέρης στη γωνία και τον χτύπαγε.

«Μη-μη το παιδί». Τους φώναξε ο Αντώνης τρομοκρατημένος γιατί ήξερε πόσο αδίσταχτοι γίνονταν όταν κάτι δε πήγαινε καλά, και στη δική του περίπτωση τα αντίποινα μπορεί να ήταν πολύ σκληρά. .

Ένας ιταλός τον πλησίασε του πέταξε κάποιες βρισιές στα ιταλικά και έπειτα με μια απότομη κίνηση του ξερίζωσε το μουστάκι. Ένας άλλος τον έπιασε από το μπράτσο και τον έσυρε έξω.

Ο μικρός Λευτέρης έκλαιγε.

«Όχι το παιδί τους φώναξε».

Δυο ιταλοί τώρα τον κρατούσαν από τα μπράτσα και τον έσερναν προς το αρχηγείο τους.

Οι άλλοι δυο ιταλοί έμειναν πίσω. Έδεσαν το μικρό Λευτέρης από τη μέση και με το ίδιο σκοινί όπως ήταν δεμένος τον σήκωσαν ψηλά με το μακαρά. Ο μικρός κούναγε τα πόδια του στο αέρα και έκλαιγε. Ο ένας ιταλός του έπιασε τα πόδια και ο άλλος άρχισε να του βγάζει τις τρίχες από τα τρυφερά πόδια του εφτάχρονου Λευτέρης που έκλαιγε από το πόνο, ώσπου στο τέλος οι φωνές των ιταλών έφταναν στα αυτιά του σαν μελωδικό νανούρισμα. Τώρα δεν άκουγε τίποτα. Μια γλυκιά παραζάλη τον πήρε και χάθηκε σε ένα λήθαργο. Με τα λόγια των ιταλών να φτάνουν στα αυτιά του σαν γλυκό τραγούδι.

« Έλα σήκω. Σήκω.»

Ο μικρός Λευτέρης έπαιξε τα βλέφαρά του, σήκωσε το κεφάλι του και είδε να στέκονται από πάνω του δυο ιταλοί να τον κλωτσάνε μαλακά με τις σκονισμένες μπότες τους. Το δέρμα των ποδιών του τον πόναγε. Μέσα στη ζάλη του και τον φόβο του θυμήθηκε τι είχε συμβεί. Με μια απότομη κίνηση πετάχτηκε όρθιος και στάθηκε με τη πλάτη στο τοίχο κοιτάζοντας τους ιταλούς με τα κόκκινα από το κλάμα μάτια του, τρέμοντας από το φόβο. Οι ιταλοί του γύρισαν τη πλάτη και βγήκαν έξω στο ντράλικα του μύλου μουρμουρίζοντας κάτι στα ιταλικά. Ο μικρός Λευτέρη πετάχτηκε έξω και έτρεξε για το σπίτι του που ήταν λίγο πιο κάτω.

« Μάνα, άνοιξέ μου.»

Χτύπαγε τη πόρτα με τα δυο του χέρια και φώναζε. « μάνα…» Η Ζαμπιό άνοιξε τη πόρτα και ο μικρός τρύπωσε μέσα και έκλεισε πίσω του τη πόρτα.

« Μας καταλάβανε μάνα οι ιταλοί» είπε με κομμένη την ανάσα από το τρέξιμο και από το κλάμα. « Ο πατέρας σου που είναι ;» τον ρώτησε η Ζαπμιό έντρομη.

« Δε ξέρω. Τον πήρανε μάλλον θα τον πήγανε στο καζέρμα*.

Στο ισχνό φως της λάμπας η Ζαμπιό είδε τα πόδια του μικρού Λευτέρη.

« Τι έπαθαν τα πόδια σου;»

Τον ρώτησε και γονάτισε για να δει καλύτερα. Ο μικρός Λευτέρης κοίταξε τα πόδια του και έμπηξε τα κλάματα.

« Οι ιταλοί μουρμούρισε»

Η Ζαμπιό κατάλαβε τι είχε συμβεί άνοιξε τα χέρια της και τον πήρε αγκαλιά.

«Έλα, έλα να σου βάλω λίγο λαδάκι από το καντήλι και θα σου περάσει»

Είπε με θάρρος, μα μέσα της έκλαιγε και πόναγε πιο πολύ από το μικρό Λευτέρη. Η καρδιά της έτρεμε από φόβο για τη τύχη του άντρα της χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι.

Αληθινή ιστορία

Τα ονόματα και τα γεγονότα αντιπροσωπεύουν την αλήθεια.

Αντωνία Δρόσου Βελισσαράτου

ΠΗΓΗ

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Αγιοδημητριάτικα, το νιό κρασί κι η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης ...

Όπως σημειώνει  ο λαογράφος Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"), "Κατά το παλαιόν ημερολόγιον, μερικαί ημέραι προ και μετά του Αγίου Δημητρίου είναι εύδιοι, ανέφελοι, θεριναί και επικρατεί νηνεμία, παρουσιάζουν δε αποτόμως και αύξησιν της θερμοκρασίας και την εντύπωσιν ότι είναι ακόμη καλοκαιράκι και ο κόσμος αρχίζει να ελαφρώνει τα ενδύματα, δια των οποίων είχεν αρχίσει να ενδύεται με την πρώτην καιρικήν μεταβολήν προς το ψυχρότερον. Παλαιότερον οι Αθηναίοι χλευαστικώς έλεγαν "Τ'αγιού Δημητριού το γαϊδουροκαλόκαιρο", επειδή πολλάκις η ελάττωσις αυτή των ενδυμάτων απέβαινεν επικίνδυνος εις την υγείαν, και την ζωήν ακόμη, του ανθρώπου."

Πάντως, ουσιαστικά, από τη γιορτή του Άη Δημήτρη, θεωρείται ότι μπαίνουμε στο χειμώνα. "Άγιος Δημήτριος έρχεται τα χιόνια φορτωμένος", λένε στη Γορτυνία. Και συνεχίζει ο Φίλιππος Βρετάκος "Και πράγματι από τότε αρχίζουν αι πρώται ραγδαίαι βροχαί εις τα πεδινά και η πτώσις χιονών εις τα ορεινά, με αισθητήν πτώσιν και της θερμοκρασίας. Και οι αρχαίοι πρόγονοι ημών ως αρχήν του χειμώνος έθετον την 26η Οκτωβρίου (Ν.Γ.Πολίτης, "Παραδόσεις" τ.Α, σ.232), διότι τότε συνέπιπτεν η δύσις των Πλειάδων (της Πούλιας), η οποία σήμερον γίνεται την 18ην Νοεμβρίου."

Ακόμη, "κατά πατροπαράδοτον έθιμον η εορτή του Αγίου Δημητρίου είναι κατ'εξοχήν εορτή των γεωργών και οι νομάδες και οι ποιμένες κατέρχονται εκ των ορεινών περιοχών εις τα χειμαδιά , τελούνται δε και πολλοί γάμοι και δοκιμάζονται καθ'όλην τη χώραν τα νέα κρασιά, κατά πατροπαράδοτον έθιμον, διότι του Αγίου Δημητρίου συντελείται η ζύμωσις των κρασιών, διό και ακούγεται το άσμα:
"Τα πρωτοβρόχια πιάκανε και τα κρασιά μεθούνε".
Όταν ο καιρός όμως είναι ομιχλώδης, εις τινά μέρη δεν ανοίγουν νέον οίνον, δια να μη γίνη και αυτός, κατά μεταφοράν, θολός. Από το τέλος Οκτωβρίου, ως ελέχθη, αρχίζει η συγκομιδή των ελαιών, η οποία ενίοτε εις τινάς περιοχάς παρατείνεται μέχρι τέλους Ιανουαρίου."

Συμπληρώνει ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος ("Τα φθινοπωρινά"), " Σ'όλους σχεδόν τους πρώιμους οινοπαραγωγικούς τόπους (νοτιότερους και παράλιους) καλούν σήμερα στα σπίτια τον παπά (μετά τη λειτουργία) ν'αγιάσει τα βαρέλια, ρίχνοντας μέσα στο "κρασί" τους αγιασμό, από την απάνω τάπα. Θ'ανοίξει έπειτα εκείνος (ή ο νοικοκύρης) τον πείρο και θα πρωτοπιεί (ο παπάς) από το νιο κρασί, ευχόμενος "καλόπιοτο" "κι από χρόνου". Γινεται έτσι κι εκτιμητής του πρώτου κρασιού (πολύπειρος πια) ο παπάς και λέει την καλή γνώμη του ("Μωρέ νάμα είναι!"), που είναι πάντα ευπρόσδεκτη και σεβαστή.

Αν δεν καλεστεί ο παπάς υπάρχουν και έμμεσοι τρόποι ευλογίας του κρασιού στο σπίτι. Έχουμε περιγραφές από νησιά του Αιγαίου, ότι αποβραδίς τ' άι-Δημητριού, πριν αρχίσουν το δείπνο, πάνε όλοι της οικογένειας, με τα ποτήρια τους, γύρω στο βαρέλι. Σταυροκοπιέται ο νοικοκύρης κι ανοίγει την κάνουλα, γεμίζει, εύχεται, πρωτοπίνει και λέει τη γνώμη του. Οι άλλοι δέχονται, καλό ή κακό, το κρασί, βάζουν στα ποτήρια τους από λίγο και πάνε στο τραπέζι, να δειπνήσουν. [...]

