Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ


Της ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ-ΣΟΥΡΕΛΗ

Είχε φασόλια μαυρομάτικα, τα μούσκεψε, έριξε ξύλα στο τζάκι, μπας και σβήσει, γιόμισε καπνούς το σπίτι, δεν καλοτράβαγε το τζάκι, άτσαλα το 'χε χτίσει ο μακαρίτης.

Απ' το στενόμακρο παραθύρι κοίταξε τον ουρανό, μπλαβιασμένος ο ουρανός, χιονίζει μερόνυχτα, μα δε λέει να ξεθυμάνει. Καινούργιο χιόνι πάνω στο παλιό και ο λυσσασμένος παγωμένος αγέρας, να το κάνει πάγο. Βουνά ο πάγος να παραβγαίνουν θαρρείς σε μπόι με τα κατσάβραχα.

Για τον κύρη της ξέρει, τον πήρε κοντά του ο θεός! θεός σχωρέσ' τον.

Μα εκείνος που να 'ναι; Ο γιος της, το μοναχοπαίδι της, ε, βρε παιδεμός να τον μεγαλώσει, άντρακλας έγινε, που η Παναγιά να τον φυλάει.

Κι ήταν ώρες να βρει το ταίρι του, ν' ανοίξει κι αυτηνής το σπίτι κι η καρδιά της, μα ήρθε ο πόλεμος.

Καί τώρα που να 'ναι;

Πήγε χωρίς βιάση, άναψε το καντήλι της. "Εγώ δεν ξέρω Παναγιά μου που 'ναι, μα εσύ ξέρεις· μάνα και του λόγου σου νογάς από καημούς".

Πήρε μετά μια ξεφτισμένη ρόμπα της κι άρχισε να τη ρεμπατεύει. Το χωριό, το Ηπειρώτικο χωριό δεχόταν με βόγκο το χιόνι που έπεφτε... έπεφτε... έπεφτε.

Το χιόνι έπεφτε... έπεφτε. Κόντευες να πιστεύεις πως δε θα μπορούσε η μέρα να διώξει τη νύχτα. Κι όμως ξημέρωσε και τότε τόλμησαν να ξεκινήσουν.

Μπρος ορθό εχθρικό το βουνό. Κάτω το Ηπειρώτικο χωριό, δεξιά ζερβά οι χαράδρες. Και το χιόνι να τους κόβει την ανάσα, να τους ζαλίζει, που τελειώνει το μονοπάτι, που αρχίζει η χαράδρα;

Καί πάγος κάτω, πάγος που γλιστράει, τσουλήθρα θανάτου. Κι απάνω στο βουνό, 'κει προς την κορφή να καρτερούν τα πυρομαχικά -ζωή και θάνατος η έλλειψη τους -και τους είχαν τελειώσει. Κι αυτοί ανέβαιναν... ανέβαιναν κι όσο κι αν φαίνεται παράξενο μέσα στην τόση παγωνιά είχαν ιδρώσει . Απ' το κόπο κι απ' τον φόβο...

Και 'κει ήταν που και τα μουλάρια σταμάτησαν. Ή πιο σωστά πήραν τα πόδια τους τη γλιστρά της κατηφοριάς, οι ασήκωτες κάσες που 'χαν στις πλάτες τους μετακινήθηκαν... κίνδυνος να γκρεμιστούν στο βάραθρο μαζί με τα μουλάρια. Κι απάνω στο βουνό εκεί προς την κορφή, να καρτερούν τα πυρομαχικά, ζωή και θάνατος η έλλειψη τους, και τους είχαν τελειώσει...

- "Δε φτάνουμε", είπε ο λοχίας κι όλοι συμφώνησαν.

"Δε φτάνουμε 'κει πάνω".

"Να κατεβούμε στο χωριό, να ζητήσουμε παλιολινάτσες να βάλουμε στα ποδάρια των ζωντανών να μη γλιστράνε", είπε ο δεκανέας κι όλοι το 'δαν σα μόνη ελπίδα.

Πήρε δυο φανταράκια ο δεκανέας μαζί του και ροβόλησαν για το χωριό. Στο έμπα ήταν που αντάμωσαν τον παπά με δυο-τρεις άλλους που ασφάλιζαν γερά ένα παραθύρι της Εκκλησιάς μη τύχη και ο χιονιάς μπει μέσα.

Τους είδε να 'ρχονται αλαλιασμένοι.

"Παιδιά, έσπασε το μέτωπο", ρώτησε ο παπάς και κρεμάστηκαν κι οι υπόλοιποι απ' το στόμα του. Είχε σπάσει η χολή τους, τέτοια τρομάρα!

"Παπά, το και το, γρήγορα μονάχα βρες παλιολινάτσες κι οι απάνω μείναν χωρίς βόλι".

Είχε πιαστεί να κάθεται στο σκαμνί, της πόνεσε η μέση "έρμα γεράματα" γκρίνιαξε, τράβηξε κατά το παραθύρι, το παραθύρι, που το μαστίγωνε το χιόνι.

"Αγρίεψε ο καιρός, φύλαγε τα παιδιά μας, Παναγιά μου, ξέρεις εσύ πως...".

Δεν απόσωσε, τους είδε εκεί στην Εκκλησιά. Λαχτάρησε. Καλά, ο παπάς να 'ναι εκεί, η φανταρία όμως; Τυλίχτηκε σφιχτά με το χοντρό σάλι της και βγήκε κι αντάμωσε τη χιονοθύελλα. Κουβέντιαζαν έντονα, δε την κατάλαβαν.

"Να μαζώξουμε λινάτσες κι ό,τι μας βρίσκεται, μα μη θαρρείς πως τα ζωντανά δε θα γλιστράνε πάλι. Ξέρουμε από τέτοια κι έχουν χαθεί αν έχουν χαθεί ζωντανά μαζί μ' ανθρώπους σε τούτα τα φαράγγια!",είπε σκεφτικά ο παπάς.

"Εγώ θα σας πω και κάτι άλλο παλληκάρια: Τώρα να βαρέσουμε την καμπάνα, να καλέσουμε τις κυράδες να μας βρούνε ό,τι έχουν και δεν έχουν σε λινατσόπανα, θα κυλήσει ώρα. Άντε τα μαζώξαμε, τα πήρατε, πάτε στην ευχή του θεού. Μέχρι ν' ανταμώσετε τους άλλους και τα ζωντανά σας βρήκε η νύχτα. Και δε δείχνει ο ουρανός να ξανοίγει, ώρα στην ώρα άλλη χιονιά έρχεται. Δε θα προκάνετε και εσείς λέτε πως βόλι πάνω στην κορφή οι φαντάροι μας δεν έχουνε βόλι, όχι οβίδες και...".

Δεν αποτέλειωσε. Η φωνή κοφτή τον έκοψε. "Δεν προκάνουνε!!!...".

Γύρισαν, είδαν τη γυναίκα που σίμωσε.

"Δε προκάνουνε", ξανάπε με πεποίθηση.

"Και κυρά Σαράντη, τι λες να γίνει;" ρώτησε ο παπάς.

"Βάρα την καμπάνα, παπά μου, να μαζωχτούν οι γυναίκες. Εμείς θα ζαλωθούμε τα κιβώτια". "Εσείς;" ξαφνιάστηκαν οι φαντάροι.

"Τα γουρουνοτσάρουχα δε γλιστράν, ξέρουμε σα τα σπιτικά μας τα μονοπάτια, "θα αντέξετε; Είναι βαριά, πες ασήκωτα", είπε δειλά ο δεκανέας.

"Βαστάν οι καρδιές και τα κότσια τους", είπε ο παπάς και ανακούφιση και περηφάνεια ένιωσε.

"Το λοιπόν μην αργείς παπά μου, και ξαναμούτρωσε ο καιρός", είπε η γυναίκα και ίδια κοπελ-λίτσα τράβηξε για το σπίτι της, να βάλει τα γουρνοτσάρουχά της.

Η καμπάνα αυτοστιγμής χτύπησε δυνατά, χαρούμενα, ίδιος αναστάσιμος ο ήχος της...

Η μια πίσω απ' την άλλη ανέβαιναν... ανέβαιναν... οι κάσες λύγιζαν τις μέσες τους, το χιόνι τις μάχονταν... ο θάνατος -το φαράγγι -δεξιά ζερβά τις παραμόνευε.

Κι αυτές ανέβαιναν... ανέβαιναν...

Πηγή: http://www.i-m-attikis.gr/html/gr/prosvasis/53/3.html

Μουσείο Βρέλλη: μέσα από κέρινα ομοιώματα ζωντανεύει το 1940!



Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη Θρησκεία μου, τη Γλώσσα μου και την Εθνικότητά μου, για να είμαι Χριστιανός και να λέγομαι Έλληνας.

Η αγάπη και η λατρεία που είχα - από μικρό παιδί - στους ήρωες της Προεπανάστασης και της Επανάστασης του 1821, έγινε αγάπη και θαυμασμός και για τους μετέπειτα ήρωες.

Αυτοί σφάχτηκαν, κρεμάστηκαν, γδάρθηκαν, ταπεινώθηκαν ... , για να κερδίσουμε εμείς σήμερα τον τόπο τούτο ελεύθερο - χωρίς σκλαβιά.

