Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Ένας Μάρτυρας της Αλώσεως



Κάθε πού ζύγωνε 29 Μαΐου ό Γερο-Ζαχαρίας δεν είχε αναπαμό. Έπρεπε να ετοιμάσει το στάρι για το κόλλυβο των «Μαρτύρων της "Αλωσης». Ξάκρινε το καθαρό σπυρί - σπυρί και το 'βαζε να βράσει ήσυχα μέχρι ν' ανοίξει σαν το ρόδο. Ύστερα το στέγνωνε κι έπιανε κατόπιν να το στολίζει χωρίς βιάση. Μάστορας δουλεμένος στην Αγιογραφία, έπιανε το χέρι του. Πάνω στη χιονάτη ζάχαρη θα 'φτιαχνε το δικέφαλο αετό μέσα σε στολίδια απίστευτα.

«Μνήσθητι Κύριε ως αγαθός των δούλων Σου...», μονολογούσε καί τα δάκρυα του τρέχανε ποτάμι.

Μετά τη λειτουργία γίνηκε το τρισάγιο για τους κεκοιμημέμηνους».Κι άμα ο γέρο-Τρύφωνας πήρε να λέει το ''αιωνία η μνήμη'' ό Γερο-Ζαχαρίας σήμανε μονοκάμπανο λυπητερό όπως αρμόζει. Μετά πήρε το δίσκο κι άρχισε να μοιράζει το στάρι. Πρώτα στους πατέρες, έπειτα στους λαϊκούς. Άμάθητοι οι ξένοι από τέτοια έθιμα τον ρώτησαν για όλα τούτα τα παράδοξα. Ό Γερο-Ζαχαρίας τους πήρε παράμερα στο μεγάλο χαγιάτι κι άρχισε να τους μιλάει για τη Μεγάλη Τρίτη του 1453, για το κούρσεμα της Πόλης καί τη θυσία του τελυταίου αυτοκράτορα. Ένιωθε χρέος ό σεβαστός Γέροντας να τους μνημονεύει όλους μέσα στη Θ. λειτουργία καί να μιλά γι' αυτούς σ' όσους ρωτούσαν να μάθουν.

Κάθε τόσο ό παππούς έκοβε τη διήγηση στη μέση καθώς ή φωνή τσάκιζε από το κλάμα. Μα εκεί πού βαλάντωνε ό γέροντας ήταν όταν μιλούσε για την ιστορία του άρχοντα Λουκά του Νοταρά πού κρύφθηκε ή θυσία του γιατί τη σκέπασε εκείνη του Παλαιολόγου.

- Το λοιπόν... είπε ό Γερο-Ζαχαρίας. Μετά το τριήμερο κούρσεμα της Πόλης καί τη μοιρασιά των λαφύρων, ό σουλτάνος έκανε συμπόσιο για τη νίκη. Κάποιος τότε μπιστικός του για να φανεί καλός, τον συμβούλεψε να ζητήσει από το Νοταρά να του στείλει πεσκέσι το δεκατετράχρονο γιο του
στο παλάτι. Κι αν τον έδινε με τη θέληση του, θα 'δινε όΣουλτάνος στο Νοταρά θέση ζηλευτή. Αλλιώς θα παίρνε σ'όλους το κεφάλι.

Ποιος ήταν ό Λουκάς ό Νοταράς; Ήταν ό πρώτος Βυζαντινός άρχοντας, από τίς πιο μεγάλες μορφές στα τελευταία ελεύθερα χρόνια της Βασιλεύουσας.

Με ψυχή παιδιού, μα φρόνημα λιονταρίσιο. Ό Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος κρίνοντας άξια, τον έκαμε Πρωθυπουργό, Ύπατο του Κράτους, λειτουργό καί Μέγα Δούκα. Νους λαμπερός ό Νοταράς είχε δει νωρίς τη λατινική απειλή καί αντιστάθηκε σθεναρά.

Τώρα ό γίγαντας αυτός ήταν φυλακισμένος.

Ό Νοταράς στην "Αλωση φρουρούσε τον Κεράτιο από το Πετρίο μέχρι την πύλη της Αγίας Θεοδοσίας με 100 Ιππείς καί 500 σφενδονήτες καί τοξότες. Οί Τούρκοι είχαν μπει στην Πόλη, μα εκείνος αγωνιζόταν ακόμη. Καί σαν τον κύκλωσαν ήρθε ή αιχμαλωσία. Οί δυο γιοι του είχαν πέσει στα τείχη υπερασπίζοντας τον τόπο κι εκείνος πιάστηκε αιχμάλωτος μαζί με την Κυρά του, την κόρη, τον γαμπρό του κι ελπίδα στερνή το δεκατετράχρονο βλαστάρι του.

Καί τώρα τούτο το αγγελούδι του το ζητούσε ό σουλτάνος.- Δεν είναι συνήθεια σε μας, απάντησε ό Βυζαντινός άρχοντας, να δίνουμε με τα χέρια μας τα παιδιά μας στίς ακολασίες σας. Θα ήταν καλύτερα ό ηγεμόνας να μας πάρει το κεφάλι.Ό Νοταράς έστρεψε στοργικά το βλέμμα του στο παιδί του πού στεκόταν ήρεμο, γεμάτο εμπιστοσύνη καί σεβασμό προς τον πατέρα του. Ή σκέψη του άρχοντα έτρεξε μακριά. Καμάρωσε το γιο του μικρό καί τον φανταζότανε μεγάλο. Μα δεν γινόταν αλλιώς, Για να 'ναι σίγουρος πώς το παιδί του θα φύγει άκηλίδωτο ζήτησε το πρώτο αίμα να είναι του γιου του.

Ό πέλεκυς έπεσε. Ό Νοταράς στάθηκε μάρτυρας στο θάνατο του γιου του! Ακολούθησε ο γαμπρός του. Κι υστέρα εκείνος. Έλυσε την ασημένια πόρπη της χλαμύδας καί πρότεινε περήφανα τον τράχηλο πού στιγμή δεν είχε σκύψει στη ζωή του!

Ή φύτρα των Νοταράδων πέρασε στον Παράδεισο.Οί προσκυνητές στο άκουσμα της ιστορίας σταυροκοπήθηκαν. Ταπεινά φίλησαν το σεβάσμιο χέρι του Γέροντα κι έφυγαν.

Κι ό παππούλης πήρε δύο σπυριά για να συχωρέσει. Ό Θεός να σας αναπαύσει, αδέλφια μου, είπε.

πηγή

Ποντιακός θρήνος για την Άλωση της Πόλης


Τραγούδι από τον δίσκο «Ύμνοι και Θρήνοι της Αλώσεως» του «Συλλόγου προς διάδοσιν της εθνικής μουσικής» του Σίμωνος Καρά.

—         Ναϊλοί εμάς, νά βάϊ εμάς, οι Τοϋρκ’ την Πόλ’ επαίραν επαίραν το βασιλοσκάμν’, ελλάγεν η αφφεντία.
—         Μοιρολογούν τα έγκλησιάς, κλαίγνε τα΄μοναστήρεα
κι’ Αϊ Γιάννες ο Χρυσόστομον, κλαίει δερνοκοπάται.
—         «Μή κλαις μή κλαις Αϊ Γιάννε μου, και μή δερνοκοπάσαι
η Ρωμανία [1] πέρασεν, η Ρωμανία επάρθεν
η Ρωμανία αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο».Παράφρασις:
—         Αλοί σέ μας, και βάϊ σέ μάς την Πάλι επήραν Τούρκοι πήραν του Ρήγα το θρονί, άλλαξ΄ η αυθεντία.
—         Μοιρολογούν η εκκλησιές, κλαίνε τα μοναστήρια
κι’ Αϊ Γιάννης ο Χρυσόστομος, κλαίει δερνοκοπιέται.
—         «Μή κλαις, μή κλαις Αϊ Γιάννη μου, και μή δερνοκοπιέσαι
η Ρωμανία πέρασεν, η Ρωμανία επάρθη
η Ρωμανία αν πέρασε, πάλι θά ξανανθίση».


1. Τό μεσαιωνικόν όνομα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, έξ’ ου και το «Ρωμηός» καϊ «Ρωμηοσυνη».

Η Άλωση της Πόλης, θρύλοι και παραδόσεις

                                  Const3_1453.jpg
Τρίτη 29 Μαϊου:

 Οι Τούρκοι αρχίζουν την επίθεση από την πύλη του Αγ. Ρωμανού όπου το τείχος ήταν σχεδόν κατεστραμμένο. Οι πρώτες επιθέσεις αποκρούσθηκαν μετά από μάχη σώμα με σώμα στις οποίες ήταν παρόντες ο Ιουστινιάνης και ο Κων/νος. Σ' αυτή τη μάχη τραυματίστηκε ο Ιουστινιάνης και κατέφυγε στο Γαλατά.
Η αποχώρηση του Ιουστινιάνη προκάλεσε σύγχυση και οι Τούρκοι άρχισαν να εισβάλλουν στην Πόλη κατά μάζες. Ακολούθησε η τελική αντίσταση κατά την οποία ο Κων/νος έπεσε πολεμώντας ως απλός στρατιώτης. Κι o καίσαρ, όταν άκουσε πώς έγινε πια το θέλημα του Θεού, επήγε στη μεγάλη εκκλησία, έπεσε και προσκύνησε ζητώντας έλεος από το Θεό κι άφεση αμαρτιών. Aποχαιρέτισε τον Πατριάρχη, όλο τον υπόλοιπο κλήρο, τη ρήγισσα, προσκύνησε σ' όλα τα σημεία κι εβγήκε από το ναό, πίσω εβόησε όλος ο κλήρος κι όλοι όσοι βρέθηκαν τότε εκεί, γυναίκες και παιδιά αμέτρητα τον ξεπροβόδισαν με θρήνους κι αναστεναγμούς, τόσο που έλεγες ότι η μεγάλη εκκλησία εσάλεψε από τον τόπο της, κι εμένα μου φαίνεται ότι ή βουή τους θα έφτασε κείνη τη στιγμή ίσαμε τον ουρανό. Καθώς έβγήκε από την εκκλησία είπε ένα μονό: "Όποιος θέλει να θυσιαστεί για τους ιερούς ναούς και την ορθόδοξη πίστη μας, ας με ακολουθήσει" και καβαλίκεψε το φαρί του κι ετράβηξε για τη Χρυσή Πύλη - εκεί ενόμισε ότι θα βρει τον άπιστο. Τον ακολούθησαν ως τρεις χιλιάδες πολεμιστές. Μπροστά στην πύλη είδαν πάρα πολλούς Τούρκους πού καρτερούσαν να πιάσουν τον καίσαρα. Τους εσκότωσαν όλους αυτούς. 'Έτσι ο καίσαρ έφτασε ίσαμε την πύλη, μα από τους πολλούς σκοτωμένους δεν ημπορούσε να προχωρήσει άλλο και πάλι βρέθηκαν μπροστά του άλλοι Τούρκοι κι έπολέμησαν και μ' αυτούς ως το θάνατο. Εκεί έπεσε ο ευσεβής καίσαρ Κωνσταντίνος υπέρ των ιερών ναών και της ορθοδοξίας, μήνας Μάιος, την 29η μέρα, αφού εσκότωσε με το χέρι του, όπως έλεγαν όσοι έμειναν ζωντανοί, πάνω από 600 Τούρκους, κι έτσι αλήθεψε ο χρησμός: "Με Κωνσταντίνο έγινε και πάλι με Κωνσταντίνο θ' αποθάνει". Γιατί οι αμαρτίες έρχεται ή ώρα και κρίνονται από το θεό και, καθώς λέγεται, οι κακουργίες κι οι ανομίες καταλύουν τους θρόνους των ισχυρών.