Θείο δώρο το κρασάκι στον άνθρωπο, που κατά τις εποχές και τους τόπους, ο θεός που το δώριζε ονοματίζεται αλλιώς. Άνοιγαν πανηγυρικά τα κρασιά τους και στην αρχαία Ελλάδα, κατά τα Πιθοίγια των Ανθεστηρίων, με πάτρωνα συμπότη το Διόνυσο. [...]

Είχε μια ζεστασιά κοινωνικής αυτοσυγκέντρωσης κι ανθρώπινης ειρηνικής επαφής αυτή η γιορτή τ' αγίου Δημητρίου, το φθινόπωρο, σε σχέση με την εκρητκτική ανοιξιάτικη γιορτή του άι Γιώργη, που σκόρπιζε στο ύπαιθρο τους ανθρώπους, μετακινούσε τις οικογένειες, και συχνότατα άνοιγε τους πολέμους. Ένα συγκριτικό Μακεδονίτικο τραγουδάκι, δείχνει τις διαφορές τους αυτές:

Οι δυο οι άγιοι μάλωναν, Αγιώργης κι Αιδημήτρης:
-Αγιώργη, 'Γιώργη φοβερέ και σκροποφαμελίτη,
εγώ (λέει ο Αιδημήτρης) μαζώνω φαμιλιές και συ μου τις σκορπίζεις'
μαζώνω μάνες με παιδιά, γυναίκες με τους άντρες,
μαζώνω και τ'αντρόγυνα, τα πολυαγαπημένα!
-Εγώ (λέει τώρα ο Αγιώργης) φέρνω την άνοιξη και συ μου τη στεγνώνεις'
εγώ φέρνω τα πρόβατα και συ τα ξεδιαγμίζεις'
φέρνω και τους τσοπάνηδες λαλώντας τις φλογέρες.

Σε μια άλλη παραλλαγή, από την ίδια περιφέρεια (χωριό Κνίδη Γρεβενών) τον λόγο στο τραγούδι τον έχει μόνο ο αι-Δημήτρης, που συνεχίζει:
εγώ τρώω παχιά αρνιά (τον Οκτώβρη) και συ παλιοπροβάτες,
εγώ πίνω γλυκό κρασί (νέο) και συ νερό απ'τις μπάρες (γούδες),
εγώ κοιμούμ' σε πάπλωμα και συ στα στερναρίτσα (πετροχάλικα)."


Να μην ξεχνάμε, όμως, πως σαν σήμερα, ημέρα που τιμάται η μνήμη του αγίου Δημητρίου, μετά από σκληρούς αγώνες του λαού μας, απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη -της οποίας και ο άγιος τούτος είναι πολιούχος- από τον τουρκικό ζυγό..
Από το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου":
Θεσσαλονίκη1.jpg
Θεσσαλονίκη2.jpg

πηγή: http://firiki.pblogs.gr/tags/dimitrios-gr.html

Ο τόπος και το τραγούδι του - Άγιος Δημήτριος Καρυστίας











Σιγανός - Τρεχάτος από τη Χίο

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Στα Μάρμαρα του Γαλατά



"Στα Μάρμαρα του Γαλατά"
Η Καρπάθικη φωνή και λύρα, τα Δωδεκανησιακά βιολιά και η κινητικότητά τους σε νέο τόπο και άλλο χρόνο.

Στα μάρμαρα του Γαλατά
Φραγκοκιτρολεμονιά
Στα μάρμαρα στην Πόλη
Ετρέλλανες με κόρη
Αούρος πέτρα πελεκά
Φραγκοκιτρολεμονιά
Και πελεκά με το να
τη μαρμαροκολώνα
Κόρη ξανθή επέρασε
Και τον εχαιρέτησε
Κόρη ξανθή του λέει και
κάθεται και κλαίει
Αούρε πουν το χέρι σου
Χριστέ και να ΄μουν ταίρι σου
Και πελεκάς με το να
τη μαρμαροκολώνα

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Κότσ΄ ή Τη Κοτσής Ανατ. & Δυτ. Πόντου



Λαογραφικά στοιχεία

Ο χορός πήρε την ονομασία του από το κτύπημα της φτέρνας, δηλαδή του «κότς΄» στο έδαφος, όπως έξαλλου λέγεται στην Ποντιακή διάλεκτο η φτέρνα. Πολλοί Πόντιοι 1ης γενιάς γνώριζαν τον χορό αυτόν με την ονομασία «Τη Κοτσής» (Ν. Ζουρνατζίδης Συμβολή στην Έρευνα του Ποντιακού Χορού, σελ 79). Χορεύτηκε σχεδόν σε όλο τον Πόντο με δύο παραλλαγές όσον αφορά το κράτημα των χεριών. Στον Δυτικό Πόντο τα χέρια ήταν στους ώμους, ενώ στο Ανατολικό τα συναντάμε να κρατιούνται από τις παλάμες κάθετα προς το σώμα ή με λυγισμένους τους αγκώνες και σηκώνονται στην ανάταση στο 6ο βήμα.
Παίζεται από όλα τα μουσικά όργανα χωρίς τραγούδι.

Βήμα:
Δεξιόστροφος μεικτός χορός που χορεύεται σε κλειστό κύκλο και έχει 16 βήματα.
Περιγράφεται ο χορός στην περιοχή της Ματσούκας (Ν. Ζουρνατζίδης Συμβολή στην Έρευνα του Ποντιακού Χορού, σελ 79).
Με το σώμα στραμμένο προς τα δεξιά δηλαδή επάνω στην νοητή περιφέρεια του κύκλου που κινείται ο χορός, εκτελείται πάτημα-χτύπημα δεξιού ποδιού στην διάσταση λοξά δεξιά (βήμα 1) αναπήδηση στο δεξί με ταυτόχρονη προβολή του αριστερού γονάτου προς την νοητή περιφέρεια του κύκλου (βήμα 2). Ο χρόνος αυτός (πάτημα -αναπήδηση και προβολή με το γόνατο του άλλου ποδιού) επαναλαμβάνεται άλλες δύο φορές (βήματα 4-6). Στο 6ο βήμα-χρόνο) δηλαδή στην αναπήδηση του δεξιού ποδιού το σώμα στρέφεται προς το κέντρο του κύκλου (αναπήδηση προς το κέντρο και τα χέρια ανεβαίνουν στην ανάταση) καθώς το αριστερό πόδι προβάλλει στον αέρα τεντωμένο μπροστά (βήμα 7). Λύγισμα-τσάκισμα-του αριστερού ποδιού (βήμα 8), αναπήδηση στο δεξί με προβολή του αριστερού ποδιού προς το κέντρο του κύκλου τεντωμένο (βήμα 9), επαναφορά του αριστερού ποδιού στην προηγούμενη θέση (βήμα 10), πάτημα-χτύπημα του αριστερού ποδιού στο έδαφος δίπλα από το δεξί (βήμα 11) και άρση-προβολή του δεξιού γόνατος προς το κέντρο του κύκλου (βήμα 12), αναπήδηση στο αριστερό με προβολή του δεξιού ποδιού προς το κέντρο του κύκλου τεντωμένο (βήμα 13), επαναφορά του δεξιού ποδιού στην προηγούμενη θέση (βήμα 14), αναπήδηση στο αριστερό με προβολή του δεξιού ποδιού προς το κέντρο του κύκλου τεντωμένο (βήμα 15), επαναφορά του δεξιού ποδιού στην προηγούμενη θέση (βήμα 16). Τα βήματα 11 και 12 μπορούν να εκτελεστούν και σαν τριαράκι. Για να μπορεί ταυτίζεται το κινητικό μοτίβο με την ρυθμική αγωγή θα πρέπει να υπάρχουν 3 αναπηδήσεις πάνω στην φτέρνα, απάν΄ σο κότς όταν τα χέρια είναι ανεβασμένα στην ανάταση.
Ο ρυθμός είναι επτάσημος 7/8 (2-2-3).

Επιμέλεια κειμένου και κινούμενης εικόνας: κ.Κοκοβίδης - κ.Σιδηρόπουλος

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Των συμπεθέρων (ο Λάηνας) - Κύθνος



Τραγούδι με προέλευση από την Κύθνο Κυκλάδων.
Ο ρυθμός του κομματιού είναι 2/4 και χορεύεται ως συρτός χορός που αποκαλείται «ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΣΥΜΠΕΘΕΡΩΝ
».

Κάμετε  τόπο  στο  χορό  ωχ  αμάν  αμάν
κάμετε  τόπο  στο  χορό  ωχ  αμάν  αμάν,
να  μπουν  οι  συμπεθέροι  να  μπουν  οι  συμπεθέροι.
------
Να  μη  σας  επατήσουνε  ωχ  αμάν  αμάν
να  μη  σας  επατήσουνε  ωχ  αμάν  αμάν,
γιατί  ‘ναι  όλο  γέροι  γιατί  ‘ναι  όλο  γέροι.
------
Ετούτο  τ’  όμορφο  χορό  ωχ  αμάν  αμάν
ετούτο  τ’  όμορφο  χορό  ωχ  αμάν  αμάν,
χορεύουν  συμπεθέροι  χορεύουν  συμπεθέροι.
------
Γιατί  αυτοί  κουράστηκαν  ωχ  αμάν  αμάν
γιατί  αυτοί  κουράστηκαν  ωχ  αμάν  αμάν,
για  να  τους  κάνουν  ταίρι  για  να  τους  κάνουν  ταίρι.
------
Οι  συμπεθέροι  βρε  παιδιά  ωχ  αμάν  αμάν
οι  συμπεθέροι  βρε  παιδιά  ωχ  αμάν  αμάν,
για  δείτε  τι  τραβούνε  για  δείτε  τι  τραβούνε.
------
Να  βάλουνε  δυο  άτομα  ωχ  αμάν  αμάν
να  βάλουνε  δυο  άτομα  ωχ  αμάν  αμάν,
μαζί  να  παντρευτούνε  μαζί  να  παντρευτούνε.
------
Πρέπει  να  σταματήσουμε  ωχ  αμάν  αμάν
πρέπει  να  σταματήσουμε  ωχ  αμάν  αμάν,
γιατί  θα  κουραστούμε  γιατί  θα  κουραστούμε.
------
Το  λάηνα  να  σπάσουμε  ωχ  αμάν  αμάν
το  λάηνα  να  σπάσουμε  ωχ  αμάν  αμάν,
και  να  ξεκουραστούμε  και  να  ξεκουραστούμε.
Χορεύει η Ομάδα Ελληνικού Λαϊκού Χορού Δήμου Καλλιθέας.