Αυτός ο μικρός λαός της γης, έδειξε την ανδρεία του σε όλες τις εποχές. Αντικατέστησε το δόρυ με το καριοφίλι ή το σύγχρονο όπλο και βροντοφώναξε προς όλους τους λαούς της γης: " Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει".

Σαν φόρο τιμής, αγάπης και πίστης στους ανώνυμους και επώνυμους ήρωές μας, έφτιαξα τούτο το Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας με κέρινα ομοιώματα, στο χωριό Μπιζάνι Ιωαννίνων.
Θέλω να κάνω Ιστορική αγωγή, μνήμη ιερή όλων των ηρωικών μορφών και γεγονότων. Οι συνθέσεις είναι όλες δικές μου. Δούλεψα όχι μόνο με βάση την πλούσια βιβλιογραφία που συγκέντρωσα (για ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία) αλλά και τις πληροφορίες - στοιχεία - που πήρα από τα μέρη που περπάτησα, γνώρισα, φωτογράφησα και σχεδίασα (επί χρόνια). Ευχαριστώ όλους τους Έλληνες και ξένους συγγραφείς που στάθηκαν - με τις πηγές τους - πολύτιμοι οδηγοί μου στο δρόμο της δημιουργίας τούτου του έργου, αλλά και στο γράψιμό του βιβλίου που έχετε στα χέρια σας σήμερα.

Ένα μεγάλο επίσης ευχαριστώ οφείλω στους καθηγητές και δασκάλους μου στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, για τις γνώσεις που μου έδωσαν στα θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα - και που τόσο πολύ με βοήθησαν αυτές οι γνώσεις για την δημιουργία τούτου του έργου.

Γιάννενα, χειμώνας 1995

Παύλος Π. Βρέλλης - γλύπτης


Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Λαϊκή σοφία

"Πήγαν για μαλλί και βγήκαν κουρεμένοι"
Μια από τις πιο σκοτεινές εποχές που έζησε η Ελλάδα, ήταν όταν στα παράλια της έκαναν επιδρομές οι διάφοροι πειρατές, προπάντος, όμως οι Αλγερινοί που περνούσαν από το μαχαίρι όλα τα γυναικόπαιδα ή άρπαζαν τις όμορφες κοπέλες, για να τις πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρα τους. Στη Μήλο υπήρχαν τότε μεγάλα εργαστήρια ταπητουργίας, που έφτιαχναν χαλιά με ωραιότατα σχέδια με ένα ειδικό μαλλί. Τα χαλιά αυτά τα πουλούσαν πανάκριβα στους διάφορους πλούσιους της Πόλης, της Κύπρου ή της Βενετίας. Την εποχή εκείνη δρούσε στο Αιγαίο ένας φοβερός κουρσάρος, ο Αλή Μεμέτ Χαν. Μια κατασκότεινη νύχτα, λοιπόν βγήκε με τα παλικάρια του στη Μήλο, για να την κουρσέψει.Οι πειρατές μπήκαν και στα εργαστήρια των χαλιών, που βρίσκονταν εκεί. Οι νησιώτες, όμως του πήραν είδηση, τους κύκλωσαν και του έπιασαν χωρίς αιματοχυσία. Αντί να τους σκοτώσουν, όμως τους ξύρισαν το κεφάλι και τα γένια και τους έστειλαν δώρο στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Από τότε έμεινε και ο λόγος που λέμε συχνά και σήμερα "Πήγαν για μαλλί και βγήκαν κουρεμένοι".

Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

Ως τις 31 Οκτωβρίου η έκθεση για τον "Θεόφιλο" στο Μουσείο Μπενάκη

Στο δικό μας περιπλανώμενο ζωγράφο, το Θεόφιλο Χατζημιχαήλ (1870-1934), αφιερώνει την πρώτη έκθεση του φθινοπώρου το Μουσείο Μπενάκη, με είκοσι έργα του Μυτιληνιού ζωγράφου, από τη συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας.
Οι ήρωες της Επανάστασης του '21, ο Μεγαλέξανδρος, οι απεικονίσεις της θεσσαλικής και λεσβιακής υπαίθρου, σκηνές ειδυλλίων, είναι το «εικονοστάσι» του Θεόφιλου, η αγαπημένη του θεματολογία.
Κι ακόμα «Η Αγία Πόλις Ιερουσαλήμ», η «Άγρα των Άρκτων υπό των Κοζάκων Ρώσων», ο «Κυνηγός» και άλλα έργα που οφείλουν την έμπνευσή τους σε δελτάρια, αποκόμματα εφημερίδων και φωτογραφίες, όπως μαρτυρεί το κασελάκι του Θεόφιλου που διέσωσε ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος.  
Φτωχός και ταπεινός, μόνος και ανεξάρτητος, μεταμφιεζόταν συχνά στα είδωλα που θαύμαζε και ζωγράφιζε. Πότε Μεγαλέξανδρος, πότε οπλαρχηγός, η καλλιτεχνική φύση και ιδιοσυγκρασία του Θεόφιλου σκανδάλιζε και προκαλούσε τους συγχωριανούς του, που τον έκαναν στόχο για σκληρές και άθλιες φάρσες, όπως αυτή που περιγράφει ο Κίτσος Μακρής, με κάποιον που προκειμένου να γελάσει, τράβηξε τη σκάλα πάνω στην οποία ήταν ανεβασμένος για να ζωγραφίσει την πρόσοψη ενός μαγαζιού και τον γκρέμισε καταγής, πληγώνοντάς τον στο σώμα και στην ψυχή. 
Το μεγάλο συναπάντημα της ζωής του έγινε το 1927, με τον τεχνοκριτικό Στρατή Ελευθεριάδη (Τeriade), από το Παρίσι, ο οποίος τον ανακάλυψε, έγινε ο μαικήνας του, όχι μόνο εξασφαλίζοντάς του τη διαβίωση και τα μέσα να συνεχίσει τη δουλειά του, αλλά και συμβάλλοντας αποφασιστικά στην αναγνώριση του έργου του.

Ο Θεόφιλος «με τα ταπεινά αλλ' αληθινά έργα του, επρόκειτο να γίνει πρεσβευτής της ελληνικής ευαισθησίας όχι στη Σμύρνη -όπου είχε μείνει κάποιο διάστημα- ή και σε μεγαλύτερη πόλη της Ανατολής, αλλά σε πρωτεύουσες όπου έλαχε ο κλήρος να μην ξεγελιούνται ούτε να ξιπάζονται εύκολα στα ζητήματα της ζωγραφικής», γράφει ο Γιάννης Τσαρούχης το 1966, στον τόμο «Θεόφιλος», έκδοση της Εμπορικής Τράπεζας. 
Ο Τσαρούχης χωρίζει το έργο του Θεόφιλου, με βάση τους χρωματικούς τόνους που χρησιμοποιεί, σε τρεις περιόδους: πριν από τη Θεσσαλία, την επιστροφή του στη Μυτιλήνη και μετά τη γνωριμία του με τον Τεριάντ, από το 1927 έως το θάνατό του ζωγράφου το 1934, γεγονός που βοηθά τους μελετητές να χρονολογησουν τα έργα του Θεόφιλου, σύμφωνα με την απόδοση των χρωμάτων και όχι τη θεματολογία τους, η οποία είναι συγκεκριμένη.

Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Κουμπάρη θα διαρκέσει έως το τέλος Οκτωβρίου

Πηγή: http://www.nooz.gr/greece/ek8esi-gia-ton-8eofilo-sto-mouseio-mpenaki

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

«Πόλη, η Νοσταλγία μου» Έκθεση Μνήμης των εκριζωμένων Ρωμιών της Πόλης

Ίδρυμα Ανταλλαγέντων της Συνθήκης της Λωζάννης στην Τουρκία
Νέος Κύκλος Κωνσταντινουπολιτών

Πρόσκληση
Το Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010, ώρα 18.30 μ.μ. θα πραγματοποιηθεί η τελετή έναρξης

της Έκθεσης με τίτλο «Πόλη, η Νοσταλγία μου» στην αίθουσα του Π.Π.Ι.Ε.Δ. Η έκθεση πραγματοποιείται στα πλαίσια των εορτασμών της Κωνσταντινούπολης ως Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης 2010, από το Ίδρυμα Ανταλλαγέντων της Συνθήκης της Λωζάννης στην Τουρκία, με την συμβολή του Νέου Κύκλου Κωνσταντινουπολιτών και την παραχώρηση του εκθεσιακού χώρου από το Παγκόσμιο Πολιτιστικό Ίδρυμα Ελληνισμού της Διασποράς-

«Α. Παπανδρέου» (Π.Π.Ι.Ε.Δ)-Μουσείο Φιλιώς Χαϊδεμένου –Δεκελείας 152 και Ατταλείας, Ν. Φιλαδέλφεια.

Την Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010 και ώρα 18.30 θα γίνει η παρουσίαση βιβλίου που περιέχει υλικό συνεντεύξεων που συλλέχθηκαν κατά την προετοιμασία της Έκθεσης.