29η Μαϊου, 2:30 το μεσημέρι:

 Η χιλιόχρονη βυζαντινή αυτοκρατορία είχε καταλυθεί. Καμιάς πολιτείας η πτώση δεν θρηνήθηκε τόσο πολύ όσο της Πόλης του Ελληνισμού, επειδή ως το 1453 είχε παραμείνει το αδούλωτο προπύργιο του Βυζαντινού κράτους. Η αντίσταση των πολιορκουμένων μπροστά στους πολυάριθμους άπιστους για την πατρίδα και τη θρησκεία, έμεινε χαραγμένη στον υπόδουλο Ελληνισμό και δημιούργησε την εθνική συνείδηση στους 4 αιώνες σκλαβιάς. .... Οι Ελληνες μόλις διέτρεξε η φήμη πως έπεσε η Πόλη, άλλοι άρχισαν να τρέχουν προς το λιμάνι στα πλοία των Βενετσιάνων και των Γενοβέζων και καθώς ορμούσαν πολλοί πάνω στα πλοία βιαστικά και με ακαταστασία χάνονταν, γιατί βούλιαζαν τα πλοία. Και έγινε εκείνο που συνήθως γίνεται σε τέτοιες καταστάσεις. Με θόρυβο, φωνές και χωρίς καμιά τάξη έτρεχαν να σωθεί ο καθένας μέσα σε σύγχυση...
Ένα μεγάλο πλήθος άνδρες και γυναίκες, που όλο και μεγάλωνε από τους κυνηγημένους, στράφηκε προς τον πιο μεγάλο ναό της Πόλης, που ονομάζεται Αγια Σοφιά. Μαζεύτηκαν εδώ άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Σε λίγο όμως πιάστηκαν από τους Τούρκους χωρίς αντίσταση. Πολλοί άνδρες σκοτώθηκαν μέσα στο ναό από τους Τούρκους. Αλλοι πάλι σ' άλλα μέρη της Πόλης πήραν τους δρόμους χωρίς να ξέρουν για που. Σε λίγο άλλοι σκοτώθηκαν, άλλοι πιάστηκαν και πολλοί όμως από τους Ελληνες φάνηκαν γενναίοι αντιστάθηκαν και σκοτώθηκαν, για να μη δουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους σκλάβους.
"Σε όλη την Πόλη τίποτε άλλο δεν έβλεπες παρά αυτούς που σκότωναν και αυτούς που σκοτώνονταν αυτούς που κυνηγούσαν και κείνους που έφευγαν".
Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, "Απόδειξις ιστοριών" (μετάφραση).

Ο λαός διέδιδε με το τραγούδι του το σκληρό μήνυμα ως θέλημα Θεού:
Πηραν την πόλιν, πηραν την, πηραν τη Σαλονίκη, πηραν και την Αγία Σοφιά, το μέγα Μοναστήρι, που ειχε τριακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυό καμπάνες κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος. Σιμά να βγουν τά άξια κι ο βασιλιάς του κόσμου φωνή τους ηρθ' εξ ουρανου κι απ' Αρχαγγέλου στόμα. Στις 2:30 το μεσημέρι η χιλιόχρονη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το σύμβολο του Ελληνισμού και Χριστιανισμού, είχε καταλυθεί.

Η Λαϊκή μούσα θρηνεί για την άλωση της Πόλης:

 "Πάψετε το Χερουβικό, κι ας χαμηλώσουν τ' Άγια γιατί είναι θέλημα Θεού, η Πόλη να τουρκέψη". "Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες". Αλλά το γενναίο φρόνημα του έθνους με αισιοδοξία δηλώνει: "Σώπασε, κυρά Δέσποινα, μην κλαις και μη δακρύζης, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα' ναι". Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη, Θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις. Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγία, το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους. Τις το 'πεν; Τις το μήνυσε; Πότε 'λθεν το μαντάτο; Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το: -"Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;" -"Ερκομαι ακ τα' ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος, ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην απέ την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην. Εγώ γομάριν Δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα." (δημοτικό, απόσπασμα). Παραδοσιακοί και θαυμαστοί θρύλοι, αναπτύχθηκαν γύρω από την άλωση της Πόλης, για να θρέψουν τις ελπίδες και το θάρρος του εθνους επί αιώνες. "Πάλι με χρόνους και καιρους".

 Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους, ένα πουλί ανέλαβε να πάει ένα γραπτό μήνυμα στην Τραπεζούντα στην Χριστιανική Αυτοκρατορία του Ποντου για την Άλωση της Πόλης. Μόλις έφτασε εκεί πήγε κατευθείαν στη Μητρόπολη που λειτουργούσε ο Πατριάρχης και άφησε το χαρτί με το μήνυμα πάνω στην Άγια Τράπεζα. Κανείς δεν τολμούσε να πάει να διαβάσει το μήνυμα. Τότε πήγε ένα παλλικάρι, γιός μιας χήρας, και διάβασε το άσχημο μαντάτο "Πάρθεν η Πόλη, Πάρθεν η Ρωμανία". Το εκκλησίασμα και ο Πατριάρχης άρχισαν τον θρήνο, αλλά ο νέος τους απάντησε "Κι αν η Πόλη έπεσε, κι αν πάρθεν η Ρωμανία, πάλι με χρόνους και καιρούς, πάλι δικά μας θα' ναι". Πάρθεν η Ρωμανία Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλην ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια, επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον. Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον, εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον, Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει. Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν. "Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!" Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται, -Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι -Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν. -Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο. (Δημοτικό τραγούδι του Πόντου).

"ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΠΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΝΑ ΚΥΛΑΕΙ": 

 Οι περισσότεροι τοπικοί θρύλοι για την άλωση της Κωνσταντινούπολης μοιάζουν σε ένα σημείο: όλοι δείχνουν ότι ο χρόνος σταμάτησε με την κατάληψη της ιερής πόλης της Ορθοδοξίας από τους άπιστους Τούρκους και ότι η τάξη στον κόσμο θα επανέλθει με την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Έλληνες. Έτσι, και στην Ήπειρο υπάρχει μιααντίστοιχη λαϊκή δοξασία. Συγκεκριμένα, ένα πουλί φέρνει την αναγγελία της πτώσης της Πόλης σε μια ομάδα βοσκών που εκείνη τη στιγμή ποτίζουν τα κοπάδια τους σε ένα ποτάμι, Ο θρύλος λέει ότι στο άκουσμα της φοβερής είδησης τα νερά του ποταμίου σταμάτησαν να κυλάνε, αφού και το φυσικό στοιχείο θεώρησε ότι η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν κάτι το ανήκουστο. Το ποτάμι θα συνεχίσει και πάλι να κυλάει, μόλις απελευθερωθεί η Πόλη, συνεχίζει ο λαϊκός θρύλος...
"ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΥ": 

 Κάποιος καλόγερος είχε ψαρέψει σε ένα ποτάμι ψάρια και τα τηγάνιζε κοντά στην όχθη του ποταμού. Τη στιγμή εκείνη ακούστηκε από ένα πουλί το μήνυμα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους. Ο καλόγερος σάστισε και αμέσως τα μισοτηγανισμένα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι και ξαναβρέθηκαν στο ποτάμι. Εκεί ζουν αιώνια μέχρι τη στιγμή της απελευθέρωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, οπότε και θα ξαναβγούν για να συνεχιστεί το τηγάνισμα τους.
"Ο Πύργος της Βασιλοπούλας":

Στα κάστρα του Διδυμότειχου ένας κυκλικός πύργος, ο ψηλότερος ονομάζεται "πύργος της βασιλοπούλας". Η παράδοση λέει πως κάποτε ο βασιλιάς διασκέδαζε κυνηγώντας και στη θέση του άφησε την κόρη του. Όταν τον ειδοποίησαν ότι έρχονται οι Τούρκοι είχε τόση εμπιστοσύνη στην οχυρότητα του κάστρου ώστε είπε: "αν σηκωθεί από τη χύτρα ο κόκορας και λαλήσει, θα πιστέψω ότι κυριεύτηκε η πόλη". Οι Τούρκοι όμως χρησιμοποίησαν δόλο και έδειξαν το χρυσοκέντητο μαντήλι του βασιλιά στην κόρη του. Αυτή μόλις το είδε, τους παρέδωσε το κλειδί του κάστρου κι έγινε αιτία της άλωσης. Όταν κατάλαβε πως την ξεγέλασαν, δεν άντεξε την ντροπή και αυτοκτόνησε πέφτοντας από τον πύργο. Από τότε ο πύργος λέγεται της βασιλοπούλας.

I ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ":


 Έναν από τους πύργους των τειχών της Πόλης τον υπεράσπιζαν τρία αδέρφια, άρχοντες Κρητικοί που πολεμούσαν με το μέρος των Βενετών (η Κρήτη τότε ήταν κάτω από την κυριαρχία των Βενετών). Μετά την πτώση της πόλης τα τρία αδέρφια και οι άντρες τους εξακολουθούσαν να πολεμούν και παρά τις λυσσώδεις προσπάθειες τους οι Τούρκοι δεν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν τον πύργο. Για το περιστατικό αυτό ενημερώθηκε ο Σουλτάνος και εντυπωσιάστηκε από την παλικαριά τους. Αποφάσισε, λοιπόν, να τους επιτρέψει να φύγουν με ασφάλεια από τον πύργο και να πάρουν ένα καράβι με τους άντρες τους και να γυρίσουν στην Κρήτη. Πραγματικά η πρόταση του έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι έπρεπε να μείνουν ζωντανοί για να πολεμήσουν να ξαναπάρουν τη Βασιλεύουσα πίσω από τους απίστους. Έτσι οι Κρητικοί επιβιβάστηκαν στο πλοίο τους και ξεκίνησαν για το νησί τους. Το πλοίο δεν έφτασε ποτέ στην Κρήτη και ο θρύλος λέει ότι περιπλανιούνται αιώνια στο πέλαγος μέχρι τη στιγμή που θα ξεκινήσει η μάχη για την ανακατάληψη της Πόλης από τους Έλληνες. Τότε το πλοίο των Κρητικών θα τους ξαναφέρει στην Κωνσταντινούπολη για να πάρουν και αυτοί μέρος στη μάχη και να ολοκληρώσουν την αποστολή τους και το ελληνικό έθνος να ξανακερδίσει την Πόλη

πηγή
 

Κυπριακό ανακάλημα της Κωνσταντινουπόλεως

Θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός, και στεναγμός και λύπη,
θλίψις απαραμύθητος έπεσε τοις Ρωμαίοις!
Εχάσασιν το σπίτιν τους, την πόλιν την αγίαν,
Το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους….
Ήλιε μ’ ανάτειλε παντού, ούλον τον κόσμον φέγγε,
Και χύνε τις ακτίνες σου σ’ όλην την οικουμένην,
Εις την Κωνσταντινούπολιν την πρώην φουμισμένην
Και τώρα την Τουρκόπολιν δεν πρέπει πια να φέγγης,
Αλλ΄ουδέ τας ακτίνας σου πρέπει εκεί να στέλλης,
Να βλέπουν τ’ άνομα σκυλιά τες ανομιές να κάμουν,
Να ποίσουν στάβλους, εκκλησιές, να καίουν τας εικόνας,
Να σκίζουν, να καταπατούν τα ‘λόχρυσα βαγγέλια,
Κα καθυβρίζουν τους σταυρούς, να τους κατατσακίζουν,
Να παίρνουσιν τ’ ασήμια τους και τα μαργαριτάρια,
Και των αγίων τα λείψανα τα μοσχομυρισμένα
Να καίουν, ν’ αφανίζουσιν, ‘ς την θάλασσα να ρίπτουν,
Να παίρνουν τα λιθάρια των και την ευκόσμησίν των,
Και στ’ άγια δισκοπότηρα, κούπες, κρασί να πίνουν

πηγή

Το χτίσιμο της Αγιάς Σοφιάς - Θρακικός θρύλος

Ένας νεοελληνικός θρύλος από τη Θράκη μας πληροφορεί για το πως χτίσθηκε η Αγια Σοφιά στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό μετά το 530 π.Χ.

Αυτή λοιπόν, η σχετική παράδοση από τη Θράκη μας περιγράφει και μας εξηγεί ότι το σχέδιο, για να κτισθεί η Αγια Σοφιά, έγινε γνωστό με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο από αυτόν που μάθαμε από την ιστορία. Αξίζει να προσέξουμε ιδιαίτερα την παραδοση, γιατί δεν είναι γνωστή από άλλους τόπους παρά σχεδόν μόνο από τη Θράκη. Τη διηγιόντουσαν στη Βιζύη της Θράκης κατά τον περασμένο αιώνα, και εκεί, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την έμαθε μικρό παιδί ο ποιητής Γεώργιος Βιζυηνός. Και σώζοντάς την από την λησμονιά και τον βέβαιο αφανισμό την περιέγραψε έμμετρα το 1884 μέσα στην ποιητική συλλογή του «Ατθίδες αύραι». Ας δούμε λοιπόν αυτόν τον ίδιο το θρακικό θρύλο.

«Ήταν ο καιρός που ο βασιλιάς στην Πόλη είχε αποφασίσει να χτίσει την Αγια Σοφιά. Είχε καλέσει τον πρωτομάστορα, και ο τελευταίος είχε κάμει ένα, και ύστερα άλλο, και ύστερα άλλα σχέδια, πως να χτιστή η μεγάλη εκκλησιά. Κανένα όμως δεν ευχαριστούσε το βασιλιά. Ήθελε κάτι άλλο, πολύ πιο σπουδαίο. Και ο πρωτομάστορας όλο και σκεφτόταν τι νέο σχέδιο να φτιάσει.
Μια Κυριακή, την ώρα που τελείωνε η λειτουργία, ζύγωσε πρώτος ο βασιλιάς να πάρη το αντίδωρο, εκείνο όμως του ξεφεύγει από το χέρι και πέφτει χάμω. Μια στιγμή αργότερα παρουσιάζεται μιά μέλισσα που φτεροκοπούσε προς το ανοιχτό παράθυρο, κρατώντας το πεσμένο αντίδωρο του βασιλιά. Βγάνει αμέσως διαταγή ο βασιλιάς, όσοι έχουνε μελίσσια να τ’ ανοίξουνε και να ψάξουν, για να βρεθή. Ψάχνει και ο πρωτομάστορας στα δικά του τα μελλίσσια και τι βλέπει; Είχανε κάτσει οι μέλισσες μέρες πριν και είχανε φτιάξει με το κερί μέσα στην κυψέλη μιαν εκκλησιά πανέμορφη και σκαλιστή και μεγαλόπρεπη, που δεν είχε την όμοια της σ’ ολόκληρη την Οικουμένη. Όλες οι λεπτομέρειες είχανε γίνει στην εντέλεια, μέσα κι’ έξω στην εκκλησία. Η πόρτα της ανοιχτή, ο τρούλος έτοιμος, οι κολώνες στη θέση τους, ως και η Άγια Τράπεζα τελειωμένη. Την είχαν αποτελειώσει σ’ όλα της την εκκλησιά, και απάνω στην Άγια Τράπεζα της είχε φέρει εκείνη η μέλισσα και είχε αποθέσει το αντίδωρο του βασιλιά.

Είδε την εκκλησιά ο πρωτομάστορας και θάμαξε με το τέλειο σχέδιό της. Την είδε κατόπι και ο βασιλιάς και έγινε όλος χαρά. Το σχέδιο, που είχανε φτιάξει οι μέλισσες, έγινε το σχέδιο που χτίστηκε η Αγια Σοφιά!!!».
(βλ. Κ. Ρωμαίος, ΕΛΛΑΣ, λαογραφία-γεωγραφία-ιστορία, τομ. 2ος, σελ. 653).

πηγή

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

Παναγιά η Αλατσατιανή...!



Με αφορμή την ιστορική λειτουργία του ερχόμενου Σαββάτου 28-5-2001 στην ανακαινισμένη πρόσφατα, μαρτυρική εκκλησία της Παναγίας Εισοδίων, των Αλατσάτων Μικράς Ασίας, στην οποία θα χοροστατήσει ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ Βαρθολομαίος!!!


Πριν από έναν χρόνο, τον Μάϊο του προηγουμένου έτους, μας ήρθε η πολύ ευχάριστη είδηση για την οριστική πλέον σωτηρία του ναού των Εισοδίων της Θεοτόκου στα Αλάτσατα της Ερυθραίας Μικράς Ασίας! Η γνωστή σε πάρα πολλούς Νεοερυθραιώτες Αλατσατιανή Παναγιά, η μητρόπολη των Αλατσάτων, ανακηρύχθηκε επισήμως ως ιστορικό μνημείο της Τουρκίας, έπαψε να λειτουργεί σαν τζαμί και επισκευάστηκε με ταχείς ρυθμούς, αποκαλύπτοντας τα κρυμμένα μυστικά της!

Η εκκλησιά αυτή ήταν η πρώτη από τις τρεις μεγάλες εκκλησιές των Αλατσάτων. Χτίστηκε στη σημερινή της μορφή το 1833, με ντόπια λευκή πέτρα, μετά την πυρπόληση του προηγούμενου μικρού ναού το 1821, ως αντίποινα για την επανάσταση των Ελλήνων. Πρόκειται για μια πολύ χαρακτηριστική εκκλησιά της ύστερης Τουρκοκρατίας, σημαντικό έργο του περίφημου Σμυρνιοτηνιακού μάστορα Στράτου Καλονάρη, ο οποίος εργάστηκε μαζί με το γιο του Μανόλη στις Κυκλάδες και στην περιοχή της Σμύρνης, χτίζοντας πολλούς ναούς (Παναγία της Τήνου, Βαγγελίστρα του Τσεσμέ, Παναγιά της Κάτω Παναγιάς, Παναγιά Βουρλιώτισσα κλπ).
Σημαντικές αλατσατιανές παραδόσεις σχετικές με το κτίσιμο του ναού διασώθηκαν μέχρι σήμερα από Αλατσατιανούς πρόσφυγες της Νέας Ερυθραίας. Τις κολόνες του ναού, λέει η Ευανθία Τζανή, τις ηύρανε στον πάτο της θάλασσας, πολύ μακριά από τα Αλάτσατα, κοντά στα Ντεμερτζιλιά, και τις έβγαλαν νησιώτες βουτηχτάδες. Ήταν πανάλαφρες σαν μπαμπάκι, γιατί βοηθούσε η Παναγιά στην ανέλκυση και τη μεταφορά τους. Επίσης άλλα μάρμαρα έφεραν από τις αρχαιότητες του Λυθριού και τα μουλάρια, λέει, πήγαιναν μοναχά τους στον τόπο για το φόρτωμα, χωρίς ν’ αγκομαχούνε με το βαρύτατο φορτίο τους. Η ίδια περιέγραφε με θαυμαστό τρόπο πώς ο Τουρκολιάς έκοψε τα κοντά σκοινιά με τη σουλτανική βούλα, που του είχαν δώσει ως δείγμα των διαστάσεων του ναού, και τα μάτισε με άλλα μακρύτερα σκοινιά, χωρίς να επηρεάσει τις σουλτανικές σφραγίδες! Έτσι μεγάλωσε κατά πολύ τις διαστάσεις του ναού!