Παίζουν οι μουσικοί: Γιώργος Μαρινάκης βιολί, Κώστας Φιλιππίδης λαούτο, Βαγγέλης Δημούδης ούτι.
Τραγουδά η χορωδία της Ομάδας. Επιμέλεια - διδασκαλία: Βασίλης Καρφής. Καλλιθέα 2010.
Χορεύεται στο τελείωμα του γαμήλιου γλεντιού από τους συμπέθερους στη Δρυοπίδα της Κύθνου

Τα κεφαλοκαλύμματα στον Πόντο

Συντάχθηκε απο τον κ.Νίκο Ζουρνατζίδη 
 
ΚΕΦΑΛΟΚΑΛΥΜΜΑΤΑ:
 
ΑΝΔΡΙΚΟΣ:
¤ Κετσέ ή κιατσά: κάλυμμα φτιαγμένο από κετσέ, δηλαδή πεπιεσμένο μαλλί, μαύρο ή λευκό. Είχε σχήμα θολωτό και έφερε στο γύρο μαύρο τσιτ’ ή σερβέττα.
      ¤ Καλπάκ’ (τουρκ. γαλπάχ ή γαλπάγ): παλιό τούρκικο κεφαλοκάλυμμα που φόρεσαν και οι ‘Ελληνες του Πόντου. Πάνω ήταν επίπεδο, φτιαγμένο από κετσέ ή τσόχα με αστάρι και βαμβάκι κεντημένο. Το καλπάκι των μεταλλουργών ήταν φτιαγμένο από σαμουρόγουνα και έφερε στην προμετωπίδα χρυσά εμβλήματα (σφυρί, μοχλό και θρυαλλίδα).
¤ Τερλίκ’ ή ταρλίκ’: κάλυμμα σε σχήμα φεσιού από κετσέ στην αρχή και από χασεδένιο ύφασμα, κεντημένο αργότερα. Από το τελευταίο (ή και από κετσέ) αποτελούνταν το καβούκ ( ή χαβούγ΄/ χαβουχ’) και το φορούσαν παλαιότερα οι Τούρκοι. Το χασεδένιο τερλίκ’ το φορούσαν από κάτω από την κετσέ και το φέσι αργότερα, για τον ιδρώτα. Είχε στο γύρω του από την κάτω πλευρά πούρτζα (δηλαδή σαντζάκι) και στην κορφή κουκούλ’, είδος μικρής φούντας.
¤ Το παπακ’ ή παπάγ’: κάλυμμα από δέρμα προβάτου με φόδρα από μέσα ή και από αστρακάν’ στο πάνω επίπεδο.
¤ Κουκούλα: φοριόταν αρχικά μόνο από τους Λαζούς που χρησιμοποιούσαν ζίπκα. Κατόπιν από τους νέους της Κρώμνης και της Σάντας. Φτιαχνόταν από λεπτό εγχώριο μαύρο σάλι ή τσόχα με δυο ταινίες μακριές από το ίδιο ύφασμα που τυλίγονταν γύρω από το μέτωπο και κύκλωναν το κεφάλι με δέσιμο στο πίσω μέρος. Οι ταινίες αυτές έφεραν στο γύρο και στο μέρος της κεφαλής που ήταν η κουκούλα, σιρίτια χρυσοκεντημένα. Κρόσσος υπήρχε και στην κορυφή του καλύμματος.
¤ Φεσ’ ή φασ’: ήταν κόκκινο ή βυσσινί ή και μαύρο με φούντα πίσω (τουρκ. πισκιούλ’, πισκίλ’) από νήματα μαύρα ή γαλάζια. Γύρω του έδεναν μαύρο τσιτ’ ή τσαλμά (τουρκ) και οι νέοι την τσαβράν. Σε παλαιότερα χρόνια φορούσαν και οι γυναίκες φέσι με φούντα. Στην Κρώμνη συνηθιζόταν το φενερλίν’ κιουλλάχι, είδος φέσι πτυχωτό με ειδικό μεταξωτό λεπτό περιτύλιγμα πολύχρωμο που κατασκευαζόταν στην Τρίπολη της Αφρικής.
Σαν περιβλήματα μαζί με τα καλύμματα της κεφαλής έφεραν διάφορα υφάσματα λεπτότατα, τετράγωνα με σταμπωτά λουλούδια στην παρυφή ή και σε όλη την επιφάνεια, τα λεγόμενα τσίτεα ή και άλλο μαντήλι χρωματιστό βαμβακερό, μεταξωτό ή λινό. Ένα τέτοιο περίβλημα ήταν και η σερβέττα από λεπτό μαύρο πανί που παλαιότερα ήταν κίτρινο. Την σερβέττα την τύλιγαν ολόγυρα στην κετσέ και στο φέσι, ενώ οι αρχιερείς την τύλιγαν κάποτε γύρω από το καλυμαύχι.
ΠΑΙΔΙΚΟΣ:
Τα κορίτσια κάλυπταν το κεφάλι με δουλπάν ή με γιαζμά λευκή ή κίτρινη με χρωματιστά κλαδιά.
ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ:
¤  Τάπλα: δισκοειδές χαμηλό κάλυμμα της κεφαλής που έφερε εσωτερικώς λεπτό στρογγυλό έλασμα. Το τμήμα που υπήρχε στο πάνω μέρος της κεφαλής σχημάτιζε δίσκο ενώ ο γύρω από το μέτωπο και προς τα πίσω γύρος παρουσίαζε ταινία 2-3 δακτύλων. Ο γύρος ήταν καλυμμένος με λεπτότατο σταμπωτό κόκκινο ύφασμα, το πολίτ’κον τσίτ’, δεμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται τα χρωματιστά του σχήματα, τα πλούμια. Το κάτω τμήμα του στο μέτωπο άφηνε να διακρίνεται σειρά νομισμάτων δωδεκάγροσων (ρουμπιέδων) ή εικοσιπεντάγροσων (γαζίων) με τρύπα στο πάνω μέρος και ραμμένων με τέτοιο τρόπο ώστε το μισό του ενός να καλύπτει το μισό του διπλανού. Στα δυο άκρα της σειράς ήταν ραμμένα ένα ή κάποτε και δύο μεγαλύτερα φλουριά (μαχμουδιέδες)-75 γροσίων). Το σύνολο των φλουριών έφτανε τα 33-35. Άλλά μικρά φλουριά ήταν συχνά ραμμένα σε μικρές στενές κορδέλες μεταξωτές μαύρες (γαϊτάνια), οι οποίες, εξαρτημένες πλαγίως δεξιά κα αριστερά από το γύρο της τάπλας, έδεναν πίσω ή και κάτω από την πλεξίδα ή τις πλεξίδες. Η τάπλα όταν δεν έφερε τεπελίκ’ ή όταν δεν αντικαθίστατο από το κουρσίν, εκαλύπτετο με πυκνές σειρές νημάτων μαύρων ή γαλάζιων μεταξωτών κεντημένων με κύκλους ακτινοειδώς από το γύρω προς το κέντρο.
¤ Τεπελίκ’ (τουρκ. ταπαλίκ’): ήταν τάπλα που έφερε στην πάνω επιφάνεια ραμμένο λεπτό στρογγυλό ασημένιο ή επίχρυσο έλασμα με ανάγλυφα σχήματα ή με νομίσματα, βαλμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Το έλασμα κάποτε αντικαθιστά χρυσοκέντητο τμήμα.
¤ Το φιντσάν’ ή κουκούλ’: το φορούσαν οι ηλικιωμένες. Σε μεταγενέστερους χρόνους φορούσαν τα τσαμπάρα, δηλαδή πολλά τσίτεα το ένα πάνω στο άλλο με μια βοχτσά πάνω από όλα.
Από τα τσίτεα που υπήρχαν στα τσαμπάρα εκείνο που δενόταν ήταν λευκό ενώ τα υπόλοιπα ήταν σκούρου χρώματος ή μαύρα. Το τεπελίκ’ καθώς και την τάπλα έφεραν στην κεφαλή κάπως λοξά και χαμηλά κάπως στο μέτωπο. Τα δύο αυτά είδη κεφαλοκαλυμμάτων καθώς και το κουρσίν στερεωνόταν με κορδόνια μεταξωτά, που δένονταν ή πίσω και κάτω από την πλεξίδα ή κάτω από το λαιμό αφού περνούσαν κάτω από τα αυτιά.
¤ Το κουρσίν ήταν είδος τεπελίκι κεντημένο πάνω με χρυσό νήμα ή με κεντημένο άνθος στο μέσο. Κάποτε έφερο κρόσσο από νήματα χρυσά και κρέμονταν στον αριστερό κρόταφο. Ολόγυρα είχε φλουριά και δενόταν με δύο δέρματα κάτω από την πλεξίδα.
¤ Στη Λιβερά χρησιμοποιούσαν τετράγωνο, διπλωμένο τριγωνικά, λευκό μαντήλι, την κατζοδέτραν, που κάλυπτε όλο το τριχωτό μέρος της κεφαλής. Τα άκρα της στριφογύριζαν και έδεναν πάνω από το μέτωπο. Πάνω της έδεναν με όμοιο τρόπο και άλλο κάλυμμα, το λετζέκ’, μαντήλι βαμβακερό με σταμπωτά κλαδιά και πάνω του δεύτερο λετζέκ’.
¤ Το τερλίκ’ και ταρλίκ’, κάλυμμα της κεφαλής κεντημένο με χρωματιστά νήματα, έφερε κάποτε νομίσματα στο γύρο, πούρτζα (σατζάκι) και κέντημα σε σχήμα μικρών τριγώνων.
¤ Η βαλά, το νυφικό κάλυμμα, χρησιμοποιούταν στο Ακ Νταγ Ματέν. Το πουλλούν ή πουρλούν (Κοτύωρα) ήταν λεπτό κόκκινο ή πράσινο νυφικό κάλυμμα.
¤ Το σαλ’ ήταν μάλλινο ύφασμα τετράγωνο μονόχρωμο ή πολύχρωμο που κάλυπτε σαν μπέρτα την κεφαλή, τα νώτα και τη μέση.
¤ Το τσαρκούλ’, πλατύ σαν το τούρκικο σαρτσάφ’ ήταν κάλυμμα μεταξωτό λευκό που κάλυπτε όλο το σώμα της γυναίκας από την κεφαλή ως τα πόδια. Στο Καραπερτσίν Αμισού, τσαρκούλ’ έλεγαν και το καμαρωτέρ’.
¤ Η καγιά ήταν επίσης ποδήρης καλύπτρα. Το καμαρωτέρ’ ήταν η συνήθης νυφική καλύπτρα (στη Λιβερά λεγόταν και καμάρα). Λεγόταν και τουβάκι (Κοτύωρα, Σινώπη) καθώς και λετζέκ’ (Σούρμενα) και τουλ’ (Πουλαντζάκη).
ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΣ
Οι γυναίκες του Πόντου είχαν τα φλουριά της τάπλας, που διακοσμούσαν το μέτωπο και τις δύο στενές ταινίες που έδεναν κάτω από την πλεξίδα. Επίσης είχαν το τεπελίκ’, ασημένιο ή επίχρυσο δίσκο και το χιλάλ’ στο μέτωπο αντί των νομισμάτων της τάπλας. Ήταν πλεκτή από χρυσό σύρμα ταινία της οποίας το μήκος ήταν όσο και η απόσταση μεταξύ των δύο κροτάφων. Τα σκουλαρίκια ήταν συνήθως καφασωτά και στενόμακρα.
¤ Τα τετίκια ή τατίκια, κοσμήματα των πλεξίδων φτιαγμένα από εφτά ασημένιες αλυσίδες που η κάθε μια έφερε στο άκρο από ένα φλουρί πεντάγροσο (τουρκ. βεσλίκ) που κρεμόταν από πλατύ ασημένιο ή χρυσό τμήμα. Κάποτε έφερε και ματόχαντρα και σαμσάδες «για το μάτι».
¤ Το τσαφ’ ήταν κόσμημα της κεφαλής που αντικαθιστούσε τα φλουριά στα χωριά και που κρεμόταν από το κουρσίν, αποτελούμενο από διπλή σειρά αλυσίδες, που η κάθε μία έφερε στα δύο άκρα ασημένια τμήματα και επίχρυσα μονόγροσα ή ψευτοφούλιρα.
¤ Το τουλπίρ’: το Ακ Νταγ Ματέν ήταν ασυμένια αλυσίδα με πόρπες αριστερά και δεξιά της κεφαλής που καρφώνονταν στα καλύμματα της κεφαλής.
¤ Τα μαλλοδέματα, δεσίματα των μαλλιών, ήταν στην αρχή γαϊτάνια μεταξωτά. Σε μεταγενέστερη εποχή έγιναν ασημένιες αλυσίδες από τις οποίες ήταν εξαρτημένα ασημένια νομίσματα και ματοζήνιχα που τα κρεμούσαν στις πλεξίδες τα κορίτσια και οι νεαρές γυναίκες.
Πηγές: Δ.Η. Οικονομίδου, Περί αμφιέσεως, Αρχείον του Πόντου Β1929, σσ8 κεξ.
Οδ. Λαμψίδου- Αρ. Ραζή, Ευρετήριον απεικονίσεων και φωτογραφιών του Πόντου και των Ελλήνων Ποντίων 1977, σ. 297.
Δ.Η. Οικονομίδου, Περί αμφιέσεως, ό.π. σσ.25 κεξ. Οδ. Λαμψάκου ο.π. (σσ)297
Δ.Η. Οικονομίδου, Περί αμφιέσεως, ο.π. (σσ) 45-47.