Διάρκεια Έκθεσης: 25/10-1/11/2010 (εκτός των ημερών αργίας)

Ώρες: 10:00-13:00 π.μ. και 18:00-20:00 μ.μ

Πηγή: http://mikrasiatis.gr/?p=3395

Μουσείο Προϊστορικών και Βυζαντινών Μουσικών οργάνων στην Οία Σαντορίνης


Το δεύτερο Μουσείο της απέκτησε απο χθες η κοινότητα της Οίας με τα εγκαίνια και την παρουσίαση της συλλογής των «Προϊστορικών και Βυζαντινών μουσικών οργάνων» του κ. Χριστόδουλου Χάλαρη.
Πρόκειται για μουσικά όργανα απο την προσωπική συλλογή του κ. Χάλαρη, ο οποίος τα κατασκεύασε σύμφωνα με τις υποδείξεις και τις ιστορικές μαρτυρίες για την ύπαρξη και χρήση τους από την προϊστορική εποχή μέχρι το Βυζάντιο.
Τα μουσικά όργανα καλύπτουν μια πολύ μεγάλη ιστορική εποχή και κατασκευάστηκαν ως πιστά αντίγραφα των αρχικών, σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί η μουσική κουλτούρα ανα τους αιώνες.
Η μουσική πάντοτε υπήρχε στην ιστορία, από τότε που υπήρχε και ο άνθρωπος, ανέφερε κατά την διάρκεια της παρουσίασής του ο κ. Χάλαρης λέγοντας ότι υπάρχει ακόμη πολύ υλικό ανεξερεύνητο και δεκάδες μουσικά όργανα που έχουν εκλείψει και που δεν έχουν ερευνηθεί ώστε να δημιουργηθούν τα αντίγραφά τους, ενώ συμπλήρωσε οτι υπάρχει και πάρα πολύ υλικό σε ότι αφορά τις μουσικές του παρελθόντος, πλήν όμως δεν υπάρχουν μαρτυρίες για όλες.
Το Μουσείο στεγάζετε στα γραφεία της παλιάς κοινότητας στην Οία ενώ το επόμενο διάστημα αναμένεται να ενισχύσει την παρουσία του με ένα ηχητικό σύστημα που θα δίνει την δυνατότητα στους επισκέπτες εκτός απ το να βλέπουν τα όργανα να τα ακούνε κιόλας.

Στην συνέντευξη που παραχώρησε για το Σαντορίνη TV ο κ. Χάλαρης αναφέρθηκε στην διαδρομή του στον χώρο της έρευνας και της κατασκευής παλαιών μουσικών οργάνων καθώς και της δημιουργίας της προσωπικής του συλλογής
Αποσπάσματα απο τα εγκαίνια μπορείται να δείτε με κλίκ στα λίνκ που ακολουθούν.
1 , 2 , 3 , 4 , 5

Πηγή: http://exoumekaileme.blogspot.com/2010/10/blog-post_18.html

Η Ελληνική Παράδοση - Φώτης Κόντογλου


kondoglou.jpg

 Όπως κάθε άνθρωπος έχει το δικό του χαρακτήρα, έτσι και κάθε έθνος έχει κι αυτό το δικό του χαρακτήρα. Τον πιο ζωηρό χαρακτήρα και τον πιο ιδιόρρυθμο τον έχει η πατρίδα μας, η Ελλάδα.
Αυτή η Ελλάδα έχει μέσα της κάποια δύναμη δραστική, που δεν την έχει κανένα έθνος.
Κι αυτή η δύναμη της είναι δύναμη πνευματική. Δεν είναι μονάχα η εξυπνάδα, αλλά είναι προπάντων η φλόγα της καρδιάς και κάποια ιδιαίτερη σεμνή καρτερία της ψυχής, που δε βρίσκεται σε κανένα λαό.
Πολλά έθνη έχουν μεγάλη ιστορία. Μα όποιος διαβάζει την ιστορία της Ελλάδας νομίζει πως τον τραβά μια ανεξήγητη δύναμη, γλυκιά και ποιητική, σαν ένας μαγνήτης που δεν ξέρει που είναι κρυμμένος.
Απορεί, διαβάζοντας πολέμους και σκληρά βάσανα, πού βρίσκεται αυτή η μυστηριώδης πηγή απ' όπου αναβρύζει τόση ποίηση που τον μαγεύει και τον κάνει να την αγαπήσει. Αυτό το μυστήριο μάγεψε τον κόσμο όλο και ιόν έκανε να παραμιλά για την Ελλάδα.
Και το πιο μικρό επεισόδιο της ιστορίας μας, το πιο τιποτένιο περιστατικό, ένας απλός λόγος που είπε ο Μιλτιάδης, ή ο Επαμεινώνδας, ένα ρητό που είπε ο χρηστός Φωκίωνας, μία χειρονομία που έκανε ο Αγησίλαος, μια απλή προσευχή που είπε ο Παλαιολόγος, παίρνουν τέτοια σημασία στις ψυχές όλων των ανθρώπων, που ζούνε σ' όλη τη ζωή τους μ' αυτά, σαν τα παιδιά που θυμούνται έως τα γηρατειά τους κάποια παραμύθια που γλυκάνανε τη φαντασία τους.
Τι είναι λοιπόν τούτη η μαγική ουσία που έχει μέσα της αυτή η Ελλάδα και κάνει τον κόσμο να νιώθει σαν δική του ιστορία την ιστορία της;
Είναι αυτό το άπιαστο πνεύμα που έχουμε μέσα μας όλοι οι Έλληνες, αυτό που έχετε κι εσείς, και που μπαίνει σε κάθε πράξη σας, σε κάθε σκέψη σας, σε κάθε αίσθημα σας, φυσικά κι αβίαστα, απροσπάθητα, χωρίς καν να το καταλάβετε. Αυτό το ήθος, αυτή η φυσική ουσία που μας δώρισε ο Θεός, είναι στολισμένη με κάποιες μυστηριώδεις χάρες, που αγιάζουνε τον πόνο, ημερεύουνε το θάνατο, νοστιμεύουνε το καθετί που δημιουργούμε, μ' ένα λόγο «κάνουμε την έρημο ν' ανθίσει» κατά το λόγο του
προφήτη Ησαΐα.
Κι αυτά όλα μεταδίδονται από γενιά σε γενιά μέσ' από το αίμα, μα πιο πολύ με κάποια ιερή και καταπληκτική λειτουργία που λέγεται Ελληνική παράδοση.
Αυτή η παράδοση είναι το θησαυροφυλάκιο που κλείνει μέσα του και φυλάγει στον αιώνα την αθάνατη ψυχή μας, την αθάνατη καρδιά μας.

Μ' αυτή ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε. Αυτή έκανε τον τυφλό τον Όμηρο να δείξει στους ανθρώπους που είχανε μάτια τη μυστική ομορφιά του κόσμου, αυτή έκανε τον Αισχύλο να πετά απάνω από τη γη σαν αετός χρυσοφτέρουγος, αυτή έκανε τον Μεγαλέξανδρο να 'χει τον Όμηρο κάτω από το προσκέφαλο του και να ζήσει μια ζωή τριάντα μονάχα χρονών σαν ένα εξαίσιο παραμύθι που βάσταξε αιώνες, αυτή έκανε τον Πολύκλειτο και τον Φειδία και τον Λύσιππο να μεταμορφώσουν σε ανθρώπους τα λιθάρια της Ελλάδας, αυτή έκανε τον Θουκυδίδη να κλαίγει από χαρά ακούγοντας τον Ηρόδοτο να διαβάζει την ιστορία του, αυτή έκανε τον Κολοκοτρώνη να φορά την περικεφαλαία σαν αρχαίος Έλληνας και να πολεμά χαμογελώντας, αυτή έκανε τον Ρήγα να βγάζει φωτιά από το στήθος σαν τον αρχαίο Πίνδαρο, αυτή έκανε τον Νικηταρά, τον Διάκο, τον Ανδρούτσο, τον Τζαβέλλα, τον Ησαΐα Σαλώνων να κλαίνε απάνω στα αρχαία λιθάρια, και να ποθούνε να πεθάνουνε αντρειωμένα πολεμώντας για το βασανισμένο και το ατίμητο χώμα που κληρονομήσανε.
Και δεν έφτασε πως η Ελλάδα τιμήθηκε με την ανθρώπινη δόξα και στάθηκε η χαρά και η ελπίδα της οικουμένης, αλλά σαν ήρθε ο Χριστός στον κόσμο τιμήθηκε και με θεϊκή δόξα, γιατί αυτή την αγαπημένη θυγατέρα Του διάλεξε ο θεός για να της παραδώσει το Ευαγγέλιο του και να της παραγγείλει να το κηρύξει σ' όλο τον κόσμο με τη δική της τη γλυκύτατη γλώσσα, που την άπλωσε ο Μεγαλέξανδρος κατά θεϊκή οικονομία, μέχρι την Ινδία και τη Βακτριανή.
Το Βυζάντιο στάθηκε το χρυσό παλάτι απ' όπου βγήκε η νέα λάμψη του Ελληνισμού.
Ο σκοτεινιασμένος και ξεραμένος κόσμος, πάλι ξανάνθισε σαν περιβόλι μοσχοβολημένο, κι ο σπόρος ήταν ο ένας κι ακατάλυτος σπόρος της ζωής, ο Ελληνικός.
Αυτό έκανε το μεγάλο ποιητή της Ιταλίας Λεοπάρδη να πει κατάπληκτος, γράφοντας για το βυζαντινό φιλόσοφο Πλήθωνα:
«Ακατάλυτη και τρομερή δύναμη Ελλάδα! Χωρίς το δικό σου πνεύμα, τίποτα δε γίνεται στον κόσμο. Όλα τα γονιμοποιείς εσύ. Για μια στιγμή φαίνεται πως πεθαίνεις, κι άξαφνα παρουσιάζεσαι πάλι ολοζώντανη και δροσερή εκεί που δε σε περίμενε κανείς!»