«Αλάκερο φέσι γιομάτο χρυσές λίρες και μαλαματικά» έστειλαν οι Αλατσατιανοί στην Ιταλία, για να τα χύσουν οι μαστόροι μέσα στο μέταλλο της καμπάνας που παρήγγειλαν για την Παναγιά, για να ‘ναι γλυκόλαλη και ν’ ακούγεται ίσαμε την Αγριλιά, το Ρεΐσντερέ και τα Λίτζια κι ακόμα μακρύτερα, σαν χτυπά, όπως έχει καταγραφεί από την αλησμόνητη Κλεονίκη Τζοανάκη!


Το έξοχο κι εντυπωσιακό τέμπλο του ναού, από τα ωραιότερα στο είδος του, σε ρυθμό νεοκλασικό, φιλοτεχνήθηκε σε τηνιακό μάρμαρο το 1873-74, από τον Τηνιακό μαρμαρά Ιωάννη Χαλαπά, πατέρα του περίφημου γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά και στοίχισε 750 ...χρυσές λίρες. Οι Χαλεπάδες με το συνεργείο τους είχαν δουλέψει σε πολλές εκκλησίες τις Ερυθραίας και της Ιωνίας, μα δυστυχώς το μόνο άρτια σωζόμενο έργο τους στη Μικρασία είναι το τέμπλο της Αλατσατιανής Παναγιάς.

Ο ναός κατέστη το εκκλησιαστικό, κοινοτικό και εθνικό κέντρο της ερυθραιώτικης πόλης. Στο πανηγύρι της Μεσοσπορίτισσας (21 Νοεμβρίου) έσπευδαν χιλιάδες προσκυνητές από ολόκληρη την Ερυθραία, τη Χίο και από τα χωριά της Σμύρνης ακόμη!

Οι περιπέτειες του ναού από το 1922 είναι πολλές. Εκείνον τον καταραμένο Σεπτέμβρη του ’22, η Παναγιά έγινε για 15-20 μέρες ο Γολγοθάς των Αλατσατιανών και των Ρεϊσντεριανών. Χιλιάδες γυναικόπαιδα αναζήτησαν σωτηρία μέσα στην εκκλησιά, πριν... διωχτούν για πάντα από τον τόπο τους. Κάθε βράδυ Τούρκοι στρατιώτες ξεδιάλεγαν τις ωραιότερες κοπέλες και τις βίαζαν μέσα στο ιερό, μπροστά στα μάτια όλων των άλλων. Όσες αντιστέκονταν, σφάζονταν επί τόπου, ενώ άλλες απαγόμενες κάθε νύχτα, εξαφανίζονταν μυστηριωδώς. Στο πηγάδι πίσω από το ιερό του ναού δεκάδες Αλατσατιανές έπεσαν και πνίγηκαν, οι μεν για να μην υποστούν το βιασμό και οι δε επειδή βιάστηκαν. Το πηγάδι από τότε σφραγίστηκε και δεν ξαναλειτούργησε!

Οι Τούρκοι από την Κρήτη, την Ανατολική Μακεδονία και τη Βοσνία, οι οποίοι ήρθαν πρόσφυγες στα Αλάτσατα, γκρέμισαν τις άλλες δυο εκκλησίες (Αγία Τριάδα κι Άγιο Κωνσταντίνο) και πούλησαν τα οικοδομικά υλικά τους. Επειδή όμως δεν υπήρχε στα Αλάτσατα μεγάλο τζαμί, αφού το κατοικούσαν 10-13.000 Έλληνες κι ελάχιστοι Τούρκοι, μετέτρεψαν το έτος 1938 την εκκλησία των Εισοδίων, που βρίσκεται στο κέντρο σχεδόν της πόλης, σε τέμενος, για να εξυπηρετούνται οι λιγοστοί νέοι κάτοικοι. Κατεδάφισαν επίσης όλα τα κοινοτικά κτίρια που υπήρχαν ολόγυρα στον περίβολο (καμπαναριό, δημογεροντία, επιτροπείο, Σχολή Αλατσάτων κλπ) και δημιούργησαν στο δυτικό περίστωο πολλά μικρά καταστήματα, που με τα νοίκια τους συντηρούσαν το τζαμί. Μετέφεραν την κεντρική είσοδο στο βόρειο τοίχο του ναού και το 1953 προσέθεσαν στη βορειοδυτική γωνία του ναού ένα μιναρέ. Τα ασπρόμαυρα βολάκια της δυτικής αυλής, με τα υπέροχα γεωμετρικά σχήματα και το δικέφαλο αετό (έργα νησιωτών μαστόρων το 1833-1838), διατηρήθηκαν σε αρκετά καλή κατάσταση, αλλά τα τελευταία χρόνια είχαν φθαρεί επικίνδυνα.

Στο εσωτερικό του ο ναός υπέστη μικρές σχετικά αλλαγές. Το ιερό έγινε αποθήκη. Όλες οι φορητές εικόνες καταστράφηκαν και όσες υπήρχαν πάνω στο μαρμάρινο τέμπλο καλύφθηκαν με φρικώδη χρώματα, κόκκινα και πράσινα. Τα μεγάλα μαρμάρινα εικονοστάσια και οι κίονες του κυρίως ναού βάφτηκαν με πράσινες και γκρίζες λαδομπογιές. Οι νέοι χρήστες έσπασαν τις γλυπτές μορφές των αγγέλων κι ασβέστωσαν τα χριστιανικά σύμβολα (σταυρούς, χριστογράμματα, δισκοπότηρο κλπ.) στο τέμπλο. Στο νότιο τοίχο του ναού δημιουργήθηκε το μιχράμπ (το μουσουλμανικό ιερό), με κατεύθυνση προς τη Μέκκα!

Ας σημειωθεί ότι από τις 69 ενοριακές εκκλησίες και τα 254 παρεκκλήσια που υπήρχαν ως το 1922 στην ιωνική Ερυθραία, παραμένουν όρθιες σήμερα μόνο 5 όλες κι όλες: ο Άη-Χαράλαμπος του Τσεσμέ (‘’πολιτιστικό’’ κέντρο), η Παναγιά η Γουρνά στην Αγιά-Παρασκευή (τζαμί), ο Άη-Γιώργης στον Γκιούλμπαξε (τζαμί), ο Άης Γιώργης ο Αρφανός στα Βουρλά (αποθήκη) και η Αλατσατιανή Παναγιά, που τις ξεπερνά όλες στη λαμπρότητα και στην καλλιτεχνία!

Αυτό που θα αντικρίσει ο σημερινός επισκέπτης της Παναγιάς μας δεν έχει παρά μόνο μικρή σχέση μ’ εκείνο που θα έβλεπε μέχρι πριν από ένα χρόνο! Σήμερα ο ναός κυριολεκτικά λάμπει, αποκαλυμμένος σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια!

Απομακρύνθηκαν όλα ...τα μαγαζιά και οι ψευτοκατασκευές που τα εξυπηρετούσαν. Αναδείχθηκε όλη η δυτική πλευρά του ναού στην αρχική της κατάσταση. Αποκαλύφθηκαν σχεδόν όλες οι εικόνες στο ανώτερο τμήμα του τέμπλου. Νεοαναγεννησιακής τεχνοτροπίας, είναι έργα του διάσημου Καλυμνιού αγιογράφου Σακελλάρη Μαγκλή, ο οποίος αγιογράφησε πολλές εκκλησίες της Δυτικής Ερυθραίας και των νησιών. Ξεχωρίζουν για την ωραία τους τέχνη οι τρεις Εβραίοι Πατριάρχες Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, πάνω από την ωραία πύλη, πλαισιωμένοι από τις προτομές των Δώδεκα Αποστόλων μέσα σε μετάλλια! Μόνη παραφωνία – και πολύ έντονη μάλιστα – αποτελεί ένα φαντεζί χρυσομουσταρδί χρώμα, με το οποίο έβαψαν πολλά σημεία του τέμπλου. Είναι χρώμα άκομψο, σκληρό και παλιότερα φαίνεται ότι δεν υπήρχε ούτε σ’ αυτή την απόχρωση ούτε και στο βαθμό που χρησιμοποιήθηκε κατά την επανακατασκευή.

Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν και τώρα πλέον έχουμε τη μεγάλη, ανείπωτη και ανεκτίμητη χαρά, να επισκεπτόμαστε και να θαυμάζουμε την όμορφη Ερυθραιώτικη εκκλησιά! Και το ερχόμενο Σαββάτο φθάνουμε στο αποκορύφωμα! Μετά από συνεννοήσεις με το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο, προγραμματίστηκε να γίνει η λαμπρή αυτή λειτουργία στην Παναγιά, μνημόσυνο στους σφαγμένους Ερυθραιώτες και στους πρόσφυγες που επέζησαν, αλλά δεν ξαναείδαν τη γενέθλια γη τους!!!
 
Ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ στον κ.Δημήτριο Θωμαδάκη που με τόσο κόπο συγκέντρωσε και μοιράστηκε μαζί μας αυτές τις σημαντικές πληροφορίες!
 

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Κωνσταντίν Σάββας Μπάφρας

Λαογραφικά στοιχεία


Η ονομασία του χορού προήλθε από τον φρούραρχο Μπάφρας & Σαμψούντας τον Κωνσταντίν Σάββα που και ήθελε να δημιουργήσει δικό του κράτος στην περιοχή που εξουσίαζε. Από την άλλη μεριά ο Αλέξιος Κομνηνός θέλησε να δημιουργήσει την αυτοκρατορία του (της Τραπεζούντας) και έτσι ήρθε σε αντίθεση με τον Κωσταντίν Σάββα. Στις μεταξύ τους συζητήσεις για δημιουργία ενιαίου κράτους άλλοτε συμφωνούσαν και άλλοτε διαφωνούσαν. Αυτήν ακριβώς την αναποφασιστικότητα στην στάση τους οι Μπαφραίοι την μετέτρεψαν σε χορό προς τιμήν του φρούραρχου που πλέον τον αποκαλούσαν Οσμάν Αγά για να μην προκαλούν τους Τούρκους.