Νεοελληνική Κεντητική

Νυφική πετσέτα

Στην πορεία της ελληνικής κεντητικής τέχνης, της οποίας τα πρώτα δείγματα ανιχνεύονται στο απώτατο παρελθόν και η εξέλιξη και ευρύτερη διάδοσή της συμπορεύονται με το γενικότερο ελληνικό πολιτισμό, η νεοελληνική κεντητική σημειώνει ιδιαίτερο σταθμό. Μέσα από την τεχνική και τα διακοσμητικά θέματα της τελευταίας συνεχίζεται η ελληνική παράδοση και εκφράζεται το αυθόρμητο και πηγαίο καλλιτεχνικό αίσθημα των δημιουργών της.

Η νεοελληνική κεντητική, ο πλουσιότερος, λαμπρότερος και διακοσμητικότερος κλάδος της λαϊκής μας χειροτεχνίας, όπως μαρτυρούν τα ίδια τα σωζόμενα κεντήματα και οι πληροφορίες που περιέχονται σε προικοσύμφωνα, διαθήκες, συγγράμματα περιηγητών και άλλα γραπτά κείμενα, σημειώνει ιδιαίτερη άνθιση από τα μέσα του ΙΖ’ μέχρι το τέλος του ΙΘ’ αιώνα. Οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν τους τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας και τις πρώτες δεκαετίες του ανεξάρτητου ελληνικού Κράτους υπήρξαν καθοριστικές για την άνθιση αυτή. Οι συνθήκες αυτές και παράλληλα οι ιδεολογικοί προσανατολισμοί υπήρξαν οι ουσιαστικοί παράγοντες αναζωπύρωσης της καλλιτεχνικής ευαισθησίας του ελληνικού λαού, ο οποίος δημιούργησε θαυμαστά έργα, σ’ όλους τους κλάδους της νεοελληνικής χειροτεχνίας.

Τα έργα της νεοελληνικής κεντητικής διατηρούν έντονα την εθνική τους υπόσταση αντικατοπτρίζοντας, όπως οι δοξασίες και τα έθιμα, την λαϊκή ψυχή και το κοινωνικό σύνολο μέσα από το οποίο προέρχεται και ο δημιουργός τους. Μέσα από την μακρόχρονη παράδοση η χειροτεχνία αυτή επιβιώνει, αναδημιουργείται, εκφράζεται με νέα στοιχεία και εμφανίζει νέους μορφολογικούς τύπους που της προσδίδουν τη δική της σφραγίδα.
Νυφική πετσέτα από τον Ίασμο της Θράκης

Η επίδραση του κατακτητή δεν μεταβάλλει την υπόσταση της, γιατί η ζωή στην Τουρκοκρατία είναι συνέχεια εκείνης του Βυζαντίου και ο νεότερος ελληνισμός την ακολουθεί με ασυνήθιστη προσήλωση. Οι ξενικές επιδράσεις εξάλλου, από Ανατολή και Δύση, δεν αλλοιώνουν τον εθνικό της χαρακτήρα. Το κάθε ξένο στοιχείο που δέχεται το αφομοιώνει και το παρουσιάζει με την κατά τόπους αισθητική αντίληψη.

Το νεοελληνικό κέντημα (κεντίδι, πλουμί, ξόμπλι) είναι έργο ανωνύμων και σπάνια επωνύμων δημιουργών και προσδιορίζεται από ειδικούς κανόνες τεχνικής και αισθητικής που του προσδίδουν ιδιαίτερο τύπο και ρυθμό. Το δειγματολόγιο της νεοελληνικής κεντητικής είναι αφάνταστα πλούσιο και ποικίλο σε είδη κεντημάτων της γυναικείας, κυρίως οικιακής, χειροτεχνίας που καλλιεργήθηκε από τις Ελληνίδες με μεγάλη καλαισθησία και υπομονή. Τα διάφορα αυτά καλοδουλεμένα κεντήματα έχουν πάρει τις ονομασίες τους από τα υλικά, την τεχνική, τον προορισμό και τον τόπο της δημιουργίας τους.