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Καππαδοκικό παραμύθι

Ο φτωχός και ο πλούσιος

Σε ένα χωριό της Ανατολής ζούσε κάποτε μία πολύ φτωχή οικογένεια που είχε εφτά παιδιά. Για σπίτι είχανε ένα καλύβι σκεπασμένο με καλαμιές και γύρω γύρω πάλι φυλαγμένο με καλαμιές.
Το ψωμί της οικογένειας ήταν πάντα λιγοστό. Όταν βοηθούσε η τύχη φώναζαν τον πατέρα για δουλειά και για μεροκάματο, του δίνανε ένα ψωμί ή καμπόσο αλεύρι. Το αλεύρι που μαζεύονταν η μάνα το ζύμωνε και το φούρνιζε μέσα σ ' ένα λάκκο που είχαν στο καλύβι, και χρησίμευε σαν θερμάστρα για το χειμώνα.

Την ημέρα που ήταν η μάνα να ετοιμάσει το ψωμί γύρω γύρω τα  παιδιά περίμεναν πότε θα ξεφουρνίσει η μάνα και έτρωγαν τη μερίδα τους πριν καλά καλά κρυώσει. Μες το καλύβι ήταν μεσ' τη χαρά. Μετά το ψωμοφάγι τα παιδιά τραγουδούσαν και χόρευαν χωρίς σταμάτημα. Η μάνα και ο πατέρας βλέποντας τα παιδιά χορτάτα και χαρούμενα έπαιρναν κι αυτοί τη δική τους χαρά. . Τα τραγούδια είχαν δικά τους λόγια απλά και αληθινά:

«Έχουμε καλό ψωμί σήμερα είναι γιορτή έχει το ψωμί αλάτι νοστιμίζει το ψωμάκι».

Όλη η οικογένεια κοιμούνταν πάνω στο ίδιο αχυρένιο στρώμα που δεν μαζεύονταν ποτέ, και σκεπάζονταν με το ίδιο πάπλωμα γεμισμένο με μαλλί. Σε μία άκρη ξάπλωνε ο πατέρας, δίπλα του η γυναίκα, πάρα δίπλα το μωρό και στην άλλη άκρη το μεγαλύτερο παιδί της φαμελιάς. Η πιο μεγάλη έγνοια των γονιών ήταν να κοιμούνται χορτασμένα τα παιδιά τους για να μην κλαίνε το πρωί με το ξύπνημα.
Η μόνη περιουσία της φαμελιάς ήτανε μία κότα που γεννούσε κάθε μέρα ένα αυγό που το έτρωγε ένα από τα παιδιά. Όταν στο καλύβι δεν βρίσκονταν τίποτε άλλο για φαγητό, έτρωγαν όλοι μαζί το αυγό για να
ξεγελάσουν την πείνα τους. Αλλοι έτρωγαν το ασπράδι και άλλοι το κρο-κάδι και παράπονο δεν έκανε κανένας.

Κάποια μέρα το παιδί που είχε τη σειρά του, περίμενε το κακάρισμα της κότας και πήγε να πάρει το αυγό του.
Αυτό όμως ήτανε μικρό σαν αυγό πέρδικας. Το παίρνει και πηγαίνει στενοχωρημένο στη μάνα του.
— Μάνα είμαι άτυχος λέει. Αυτό το αυγό δεν φτάνει ούτε για μια μπουκιά. Κρίμα που περίμενα και έκανα όρεξη.
— Δεν πειράζει, λέει η μάνα. Την άλλη φορά μπορεί το αυγό σου να είναι μεγάλο σαν της χήνας. Και το έβαλε στο μπρίκι για να βράσει. Όταν μετά από λίγο κατεβάζει το μπρίκι από τη φωτιά η μάνα βλέπει πως το αυγό είχε γίνει κίτρινο σαν το χρώμα του χρυσού.
Κάνει να το πιάσει με το χέρι και βλέπει πως ήτανε σκληρό, καυτερό και γυαλιστερό! Αφήνει το αυγό να κρυώσει και βλέπει πως ήτανε βαρύ και σκληρό σαν σίδερο. Δεν έσπαγε με τίποτα.
Μάνα και παιδί έμειναν με την απορία μέχρι να έρθει ο άνδρας του σπιτιού, ο οποίος βλέπει το αυγό και λέει:
— Αυτό γυναίκα μοιάζει με χρυσάφι. Αύριο θα πάω στον σαράφι να ρωτήσω, γιατί εγώ δεν ξέρω από τέτοια!
Την άλλη μέρα παίρνει το κίτρινο αυγό και πηγαίνει στον σαράφι. Είπε την ιστορία, πως βρέθηκε στα χέρια του αυτό το πράμα και περίμενε.
Ο σαράφης το παίρνει, το δαγκώνει λίγο, το κοιτάζει καλά και ξαναρωτάει για να μάθει καλύτερα την υπόθεση.
— Αυτό είναι χρυσάφι, λέει. Είσαι τυχερός που η κότα σου γεννάει χρυσαφένια αυγά. Εγώ όμως δεν το αγοράζω γιατί φοβάμαι. Όπως ήταν αυγό και έγινε χρυσάφι, έτσι μπορεί να γίνει πάλι αυγό μετά από μία ώρα. Αν θέλεις να μου το δώσεις το παίρνω για χατίρι και σου δίνω δύο γρόσια για να αγοράσεις ένα ψωμί για τα παιδιά σου.
— θα ρωτήσω τη γυναίκα μου, λέει ο φουκαράς, και γυρίζει πίσω με το χρυσό αυγό στο χέρι.
Αφού το συζήτησε με τη γυναίκα του που δεν είχε ιδέα από χρυσάφια και θησαυρούς, το έκρυψε κάτω από το αχυρένιο στρώμα του.
Αραιά και που κοίταζε αν βρίσκεται στη θέση του το αυγό και αν
άλλαξε το χρώμα του. Όσο περνούσε ο καιρός το αυγό χρύσιζε πιο πολύ.

Αρκετά πιο πέρα από το καλύβι του φτωχού ήταν το παλάτι ενός πλούσιου, που δεν είχε παιδιά. Το βίος του ήταν αμέτρητο.

Είχε απέραντες εκτάσεις δικές του και πολλά κοπάδια ζωντανά. Στη δούλεψη του κρατούσε γραμματικούς επιστάτες, εργάτες και υπηρέτες.
Στην αυλή του είχε μία βρύση κοντά σε τρεις λεύκες που έτρεχε νύχτα μέρα κρυστάλλινο νερό. Έλεγαν πως τις νύχτες μέχρι τα ξημερώματα τραγουδούσαν και χόρευαν εκεί γύρω νεράιδες όμορφες για χάρη του νοικοκύρη τους.
Στο μεγάλο δωμάτιο του παλατιού, όπου έμπαιναν λίγοι άνθρωποι
έλεγαν πως κατέβηκε ο δεύτερος ουρανός. Από πάνω είχε ζωγραφισμένα το φεγγάρι, τ' αστέρια και άλλα ουράνια σώματα και στα πλάγια από τη μεριά της Ανατολής αντί για παράθυρο είχε ζωγραφιστό έναν ήλιο χαμογελαστό. Ήταν ένας ουρανός που δε βρέχει ούτε χιονίζει ποτέ.
Δίπλα στην εξώπορτα της αυλής είχε μία μαρμάρινη βάση με δύο σκαλιά στη μία μεριά. Εκεί τραβούσαν οι υπηρέτες το άλογο το ραχβανί* για να καβαλήσει ο πλούσιος και να πάει στις δουλειές και τις υποθέσεις του.
Το πλούτος του φτωχού ήταν τα παιδιά του και οι χίλιες χαρές που έρχονταν μαζί με αυτά.
Το πλούτος του πλούσιου ήταν τα αμέτρητα χτήματα και το βίος του. Έλεγαν πως με όλα αυτά που έχει δεν είναι ευχαριστημένος γιατί του λείπουν οι αληθινές χαρές της ζωής, τα παιδιά.
Ανάμεσα στον πλούσιο και το φτωχό δεν υπήρχε τίποτα κοινό. Μερικές μέρες μόνο πήγαινε ο φτωχός και δούλευε εργάτης στα χτήματα του πλούσιου, για να οικονομήσει λιγοστό αλεύρι για τα παιδιά του. Είχε όμως ένα μεγάλο και βασανιστικό παράπονο ο φτωχός από τον πλούσιο. Ήθελε να τον χαιρετάει όταν καβάλα στο άλογο περνούσε από το δρόμο μπροστά από το καλύβι του.
Όταν τον έβλεπε ο φτωχός να έρχεται από μακριά με τους σωματοφυλακές του από πίσω, πήγαινε προς το δρόμο και περίμενε να πάρει χαιρετισμό, και να τον ανταποδώσει.
Ποτέ όμως δεν άκουσε την καλημέρα του. Ο πλούσιος περνούσε κρατώντας το κεφάλι ψηλά και το μάτι καρφωμένο μπροστά χωρίς να καταδεχτεί ποτέ του να στρίψει το πρόσωπο και να δώσει την καλημέρα του.