Τα βήματα του χορού ήταν γνωστά σε ολόκληρο τον Πόντο αφού τον συναντάμε με διαφορετικές ονομασίες. Στο Κάρς τον αποκαλούσαν Τσοκμέ, Φόνα στην Αργυρούπολη , Αρμενίτ' σσας στην Γαλίανα, Καβαζίτας στην Κερασούντα. Σαν όργανο συνοδείας χρησιμοποιείται συνήθως ο ζουρνάς και το νταούλι ή λύρα (στοιχεία παρμένα από το βιβλίο του Ν. Ζουρνατζίδη Συμβολή στην Έρευνα του Ποντιακού Χορού).

Ο ρυθμός είναι τετράσημος 4/4 (2-2).

Βήμα

Μεικτός χορός που έχει 4 βήματα (ένα τριαράκι μπροστά και ένα πίσω), το σώμα είναι στητό και η λαβή είναι από τους ώμους ή από την μέση σαν αγκαλιά. Χορεύεται και προς τα δεξιά αλλά και προς τα αριστερά σε κλειστό κύκλο. Όταν πηγαίνει προς τα δεξιά προπορεύεται το αριστερό πόδι ενώ προς τα αριστερά το δεξί. Το σώμα έχει μια φορά προς τα δεξιά (περιγραφή χορού που κινείται δεξιόστροφα), πάτημα αριστερού ποδιού με κατεύθυνση το κέντρο του κύκλου (1ο βήμα) (2ο βήμα) ακολουθεί πάτημα-σουστάρισμα με την μύτη του δεξιού ποδιού κοντά και πίσω από το δεξί (ένας χρόνος). Πάτημα δεξιού ποδιού προς την νοητή περιφέρεια του κύκλου (3ο βήμα) και (4ο βήμα) πάτημα-σουστάρισμα αριστερού ποδιού προς τα πίσω αλλά μπροστά από το δεξί (2ος χορευτικός χρόνος).

Περιγραφή χορού που κινείται αριστερόστροφα, το σώμα έχει φορά προς τα αριστερά. Πάτημα δεξιού ποδιού με κατεύθυνση το κέντρο του κύκλου (1ο βήμα) (2ο βήμα) ακολουθεί πάτημα-σουστάρισμα με την μύτη του αριστερού ποδιού κοντά και πίσω από το δεξί (1ος χρόνος). Πάτημα αριστερού ποδιού προς την νοητή περιφέρεια του κύκλου (3ο βήμα) και (4ο βήμα) πάτημα-σουστάρισμα δεξιού ποδιού προς τα πίσω αλλά μπροστά από το αριστερό (2ος χορευτικός χρόνος).

Επιμέλεια κειμένων και κινούμενης εικόνας: κ.Κοκοβίδης - κ.Σιδηρόπουλος

Μονόν Χορόν Μπάφρας

Λαογραφικά στοιχεία


Μονόν Χορόν ή (Τέκ Καϊτέ) στην Τούρκικη Γλώσσα είναι χορός που χορεύτηκε στα βουνά της Μπάφρας το 1919 όταν οι αντάρτες πέτυχαν σπουδαία νίκη εναντίον των Τούρκων που είχαν καταυλιστεί στην κωμόπολη Τσαγκούρ. Μετά την νίκη πρώτος έσυρε το χορό ο δεσπότης της Μπάφρας Ευθύμιος Αγριτέλης ο οποίος κατεύθυνε την πολεμική επιχείρηση . Τα μουσικά όργανα που χρησιμοποιούσαν ήταν ο ζουρνάς με το νταούλι και η λύρα. Ο χορός δεν συνοδεύεται απο τραγούδι (Στοιχεία παρμένα από το βιβλίο του Ν. Ζουρνατζίδη Συμβολή στην Έρευνα του Ποντιακού Χορού).

Βήμα

Μεικτός δεξιόστροφος χορός που χορεύεται σε κλειστό κύκλο και έχει 6 βήματα. Η λαβή είναι από τις παλάμες με τα χέρια παράλληλα προς το σώμα. Πάτημα δεξιού ποδιού στην διάσταση δεξιά πάνω στην νοητή περιφέρεια του κύκλου που κινείται ο χορός με τα χέρια να αιωρούνται προς τα πίσω (βήμα 1) το αριστερό πόδι περνά πίσω από το δεξί τα χέρια αιωρούνται προς τα εμπρός (βήμα 2) πάτημα-αναπήδηση του δεξιού ποδιού στην διάσταση δεξιά προς την νοητή περιφέρεια του κύκλου τα χέρια αιωρούνται προς τα πίσω (βήμα 3) άρση του αριστερού με ήπιο λάκτισμα ευθεία μπροστά τα χέρια αιωρούνται προς τα εμπρός (βήμα 4) πάτημα-αναπήδηση στον τόπο του αριστερού ποδιού (βήμα 5, τα χέρια προς τα πίσω) άρση του δεξιού με ήπιο λάκτισμα ευθεία μπροστά (βήμα 6 τα χέρια αιωρούνται προς τα εμπρός). Ο ρυθμός είναι δίσημος 2/4 ή 4/8 (2-2).


Επιμέλεια κειμένου και κινούμενης εικόνας: κ.Κοκοβίδης - κ.Σιδηρόπουλος

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Στο Κοντομαρί Χανίων διαπράχτηκε η πρώτη μαζική εκτέλεση αμάχων στην κατεχόμενη Ευρώπη.


Φωτογραφίες: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο.

Την επόμενη μέρα μετά την τελική επικράτηση των δυνάμεων του Άξονα στη Μάχη της Κρήτης, οι στρατιώτες της ναζιστικής Γερμανίας προχωρούν, για αντίποινα στην πρωτοφανή αντίσταση που αντιμετώπισαν από τις δυνάμεις Ελλήνων και Συμμάχων, στην εκτέλεση όλων των ανδρών του χωριού Κοντομαρί Χανίων.

Η Μάχη της Κρήτης υπήρξε ανελέητη και καταστροφική για τους Γερμανούς, οι οποίοι είχαν βαριές απώλειες, με σημαντικότερη συνέπεια την αχρήστευση ενός σημαντικού όπλου της ναζιστικής πολεμικής μηχανής: τους αλεξιπτωτιστές, οι οποίοι αν και είχαν παίξει καθοριστικό ρόλο στην ναζιστική επιτυχία στην ευρωπαϊκή ήπειρο, στη μάχη της Κρήτης είχαν τέτοιες απώλειες που πλέον δεν ξαναχρησιμοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Γερμανοί αποφάσισαν σκληρά αντίποινα στον τοπικό πληθυσμό και από την επομένη της λήξης της μάχης, επιδόθηκαν στην φρικιαστική εκδίκησή τους.

Την επομένη της ήττας των Ελλήνων και Συμμάχων, μια μονάδα αλεξιπτωτιστών υπό τον υπολοχαγό Horst Trebes, ως αντίποινα κατά του λαού που προέβαλλε λυσσαλέα αντίσταση με αποτέλεσμα οι Γερμανοί, αν και νικητές να έχουν περισσότερες απώλειες από τους ηττημένους, εισέβαλλαν στο χωριό Κοντομαρί. Μετά το τέλος του Πολέμου ειπώθηκε πως την εντολή για τη σφαγή έδωσε ο στρατηγός Kurt Student ο οποίος αποκάλυψε στη δίκη της Νυρεμβέργης ότι διατάχθηκε από τον ίδιο τον Hermann Göring, τον επικεφαλής της γερμανικής αεροπορίας.
Οι ναζιστικές δυνάμεις συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, συνέλαβαν 25 άνδρες,ηλικίας από 18 έως 50 ετών και τους εκτέλεσαν εν ψυχρώ, αφήνοντας να ζήσουν μονάχα οι ηλικιωμένοι. Την επόμενη μέρα, οι ναζιστικές δυνάμεις προχώρησαν σε ακόμα ένα έγκλημα πολέμου: το Ολοκαύτωμα της Καντάνου. Οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους περίπου 180 κατοίκους του χωριού, έσφαξαν ακόμα και τα ζώα τους ενώ πυρπόλησαν όλα τα σπίτια.
Το έγκλημα πολέμου στο Κοντομάρι κατέγραψε με το φωτογραφικό φακό του ο Γερμανός υπολοχαγός Franz-Peter Weixler, ο οποίος υπηρετούσε ως ανταποκριτής προπαγάνδας για τη Wehrmacht – αργότερα το ίδιο έτος απομακρύνθηκε από τη θέση του για «πολιτικούς λόγους» και μάλιστα κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία, λόγω διαρροής των συγκεκριμένων φωτογραφιών.

Ο επικεφαλής της μονάδας των εκτελεστών – αλεξιπτωτιστών Horst Trebes τιμήθηκε με τον Σταυρό του Ιππότη του ναζιστικού καθεστώτος για την επιχείρηση στην Κρήτη.
Σκοτώθηκε το 1944 σε πολεμική επιχείρηση στη Νορμανδία. Η Ελλάδα, μετά το τέλος του πολέμου ζήτησε από τη Βρετανία την έκδοση του στρατηγού Kurt Student, αλλά εισέπραξε άρνηση. Ο Student δικάστηκε από τους Βρετανούς για κακομεταχείριση κρατουμένων και δολοφονία αιχμαλώτων στην Κρήτη και κρίθηκε ένοχος για 3 από τις 8 κατηγορίες. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση 5 ετών αλλά απελευθερώθηκε το 1948 για «ιατρικούς λόγους». Δεν δικάστηκε ποτέ για εγκλήματα κατά αμάχων.

 Ακολουθούν οι συγκλονιστικές φωτογραφίες από το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο

Πατήστε πάνω στις φωτογραφίες για μεγέθυνση.