Ανάλογα με την τοπική τους προέλευση διακρίνονται στα κεντήματα του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, της Κωνσταντινούπολης, της Κύπρου, στα κεντήματα της Ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών Αιγαίου και Ιονίου. Αυτά με τη σειρά τους προέρχονται από τα χωριά ή τα αστικά κέντρα. Η κεντητική του χωριού ασκείται κατεξοχήν από το γυναικείο δυναμικό για να διακοσμήσει είδη για τις ανάγκες του σπιτιού, να στολίσει εξαρτήματα της ενδυμασίας και προπαντός να ικανοποιήσει τις έμφυτες αναζητήσεις για το ωραίο. Η κεντητική στα μεγάλα αστικά κέντρα καλλιεργείται με τα ίδια κίνητρα, αλλά στα κέντρα αυτά παρατηρείται συγχρόνως η ανάπτυξη εργαστηρίων κεντητικής για επαγγελματικούς σκοπούς. Τέτοια εργαστήρια με αξιόλογη ποιοτική παραγωγή ήταν γνωστά στην Κωνσταντινούπολη, την Μικρά Ασία και τα Γιάννενα.

Ανάλογα με τα χρησιμοποιούμενα υλικά τα κεντήματα ταξινομούνται: α) Σε χρωματιστά τα οποία είναι κεντημένα με βαμμένα νήματα. β) Σε λευκά (ασπροπλούμια, ασπροκέντι), κεντημένα με λευκά μεταξωτά ή βαμβακερά νήματα. γ) Σε δαντέλλες από βαμβακερά συνήθως νήματα, δουλεμένες με την βελόνα, το βελονάκι ή τα κοπανέλια. δ) Σε χρυσοκέντητα, κεντημένα με μετάλλινα νήματα, χρυσά κι ασημένια σύρματα και τιρτίρια.

Οι τρεις πρώτες κατηγορίες που περιλαμβάνουν κεντήματα της απλής κλωστής ανήκουν κυρίως στο χώρο της γυναικείας οικιακής χειροτεχνίας με έντονο τοπικό χαρακτήρα. Η τέταρτη ανήκει στο χώρο της οργανωμένης ανδρικής χειροτεχνίας.
Σχετικά με τον προορισμό τους τα κεντήματα διακρίνονται: α) Σε κεντήματα για το στολισμό του σπιτιού β) Σε κεντήματα για το στολισμό των παραδοσιακών ενδυμασιών γ) Σε κεντήματα για εκκλησιαστική χρήση.

Όσα προορίζονται για το στολισμό του σπιτιού (σεντόνια, κρεββατόγυροι, σπερβέρια, προσκεφάλια, πετσέτες, τσεβρέδες κ.ά.) συμπληρώνουν την εσωτερική γενική διακόσμησή του. Αυτά είναι κεντημένα συνήθως με λεπτά πολύχρωμα μετάξια, βαμμένα με φυτικές και ζωικές ουσίες σε αρμονικές αποχρώσεις και συχνά ποικίλλονται με χρυσά ή αργυρά νήματα. Λαμπρά παραδείγματα τέτοιων κεντημάτων μας κληροδότησαν η Κωνσταντινούπολη, η Μικρά Ασία, η Αττική, τα Επτάνησα, η Ήπειρος, η Σκύρος, τα Δωδεκάνησα, η Κύπρος, η Κρήτη. Τα κεντήματα για τις τοπικές παραδοσιακές ενδυμασίες διακοσμούσαν τραχηλιές, ποδόγυρους, κατωμάνικα, ποδιές, καλύμματα κεφαλιού, γιλέκα, ντουλαμάδες, φέρμελες, τουζλούκια, υποδήματα, τεπελίκια. Αυτά διαφέρουν κατά περιοχές στην απόδοση και την διαρρύθμισή τους.

Ποκάμισο της Τανάγρας

Τέλος από την άποψη της τεχνικής τα κεντήματα διακρίνονται: α) Σε μετρητά ή ξομπλιαστά και β) Σε γραπτά. Στα μετρητά τα διακοσμητικά θέματα δεν έχουν σχεδιαστεί στο ύφασμα και το κέντημα γίνεται με το μέτρημα των κλωστών του υφάσματος, ενώ στα γραπτά το σχέδιο ιχνογραφείται και η εκτέλεση γίνεται πολλές φορές με την χρήση τελάρου.

Τα υφάσματα (υφαντά, μεταξωτά, λινά, βαμβακερά, μάλλινα), οι χρησιμοποιούμενες βελονιές για την απόδοση του διακοσμητικού θέματος, τα νήματα και οι βαφικές ουσίες για τους χρωματισμούς τους αποτελούν αντικείμενα ιδιαίτερης μελέτης στο γενικό κεφάλαιο της νεοελληνικής κεντητικής. Οι βελονιές ή ραφές είναι άλλες για τα μετρητά και άλλες για τα γραπτά κεντήματα. Οι πιο συνηθισμένες είναι η πισωβελονιά, η σταυροβελονιά (φρυγική), η αλυσιδοβελονιά, η χυτή, το ψαροκόκκαλο (βυζαντινή), η φουσκωτή και άλλες που εκτελούνται με περίσσια δεξιοτεχνία από τις Ελληνίδες, ιδίως στα αμφιπρόσωπα και τα ανάγλυφα κεντήματα. Ειδικές είναι εκείνες που χρησιμοποιούνται για το γέμισμα των μεγάλων επιφανειών και για τις ενώσεις.

Τα νήματα είναι από λινάρι, μετάξι, βαμβάκι ή μαλλί. Τα έβαφαν με φυτικές ή ζωικές ουσίες αφού πριν τα βουτούσαν σε στυπτικές ουσίες για ν’ αποκτήσουν φωτεινά και ανεξίτηλα χρώματα. Τις χρωματικές τους διαβαθμίσεις τις πετύχαιναν με τις κατάλληλες αναλογίες των βαφικών ουσιών και την διάρκεια του χρόνου στο βρασμό τους.

Η τεχνική απόδοση και οι χρωματικοί συνδυασμοί των νημάτων αποτελούν τα εξωτερικά στοιχεία του νεοελληνικού κεντήματος ενώ τα διακοσμητικά θέματα είναι εκείνα που μας αποκαλύπτουν τις θρησκευτικές, κοσμογονικές και καλλιτεχνικές ανησυχίες της λαϊκής ψυχής. Τα διακοσμητικά θέματα της νεοελληνικής κεντητικής είναι: α) Απλά διακοσμητικά β) Αφηγηματικά γ) Συμβολικά. Στην επιλογή των θεμάτων παρατηρούνται επιδράσεις από τον διακοσμητικό κύκλο της νεοελληνικής κεραμεικής και ξυλογλυπτικής και από τα ενυφασμένα σχέδια που συναντώνται στα βαρύτιμα υφάσματα ανατολικής και δυτικής προέλευσης. Πολλά επίσης σχήματα και θέματα, όπως υποστηρίζει η Αγγ. Χατζημιχάλη, έχουν σχέση με τους βιογενετικούς νόμους και ανταποκρίνονται σε παμπάλαιες ανθρώπινες συνήθειες της γένεσης, σε λατρείες και μαγικές δοξασίες. Τα θέματα αυτά επαναλαμβάνονται από γενιά σε γενιά από ιερό άγραφο νόμο και από την ανεξήγητη πίστη πως περικλείουν την δύναμη του καλού.

Κερκυραϊκό «πεσελί»

Οι τεχνίτες, γυναίκες και άνδρες, αποδίδουν τα διακοσμητικά θέματα που κεντούν σ’ ολόκληρη την επιφάνεια ή ολόγυρα στο ύφασμα, σχηματοποιημένα χωρίς νατουραλισμό και προοπτική. Επηρεασμένοι έντονα από το φόβο που προκαλεί το κενό οδηγούνται στην συμπύκνωση των θεμάτων και την κάλυψη των μεγάλων επιφανειών. Στη διάταξη επίσης των θεμάτων (οριζόντια, κάθετη, διαγώνια, κυκλική) εφαρμόζουν την μέθοδο της επανάληψης ή της εναλλαγής. Επαναλαμβάνουν π.χ. ομοιόμορφα μπουκέτα λουλουδιών, ή εναλλάσσουν μία ανθοφόρα γλάστρα μ’ ένα κυπαρίσσι. Ορισμένα διακοσμητικά θέματα είναι πολύ αγαπητά και συνηθίζονται σ’ ευρύτατη γεωγραφική κλίμακα, όπως το δένδρο της ζωής σε ποικίλες παραλλαγές, ο σταυρός, τα ανθοφόρα και καρποφόρα κλαδιά, τα πουλιά, τα λουλούδια, τα ζώα, ο δικέφαλος αετός, οι εκκλησίες, οι ρόδακες, τ’ ανθέμια, τα γεωμετρικά σχήματα.

Επίσης παραστάσεις με ανθρώπινες μορφές, γοργόνες και ειδυλλιακές σκηνές από τον γάμο, το κυνήγι, τη ναυτική ζωή στολίζουν συχνά τα νεοελληνικά κεντήματα. Στο σύνολό τους τα θέματα αυτά, μέσα από την αρμονία των χρωματικών αποχρώσεων, την πετυχημένη διακύμανση της φωτοσκίασης και την λιτότητα της μονοχρωμίας, εκτός από τον διακοσμητικό έχουν κι ένα βαθύ συναισθηματικό χαρακτήρα. Η διπλή αυτή υπόσταση, διακοσμητική και συναισθηματική εκφράζεται πηγαία στα χρωματιστά, λευκά και υφαντά κεντήματα της γυναικείας οικιακής χειροτεχνίας που ακολουθεί τους δικούς της κανόνες στην επιλογή θεμάτων εδραιωμένους στην οικογενειακή και τοπική παράδοση.