Ζούσαν στον ίδιο τόπο, την ίδια γειτονιά και περίμενε, ήθελε την καλημέρα του πλουσίου σαν μεγάλη χάρη.
Ήρθε πέρασε ο καιρός και κύλησαν τα χρόνια χωρίς να σβήσει ο καημός του φτωχού. Έπεσε άρρωστος στο κρεβάτι και τον πήραν οι συλλογισμοί. Έπρεπε να ετοιμάσει τον εαυτό του για τον άλλο κόσμο. Για να κάνει την ετοιμασία αυτή ήταν ανάγκη να τακτοποιήσει δύο υποθέσεις,
Η μία ήταν να ακούσει έναν χαιρετισμό από τον γείτονα και η άλλη ήταν να μοιράσει το χρυσό αυγό, που το δικαιούνταν τα παιδιά και η γυναίκα του.
Για τη μοιρασιά σκέφτονταν πολύ καιρό και λύση δεν εύρισκε. Πώς να κομματιάσει το χρυσό αυγό; Πώς να το μοιράσει δίκαια στη γυναίκα και τα παιδιά του; Φοβούνταν μήπως χωρίς να το θέλει αδικήσει κάποιον απ' όλους και δεν τολμούσε να αποφασίσει.
Κάποια στιγμή του ήρθε μία ιδέα. Στέλνει το μεγάλο παιδί του και προσκαλεί τον πλούσιο να έρθει εξάπαντος στο καλύβι του.
«Σε θέλει, λέει για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του για κάτι που είναι ανάγκη». Ο πλούσιος έκανε την χάρη και ήρθε στο καλύβι. Ο φτωχούλης ήταν ξαπλωμένος πάνω στο αχυρένιο στρώμα του άρρωστος αδύναμος βαρύς. Έκανε να ανακαθίσει αλλά δεν είχε δυνάμεις.
«Καλώς καταδέχτηκες να μπεις στο καλύβι μου γείτονα, λέει. Ήρθαν, πέρασαν τα χρόνια και φεύγω για τον άλλο κόσμο. Έχω όμως ένα καημό και θέλω να στο μολογήσω. Πέσ' μου γιατί ποτέ σου δε γύρισες το πρόσωπο να μου δώσεις την καλημέρα σου; Ήθελα πολύ να την ακούσω από το στόμα σου, γιατί η καλημέρα είναι του Θεού και σ' όποιον την λες ανθίζει. Για να μη φύγω από τον κόσμο μ' αυτό το μεγάλο παράπονο σε κάλεσα να 'ρθεις και να με αποχαιρετίσεις αφού δεν θέλησες ποτέ σου να με χαιρετήσεις. Μου έκανες μεγάλη τιμή που ήρθες στο κάλεσμα του αποχαιρετισμού. Επειδή η πράξη σου αυτή έχει για μένα μεγάλη αξία, πάρε τούτο το αυγό που βασανίστηκα πολύ να το μοιράσω δίκαια αλλά δεν τα κατάφερα. Μου είναι τόσο βαρύ που δεν μπορώ να το σηκώσω. Αγκιστρώνει την ψυχή μου εδώ στο χώμα και δεν την αφήνει να πετάξει στα ουράνια και να περάσει εύκολα τα τελώνια».
Απλωσε το χέρι, και ακούμπησε το αυγό, στην παλάμη του πλούσιο γείτονα που έμενε άλαλος και αμήχανος. Καθώς είπε τα τελευταία λόγια άφησε και την ύστερη πνοή του.
Ο πλούσιος κοίταξε γύρω τριγύρω του. Απόθεσε το χρυσό αυτό εκεί δίπλα στο αχυρόστρωμα και με σκυφτό κεφάλι ορθώθηκε για να δώσει τον χαιρετισμό που χρωστούσε σ' όλη του τη ζωή. Καθώς άπλωνε βαριά τα βήματα για να φύγει τον άκουσαν που έλεγε:
— «Αν ένα τόσο μικρό κομμάτι χρυσό δίνει τόσο πολύ βάρος στην •ψυχή και δεν την αφήνει να πετάξει, πώς θα πετάξει η δική μου όταν έρθει η ώρα εκείνη με τα τόσα χρυσάφια που έχω παραχωμένα;»
Από τότε ο ακατάδεχτος πλούσιος έγινε αλλιώτικος άνθρωπος. Ήτανε καταδεχτικός, συμπαθητικός και δεν έλειψε η καλημέρα του Θεού από το στόμα και την καρδιά του.
Και εκείνοι έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα

ραχβανί = άλογο με καλό περπάτημα


Πηγή: http://www.kappadokes.gr/greek/customs/stories/stories_gr1.htm

Καλαθάς


Ο καλαθάς έκοβε λιγιές (ίσιους βλαστούς) από διάφορα δέντρα και θάμνους (μηλιές, κουντουρουδιές, λυγαριές) και καλάμια. Τα' κοβε πάντα στο λίγος του φεγγαριού (από την επόμενη μέρα της πανσελήνου) και κυρίως στο απόλιγος (τελευταίο τέταρτο) του Σεπτέμβρη. Τότε τα φυτά έχουν τους λιγότερους χυμούς και τα κλαδιά που έκοβαν δεν τα 'πιανε το σαράκι.

Τις λιγιές τις έβαζε σε πίθους ή στέρνες με νερό και τις πέτρωνε καμιά δεκαριά μέρες, για να λιγάνε ευκολότερα και να γίνουν πιο μεγάλης αντοχής. Τα καλάμια τα 'κοβε συνήθως στα τέσσερα.

Για να πλέξει το καλάθι άρχιζε από τον πάτο, κάνοντας ένα σταυρό με λυγαριές και κατά διαστήματα άφηνε στημόνια κι έπλεκε. Στη συνέχεια μπορούσε να χρησιμοποιήσει καλάμια. Μετά το πλέξιμο στο χείλωμα έστριβε τις λυγαριές ή τα καλάμια κι έφτιαχνε το χέρι ή τα χέρια.

Για ένα μικρό κοφίνι απαιτούνταν μια με δυο ώρες. Οι καλαθάδες έφτιαχναν καλάθια, πανέρια, κοφίνια, κούφες (χανικολόγια), μπουγαδοκόφινα, τυροκαλαθαριές, ξοβεργοκόφινα, μαστιχοκάλαθα, πανέρες μαστιχιού κ. ά. Τα τυροκάλαθα φτιαχνόταν από σπάρτους. Πάνω σε πολλά καλάθια έβαζαν ένα μπλε χάντρο, για το κακό μάτι.

(Το κείμενο είναι από το βιβλίο "Μιάν βολάν τσ΄έναν τσαιρόν ήτον..." του Γιάννη Κολλιάρου)

Πηγή: http://gym-kallim.chi.sch.gr/exhibits.php?node_id=73

Γνωρίζοντας την παράδοση της Άνδρου...











Κρασοκούλουρα Σίφνου

Υλικά
100 γρμ. ελαιόλαδο
130 γρμ. ζάχαρη
150 γρμ. λευκό κρασί αρετσίνωτο
1 κουτ. του γλυκού σόδα
10 γρμ. μπέηκιν
λίγη κανέλα
λίγο γαρύφαλλο
αλεύρι μαλακό

Εκτέλεση
Ανακατεύουμε όλα τα υλικά μαζί και τελευταίο το αλεύρι από το οποίο βάζουμε τόσο ώστε να γίνει μια ζύμη που δεν κολλάει στα χέρια.
Λαδώνουμε ένα ταψί και πλάθουμε τα κουλούρια. Τα ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 210ο για περίπου 30’.

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Οι χοροί των νησιών του Αιγαίου

 

Το Αιγαίο αποτέλεσε Ελληνικό χώρο αφ’ ότου οι Έλληνες υπερπηδώντας από νωρίς το εμπόδιο της θάλασσας μετακινήθηκαν κατά κύματα προς την ανατολή για να εγκατασταθούν ως άποικοι στις Μικρασιατικές ακτές, αφήνοντας στα νησιά τα σημάδια της διάβασης ή της εγκατάστασής τους. Η απαρχή της μουσικοχορευτικής ιστορίας του Αιγαίου χάνεται σε μυθικές θεωρήσεις, συνδεδεμένη με την γέννηση του Απόλλωνα, του Δια, του Ορφέα και της Σαπφώς. Η πλούσια μουσική και χορευτική ζωή στο Αιγαίο της αρχαιότητας μαρτυριέται εκτός από τις γραπτές πηγές και από πλήθος αρχαιολογικών ευρημάτων.Η σύγκλιση της Ανατολής και Δύσης στα νησιά του Αιγαίου, η πολιτιστική αντιπαράθεση αυτών των δύο κόσμων, η ιστορία, οι δυσκολίες και οι διαφορετικές κλιματολογικές συνθήκες διαμόρφωσαν μια μουσικοχορευτική κατηγορία εντελώς διαφορετική από αυτήν της υπόλοιπης Ελλάδας.