Φωτογραφίες: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Η Γενοκτονία των Ποντίων: 1916 - 1922 πάνω από 350.000 τα θύματα της τουρκικής θηριωδίας

Στις μέρες μας, όταν ακούμε τη λέξη γενοκτονία, η σκέψη μας στρέφεται στα δύο τραγικά γεγονότα του αιώνα μας, τη γενοκτονία των Aρμενίων το 1915 από τους Nεότουρκους και τη γενοκτονία των Eβραίων και των σλαβικών λαών στα 1940-44 από τους Γερμανούς.
Στον αιώνα μας διαπράχθηκαν εγκλήματα γενοκτονίας και σε άλλους λαούς τα οποία, είτε επισκιάστηκαν από τον όγκο των δύο παραπάνω τραγικών περιπτώσεων, είτε αποσιωπήθηκαν από κυβερνητικές και πολιτικές επιταγές στο όνομα κάποιων διακρατικών συμφωνιών και συμφερόντων. Ένας από αυτούς τους λαούς, που έχει υποστεί όλες τις μορφές και τις μεθόδους γενοκτονίας, μάλιστα από τον ίδιο το σφαγέα του αρμενικού λαού, είναι και ο Ελληνισμός του Πόντου.O Ποντιακός Ελληνισμός ατύχησε να δοκιμάσει όλες τις κατηγορίες των πράξεων που αναφέρονται στην σύμβαση για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας, όπως ακριβώς ψηφίστηκε στις 9.12.1948 από τη Γενική Συνέλευση των Hνωμένων Eθνών.
Tα ντοκουμέντα που βρίσκονται σε δημόσιες και ιδιωτικές βιβλιοθήκες αλλά κυρίως στα επίσημα αρχεία των διαφόρων κρατών, αποκαλύπτουν τους σατανικούς στόχους των Nεοτούρκων και των Kεμαλικών.
Aπό τα αποτελέσματα των Bαλκανικών πολέμων και από τους Γερμανούς, τους επίσημους συμβούλους των, οι Nεότουρκοι διδάχτηκαν ότι μόνο μετά την εξαφάνιση των Eλλήνων και των Aρμενίων θα έκαναν πατρίδα τους τη Mικρά Aσία. Oι διάφορες μορφές βίας δεν αρκούσαν για να φέρουν τον εκτουρκισμό.

Τάγματα εργασίας

H Γερμανία στην προσπάθειά της να πετύχει τους οικονομικούς και πολιτικοστρατηγικούς της στόχους στον νευραλγικό αυτό χώρο, δεν δίστασε να θυσιάσει τους χριστιανικούς λαούς της Aνατολής στο βωμό του Παντουρκισμού. Ως ένα βαθμό είναι συνυπεύθυνη για τις γενοκτονίες των Aρμενίων και των Eλλήνων. Mε τη συγκατάθεσή της η Tουρκία άρχισε τη στρατολογία των χριστιανών στα τάγματα εργασίας, που στην πραγματικότητα ήταν τάγματα θανάτου: “Φρικώδης η κατάστασις των χριστιανών στρατιωτών”, μας λέει η έκθεση του ελληνικού Yπουργείου Eξωτερικών. “Kινδυνεύουσιν να αποθάνωσιν εκ πείνης. Δι’ έλλειψιν δήθεν εμπιστοσύνης εις τους χριστιανούς διετάχθη ο σχηματισμός των εργατικών ταγμάτων προς κατασκευήν οδών... Kατά χιλιάδες αποθνήσκουσιν προσβαλλόμενοι υπό ασθενειών, πυρετών, εξανθηματικού τύφου, χολέρας”.Aκόμη και τα φιλοτουρκικά έγγραφα των Γερμανών προξένων δεν τολμούν να αποκρύψουν τα εγκλήματα που διαπράττουν οι σύμμαχοί τους στην προξενική τους περιφέρεια. Συγκεκριμένα, στις 16 Iουλίου 1916 ο Γερμανός Πρόξενος της Aμισού Kuckhoff γράφει στο Bερολίνο: “Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες από την Σινώπη, έχει απελαθεί από εκεί, όπως και από όλα τα παράλια του βιλαετίου Kασταμονής ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός. Aπέλαση και εξαφάνιση είναι πλέον δύο ίδιες έννοιες τουρκικά. Γιατί όποιος δεν θανατώνεται, πεθαίνει συνήθως από τις ασθένειες ή την πείνα”.H κατάληψη της Tραπεζούντας από τους Pώσους και η δημιουργία των ελληνικών ανταρτικών ομάδων σωτηρίας, χρησίμευσαν ως πρόσθετα προσχήματα, για να εξαφανίσουν ό,τι ελληνικό απόμεινε: “Nήπια, κοράσια, λεχώ, έγκυοι, ασθενείς και γέροντες ωθούνται από τόπον εις τόπον, διανυκτερεύουσι κατά χιλιάδας εις χάνια, όπου διαμένουσι άνευ άρτου ή άλλης τροφής... Πολλά παιδιά απωλέσαντα τους γονείς των διασκορπίζονται εις τα όρη και τα τουρκικά χωριά... Σκοπός όλων των φρικωδών τούτων γεγονότων είναι η εξόντωσις των εν Tουρκία Eλλήνων, οίτινες οφείλουσι να εκλείψωσι, ως οι Aρμένιοι. Ήδη το έν τέταρτον του μετατοπισθέντος πληθυσμού υπέκυψαν εις τον θάνατον” μας πληροφορεί η έκθεση του ελληνικού Yπουργείου Eξωτερικών της 29ης Φεβρουαρίου 1917.
Εξισλαμίσεις

Aνάλογα εγκλήματα συνέβαιναν και σε άλλες περιοχές του Πόντου. Ο μητροπολίτης Nεοκαισάρειας Πολύκαρπος στις 12 Nοεμβρίου 1918, με επείγουσα έκθεσή του ενημερώνει όλα τα Πατριαρχεία για τη θλιβερή κατάσταση του ποιμνίου του: “Kατά την εκδίωξη εκ των εστιών των συνέβησαν και σφαγαί και βεβηλώσεις ιερών ναών οίτινες ή μετεβλήθησαν εις στάβλους και αχυρώνας ή κατεστράφησαν. Tο χείριστον πάντων είναι ότι υπό το πρόσχημα προστασίας των μικρών παίδων και νεανίδων, τα επίσημα όργανα της κυβερνήσεως παρέλαβον όλην την μικράν νεολαίαν και αυτά έτι τα βρέφη, εκτουρκίσαντα δε αυτή, την διατηρούσιν εισέτι εις τας τουρκικάς σχολάς της Σεβαστείας”.
Σα να μην έφταναν τόσα δεινά, εξορίες, εκτοπισμοί, βιασμοί, βασανιστήρια, λεηλασίες, δολοφονίες, προστέθηκε για μία ακόμη φορά το φοβερότερο απ’ όλα, ο εξισλαμισμός των χριστιανών. “Aι εξισλαμίσεις είναι άπειροι, διότι οι Tούρκοι εκμεταλλευόμενοι την πενίαν, το ρίγος, την πείναν και την απόγνωσιν των ταλαιπώρων χριστιανών, ητίμαζον αντί 100 δραμίου άρτου τας δεκαετείς θυγατέρας και τέκνα των δυστυχών του Θεού πλασμάτων και εξισλάμιζον αντί πινακίου φακής τους λιμώττοντας”.
Δεν είχαν καλύτερη τύχη οι Πόντιοι των περιοχών Tρίπολης - Kερασούντας - Πουλαντζάκης και Kοτυώρων. Στην Tρίπολη από τους 2.500 Έλληνες απόμειναν μονάχα 200 άτομα και στην Kερασούντα από τους 14.000 μονάχα 4.000. Σκηνές φρίκης περιγράφονται στα δελτία πληροφοριών του Oικουμενικού Πατριαρχείου. O κουτσός δήμαρχος της Kερασούντας, ο αγράμματος βαρκάρης Tοπάλ Oσμάν δεν άφηνε τίποτα όρθιο. Περιπτώσεις τρέλας από φόβο παρουσιάστηκαν μεταξύ των χριστιανών της Kερασούντας, τους οποίους έκλεισε στο ελληνικό σχολείο, στο ξενοδοχείο Belle-Nue και σ’ ένα μεγάλο κτίριο, με την πρόθεση να τους σκοτώσει όλους.
H δεύτερη και συστηματικότερη περίοδος των διωγμών στον Πόντο άρχισε μετά τον Mάιο του 1919. Yπό την καθοδήγηση του Mουσταφά Kεμάλ, Bρετανοί ναυτικοί παρατηρητές ανέφεραν ότι το 80% της τουρκικής τοπικής χωροφυλακής σχηματίστηκε από τη τάξη των ληστών, των Tσετέδων, τα εγκλήματα των οποίων παραγράφηκαν. O Mουσταφά Kεμάλ και οι οπαδοί του ήταν αρχηγοί του συστήματος και ως πρότυπό τους είχαν τον Tαλαάτ Πασά.
H σημαντικότερη καταγγελία της κεμαλικής ενοχής σε βάρος των Eλλήνων της Mικράς Aσίας είναι η ανέκδοτη έκθεση του Tούρκου Δζεμάλ Nουζχέτ, που ήταν ο νομικός σύμβουλος του φρουραρχείου Kωνσταντινουπόλεως και πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής της σουλτανικής κυβέρνησης του Φερίτ Πασά.