Την παράδοση ακολουθεί και η νεοελληνική χρυσοκεντητική που έχει χαρακτηριστεί σαν κληρονόμος της πιο ονομαστής χειροτεχνίας του Βυζαντίου. Τα νεοελληνικά χρυσοκέντητα είναι αντίστοιχα των βυζαντινών κλαπωτών. Οι χρυσορράπτες (τερζήδες) και οι χρυσοκεντητές (συρμακέσηδες) κατά την Τουρκοκρατία είχαν οργανωθεί σε συντεχνίες (ισνάφια και ρουφέτια). Τέτοιες συντεχνίες υπήρχαν στην Κωνσταντινούπολη, την Τραπεζούντα, την Θεσσαλονίκη, τα Γιάννενα και άλλα σημαντικά κέντρα.

Μπόλια της Χίου

Οι χρυσορράπτες έρραβαν και κεντούσαν τα εξωτερικά εξαρτήματα της ανδρικής και γυναικείας φορεσιάς ενώ οι χρυσοκεντητές τα κεντήματα για χρήση εκκλησιαστική και κοσμική. Ήταν πλανόδιοι ή διατηρούσαν εργαστήρια σε χειροτεχνικά και εμπορικά κέντρα. Οι πλανόδιοι χρυσορράπτες (καλφάδες ή μαστόροι) που κατάγονταν συνήθως από ορεινές περιοχές της Ελλάδας ξεκινούσαν κάθε άνοιξη με τους βοηθούς τους (μαστορόπουλα ή τσιράκια) από την περιοχή τους και περιόδευαν όλη σχεδόν την Ελλάδα. Εργαστήρια χρυσορραπτών ήκμασαν στην Ήπειρο και την Μακεδονία.
Ένα από αυτά τα εργαστήρια στα Γιάννενα, που ήταν ξακουστό κέντρο χρυσοκεντητικής στα Βαλκάνια την εποχή του Αλή Πασά, είχε σαράντα αρχιτεχνίτες και κατασκεύαζε περίπου χίλιες χρυσοποίκιλτες φορεσιές τον χρόνο. Γνωστό φημισμένο κέντρο χρυσοκεντητικής ήταν και το Κρούσοβο της Μακεδονίας. Η τέχνη του χρυσοράπτη περιελάμβανε ράψιμο, κέντημα (κάρφωμα) και σχηματισμό των διακοσμητικών σχεδίων με τα επιραμμένα στο ύφασμα (μεταξωτό, βελούδο, μάλλινο) χρησογάιτανα ή ασημογάιτανα, σειρογάιτανα (μεταξωτά), ουτράδες (βαμβακερά) και τεχρίλια (μάλλινα). Ο χρυσοράπτης με τα επιραμμένα γαϊτάνια σχημάτιζε τα διακοσμητικά θέματα (συμπλέγματα από ρόδακες, δικέφαλους αετούς, πουλιά, ανθέμια, λουλούδια και γεωμετρικά σχήματα).

Οι χρυσοκεντητές (συρμακέσηδες) δεν ήταν πλανόδιοι αλλά είχαν μόνιμα εργαστήρια όπου δούλευαν ειδικευμένοι τεχνίτες, άνδρες κυρίως αλλά και γυναίκες. Οι γυναίκες δούλευαν συνήθως στο σπίτι τους ή στο σπίτι του αρχιμάστορα. Οι άξιοι αυτοί τεχνίτες κεντούσαν το διακοσμητικό θέμα με σουβλί και βελόνι χρησιμοποιώντας χρυσό σύρμα ή χρυσόνημα. Το σύρμα ήταν από ολοκάθαρο χρυσάφι ή ασήμι ελατό, δηλαδή μακρύ λεπτό εύκαμπτο έλασμα. Το χρυσόνημα ή τέλι ήταν σύρμα τυλιγμένο σε λεπτή κλωστή μεταξωτή ή βαμβακερή.

Την τεχνική αυτή χρησιμοποιούσαν στα κεντήματα εκκλησιαστικής χρήσης (λειτουργικά άμφια, καλύμματα της Αγίας Τράπεζας, πύλες, λάβαρα κ.ά.), σε καλύμματα κεφαλής, υποδήματα, κλινοσκεπάσματα, παραπετάσματα, μαξιλάρες και άλλα είδη για ατομική χρήση ή για την διακόσμηση του σπιτιού. Ανάλογα με τον τρόπο της στερέωσης η τεχνική των συρμακέσηδων διακρίνεται στην καρφωτή και την κρυφή. Η λαμπρή τέχνη της χρυσοκεντητικής απαιτούσε σχεδιαστικές γνώσεις, χρωματική ευαισθησία, ικανότητα σύνθεσης και προσαρμογής και ιδιαίτερα σωστή κατανομή στον διαθέσιμο χώρο.

Τα νεοελληνικά κεντήματα, απομεινάρια παλιάς κληρονομιάς, με ιδιαίτερο λαογραφικό και καλλιτεχνικό ενδιαφέρον μας παρέχουν σήμερα την δυνατότητα μιας ουσιαστικής ανθρώπινης και εθνικής αυτογνωσίας και συνάμα μιας τελετουργικής μύησης στον μυστηριώδη και εκθαμβωτικό κόσμο της νεοελληνικής κεντητικής. [Από το Ελληνικά Κεντήματα, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία, Αθήνα 1998, Μαρία Λαδά – Μινωτού, Ιστορικός, Εικαστικόν]

Τα παιχνίδια των παιδιών στα κονάκια των Σαρακατσιάνων

Τα Σαρακατσανόπουλα κατά τη νομαδική ζωή, ζώντας κυριολεκτικά μέσα στη φύση, στη διάρκεια της μέρας ξέδιναν στο παιχνίδι. Όταν όμως σουρούπωνε και μαζεύονταν στο κονάκι για τα μικρά νήπια «που δεν πολυνόγαγαν» ήταν μία δύσκολη ώρα. Οι “τρανοί” έπρεπε να τα απασχολήσουν, να τα παίξουν. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι όπως και σήμερα η ευχαρίστηση ήταν αμοιβαία. Ποιος γονιός και ποιος πάππος δεν αγάλλεται όταν παίζει με το μικρό παιδί ή εγγόνι.
Έχω την τύχη να ανήκω στη γενιά των Σαρακατσανόπουλων που μεγάλωσαν χωρίς τηλεόραση και ραδιόφωνο, ο τελευταίος καλυβογεννημένος της οικογένειας μου, αφαλοκομμένος από τη μακαρίτισσα Θεία Στέργαινα ώρα της καλή. Το ραδιόφωνο το πήραμε όταν ήμουν πέντε χρονών. Ακόμη γελώ όταν θυμάμαι τον μακαρίτη τον πάππο, που τον φώναξε η θεία μου να έρθει ν’ ακούσει δημοτικά τραγούδια κι αυτός προβατομάχος-ήταν η περίοδος του γέννου-απάντησε αφηρημένα: «Κλείστο θα ναρθω να τ’ ακούσω μετά!»
Έτσι λοιπόν τράνεψα μ’ αυτά τα παιχνίδια που τα παίζαμε κυρίως με τη βαβά και τα’ άλλα τα παιδιά (τα κάπως τρανύτερα). Όσοι δεν τράνεψαν μ’ αυτά τα παιχνίδια μπορεί να τους φανούν απλοϊκά και όχι τόσο διασκεδαστικά. Μπορώ να διαβεβαιώσω όμως ότι με πολύ λαχτάρα τα καρτερούσαμε κάθε βράδυ και τα ζητούσαμε από τους τρανούς, όχι μια και δυο φορές αλλά πολλαπλές, σε σημείο να αποκάνουν και να μας αρνούνται.

ΤΑ ΨΑΡΑΚΙΑ ΣΤΟ ΓΙΑΛΟ

Ο πρώτος κατευθύνει τις παλάμες ώστε να περικλείονται από τον δεύτερο. Μετά τον αποχωρισμό το ξανακάνουν αλλάζοντας ρόλους.
Καθώς παίζουν κάνοντας εναλλαγές λένε το τραγούδι:

Τα ψαράκια στο γιαλό – σκούζουν βάζουν για νιρό – σύρε Γιάννο μ’ φέρτα ιδώ – να τα φάμε ιμείς οι δυο – απ’ τα ξύλα απ’ το νιρό – το κακό τους τον καιρό!



ΤΣΙΜΠΙ ΤΣΙΜΠΙ ΤΟ ΛΙΛΙ

Δύο ή και τρεις παίκτες προτείνουν τα χέρια τους ώστε ο ένας να τσιμπά το πάνω μέρος της παλάμης του άλλου. Τα χέρια εναλλάξ ανήκουν σε διαφορετικούς παίκτες.
Το σύμπλεγμα όλων αυτών των χεριών κινείται δυνατά πάνω κάτω και διαλύεται με το τέλος του τραγουδιού φέρνοντας το γέλιο και τη χαρά στο νήπιο.
Τσίμπι-τσίμπι το λιλί – το λιλί το λεπτοκαρί – παίζει η μπάμπω το καντάρι – κι ο παππούς το καλαντάρι!