Σε γενικές γραμμές στο νησιωτικό Αιγαίο διακρίνονται ουσιαστικά δύο πολιτισμικές ζώνες: Η μία περιλαμβάνει τα νησιά του Θρακικού πελάγους και του Ανατολικού Αιγαίου, όπου παρατηρείται έκδηλη η επίδραση της Ανατολής.
Η άλλη περιλαμβάνει τα Δωδεκάνησα και τις Κυκλάδες, που σε πολλές περιπτώσεις φέρνουν έκδηλα τα ίχνη της Δύσης. Επίσης υπάρχουν άλλες δύο νησιωτικές ενότητες που διαφοροποιούνται από τις υπόλοιπες. Η πρώτη είναι η περιοχή των Β. Σποράδων, που παρέμειναν αμιγείς λόγω της απομόνωσής τους και η δεύτερη είναι τα νησιά του Αργοσαρωνικού που έχουν δεχθεί επιδράσεις από την ηπειρωτική Ελλάδα.
Οι χοροί του Αιγαίου είναι γενικά χοροί ομαδικοί, με επικρατέστερο χορευτικό σχήμα αυτό του ανοικτού ή κλειστού κύκλου. Παράλληλα συναντάται η έννοια του χορευτικού ζευγαριού (αντρών μεταξύ τους ή γυναικών μεταξύ τους ή άντρα και γυναίκας) που χορεύει αντικριστά (καρσιλαμάδες ή ζεμπέκικο) ή ζευγαρωτά (μπάλοι), Επικρατέστεροι ρυθμοί αυτών των δίσημων μέτρων που αποδίδονται ζωηρά, γρήγορα, εύθυμα και σταθερά και αυτοί των εννεάσημων μέτρων που αποδίδονται βαριά και αργά.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Αιγαιοπελαγίτικου νησιώτικου χώρου, είναι η «ελαφράδα» που παρατηρείται στην εκτέλεση των κινήσεων, η χρησιμοποίηση του «σουσταρίσματος» που γίνεται στα γόνατα, τα πηδήματα των πρωτοχορευτών που γίνονται χαμηλά και παράλληλα προς το έδαφος και η γενικότερα παρατηρούμενη ποικιλία στην έκφραση. Αυτά όλα αντιπαρατίθενται προς το χορευτικό ύφος της στεριανής Ελλάδας, το οποίο χαρακτηρίζεται από βαρύτητα, δυναμικές στηρίξεις σε όλο το πέλμα, βήματα σκληρά και έντονα με μεγάλο άνοιγμα, αργές και βαριές ρυθμικές αγωγές, απότομες στάσεις, βαθιά καθίσματα, απότομα άλματα κάθετα προς το έδαφος.

Όπως είναι φυσικό όμως κι εδώ έχουμε διαφοροποιήσεις από νησί σε νησί, ακόμα και από χωριό σε χωριό του ίδιου νησιού. Έτσι για παράδειγμα μπορούμε να αναφερθούμε στη «βαριά και αυστηρή» σούστα της Καρπάθου, στην «ανάλαφρη και πηδηχτή» σούστα της Ρόδου, στην αντικριστή «ήρεμη» σούστα της Σύμης και ούτω καθεξής
 
Πηγή: http://dancepof.blogspot.com/2008/12/blog-post_12.html

Γυναικεία φορεσιά της Σαντορίνης


Οι τοιχογραφίες από το Ακρωτήρι της Σαντορίνης μπορούν να μας δώσουν μια άριστη εικόνα της φορεσιάς εκείνων των χρόνων, χιλιετίες π.Χ. Τη 2η χιλιετία π.Χ. τα ενδύματα ήταν κυρίως τυλιχτά, αραχνοΰφαντα με δερμάτινο μπούστο (όπως και των Μυκηνών, της Τανάγρας κ.ά.), που αναδείκνυαν σφιχτά κορμιά. Η λέξη μπούστο είναι παράγωγο της αρχαίας ελληνικής βούζος (=μεγάλο στήθος) και περιγράφει ακριβώς ό,τι αναδεικνύει. Τα αρχαία ενδύματα παράγονταν στον κατακόρυφο αργαλειό με βαρίδια και τυλίγονταν στο σώμα με το υφάδι κάθετο προς το έδαφος.
Στα σύγχρονα χρόνια, οι Θηραίες γυναίκες, μέσα κι έξω από το σπίτι τους, έπρεπε να φορούν μαντίλι, δεμένο όμορφα στο κεφάλι και τραβηγμένο λίγο προς τα επάνω, ώστε να φαίνεται το μέτωπο. Το φορούσαν με το λεγόμενο «νησιώτικο γούστο», ώστε να ξεχωρίζει ελαφρώς και η χωρίστρα των μαλλιών επάνω από το μέτωπο. Οι γυναίκες έδιναν ιδιαίτερη σημασία στην κόμμωση. Αυτή ήταν ανάλογη με την ηλικία και την κοινωνική τάξη κάθε μιας. Το ίδιο συνέβαινε βέβαια και με τη φορεσιά κάθε Θηραίας. Και δη τη γιορτινή, η οποία κάθε άλλο παρά απλή ήταν. Τα μισοφόρια, οι φραμπαλάδες, τα μπούστα, οι κορσέδες και τα μαντίλια απαιτούσαν πολλές πήχες ύφασμα. Λινό άσπρο υποκάμισο, πολύ φαρδύ, με το φάρδος να ξεκινά από τον αγκώνα. Γιλέκο με καρέ ζικ-ζακ κεντητό (ή γλώσσα), μεσάτο, που τελειώνει στην περιφέρεια, με φιτίλι. Έδενε με κορδονάκι και ήταν ανοιχτό από τη μέση και κάτω. Λινή κοντή εμπρός ποδιά, από το ίδιο ύφασμα του υποκαμίσου, που καταλήγει σε μεγάλες (τρεις) μύτες, η κάθε μια των οποίων είχε κοφτό κέντημα. Φούστα πλισέ σε ίσια γραμμή, ίδιου υφάσματος με το γιλέκο, που καταλήγει σε φιτίλι. Ακόμη και σήμερα, το κυρίαρχο χρώμα στη φορεσιά της Σαντορίνης είναι το κίτρινο του κρόκου, όπως χιλιετίες πριν διηγούνται οι κροκοσυλλέκτριες των τοιχογραφιών! Φτιασίδια και καλλυντικά δεν πολυχρησιμοποιούσαν οι σύγχρονες Θηραίες -τουλάχιστον οι χωρικές. Φορούσαν μόνο ενώτια (σκουλαρίκια) και -πολύ πιο σπάνια- ένα χρυσό σταυρό

Το ελληνικό παιχνίδι μέσα στο χρόνο

Το παιχνίδι γενικά
               Το παιχνίδι και η κίνηση  αποτελεί ζωτική ανάγκη για κάθε νεαρή ζωή μέσα στη φύση. Το συναντάμε στα ζώα, που τρέχουν ,πηδούν,   παίζουν μεταξύ τους, με τη μητέρα τους ή κυνηγώντας άλλα μικρότερα μιμούμενα τη μητέρα τους. Αυτή η φυσική ανάγκη δεν μπορεί να λείπει από τα παιδιά.

                Παιδί και παιχνίδι είναι δύο λέξεις που συνεπάγεται η μία την άλλη. Από τη στιγμή της γέννησης του το παιδί παίζει κουνώντας τα χεράκια και τα ποδαράκια του, αργότερα με διάφορες κουδουνίστρες και παιχνιδάκια ,συνεχίζει με μπάλες, κούκλες (κορίτσια), κ.τ.λ., τρέχει ποιος θα βγει πρώτος, ποιος θα πηδήσει πιο ψηλά ή πιο μακριά και φτάνει στο ομαδικό παιχνίδι στις γειτονιές .       

                  Μέσα  από αυτό,   εδώ και  χιλιάδες  χρόνια τα  παιδιά  σ’ όλο τον κόσμο ψυχαγωγούνται, αυτοδιαπαιδαγωγούνται, δοκιμάζουν  και ασκούν τις δυνάμεις τους, ανταγωνίζονται σωστά με τα συνομήλικα τους , μαθαίνουν να πειθαρχούν στους κανόνες, φτιάχνουν χαρακτήρα , δημιουργούν προσωπικότητα, κοινωνικοποιούνται, ασκούν το σώμα και το πνεύμα τους, κρατώντας τα  σε καλή φυσική  κατάσταση.

 

Κάποιοι είπαν για το παιγνίδι:

Ο KARL GROOS : «Τα παιγνίδια είναι μέσο φυσικής και ηθικής ανάπτυξης.»

Ο SCHILLER : «Τα παιγνίδια σε ένα λαό βοηθούν να ανακαλύψουμε την ποιότητα του, και την αξία της τέχνης του.»

Ο PIAGET: «Τα παιγνίδια είναι μέσο ανάπτυξης της νοημοσύνης, και των άλλων γνωστικών δεξιoτήτων.»

O FREUD«Το παιγνίδι είναι έκφραση του υποσυνείδητου και της φαντασίας του παιδιού.»

O ROUSSEAU  « Πρέπει να  ακολουθούμε   τους  κανόνες της φύσης ,και να μην της   είμαστε  ενάντιοι .»  

O ERIKSON«Το παιδί στο παιγνίδι απαλλάσσεται από ψυχικά συμπλέγματα , αγωνίες και δειλίες, γίνεται ελεύθερο , πειθαρχικό και κοινωνικό.»