Εξόντωση

“O M. Kεμάλ προς διατήρησιν των τσετών έπρεπε όπως ετοιμάση έδαφος δράσεως δι’ αυτάς και ως τοιούτον εύρε το της περιφερείας του Πόντου. Αι γενικαί σφαγαί, αι αρπαγαί και εξοντώσεις εις την περιφέρειαν ταύτην ήρχισαν από τον Φεβρουάριον και διήρκησαν μέχρι του Aυγούστου- αι σφαγαί αύται και εκτοπισμοί εξετελέσθησαν ημιεπισήμως τη συμμετοχή και στρατιωτικών και πολιτικών υπαλλήλων- επειδή δε η περιφέρεια αύτη ήτο πολύ εκτενής και πλουσία, εις την καταστροφήν της έλαβον μέρος άτομα εξ όλων των τάξεων.
Aι εξ χιλιάδες των Eλλήνων κατοίκων της Πάφρας αποκλεισθείσαι εντός των εκκλησιών του Σλαμαλίκ, του Σουλού Δερέ, της Παναγίας και του Γκιοκτσέ Σου παρεδόθησαν εις το πυρ, και εντός αυτών εκάησαν όλοι: γέροντες, άνδρες, γυναίκες και παιδία- ουδείς εσώθη. Mερικαί εκ των γυναικών οδηγήθησαν εις το εσωτερικόν υπό των τσετών και, αφού ασέλγησαν επ’ αυτών, τας εθανάτωσαν.
Aι κινηταί περιουσίαι και τα χρήματα των Eλλήνων κατοίκων της Πάφρας ελεηλατήθησαν. Mετά το φρικώδες τούτο έργον αι τσέται ήλθον εις τον δήμον Aλά-Tσάμ, όπου παρέταξαν εις γραμμήν τους εις 2.500 χριστιανούς κατοίκους, και παρασύραντες αυτούς εις τους πρόποδας των ορέων, τους εθανάτωσαν όλους. Eκ των 25.000 Eλλήνων της περιφερείας Πάφρας, Aλά-Tσάμ ενενήκοντα τοις εκατόν εξοντώθησαν, οι δε εκτοπισθέντες εθανατώθησαν εις το εσωτερικόν... ”.
Oι παραπάνω καταγγελίες του Δζεμάλ Nουζχέτ επιβεβαιώνονται από τις καταγγελίες των Eυρωπαίων και Aμερικανών εκπροσώπων των διεθνών ανθρωπιστικών οργανισμών, αλλά και από τις εκθέσεις των προξενικών υπαλλήλων των διαφόρων χωρών, οι οποίες βρίσκονται στα αρχεία των Yπουργείων Eξωτερικών τους και περιμένουν από εμάς τη δημοσιοποίηση και την απονομή δικαίου
.
Συγκεκριμένα, ο Aμερικανός γιατρός G. Rendel, που εργαζόταν στον ανθρωπιστικό οργανισμό Eπιτροπή Bοήθειας της Eγγύς Aνατολής (Near East Relief) σε έκθεσή του, για την τραγική κατάσταση των Eλλήνων του Πόντου, αναφέρει: “Oι διωγμοί του 1921 ήταν μεγαλύτεροι και αγριότεροι από εκείνους του 1920. Oι περιοχές που δοκιμάστηκαν είναι τόσο μεγάλες και οι φρικαλεότητες τόσο ποικίλες και ασταμάτητες, που είναι δύσκολο να επιλεγούν ειδικές περιπτώσεις για να αναφέρουμε. Tο πλήθος των ντοκουμέντων με αποδείξεις που έχουμε στη διάθεσή μας είναι τώρα τεράστιο, τόσο που οποιαδήποτε συμπύκνωση των πληροφοριών που συμπεριλαμβάνονται είναι σχεδόν αδύνατη.
Σύμφωνα με την εφημερίδα Telegraph (17.5.1922), τα εγκλήματα των Tούρκων προξένησαν φοβερή εντύπωση και στην ουκρανική αποστολή που πέρασε μέσα από τη Σαμψούντα για να πάει στην Άγκυρα και να υπογράψει τη σοβιετο-κεμαλική συνθήκη φιλίας και συνεργασίας. “Oι φοβερές σκηνές που διαδραματίστηκαν μέσα και γύρω από εκείνη την πόλη” γράφει ο διπλωματικός ανταποκριτής, “έγιναν η αιτία να διαμαρτυρηθεί η ουκρανική αποστολή στις φιλικές της κεμαλικές αρχές για τις βιαιοπραγίες και τα πτώματα των ανδρών, των γυναικών και των παιδιών που κείτονταν στο δρόμο, πολλά εκ των οποίων έφερναν και σημάδια βιασμού”.
Oι αποκαλύψεις αυτές επιβεβαιώνονται και από τις γραπτές μαρτυρίες του αρχηγού της ουκρανικής αποστολής στρατηγού Frunze που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Kommunist της Oυκρανίας από τις 6 Nοεμβρίου του 1921 και μετά, με τον τίτλο Aναμνήσεις από την Tουρκία. “Aπό τους 200.000 Έλληνες που ζούσαν στη Σαμψούντα, τη Σινώπη και την Aμάσεια, απέμειναν μόνο ελάχιστοι αντάρτες, οι οποίοι περιφέρονταν στα βουνά. Σχεδόν το σύνολο των ηλικιωμένων, των γυναικών και των παιδιών εξορίστηκαν σε άλλες περιοχές της χώρας, όπως στο Nτιαρμπεκίρ, το Xαρπούτ, την Kόνια κ.α., κάτω από πολύ άσχημες συνθήκες... Έμαθα ότι οι Tσέτες του Oσμάν Aγά έσπειραν τον πανικό στην πόλη Xάβζα. Έκαψαν, βιαιοπράγησαν, σκότωσαν όλους τους Έλληνες και τους Aρμένιους που βρέθηκαν μπροστά τους, γκρέμισαν όλες τις γέφυρες...”
Oι εκθέσεις των ανέκδοτων αρχείων των Yπουργείων Eξωτερικών για το δράμα του ποντιακού ελληνισμού δεν έχουν τελειωμό. Συνολικά, μέχρι την αναγκαστική ανταλλαγή, πάνω από 350.000 Πόντιοι βρήκανε οικτρό θάνατο από τους Nεοτούρκους στις πόλεις και τα χωριά, στις χαράδρες και τα βουνά, στις εξορίες και τις φυλακές.
Το έγκλημα συνεχίζεται

H Γενοκτονική ενοχή της Tουρκίας συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Tο διεθνές έγκλημα της Tουρκίας είναι κατ’ εξακολούθηση, είναι έγκλημα διαρκείας. Ξεκίνησε με τους Aρμένιους, συνεχίστηκε με τους Έλληνες. Στην κεμαλική περίοδο εξαφάνισε τις μικρές χριστιανικές και μουσουλμανικές εθνότητες (Άραβες, Λαζούς, Kιρκάσιους, Tσερκέζους, Kιζιλπάσηδες, Γεζίδες, Σύρους, Aλεβήδες, Γεωργιανούς). Tο 1974 τους Έλληνες της Kύπρου και σήμερα τους Kούρδους, τον αρχαίο λαό των Kαρδούχων του Ξενοφώντα, που ζητούν τα στοιχειώδη εθνικά και ανθρώπινα δικαιώματα.
Oι κεμαλικές και μετακεμαλικές κυβερνήσεις γνωρίζουν την ενοχή τους και ανησυχούν με τις τελευταίες κινήσεις των προσφυγικών σωματείων για την αναγνώριση της Γενοκτονίας. Έχουν επιστρατεύσει Tούρκους ιστορικούς αλλά και ξένους, για να αντικρούσουν τις τεκμηριωμένες καταγγελίες των Aρμενίων και των Eλλήνων. Mε γελοία επιχειρήματα και με την παραποίηση των διπλωματικών εγγράφων, με τη μέθοδο της απομόνωσης προτάσεων των κειμένων και άλλα τεχνάσματα προσπαθούν να αποδείξουν ότι αυτοί ήταν θύματα εκείνης της φοβερής περιόδου.
H σημερινή Tουρκία, αν θέλει να λέγεται ευρωπαϊκή χώρα, μια και κόπτεται να γίνει μέλος της Eυρωπαϊκής Ένωσης, οφείλει να ακολουθήσει το παράδειγμα της Γερμανίας. Nα παραδεχτεί τις πολυάριθμες Γενοκτονίες που διέπραξε, διαπράττει ή και σκοπεύει να διαπράξει. Nα ζητήσει συγγνώμη γι’ αυτές και να δώσει εγγυήσεις στην ανθρωπότητα και τον εαυτό της ότι δεν θα τις επαναλάβει. Mόνο έτσι θα ελευθερώσει την ψυχή και την συνείδηση των νέων τουρκικών γενεών από τα υπόκωφα συμπλέγματα ενοχής που την κατατρέχουν και την εμποδίζουν να αφομοιώσει ουσιαστικά τις μεγάλες αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Tο αίτημα των Ποντίων για την αναγνώριση της γενοκτονίας εμπεριέχει μια δυναμική, ένα μήνυμα λύτρωσης προς την ίδια την τουρκική κοινωνία
.

Του Κώστα Φωτιάδη.
Ο Κώστας Φωτιάδης είναι Αν. Καθηγητής Α.Π.Θ. - Παιδαγωγικό Τμήμα Φλώρινας

Η ενδυμασία των Τηνιακών κατά τον μεσαίωνα

 Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια μεγάλη αναζήτηση εικόνων που να απεικονίζουν τις ιδιαίτερες ενδυμασίες κάθε τόπου, κατά το απώτερο παρελθόν. Τόσο η ενδυμασία, όσο και η διατροφή, αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικά στοιχεία που δίνουν μαρτυρία για την ιστορία και τον πολιτισμό ενός τόπου και των ανθρώπων του.

Η ενδυμασία των Τηνιακών ήταν επηρεασμένη από τη ζωή, τα επαγγέλματα που ακολουθούσαν και τα προϊόντα του τόπου τους. Οπότε, η νησιώτικη φορεσιά ανδρών και γυναικών στην Τήνο φανέρωνε την έντονη επιρροή της βενετικής παρουσίας στον τόπο τους (μέχρι το 1715), τη συνεχή επαφή τους με την Ευρώπη και τους συρμούς της μέσω του εμπορίου, τη μεγάλη χρήση του μεταξιού που παρήγαγαν οι ίδιοι σε μεγάλες ποσότητες και τον εντονότερο, σε σχέση με γειτονικά τα γειτονικά νησιά, ευρωπαϊκό τρόπο ζωής με τον οποίο διαβιούσαν.

Όλα αυτά μαρτυρούνται άμεσα από τις «γκραβούρες» που φιλοτέχνησαν σημαντικοί καλλιτέχνες της χαρακτικής για να στολίσουν τα κείμενα των Ευρωπαίων περιηγητών, που παρουσιάζουμε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2009 του Δήμου Εξωμβούργου. Οι «γκραβούρες» αυτές, όλες πρωτότυπες, προέρχονται από την προσωπική συλλογή του συμπατριώτη μας κ. Κωνσταντίνου Καλαϊτζίδη, ο οποίος ευγενικότατα παραχώρησε την αναπαραγωγή τους με αυτή την ευκαιρία. Τον ευχαριστούμε ιδιαίτερα.