ΝΑΜ΄ ΦΩΤΟΥΛΑ

Οι παλάμες των χεριών του μεγάλου με τα δάχτυλα ανοιχτά και αντικριστά σχηματίζουν ένα κλοιό. Ο μικρός ακουμπά το δείκτη πάνω στην ένωση των μικρών δαχτύλων και αρχίζει ο διάλογος:
Ναμ’ φωτούλα! (ρωτά το νήπιο) – Π’ σο παραπάν’! (η απάντηση του μεγάλου. Το νήπιο βάζει το δείκτη πιο πάνω και ξαναρωτά) – Ναμ’ φωτούλα! – Π’ σο παραπάν’!
Η ερώτηση και η απάντηση γίνονται άλλες δύο φορές μέχρι ο δείκτης του νηπίου να φθάσει στο χείλος του κλοιού που σχηματίζεται από τους δείκτες και τους αντίχειρες.
Τώρα το νήπιο ρωτά:
ΝΗΠΙΟ: -Σκιάζομαι τι ειν’ αυτό π’ μαυρίζ! - ΜΕΓΑΛΟΣ: Είναι η παπαδιά που πλεν’ τα πιάτα κι παπάς τα λιγκέρια. - ΝΗΠΙΟ: -Σκιάζομαι μη με φάει η κοτούλα. – ΜΕΓΑΛΟΣ: -Δεν ίνι ιδώ. Τ’ς ρ’ξα καλα-μπόκ’ κι έφυγε σα πέρα! – ΝΗΠΙΟ: -Σκιάζομαι μη με φάει η γατούλα! - ΜΕΓΑΛΟΣ: -Δεν ίνι ιδώ, πήγε να πιάσ’ ποντίκια! - ΝΗΠΙΟ: -Σκιάζομαι μη με φάει η σκύλα! Τότε ο «μεγάλος» χαλάει τον κλοιό και μιμούμενος το γρύλισμα του σκύλου αρπάζει τα δάχτυλα του μικρού και τον «κατασπαράζει».


Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΑΔΕΛΦΩΝ

Στο παιχνίδι αυτό το νήπιο έχει την παλάμη του ανοιχτή. Ο μεγάλος κάνει μια εισαγωγή ότι τα πέντε δάχτυλα είναι τα πέντε αδέλφια που κουβεντιάζουν.

ΑΝΤΙΧΕΙΡΑΣ: -Μάννα π’ναω! – ΔΕΙΚΤΗΣ: Τι θα φάμε; – ΜΕΣΟΣ: Οτ’ εχ’ ο Θεός! (ο μεγάλος εξηγεί: για ταύτο είναι το τρανύτερο) – ΠΑΡΑΜΕΣΟΣ: Να πάμε να κλέψουμε! (ο μεγάλος εξηγεί: για ταύτο είναι κοντύτερο) – ΜΙΚΡΟΣ: Θα σας προδώσω! – Κιτς το κεφαλάκ’
Το τελευταίο χαρακτηρίζεται με χαρακτηριστική κίνηση που σημαίνει αποκεφαλισμό. (ο μεγάλος εξηγεί: για ταύτο είναι το κοντύτερο απ’ ούλα! έκαμε προδοσία!). Σ’ αυτό το παιχνίδι ο μεγάλος είναι ο μόνος που μιλά και ο μικρός προσέχει με τεντωμένη την παλάμη του τον διάλογο.


ΤΙ ΛΑΛΕΙΣ ΚΟΚΟΤΑΚΟ


Ο μεγάλος στεκόταν αντίκρυ στο παιδί (που μόνο άκουγε)και του απήγγειλε με ρυθμό: -Τι λαλείς κοκοτάκο; -Με τσίμπ’ σε η πόνα! -Που νείναι η πόνα; -Πάει για ξύλα! -Που ταν’ τα ξύλα; -Τα κάψε η φωτούλα! -Που νείναι η φωτούλα; -Ν’ έσβησε η βροχούλα! -Που νείναι η βροχούλα; -Ν’ ‘επιαν τα πλάκια! -Που τα ναι τα πλάκια; -Πήγαν στον αρανό! -Αρανέ καταρανέ το παιδί που βάφτισες έκανε να πιεί το γάλα και κατάπιε την κουτάλα Βάρα βάρα κόπανε Να ξεράσεις κόκκαλη! [Θανάσης Γαλατάς]

πηγή

H Νενητούσικη φορεσιά

 

Μετάφραση : Μενεξέ Μαριάννα
Κλούβα Αγγελική

Νενητούσικη   φορεσιά 


Τον καιρό της τουρκοκρατίας και όχι μόνο, οι Χιώτισσες ήταν ξακουστές για το κάλλος και την χάρη τους. Όσο και αν ακούγεται περίεργο τα περίτεχνα και πλουμιστά φορέματα τους προκαλούσαν δέος και θαυμασμό στους περιηγητές εκείνης της εποχής, γι αυτό και έχουν γραφτεί πολλά βιβλία με περιγραφές και εντυπώσεις για το πως ντυνόταν και στολιζόταν οι Χιώτισσες που θεωρούνταν από τις πλέον κομψές και μοντέρνες γυναίκες της εποχής εκείνης. Θα πρέ­πει να πούμε ότι εκτός του ότι οι λεύτερες φορούσαν άλλα ρούχα από τις παντρεμένες, οι απλές χωρικές είχαν μόνο δύο φορεσιές, την καθημερινή και την καλή τους την νυφική. Η τοπική φορεσιά του χωριού μας έχει αρκετές ομοιότητες με αυτήν της Καλλιμασιώτικης που τότε ήταν κεφαλοχώρι και όπως ήταν λογι­κό τα υπόλοιπα χωριά το αντέγραφαν ή ακολουθούσαν τα βήματα του.

 

ΚΕΦΑΛΟΜΑΝΤΗΛΟ (ΣΑΡΙΚΙ)


Το κεφαλομάντηλο φοριόνταν όπως και στην Καλλιμασιά, ονομάζονταν σαρίκι. Η βάση του (το πρώτο μαντήλι ή σκουφάκι που κρατούσε τα μαλλιά) ήταν φτιαγμένο από πολύχρωμο βαμ­βακερό τετράγωνο ύφασμα που διπλω­νόταν διαγώνια, οι δύο άκρες σταυρώ­νονταν στο πίσω μέρος του κεφαλιού και κατέληγαν στο μέτωπο όπου και δενόταν, αυτό το ονόμαζαν βελέτο. Πάνω από αυτό φορούσαν το σαρίκι ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο ύφασμα μήκους 4 μέτρων που θύμιζε φουλάρι ή κασκόλ ήταν στολισμένο με κεντίδια διαφόρων χρωμάτων και το τύλιγαν γύρω από το κεφάλι σαν στε­φάνι. Τα τελειώματα του προεξείχαν στα δεξιά και στα αριστερά με μια διαφορά στο μήκος, αυτό που προεξείχε από την δεξιά πλευρά ήταν μακρύτερο από την αριστερή. Τα αριστερά και δεξιά τελειώματα (κόμποι που συγκρα­τούσαν το σαρίκι στο κεφάλι ονομαζό­ταν μαγουλικά) ήταν στολισμένα με τούλι ή κρόσσι και αντί για γαζί χρη­σιμοποιούνταν στρατάκι, πλέκονταν και σταυρώνονταν κάτω από το σαγόνι. Τα μαλλιά ήταν πιασμένα σε πλεξούδες που ονομαζόταν σάρδες ήταν τραβηγμένες μπροστά και κρέμονταν έξω από τα μαγουλικά. Ένα μικρό μαντίλι τυλί­γονταν στην δεξιά πλευρά του κεφαλι­ού για να δώσει πάχος και σταθερότη­τα το στερέωναν με καρφίτσες και το ονόμαζαν κουμπάτοι.

ΦΟΥΣΤΑ


Οι γυναίκες στο χωριό μας φορούσαν μια αρκετά φαρδιά άσπρη βαμβακερή φούστα, η οποία ήταν ραμμένη διπλή και η ένωση καλύπτονταν από μία φάσα που ονομαζόταν αζούρ ή κουφογαζί όπως ακριβώς και η ποδιά της Καλλιμασιώτικης φορεσιάς. Η φούστα δένονταν γύρω από την μέση με ένα σκοινί που περνιόταν προσεκτικά από μία οπή τη βρακοθηλειά. Συχνά στο κάτω μέρος της φούστας ήταν ραμμένη μια μεταξωτή φάσα και τότε η φούστα ονομαζόταν φούστα με μεγάλο φηκάρι.


 

ΜΠΟΥΣΤΟΣ


Το μακρυμάνικο πουκάμισο επονομα­ζόμενο και μπουστομάνικο, ήταν φτιαγμένο από άσπρο μετάξι, και το τελείωμα των μανικιών ήταν στολισμέ­νο με κομμάτια από χρωματιστό μετα­ξωτό ύφασμα σε τριγωνικό σχήμα τα οποία τα αποκαλούσαν πιτσιλιά. Έφτανε μέχρι και λίγο πιο κάτω από το στήθος είχε μεγάλο καρέ και έκλεινε με μια μεταξωτή κορδέλα στον λαιμό. Το μπουστομάνικο ήταν το τελευταίο κομ­μάτι από τα εσωτερικά της Νενητούσικης φορεσιά. Πρώτα φορού­σαν κατάσαρκα την καμιζόρα, ακολουθούσε το στενομάνικο και τέλος πάνω από όλα αυτά φορούσαν το μπουστομάνικο.

ΖΑΚΕΤΑ (ΣΑΜΑΡΑΚΙ)


Πάνω από το μπουστομάνικο φορού­σαν μία φανελένια ζακέτα χωρίς μανί­κια που ήταν ή χρωματιστή ή λευκή, το φουστάνι, η οποία έφτανε μέχρι την μέση και ήταν ανοικτή μπροστά. Ήταν ραμμένη σύμφωνα με το σχέδιο της Καλλιμασιώτικης φορεσιάς με μόνη διαφορά στο χρώμα η Νενητούσικη ήταν λευκή σε αντίθεση με της Καλλιμασιάς που ήταν μπλε. Οι τιράντες μαζί με το ζευκτήρα, τραχηλιά, καλύπτονταν από μετάξι ή βελούδο και ταφτά όπως επίσης και τα ανοίγματα για τα χέρια που είχαν μεταξωτές φάσες στο τελείωμα τους, αυτά ονομάζονταν μαριέλλη. Κάτω από τον ζευκτήρα το πίσω μέρος του φουστανιού είχε όρθιο πλισέ συνολικού μήκους 3 μέτρων. Οι θυλάκες (πλισές) ήταν ραμμένος στα πλάγια. Αυτό το ένδυμα υποτίθεται ότι έμοιαζε με το σαμάρι που φορού­σαν στα γαϊδουράκια και για αυτό και ονομαζόταν στα αστεία σαμαράκι.