          Ακόμα ,κατά τον ERIKSON, στο ομαδικό παιγνίδι το παιδί, απαλλάσσεται από πολλές κακές συνήθειες, όπως το ψέμα, τον εγωισμό, την οκνηρία, τη δειλία, γίνεται ελεύθερο και πειθαρχικό.

          Οι θεωρίες αυτές  συμπληρώνουν η μία την άλλη και μας δείχνουν την μεγάλη σημασία του παιγνιδιού και για τη ζωή των παιδιών, και συνεπώς  για τη κοινωνία.





ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΣΤΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ

ΙΣΤΟΡΙΚΗ  ΑΝΑΔΡΟΜΗ

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ 
                 Το παιχνίδι έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη ελληνική κοινωνία. Από την αρχαιότητα ως και στις μέρες μας έχει βοηθήσει τα παιδιά του λαού μας, να ξεπεράσουν πολλές δύσκολες καταστάσεις και να υπάρχουμε ως σήμερα.
              Οι αρχαίοι Έλληνες έδιναν μεγάλη σημασία στο ρόλο του παιγνιδιού. Το είχαν σαν μέσο αυτοαγωγής. Αυτοί πρώτοι κατάλαβαν την αξία των ομαδικών παιχνιδιών και πίστευαν ότι με αυτά πραγματοποιείται η τελειοποίηση του ανθρώπου. Γι’ αυτό τα εντάξανε στο πρόγραμμα αγωγής των παιδιών. Θεωρούσαν όμως ότι ήταν σημαντικά και για τους μεγάλους. Έτσι και οι  μεγάλοι αφιέρωναν μεγάλο μέρος από τον ελεύθερο χρόνο τους σε ομαδικά παιγνίδια και σε αγώνες. Στην αρχαία Ελλάδα έπαιζαν πολλά ομαδικά παιγνίδια . Τα έπαιζαν στο δρόμο και στις αυλές, και πάντα υπήρχαν κανόνες ,που όλοι έπρεπε να τηρούν πιστά. Γι’ αυτό ,επίσης ,έλεγαν πως το παιγνίδι  είναι ένα μεγάλο αγαθό. Αναπτύσσει την συντροφικότητα, ασκεί το σώμα, καλλιεργεί το πνεύμα, μαθαίνει τα παιδιά να σέβονται τους κανόνες-νόμους του παιγνιδιού και έτσι, όταν μεγαλώσουν, να σέβονται και να τηρούν τους νόμους της πατρίδας τους.
           Ο Πλάτωνας τόνιζε την ανάγκη να αφήνουν τα παιδιά να παίζουν ως τα έξη τους χρόνια, με όποια παιγνίδια ήθελαν και όπως ήθελαν. Τόνιζε όμως πως θα έπρεπε να έχουν κάποια κατεύθυνση , έτσι ώστε μέσα από αυτά να προσανατολίζονται προς την εκμάθηση κάποιου επαγγέλματος.  
            Ο Αριστοτέλης συμβούλευε τους γονείς να δίνουν όσο γίνεται πιο πρωτότυπα παιγνίδια, για να αφοσιώνονται σ’ αυτά και να ενοχλούν λιγότερο και ταυτόχρονα να αναπτύσσουν δημιουργική φαντασία. Ο Ιπποκράτης συμβούλευε τους μεγάλους να τρέχουν με τον κρίκο, (το σημερινό στεφάνι, το τσέρκι), για να διατηρήσουν τη φόρμα τους και τους μικρούς για να παίξουν
             Ο Πολυδεύκης στο «Ονομαστικό» του περιγράφει πενήντα ομαδικά παιγνίδια και αναφέρεται σε παιγνίδια που έπαιζαν τα αγόρια και αυτά που έπαιζαν κορίτσια. Στα υπαίθρια ομαδικά παιγνίδια, όπως κυνηγητό, κρυφτό, τόπι, στεφάνι, κότσια, σβούρα,  έπαιζαν αγόρια. Τα κορίτσια παίζανε μέσα στο σπίτι με πήλινες ή κέρινες «πλαγγόνες» (κούκλες),που τις έντυναν με ρούχα. Ακόμα έπαιζαν με τόπια, στεφάνια, μικροσκοπικά είδη νοικοκυριού.                          

ΣΤΟ  ΒΥΖΑΝΤΙΟ
                 Στα χρόνια του Βυζαντίου και μέχρι το 9ο μ.Χ. αιώνα  δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για τη θέση του παιγνιδιού και της άσκησης μέσα στη τότε κοινωνία. Αν και γνωρίζουμε ότι δεν είχαν την θέση που κατείχαν στην αρχαιότητα, στο Βυζάντιο από συνήθεια, και για λόγους ψυχαγωγικούς και παραδοσιακούς ασκούνταν και έπαιζαν  παιδικά και πνευματικά παιγνίδια. Μελέτες που έγιναν για τη θέση του παιγνιδιού στη ζωή των Βυζαντινών δείχνει ότι, μετά τον 11ο μ.Χ. αιώνα, το χρησιμοποιούσαν για δημιουργία ανθρώπινων χαρακτήρων.
            Στην εκπαίδευση    η Φυσική Αγωγή δεν υπήρχε, γεγονός που οφείλονταν στο ότι η εκπαίδευση ήταν καθαρά εκκλησιαστική, και πολλοί νέοι πήγαιναν στα μοναστήρια. Από τα άλλα όμως παιδιά το παιγνίδι δεν έλειπε . Τα αγόρια συνήθως έπαιζαν στις αυλές και στις αλάνες της γειτονίας παιγνίδια όπως η 16άρα , κρυφτό,  κυνηγητό,  τσιλίκι, γουρούνα, τυφλόμυγα ,  αλώνι,  μήλο και άλλα, και τα κορίτσια με τις κούκλες στο σπίτι

ΣΤΗ   ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ
                 Οι πληροφορίες που έχουμε για τα παιγνίδια την εποχή αυτή είναι ότι τα παιδιά συνέχιζαν να τα παίζουν. Ήταν παιγνίδια που άλλα είχαν αρχαιοελληνικές ρίζες, άλλα βυζαντινές και άλλα από άλλες εθνικότητες. Ο χώρος που τα  έπαιζαν ήταν το αλώνι. Μερικά από τα παιγνίδια που έπαιζαν ήταν το κλέφτικο (το κρυφτό ), ο πετροπόλεμος, η ξιφομαχία, το κυνηγητό. Υπήρχαν υπαίθρια παιγνίδια και για τα κορίτσια όπως η μέλισσα, το κουτσό  το μήλο, η πινακωτή η τυφλόμυγα το τσιλίκι.

ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ.
                Στους νεώτερους χρόνους τα παιγνίδια έπαιξαν σπουδαίο ρόλο για τα παιδιά του λαού μας. Τα  χρόνια της Κατοχής (1940 –44) ήταν πολύ δύσκολα για όλους. Οι ελλείψεις σε ρούχα και τρόφιμα, η εξαθλίωση και η φτώχια κυριαρχούσαν σ΄ όλη τη χώρα. Τα παιδιά ήταν αδύνατα ,καχεκτικά, ρακένδυτα, και ψειριασμένα ,και ζούσαν με το φόβο του θανάτου. Κατάφεραν να επιβιώσουν χάρη στη λιγοστή τροφή, που τους εξασφάλιζαν όπως μπορούσαν οι γονείς τους, και με το παιγνίδι. Το παιγνίδι τα έκανε να ζουν και να νιώθουν, για όσο διαρκούσε αυτό, ελεύθερα και ανέμελα από τα προβλήματα, τα γέμιζε με θάρρος, αυτοπεποίθηση, και χαρά. Από την άλλη, μέσα από την κίνηση διασφάλιζαν, όσο αυτό ήταν δυνατό,  την καλή τους υγεία και την ομαλή ανάπτυξη του σώματος τους.
                     Αργότερα , μεταπολεμικά , οι συνθήκες διαβίωσης ήταν πολύ δύσκολες και τα παιδιά από πολύ μικρά αναγκάζονταν να εργαστούν, για να συνεισφέρουν στην οικογένεια.  Όμως  παρ΄ όλες τις  δυσκολίες που αντιμετώπιζαν κατάφερναν συχνά, με την πρώτη ευκαιρία , να ξεκόψουν από τη δουλεία και να παίξουν με τους συνομήλικους τους, στο δρόμο. Έτσι ,έστω και για λίγο, ζούσαν και να εκφράζονταν σαν παιδιά. Με το παιγνίδι ξεχνούσαν για λίγο τα προβλήματα και τις δυσκολίες, χαλάρωναν, διασκέδαζαν και έτσι κατάφερναν να μην  χάσουν το κουράγιο τους και την αισιοδοξία τους για την ζωή και ένα καλύτερο αύριο.
                    Σήμερα αν και οι αλάνες, κυρίως στις πόλεις, έχουν μειωθεί ως εξαφανιστεί, τα παιδιά χαίρονται όταν βρίσκουν χώρο για να παίξουν, να τρέξουν, να κινηθούν. Δυστυχώς η εύρεση χώρου δεν είναι εφικτή στις σύγχρονες πόλεις. Τα κτίσματα και οι δρόμοι δεν βοηθάνε το παιδί και το παιγνίδι. Τα πάρκα και τα αθλητικά κέντρα, όπου υπάρχουν, είναι οι μόνοι χώροι οπού μπορούν να παίξουν. Το πρόβλημα της μη ύπαρξης χώρων για παιγνίδι, έχει σαν αποτέλεσμα τα παιδιά να ασχολούνται με ηλεκτρονικά παιγνίδια και να καθηλώνονται στο σπίτι, να μην κινούνται όσο θα ήθελαν και θα έπρεπε, να γίνονται οκνηρά, μοναχικά, με προβλήματα βάρόυς, κατά μεγάλο ποσοστό, και κοινωνικότητας.               


ΠΑΙΓΝΙΔΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ
ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΝΤΑΙ  ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ

Παρακάτω αναφέρουμε επιγραμματικά κάποια παιγνίδια της αρχαιότητας, που έχουν φτάσει ως τις μέρες μας και παίζονται   σήμερα, με τον ίδιο τρόπο ή με παραλλαγές. Επίσης αναφέρουμε τις  ονομασίες που τα συναντάμε.
      Τα παιγνίδια αυτά είναι:  
 Αιώρα>, η γνωστή κούνια ή κρεμάστρα

 <Ακινητίνδα>,  στα νεώτερα χρόνια το παίζονταν με την ονομασία τ΄ Αγκούτς. Παραλλαγή του παιγνιδιού είναι τα σημερινά  στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα  και τα αγαλματάκια.

 <Αμπάριζα >, κυνηγητό, σήμερα το συναντάμε με το ίδιο όνομα και σαν σκλαβάκια.

 <Ασκωλιασμός >, παιγνίδι ισορροπίας,  σήμερα το βρίσκουμε ως ασκί και με παραλλαγές ,στον τρόπο παιξίματος, σαν :κουτσαλωνάκι, προζύμι, κουτσοκαλόγερος, άντζης, κουτσό-κουτσό.

<Αστραγαλισμός> , τυχερό παιγνίδι,(ζάρια), παίζονταν με πεσσούς-κύβους (ζάρια) και κόττα (αστραγάλους-κότσια) .στους νεώτερους χρόνους έχουμε κάποιες παραλλαγές στον τρόπο παιξίματος, χρησιμοποιώντας όμως τα κότσια, αλλά και αμύγδαλα, ποντιακά καρύδια (μικρά στο μέγεθος) και μεταλλικά νομίσματα.

<Βασιλίνδα>, όμοιο με το κλέφτες και αστυνόμοι 

<Διελκυστίνδα, το σημερινό τράβηγμα του σχοινιού, το τραβηχτό

<Εφεδρισμός>, το συναντάμε σαν πλακίτσες, λούμπαρδα, τσουνιά , κά.

<Ιμαντελισμό> το συναντάμε σήμερα σαν λουρί

<Κολλαβισμός >, το γνωστό μπιζ ή βζζ.

<Κρικηλασία>,παιγνίδι με κρίκο, τροχό, το σημερινό στεφάνι, το τσέρκι.

<Κρυπτίνδα>ή<αποδιδρασκίνδα> ή<μυίνδα>, το γνωστό κρυφτό

<Κυνδαλισμός> παίζεται το ίδιο και σήμερα, με άλλες ονομασίες: παλούκια, αλαμάνα, μπηχτιές, καζίκια, καρφιά.

<Κώνος>, ή< στρόμβος>, <στρόβιλος>, <ρόμβος>, <βόμβυκας> η γνωστή σβούρα.
  
<Πέταυρον>, η τραμπάλα με διάφορες ονομασίες σήμερα: τράμπα, ξυλογαϊδάρα, νταντζαλαβίτσα , κά.

<Πεντέλιθα>,  τα  πεντόβολα, επίσης  ονομάζεται: πετράδια, πενταπέτρια, πεντεκούκια, πεντεγούλια, στα βυζαντινά χρόνια το ονόμαζαν καλαλάτζια ή καλολαλάκια.

 <Πετροπόλεμος>, επικίνδυνο παιγνίδι παίζεται και σήμερα αλλά όχι τόσο έντονα όπως παλιά.

<Στρεπτίνδα>, σήμερα το βρίσκουμε σαν γυριστάρι, πετράδι, βωλάκι, κ.λ.π.
  
<Σφαίρα>, η  μπάλα, το τόπι. Όπως και σήμερα παίζονταν πολλά παιγνίδια με την μπάλα. Κάποια που τα ονόμαζαν ουράνια σφαίρα και ήταν το πέταγμα της στον αέρα, απόρραξις που ήταν το χτύπημα της στον τοίχο ή στο έδαφος, επίσης άλλοι τρόποι παιξίματος ήταν: το χτύπημα της με κάποιο αντικείμενο (ξύλο ή ρακέτα),  το να σημαδέψει κάτι μ΄ αυτήν ή να την ρίξει μέσα σ΄ ένα αγγείο ή μια τρύπα . Όλες αυτές οι χρήσεις της μπάλας τις βρίσκουμε σε πολλά σημερινά παιγνίδια.

 <Σοινάκι>,  το γνωστό μας σχοινάκι που παίζεται από ένα η περισσότερα άτομα.

<Σχοινοφιλίνδα>,παίζεται το ίδιο και σήμερα αλλάζει ονομασία ,όπως μαντιλάκι, λουρί, λουριδίτσα, πετρούλα, χτυπητό, βαρετό, βαλμάς.

<Φωτιά>,  το συναντάμε σαν αγιώργηδες, τζίφο, καστροπαρσιά, κάστρο κτλ.  

  <Χυτρίνδα>, παίζεται και σήμερα με τον ίδιο τρόπο. Το βρίσκουμε σαν γύρω γύρω  το ψητό, παπαδίτσα, φεσάς, μυζηθρούλα, μπλαγόμεσο, χύτρα κ.τ.λ.


<Χαλκή μυία> ή <ψηλαφίνδα>,  η τυφλόμυγα γνωστό παιγνίδι και σήμερα. Το συναντάμε σαν: τυφλοπάννι, τυφλοπαννιάρα, τυφλοπάννα, τυφλός, ζουρλοπαννιάρα, γούσταρ-πάτσα, μπούφος


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΝΙΚΟΣ ΝΟΟΥ «Τα παιγνίδια της γειτονιάς» Αθήνα 2001
ΠΕΠΗ ΔΑΡΑΚΗ «Ομαδικά παιγνίδια των παιδιών μας» Αθήνα 1994
ΛΗΔΑ ΚΡΟΝΤΗΡΑ «Ελάτε να παίξουμε μέσα στο χρόνο» 2002
ΣΩΤΗΡΗΣ Γ. ΓΙΑΤΣΗΣ «Εισαγωγή στην ιστορία της Φυσικής Αγωγής στον Ελληνικό κόσμο» Θεσσαλονίκη 1985
ΘΩΜΑ ΤΣΟΠΟΥΡΙΔΗ «Ποντιακά ήθη και έθιμα» Θεσσαλονίκη Μάρτιος 2003

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Παράδοση! Τρόπος ζωής ή απομίμηση;

 

Τι είναι παράδοση;

Η παράδοση είναι ένας θησαυρός που τον κρατάμε καλά φυλαγμένο και τον δωρίζουμε στις επόμενες γενιές για να μην χάσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα και χαθούν στην χοάνη της παγκοσμιοποίησης.

Παράδοση είναι ...

τα νανουρίσματα που ακούσαμε στην αγκαλιάς της μάνας

οι θρύλοι που μας έλεγε ο παππούς και η γιαγιά

τα κάλαντα

τα χελιδονίσματα

οι μαντινάδες

τα έθιμα μας

οι χοροί και οι σκοποί του τόπου μας

οι πολύτιμες παραδοσιακές μας ενδυμασίες

και πόσα άλλα ακούσαμε , διαβασαμε, βιώσαμε και μας ταξίδεψαν στην παλιά Ελλάδα.

Πόσοι όμως κράτησαν αλώβητο αυτόν τον θησαυρό;
Πόσοι δεν εμπορεύτηκαν την παράδοση;
Πόσοι δεν πρόσφεραν φτηνές απομιμήσεις και δεν αλλοίωσαν τον χαρακτήρα της;

Νομίζω πως είναι ελάχιστοι εκείνοι που πραγματικά σεβάστηκαν την παράδοση και αγωνίστηκαν να ανακαλύψουν το μεγαλείο της χωρίς να την παραποιήσουν.

Έτσι φτάσαμε να παρακολουθούμε χορούς που δεν χορευτηκαν έτσι στις αμμουδέρές πλατείες, σκοπούς και όργανα που δεν ακούστηκαν στις πλατείες των εκκλησιών που πανηγύριζαν,
ενδυμασίες που δεν φορέθηκαν ποτέ,
δίστιχα που δεν ειπώθηκαν...

Αυτό δεν είναι παράδοση!
Η παράδοση είναι συνοδοιπόρος της αλήθειας κι αυτα δεν είναι αληθινά!

Τελικά μήπως μ΄αυτόν τον τρόπο δίνουμε στα παιδιά μας κάτι ψεύτικο, κάτι ανύπαρκτο, κάτι που δεν είναι Ελληνικό;

Δίνω το έναυσμα και σας προκαλώ να αναλύψετε τις αλήθειες του τόπου σας και να κρύψετε  στο κουτί της λήθης οτιδήποτε ψεύτικο.


Νομίζω ότι μας αξίζει η αλήθεια!