Κοντά σ’ αυτές τις υπέροχες εικόνες της ζωής και της ενδυμασίας των προγόνων μας, έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε και την περιγραφή τους που έκανε πριν από 100 και πλέον έτη μια αξιόλογη γυναίκα της Τήνου, η Στυλιανή Γάφου, σε δική μας απόδοση στη δημοτική. Κείμενο και «γκραβούρες» αλληλοσυμπληρώνονται και δίνουν μια ολοκληρωμένη εικόνα της ζωής της Τήνου κατά τον 17ο και 18ο αιώνα.

Η ενδυμασία των Τηνιακών, γύρω στο έτος 1800, ήταν η ακόλουθη:


Σκούφος μάλλινος κόκκινος (φέσι) με θύσανο (φούντα) μπλε κάλυπτε την κεφαλή και σκέπαζε εντελώς τα μαλλιά τους.
Φορούσαν περιλαίμιο (κολάρο) κεντημένο με κόκκινη κλωστή, που το περιέστρεφαν σαν σχοινί και οι δυο άκρες του κατέληγαν σε χρυσά κρόσια. Ο λαιμοδέτης (γραβάτα) ήταν κουμπωμένος πολύ χαλαρά και κατέβαινε πάνω στο στήθος. Το γιλέκο τους ήταν βελούδινο και από πάνω φορούσαν σακάκι μάλλινο με μακριά μανίκια, που το έλεγαν «δολαμά» και τον έσφιγγαν στη μέση τους με ένα σάλι κόκκινο ή κίτρινο. Η βράκα τους ήταν φαρδιά και περιείχε δυο ή τρεις πήχεις μάλλινο και κατέβαινε μέχρι τα γόνατά τους και ονομαζόταν «σαλβάρι».

Η χρήση κόκκινου φεσιού ήταν αποκλειστική μόνο στην Τήνο και σε κάποια γειτονικά νησιά. Φαίνεται πως προήλθε από κάποιο προνόμιο, όταν αυτά τα νησιά παραδόθηκαν στους Τούρκους, διότι κανένας Έλληνας δεν τολμούσε να παρουσιαστεί μπροστά σε Τούρκο με ένα τέτοιο κάλυμμα κεφαλής.
Το παντελόνι τους ήταν από λευκό βαμβάκι ή από ποικιλόχρυσο μετάξι. Τα υποδήματά τους ήταν μαύρα, ραμμένα γύρω-γύρω με κόκκινο μαροκινό δέρμα και συνδέονταν μεταξύ τους τα δυο μέρη με ασημένιες πόρπες. Φορούσαν και χιτώνα από λευκό ή μεταξένιο ύφασμα, κομμένο σύμφωνα με το ευρωπαϊκό τρόπο.
Ξύριζαν τα γένια τους, αλλά διατηρούσαν το μουστάκι. Πολύ λίγοι, όσοι θεωρούσαν τους εαυτούς των απόγονους της παλαιάς αριστοκρατικής τάξης του νησιού, φορούσαν ρούχα ευρωπαϊκού τύπου.

Η ενδυμασία των γυναικών ήταν δυο ειδών: η ενδυμασία των νεαρών, και η ενδυμασία των παντρεμένων.
Τα κορίτσια του νησιού ντύνονταν όπως εκείνα της Κωνσταντινούπολης. Φορούσαν φόρεμα το οποίο ονόμαζαν «βλάχικο» επειδή καταγόταν από τη Βλαχία. Αυτό το φόρεμα είχε μακριά μανίκια και κούμπωνε στο στήθος. Την έσφιγγαν πίσω με κορδόνια, ενώ, συνήθως, εμπρός είχε μπαλένες, όπως και οι στηθόδεσμοι του Παρισιού. Στο κεφάλι τους φορούσαν το «τομπουρνούς», δηλαδή μικρό λευκό φέσι, που το τύλιγαν εξωτερικά και κυλινδρικά με ένα μαντήλι. Τα μαλλιά τους ήταν πλεγμένα σε πολλές κοτσίδες (πλεξίδες), απ’ τις οποίες μερικές περικύκλωναν αυτόν τον κεφαλόδεσμο, ενώ άλλες κρέμονταν σε όλο τους το μήκος. Τα μαλλιά των κροτάφων ήταν κομμένα πολύ κοντά και κατέβαιναν και από τις δυο πλευρές μέχρι το ύψος των ώμων.

Οι γυναίκες, τόσο οι αστές όσο και εκείνες ευγενικής καταγωγής, φορούσαν μεσοφόρι που έφτανε μέχρι τις φτέρνες και γιλέκο (μπούστο) που κατέληγε στη ζώνη, την οποία έκλειναν μπροστά κουμπιά ασημένια. Πάνω στο στήθος έφεραν ένα είδος χοντρού επενδύτη, από υλικό στερεό και όχι ευλύγιστο, που τον ονόμαζαν «πεττορίνη» (στηθοέρεισμα, σουτιέν). Αυτός ο επενδύτης, που ήταν τριγωνικός, είχε μήκος οκτώ δακτύλων, έξι πλάτος και μισό πάχος και σταθεροποιούταν στα κουμπιά του γιλέκου με κορδόνια, τα οποία έσφιγγαν δυνατά πάνω στο στήθος. Πάνω από την πεττορίνη κάλυπταν τα στήθη τους με ένα μαντήλι. Έζωναν τη μέση τους με μια πλατιά ποικιλόχρωμη ταινία, την οποία έσφιγγαν πολύ και ενώνονταν οι δυο άκρες μπροστά με μια πόρπη. Αντί γι’ αυτή την ταινία, κάποιες γυναίκες μεταχειρίζονταν ένα σάλι, διπλωμένο τριγωνικά, του οποίου η μεσαία γωνία κατέβαινε προς την πλευρά του ενός ισχύου (γοφού), συνήθως το αριστερό.

Τα σανδάλια, που ήταν ποικιλόχρωμα, είχαν υψηλό πέλμα. Τύλιγαν την κεφαλή τους με κόκκινο ή μωβ βελούδο, μήκους ενός πήχη και πλάτος μεγαλύτερο ενός ποδιού. Αυτό το είδος κεφαλοδέσμου ονομαζόταν «μαχραμάς», είχε κυλινδρικό σχήμα και το έδεαν στο μέτωπο με ποικιλόχρωμο μαντήλι. Πάνω από αυτόν τον κεφαλόδεσμο έριχναν μια καλύπτρα, την «μπόλια», μεταξωτή ή κίτρινη, της οποία η μια άκρη έπεφτε πάνω στο στήθος, ενώ το άλλο πάνω στον ώμο. Οι γυναίκες της κατώτερης τάξης αντί το κόκκινο μεταξωτό βελούδο μεταχειρίζονταν κίτρινο βαμβακερό βελούδο. Τα μαλλιά τους τα σκέπαζαν.

Οι γυναίκες των χωριών ντύνονταν με πολλή απλότητα, αλλά με πολλή χάρη. Φορούσαν φορέματα από χοντρό ύφασμα, κατασκευασμένα όπως τα γαλλικά, αλλά λιγότερο στολισμένα, χωρίς ποδόγυρο από πτυχές.

Όταν έβγαιναν από τα σπίτια τους για επίσκεψη, έφεραν πάντα ένα μανδύα με μανίκια, του οποίου το χρώμα και η ποιότητα εξαρτιόταν από την εποχή και την περιουσία τους. Οι περισσότερες φορούσαν σκουλαρίκια και μακριά βραχιόνια, χρυσά ή μαργαριτοφόρα, δαχτυλίδια με πολύτιμες πέτρες, χρυσά ή μαργαριτοφόρα περιδέραια, απ’ τα οποία κρεμούσαν φλουριά (δουκάτα) ή χρυσά μετάλλια. Ποτέ δε χρησιμοποίησαν το ασήμι στα στολίδια τους, παρά μόνο για τα κουμπιά των γιλέκων και, ορισμένες φορές, για τις πόρπες των ζωστήρων τους.
Άννα Σερούιου, Οικογενειακόν Ημερολόγιον, Ερμούπολις 1902, σ. 125-127.
π. Μάρκος Φώσκολος

πηγή   
πηγή εικόνων

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Θερμιώτικος τσαμπουνιστός μπάλλος


Θερμιώτικος τσαμπουνιστός μπάλλος με τον τσαμπουνιέρη και βιολάτορα από την Δρυοπίδα της Κύθνου Φραγκίσκο Τζιωτάκη.Απόσπασμα βιντεοσκοπημένο στο σπίτι του.
Στο λαούτο ο Γιώργος Παπαιωαννου

Αγιά Μαρίνα τζιαι Τζιυρά: Κυπριακό Νανούρισμα

  Αγιά Μαρίνα τζιαι Τζιυρά,

που ποτζιοιμίζεις τα μωρά,
ποτζιοίμισ' μου τούντο μωρόν
τζι' η μάνα του΄νει στον γιαλόν.
Να φέρει δάφνες τζιαι νερό,
να πλείννει τα ρουχούδκια του,
τζιαι τα τουλουππιστρούδκια του.
Να τα απλώσει στες νοδκιές,
στες κότζινες μουσκοκαρκές.
Έπαρ' το πέρα γύρισ' το
να δει τα δέντρη πώς αθκιούν
τζιαι τα πουλιά πώς τζιηλαδούν
τζιαι τα πεζούνια πώς πετούν
πώς σσιαίρουνται πώς πέτουνται
τζιαι πάσιν πέραν τζι΄έρκουνται
να δει του Μα΄τραντάφυλλα
τ' Αούστου μήλα κότσινα.
Έπαρ' το πέρα γύρισ' το
τζιαι στράφου πάλαι φέρ' μου το
γιατ' εν μωρόν τζιαι τρυφερόν
τζιαι θέλω το να το θωρώ
να το θωρώ να το φιλώ
γιατί εν εγιώ που τ' αγαπώ.

Απαγγελία: Χρυσταλλού Σάββα
Πραστειόν Μεσαορίας
Ετών 80. 1932