ΜΠΡΟΣΤΕΛΛΑ Ή ΣΤΗΘΟΜΑΝΤΗΛΟ


Δύο ποδιές φορούσαν συνήθως, η κάτω (πρώτη εσωτερική) το μεγάλο καμοχένο ήταν μια μακριά ορθογώνια ποδιά από σταμπαριστό μετάξι διαφόρων χρωμάτων, συνήθως λευκή και σκούρα μπλε με μικρές φούντες, έφτανε τουλάχιστον μέχρι τα γόνατα στερεωνόταν όπως της Καλλιμασιας, κάτω από τικ μασχάλες περνώντας την μέσα από τα μανίκια της ζακέτας (σαμαράκι). Το μικρό καμοχένο ή δεύτερη εσωτερική ποδιά ήταν ένα μικρότερο κομμάτι ύφασμα ίδιου σχήματος με το πρώτο στερεωνόταν και αυτή κάτω από τις μασχάλες όπως η προηγούμενη και επιπλέον καρφιτσώνονταν πάνω στο μεγάλο καμοχένο. Αυτή φτιαχνόταν είτε από πολύχρωμο μετάξι είτε από δαμα­σκηνό μετάξι. Στην περίπτωση που φτιαχνόταν από δαμασκηνό μετάξι ονο­μαζόταν στόφα. Τελευταία φορούσαν μια βελούδινη ποδιά με κρόσσια και χρυσά κεντήματα που ονομαζόταν βέλιο. Σε περίπτωση που ήθελαν να ντυθούν πιο απλά δεν φορούσαν μικρό καμοχένο και στην θέση αυτού φορού­σαν μια μεταξωτή ποδιά που ονομαζό­ταν μπροστέλλα.

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΑ ΡΟΥΧΑ


Το χειμώνα όταν φορούσαν την καλή τους ενδυμασία, εσωτερικά φορούσαν ένα μακρυμάνικο μπουστάκι που το ονόμαζαν και καμιζόρα (αναφερθήκα­με και σε αυτό προηγουμένως). Ήταν φτιαγμένο από μαύρο ύφασμα και στο­λισμένο με μεταξωτό βαθυκόκκινο σιρίτι. Για καθημερινή ενδυμασία φορούσαν το σεϊμένικο ένα μακρομάνικο ζακετάκι που έφτανε μέχρι την μέση και ήταν φτιαγμένο από φαντό βαμβακερό ύφασμα μαύρου χρώματος, είτε από βουχούρι (που ήταν κάποιο ντόπιο ύφασμα) είτε από μαύρο σατέν που λεγόταν σαντίνι. Στην περίπτωση που δεν φορούσαν το σεϊμένικο χρη­σιμοποιούσαν το μεϊντάνι που ήταν περίπου το ίδιο με σεϊμένικο με την διαφορά ότι αυτό ήταν αμάνικο και κουμπώνονταν σταυρωτά όπως το μεϊ­ντάνι που φορούσαν οι βρακάδες. Το πίσω μέρος ήταν φτιαγμένο από φωτει­νό μπλε ύφασμα και το μπροστά από βελούδο διακοσμημένο με μεταξωτό σιρίτι.

ΚΑΛΤΣΕΣ ΚΑΙ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ


Κάλτσες: άσπρες μεταξωτές ή βαμβακερές και βελούδινες παντόφλες στολι­σμένα με διάφορα χρώματα και σχέδια. Το πιο συνηθισμένο σχέδιο ήταν με λουλούδια αποτελούμενα από πράσινα φυλλώματα και κόκκινους ανθούς (τριαντάφυλλα) στην θέση που είναι το μεσαίο δάχτυλο.

Σχόλια περιηγητών για τις χιώτισσες…


Η φορεσιά των Χιωτών είναι διαφορετικη από όλους τους άλλους νησιώτες. Οι γυναίκες φορούν τα πανωφόρια τους μέχρι τον αστράγαλο. Ο μπούστος είναι κοντός και χονδρός στη μέση, ο κεφαλόδεσμος είναι από λινό, φορεμένος μέχρι τα αυτιά, ανασηκωμένος πίσω (περίπου όπως ο κεφαλόδεσμος του Δόγη της Βενετίας) και σκεπάζει όλα τα μαλλιά. Οι χονδρές γάμπες και οι μικρές πατούσες εκτιμώνται στη Xίο και μερικές Χιώτισσες για να είναι στη μόδα, φορούν μαζί τέσσερις ή και περισσότερες χονδρές κάλτσες.Μπροστά στο στήθος τους κρεμούν μια μαντίλα σαν σαλιάρα, που φτάνει λίγο κάτω από τη μέση και που από κάτω κρύβουν διπλωμένα τα χέρια τους όταν κυκλοφορούν έξω. Όταν χορεύουν τον κυκλικό χορό κρατούν ένα μαντίλι στο χέρι, για να μην ακου­μπά ο ένας τα χέρα του άλλου. Φοράνε σκουλαρίκια, περιδέραια και βραχιό­λια από χρυσό. Οι άνδρες ίδια πανω­φόρια, που καταλήγουν σε τέσσερα τεμάχια κάτω από τη μέση, ίσιες κοντοβράκες, που κουμπώνουν ή δένουν στα γόνατα, παπούτσια και κάλτσες όπως των Γενοβέζων. Έχουν μια φαρδιά λωρίδα από λινό, που στε­ρεώνεται στην κορδέλα του λαιμού της πουκαμίσας και κρέμεται πίσω στην πλάτη τους. Τα μαλλιά τους είναι κομμένα κοντά έως τα αυτιά και συνήθως φορούν μικρά κόκκινα σκουφιά ή πλατύγυρα καπέλα. Οι γέροντες φορούν μακριά και φαρδιά πανωφόρια πάνω από τις ζακέτες και τις βράκες τους.

Ber. Randolf 1687


Οι γυναίκες της Χίου είναι πολύ καλές, χαριτωμένες και ευτυχισμένες, τις ακούς συνέχεια να τραγουδούν. Επιπλέον είναι πολύ ηθικές. Εάν αμφισβητείται κάποιας η τιμή, καθένας πρέπει να πιστέψει ότι αυτή δεν είναι Χιώτισσα, αλλά κάποια ξένη που υπέ­κυψε στην αμαρτία. Ντύνονται σεμνά, στολίζουν τα μαλλιά τους με λουλού­δια και φορούν βελούδινα πασούμια. Μιλούν στον πληθυντικό της ευγε­νείας διότι η ελληνική γλώσσα αν και επηρεασμένη από την ιταλική γίνε­ται πιο εκλεπτυσμένη με τον πληθυ­ντικό.

Francesco Lupazolo 1638


H Λευκαδίτικη φορεσιά

Στη Λευκάδα ξεχωρίζουν οι παραδοσιακές φορεσιές των γάμων οι οποίες πλέον φοριούνται κατά επιθυμία ή στον Παραδοσιακό Γάμο που γίνεται κάθε χρόνο στο χωριό Καρυά.

Τα νυφικά των γυναικών ήταν συνήθως μεταξωτά, φαρδιά με πολλές φουσκωτές πτυχές και γύρο στον οποίο ήταν ραμμένα χρυσαφένια χάρτζα όπως και στην καμπζέλα και τον ποδόγυρο.

Θαλασσί, ροζ, τριανταφυλλί, λαδί ήταν τα συνηθέστερα χρώματα ενώ χαρακτηριστικός ήταν και ο τσουμπές, ένα πολύ μακρύ πανωφόρι με κοντά μανίκια (στολισμένα με χάρτζα, ματαξογάιτανα και χρυσά σιρίτια), πιέτες και κεντητή με μετάξι και χρυσοκλωστή πλάτη που σέρνεται πίσω από τη νύφη.

Μπροστά υπήρχε η σπαλέτα, ένα λευκό, ροζ ή κίτρινο μπροστομάντηλο με κρόσια επάνω στο οποίο κρέμονταν τα χρυσαφικά (σπίλες και ποντάλια με χρυσές αλυσίδες ή και καρδιές, καρφοβέλονοι, στηθοβελόνες).

Στο κεφάλι οι νύφες φορούσαν το περίφημο μαύρο, βελούδινο, χρυσοκέντητο φέσι με την τρέμουλα (βέργα από μέταλλο στην κορυφή της οποίας υπήρχε μεταλλικό λουλούδι με διαμαντόπετρες) και πάνω από το φέσι το επίσης κεντητό, μακρύ κεφαλοπάνι.

Αντίθετα με τη γυναικεία φορεσιά η αντρική ήταν πιο απλή. Αποτελείτο από άσπρο κεντητό πουκάμισο και γιλέκο συνήθως σε γαλάζιο βελούδο μπροστά και σε βυσσινί, κόκκινο ή παγωνί μετάξι πίσω. Η τσόχινη ή διμιτένια βράκα, οι κεντητές κάλτσες, το ζωνάρι και το φέσι με τη μαύρη φούντα συμπλήρωναν την γαμπριάτικη ενδυμασία